Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment on contract breach and evidence sufficiency grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Sine Kerameikos A.E. against the Athens Court of Appeal's judgment in a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents and evidence submitted during the proceedings. The court ruled that the second instance court had properly examined all evidence, including invoices and expert reports, and provided sufficient reasoning for its decision. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 11γ of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider specific evidence or arguments is inadmissible if the lower court explicitly states it has taken all submitted evidence into account and the arguments were either non-existent, non-legal, or non-essential to the judgment's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 834 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 834/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "ΣΙΝΕ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ Α.Ε" , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Κασιμάτη.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ Α.Ε" , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη , ο οποίος δήλωσε ότι η επωνυμία της ανωτέρω εταιρίας έχει ήδη μεταβληθεί (δυνάμει της από 29.5.2006 και με αριθμ. πρωτ. 11166 καταχωρήσεως στο μητρώο Ανώνυμων εταιρειών της απόφασης τροποποίησης καταστατικού του Νομάρχη Αθηνών ) σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ REAL ESTATE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ" με το διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΙΩΣ REAL ESTATE Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Μαρτίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4644/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4071/2005 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιουλίου 200 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 16 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, για να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1760/2005).
Συνεπώς, δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη και να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο, ο οποίος δεν συνιστά "πράγμα" (Α.Π. 759/2006, ΑΠ 1171/2006, ΑΠ 1760/2005, ΑΠ. 624/2001, ΑΠ. 981/1984). Επίσης δεν ιδρύει τον ίδιο λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη και να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, που είναι επουσιώδης, αφού δεν έχει επίδραση στο διατακτικό και δεν συνιστά "πράγμα" (ΑΠ 813/2006, ΑΠ 813/2006, ΑΠ 1778/2006). Τέλος, για τον κατ' άρθρο 440 επ, του Α.Κ. μονομερή συμψηφισμό πρέπει οι μεταξύ δύο προσώπων απαιτήσεις να είναι αμοιβαίες, υπαρκτές και έγκυρες, ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα - εναγομένη, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλει ότι έχει κατά της ενάγουσας ληξιπρόθεσμη απαίτηση, ποσού 240.665,52 ευρώ, το οποίο προκύπτει αν από το ποσό των 704.328,69 ευρώ που κατέβαλε στην ενάγουσα αφαιρεθεί το ποσό των 463.663,17 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία των από αυτή εκτελεσθεισών (μέχρι την αποχώρησή της) εργασιών και ότι, ενώ την εκ των άρθρων 904 επ.
του Α.Κ. απαίτησή της αυτή πρότεινε σε συμψηφισμό προς την αγωγική απαίτηση της ενάγουσας, η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη την άνω ένσταση συμψηφισμού και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η εναγομένη έχει καταβάλει στην ενάγουσα το άνω ποσό των 704.328,69 ευρώ (240.000.000 δραχμών) για την εξόφληση των στην αναιρεσιβαλλομένη αναφερόμενων εργασιών (σύνταξη, αναδιαμόρφωση και προσαρμογή των μελετών, οργάνωση του εργοταξίου και εκτέλεση προεργασιών), διαφορετικών από τις μέχρι της καταγγελίας εκτελεσθείσες από την ενάγουσα εργασίες, οι οποίες αναφέρονται στην αγωγή και για τις οποίες ζητείται, με την αγωγή, η αμοιβή των 225.705,91 ευρώ.
Επομένως, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, εφόσον το άνω καταβληθέν από την εναγομένη στην ενάγουσα ποσό των 704.328,69 ευρώ εξώφλησε την εκ των άνω εργασιών (διαφορετικών των αναφερόμενων στην αγωγή) απαίτηση της ενάγουσας, διατέθηκε (αναλώθηκε) το ποσό αυτό για την άνω αιτία και, μετά την καταβολή του, δεν υπάρχει πλέον έγκυρη απαίτηση της εναγομένης, ώστε να προταθεί σε συμψηφισμό προς την αγωγική απαίτηση της ενάγουσας.
