Supreme Court dismisses appeal for failure to specify substantive law violation and historical basis of objection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank of Greece's pension fund against the First Instance Court's partial acceptance of an employee's claim. The appellant argued the appeal court wrongly rejected an objection regarding the fund's non-profit status, but the court found this ground legally insufficient. The decision ruled that the appeal was inadmissible because it failed to cite the specific substantive law provision violated and did not clearly state the factual basis of the objection.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 562(2), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of substantive law is inadmissible if it fails to specify the exact provision violated and the precise factual basis of the objection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 829 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 829/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Α.-Σ. συζ. Σ. Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Λιάπα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1412/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3271/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 5-6-2020 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 3271/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 19-7-2019 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" κατά της υπ'αριθμ. 1412/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 4-12-2013 αγωγή της αναιρεσιβλήτου και είχε επιδικαστεί υπέρ αυτής το ποσό των 26.895,53 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, ή παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, 7/2006).
Εξάλλου, με την 9/29.10.1926 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, συστήθηκε, ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τράπεζας, το "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" (ΤΑΠΕΤΕ) ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 6.4.1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό.
Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου, η από 23.2.1928 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος "περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 9.5.1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ως ανωτέρω Τράπεζας, μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό "Ταμείο Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος" ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του.
Ακολούθως, με το ν.δ. 2626/1953 το Ταμείο αναδιοργανώθηκε ως ειδικό "Ταμείον Αυτασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικές Ασφάλισης", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της § 6 του άρθρου 35 του ν. 322012004, της § 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της § 3 του άρθρου 63 του ν. 3513/2006 και της § 8 του άρθρου 138 του v. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύναται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.
με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου. Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη και κινητή περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο ΝΠΙΔ χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης....
Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε Ταμείου....
Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση...".
Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως εξεδόθη η Φ80000/30226/1366/14.1.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της ΕΤΕ μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα το Δεκέμβριο του έτους 2003 αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.
Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διατάξεως της § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εξεδόθη η Φ. 80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος": (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η .με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ, το άρθρο 7 του Καταστατικού του ΤΑΠΕΤΕ, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται:
α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) Για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον ΝΠΙΔ ΤΑΠΕΤΕ), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (ΚΥΑ) και όχι το προτείνον προς αυτούς ΔΣ του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (Ολομ.ΣτΕ 1210/2010).
Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της § 20 εδ. τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και επομένως και το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το μέρος της με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται ειδικότερα ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της επίμαχης αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα.
Επομένως είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, ήτοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνταξιοδοτήσεως από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της 23/16-12-2013 αποφάσεως του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι ούτω εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση.
Ήδη με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω ΚΥΑ κρίθηκε μη νόμιμη ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα (ΑΠ 1479/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο προέβη στην προαναφερθείσα απορριπτική της εφέσεως του αναιρεσείοντος κρίση του, δεχόμενο τα εξής: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, εργάστηκε ως υπάλληλος της Τράπεζας "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τις 6-3-1984 μέχρι τις 13-2-2012, οπότε και αποχώρησε λόγω παραίτησης με τον βαθμό του Τμηματάρχη Β', έχοντας συνολικό χρόνο υπηρεσίας 27 έτη, 11 μήνες και 7 ημέρες.
Καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας της, η ενάγουσα ήταν ασφαλισμένη, αρχικά στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" και στη συνέχεια, μετά την μετατροπή αυτού σε Ν.Π.Ι.Δ., στο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την ίδια επωνυμία, ήτοι "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", καταβάλλοντας καθ' όλο το διάστημα της εργασίας της τις αναλογούσες στην ίδια εισφορές υπέρ του Ταμείου.
Μετά την αποχώρησή της από την εργασία της, αιτήθηκε από το εναγόμενο να λάβει την εφάπαξ παροχή που προβλέπεται με βάση το άρθρο 5 του Κανονισμού του, η οποία, με βάση τις αποδοχές της κατά το χρόνο αποχώρησης της, τον βαθμό της και τα έτη της υπηρεσίας της, υπολογίζονταν σύμφωνα με το σχετικό άρθρο 7 του Κανονισμού, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο αποχώρησης της ενάγουσας, στο συνολικό ποσό των 72.947,69 ευρώ.
Το εναγόμενο ωστόσο κατέβαλε στην ενάγουσα μόνο το ποσό των 35.000 ευρώ το έτος 2012 ως πρώτη δόση της εφάπαξ παροχής και το ποσό των 11.052,16 ευρώ κατά το έτος 2014, συνολικά δηλαδή το ποσό των 46.052,16 ευρώ και της οφείλει το υπόλοιπο ποσό ύψους 26.895,53 ευρώ. Περαιτέρω, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι το παραπάνω ποσό των 46.052,16 ευρώ που κατέβαλε στην ενάγουσα, είναι αυτό που δικαιούται να λάβει σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού του, όπως αυτό τροποποιήθηκε, δυνάμει της με αριθμό 23/16-12-2013 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του και της με αριθμό Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία εγκρίθηκε η παραπάνω τροποποίηση του Κανονισμού και μάλιστα αναδρομικά, καταλαμβάνοντας η τροποποίηση αυτή και τους υπαλλήλους που αποχώρησαν από την "Εθνική Τράπεζα" από 3-1-2012 και εφεξής, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η ενάγουσα.