Ενόψει του ότι, ένας από τους όρους του κατ' άρθρο 440 επ. του Α.Κ. συμψηφισμού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι όπως η απαίτηση του οφειλέτη, που αντιτάσσεται σε συμψηφισμό, υφίσταται (υπάρχει) κατά το χρόνο αυτού και είναι έγκυρη, εν προκειμένω, που το άνω καταβληθέν από την εναγομένη στην ενάγουσα ποσό των 704.328,69 ευρώ διατέθηκε (αναλώθηκε) για την εξόφληση των αναφερθεισών (διαφορετικών της αγωγής) εργασιών και δεν υφίστατο (και δεν ήταν έγκυρη) η άνω επικαλούμενη ανταπαίτηση της εναγομένης κατά τον χρόνο πρότασης του συμψηφισμού, η προβληθείσα από αυτή ένσταση συμψηφισμού, όσον αφορά την άνω ανταπαίτηση, ήταν μη νόμιμη, μη συνιστώσα, ως τοιαύτη, ''πράγμα'' και η από το Εφετείο μη λήψη υπόψη αυτού του ισχυρισμού (ενστάσεως συμψηφισμού) και η μη απάντηση σ αυτόν δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 731/2007, ΑΠ 255/2007) και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος. Όσον αφορά την επικαλούμενη στον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, απαίτηση της εναγομένης κατά της ενάγουσας, ποσού 56.027,67 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αμοιβές για τη σύνταξη μελετών, τις οποίες κατέβαλε η εναγομένη απευθείας στους μελετητές, μολονότι τούτο αποτελούσε υποχρέωση της ενάγουσας, πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον η εναγομένη δεν αναφέρει την έννομη σχέση μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, δυνάμει της οποίας κατέβαλε, ως αμοιβή, στους μελετητές το άνω ποσό, που αποτελούσε υποχρέωση της ενάγουσας (εντολή, κ.λ.π.), ούτε αναφέρει ότι προέβη στην καταβολή αυτή ενεργήσασα ως διοικητής αλλοτρίων υπό τις προϋποθέσεις των σχετικών διατάξεων (Α.Κ. 730 επόμ.), ώστε να δικαιούται, κατά τις περί εντολής ή της διοικήσεως αλλοτρίων διατάξεις, το καταβληθέν ποσό και να έχει γι' αυτό απαίτηση δυνάμενη να προβληθεί σε συμψηφισμό, η στηριζόμενη στην αορίστως επικαλούμενη ως άνω απαίτηση της εναγομένης (56.027,67 ευρώ) και προταθείσα από αυτή ένσταση συμψηφισμού είναι αόριστη και ως τοιαύτη επουσιώδης, μη συνιστώσα "πράγμα", κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και η από το Εφετείο μη λήψη υπόψη αυτού του ισχυρισμού (ενστάσεως συμψηφισμού), ως και η μη απάντηση σε αυτόν, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1205/2007) και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, που δίκασε την αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης, με την οποία η πρώτη ζήτησε όπως η τελευταία, καταγγείλασα την μεταξύ των διαδίκων από 23-11-2000 σύμβαση έργου, υποχρεωθεί και της καταβάλει, από τη συμφωνηθείσα αμοιβή, τη ζητούμενη με αυτή (αγωγή) αμοιβή της για το μέρος του έργου που είχε εκτελέσει μέχρι την καταγγελία, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε και υπογράφηκε στην Αθήνα μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της ενάγουσας και της εταιρίας με την επωνυμία "ΓΑΜΑ Ανώνυμος Οικονομική, Κτηματική, Τουριστική και Ξενοδοχειακή Εταιρία" και ήδη, κατόπιν σχετικής τροποποιήσεως, "M.G.S. Real Estate Α.Ε.", η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, η δεύτερη ανέθεσε στην πρώτη και εκείνη ανέλαβε έναντι αμοιβής την εκπόνηση μελέτης και την κατασκευή χώρου πολιτιστικών και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων στον ήδη υφιστάμενο στην περιοχή του Μεταξουργείου των Αθηνών κινηματογράφο "...", που ανήκει στην κυριότητά της.
Ότι, το εργολαβικό αντάλλαγμα καθορίσθηκε κατά προσέγγιση σε 600.000.000 δραχμές και ο ακριβής προσδιορισμός του θα γινόταν μετά την εκπόνηση των μελετών εφαρμογής. Ότι, στις ...1 εκδόθηκε από την Πολεοδομική Υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων η ... οικοδομική άδεια. Ότι, στα τέλη του έτους 2000 η ενάγουσα άρχισε την κατασκευή του έργου, το οποίο, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας, έπρεπε να περατωθεί μέχρι τις 12-3-2002.
Ότι, κατά τη διάρκεια των εργασιών η προαναφερόμενη εταιρία μεταβίβασε στην εναγομένη, λόγω πωλήσεως, δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πελέκη - Βουλγαράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, το προαναφερόμενο ακίνητο. Ότι η ενάγουσα εξακολούθησε και μετά την κατά τα προεκτεθέντα μεταβίβαση την εκτέλεση του έργου, πράγμα που αποδέχθηκε η εναγομένη, η οποία έτσι υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου της από την προαναφερόμενη σύμβαση.
Ότι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η τελευταία (εναγομένη), στις 31-8-2001, κατήγγειλε, όπως είχε δικαίωμα, δια του νομίμου εκπροσώπου της Δημητρίου Ζούμπου, την ένδικη σύμβαση. Ότι μέχρι την καταγγελία, η ενάγουσα είχε εκτελέσει τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη εργασίες, για τις οποίες εδικαιούτο αμοιβής, με τον αναλογούντα ΦΠΑ, 76.909.319 δραχμών, που αντιστοιχούν σε 225.705,99 ευρώ.
Ότι, ο ισχυρισμός της εναγομένης, κατά τον οποίο κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001 ο προαναφερόμενος εκπρόσωπός της ζήτησε από την ενάγουσα εξηγήσεις για την καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, το οποίο τελικά εγκατέλειψε τον ίδιο μήνα, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, δεν αποδείχθηκε, Ότι, άλλωστε, εάν πράγματι είχε συμβεί κάτι τέτοιο, η εναγομένη θα είχε διαμαρτυρηθεί εγγράφως και όχι προφορικά στην ενάγουσα, ενόψει του αντικειμένου της συμβάσεως και του ύψους του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος.
Ότι, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, με την από 19-10-2001 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 24-10-2001, ζήτησε την πληρωμή της αμοιβής της για τις μέχρι το χρόνο της καταγγελίας εκτελεσθείσες εργασίες, Ότι, απαντώντας στην πιο πάνω εξώδικη δήλωση, η εναγομένη, με την από 11-11-2001 εξώδικη δήλωση της, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 16-11-2001, έκανε για πρώτη φορά λόγο για καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου.
Ότι, είναι χαρακτηριστικό ότι ο μάρτυς ανταποδείξεως, εντελώς αόριστα κατέθεσε ότι το Σεπτέμβριο 2001 διαπιστώθηκε ότι το έργο είχε εγκαταλειφθεί από την ενάγουσα, χωρίς να κάνει λόγο για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκτέλεσή του. Ότι, η κρίση του δικαστηρίου (Εφετείου) περί καταγγελίας της συμβάσεως από την εναγομένη δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην από 19-10-2001 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας δεν γίνεται αναφορά στο περιστατικό αυτό, αλλά ζητείται μόνο η καταβολή του κατά την κρίση της οφειλόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος.
Ότι, με την κατά τα προεκτεθέντα καταγγελία, η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση λύθηκε και η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνηθείσα αμοιβή, από την οποία ζητεί να της επιδικασθεί το ποσό των 225.709,99 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αμοιβή της για τις μέχρι την καταγγελία εκτελεσθείσες από αυτή (ενάγουσα) εργασίες.
Ότι, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταβολής του ποσού των 240.000.000 δραχμών, πλέον ΦΠΑ ποσού 43.200 δραχμών και συνακόλουθα περί εξοφλήσεως της (αγωγικής) απαιτήσεως της ενάγουσας είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ότι, όπως αποδείχθηκε, η καταβολή αυτή αφορά τη σύνταξη, αναδιαμόρφωση και προσαρμογή των μελετών, την οργάνωση του εργοταξίου και την εκτέλεση προεργασιών και όχι τις προαναφερθείσες εργασίες.
Ότι, στοιχείο ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός ότι η εναγομένη στην από 11-11-2001 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία απέκρουσε την από 19-10-2001 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, με την οποία εκείνη (ενάγουσα) ζήτησε την πληρωμή του παραπάνω ποσού, δεν κάνει κανένα απολύτως λόγο για την καταβολή αυτή.
Με αυτές τις παραδοχές του το Εφετείο 1) όσον αφορά το είδος της συμφωνηθείσης για το άνω έργο αμοιβής της εργολάβου-ενάγουσας δέχθηκε ότι η συμφωνηθείσα για όλο το έργο χρηματική αμοιβή καθορίσθηκε εκ των προτέρων στο κατά προσέγγιση ποσό των 600.000.000 δραχμών, ενώ ο ακριβής καθορισμός του θα γινόταν μετά την εκπόνηση των μελετών εφαρμογής.
Ήτοι, δέχθηκε το Εφετείο ότι η αμοιβή της ενάγουσας (εργολάβου) καθορίσθηκε εκ των προτέρων σε ορισμένο ποσό (συμφωνία κατ' αποκοπή), 2) όσον αφορά την καταγγελία της συμβάσεως από την εναγομένη-εργοδότρια δέχθηκε ότι στις 31-8-2001, πριν από την περάτωση του έργου, η τελευταία, δια του νομίμου εκπροσώπου της Δημητρίου Ζούμπου, κατήγγειλε, όπως είχε δικαίωμα, την ένδικη σύμβαση.
Για την επάρκεια της άνω αιτιολογίας δεν απαιτείτο να αναφέρεται στην προσβαλλομένη αν η καταγγελία ήταν έγγραφη ή προφορική και προς ποιόν έγινε αυτή (καταγγελία), 3) όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση αλλά υπαναχώρησε από αυτή, κατ' άρθρο 686 Α.Κ., δέχθηκε ότι η εργοδότρια-εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση και ότι ο ισχυρισμός της ότι υπαναχώρησε από τη σύμβαση αυτή δεν αποδείχθηκε και 4) όσον αφορά την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση εξοφλήσεως της αγωγικής απαιτήσεως της ενάγουσας δέχθηκε ότι η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι η γενόμενη από την εναγομένη καταβολή του ποσού των 240.000.000 δραχμών, πλέον ΦΠΑ 43.200.000 δραχμών, αφορά την εξόφληση της απαιτήσεως της ενάγουσας από την εκτέλεση των άνω (διαφορετικών από τις αναφερόμενες στην αγωγή) εργασιών, αξίας ίσης προς το καταβληθέν ως άνω ποσό, για τις οποίες δεν απαιτείτο να αναφέρει (η προσβαλλομένη) το ειδικότερο κόστος εκάστης τούτων.
Οι αιτιολογίες αυτές στα άνω ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι επαρκείς και με αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 686, 700 και 416 του Α.Κ. και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (Α.Π. 1911/2006, ΑΠ 1585/2006, ΑΠ 1594/2006, ΑΠ 1598/2006, 1137/2001, Α.Π. 416/1999).
Εν προκειμένω, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και την ληφθείσα μετά τήρηση των νομίμων διατυπώσεων 506/2004 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευδοκίας Οικονόμου. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα από την αναιρεσείουσα νομίμως επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι: 1) το ...τιμολόγιο της ενάγουσας, 2) το ... τιμολόγιο της δικαιοπαρόχου της εναγομένης εταιρίας, 3) την από Φεβρουαρίου 2004 έκθεση εκτίμησης κόστους εργασιών του ένδικου έργου, του πολιτικού μηχανικού ... και 4) τον (δημοσιευμένο και στο τεύχος ... του Ενημερωτικού Δελτίου του Τ.Ε.Ε.) πίνακα του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Επομένως, ο αντίθετος τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " LINE ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμό 4071/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