Η ανωτέρω Κοινή Υπουργική Απόφαση όμως, ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1530/2018 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά το μέρος που με αυτή προβλέπεται η αναδρομική εφαρμογή της και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3-1-2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του εφάπαξ βοηθήματος, καθώς κρίθηκε ότι...
εν προκειμένω, η διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος .....Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η παραπάνω απόφαση του ΣτΕ και η με αυτή ακύρωση λόγω τυπικής παράλειψης, της με αριθμό Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 Κ.Υ.Α., δεν επηρεάζει την επίδικη ιδιωτικής φύσης διαφορά, αφού η υπ' αριθμ. 23/16-12-2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, περί τροποποίησης του άρθρου 7 του Κανονισμού του, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής είναι καθ' όλα νόμιμη, εφόσον για τη λήψη της απόφασης τηρήθηκαν όσα ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, ήτοι η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, η έγκριση της από την Αναλογιστική Αρχή, ο με βάση τις παραδοχές της αναλογιστικής μελέτης ανακαθορισμός της εφάπαξ παροχής, συμπεριλαμβανομένων και όσων αποχώρησαν προ της 19-12-2013, ήτοι και της ενάγουσας, για τους οποίους γίνεται ρητή αναφορά στον νόμο.
Η ανωτέρω δε απόφαση, με δεδομένο ότι το ίδιο (εναγόμενο) έχει χαρακτήρα σωματείου, ουδέποτε προσβλήθηκε από οποιονδήποτε εντός της εξάμηνης προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 101 του ΑΚ, με αποτέλεσμα να καταστεί πλέον απρόσβλητη ως προς την εγκυρότητά της και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να απορριφθεί η σε βάρος του αγωγή.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός του εναγόμενου, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος. Ειδικότερα, αφενός μεν το εναγόμενο δεν έχει τον χαρακτήρα του σωματείου, έτσι ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ, αλλά είναι Ν.Π.Ι.Δ. που συστάθηκε με βάση την ειδική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 και τα όσα προβλέπονται σε αυτή, αφετέρου δε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, την αποφασιστική αρμοδιότητα για το ζήτημα της αναδρομικής μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής που χορηγεί το εναγόμενο, είχαν οι παραπάνω αναγραφόμενοι συναρμόδιοι Υπουργοί, ενώ η επικαλούμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγόμενου είχε απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα και ως τέτοια δεν υπόκειται στην ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το εναγόμενο.....".
Με την εν λόγω υπό τις ως άνω παραδοχές κρίση του, το Μονομελές Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ.2 Ν. 3029/2002, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω, η προαναφερόμενη Κ.Υ.Α., καθ' ο μέρος κατελάμβανε αναδρομικώς και τους έχοντες αποχωρήσει από 3-1-2012, είχε εκδοθεί καθ' υπέρβαση της οικείας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά τούτο ήταν άκυρη.
Επομένως η ενάγουσα, η οποία είχε αποχωρήσει κατά το αναδρομικώς καταλαμβανόμενο από την Κ.Υ.Α. χρονικό διάστημα, δικαιούταν τη διαφορά, ποσού 26.895,53 ευρώ, μεταξύ της πλήρους και της καταβληθείσας εφ'άπαξ παροχής.
Συνεπώς οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προστίθεται η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Το άρθρο 346 του ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση, η οποία πρόκειται για διάταξη αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση έχει την επίδοση της αγωγής, ανεξαρτήτως υπερημερίας, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι` αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλεπ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι` αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Με βάση τα ανωτέρω, η επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 553/2019, 1114/2018, 1207/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το αναγραφόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο επιδικίας και όχι με τον τόκο υπερημερίας, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, και α) με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι η καθυστέρηση καταβολής της οφειλής στον ενάγοντα οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (ΑΚ 342) και δη στο γεγονός ότι η ακύρωση της υπ' αριθμ.
Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 ΚΥΑ, με την οποία είχε επικυρωθεί η τροποποίηση του Κανονισμού του ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής με την υπ' αριθμ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ, κατά το μέρος που με αυτήν (Κ.Υ.Α) προβλεπόταν αναδρομική εφαρμογή της και για όσους είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3-1-2012 μέχρι τις 19-12-2013 και δεν είχαν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, έλαβε χώρα στον Ιούλιο του έτους 2018, μετά δηλαδή την άσκηση της ένδικης αγωγής, και ως εκ τούτου το ίδιο είχε αμφιβολία ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής της αναιρεσίβλητης βάσει του άρθρου 7 του Κανονισμού του, με συνέπεια να μη δημιουργείται υπερημερία αυτού και να ελλείπουν οι προϋποθέσεις της επιδικάσεως τόκων επιδικίας του άρθρου 346 ΑΚ για το προ της δημοσιεύσεως της ως άνω αποφάσεως του ΣτΕ χρονικό διάστημα.
Όμως, ενόψει του ότι το αναιρεσείον είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο και η δημοσίευση της αποφάσεως 1530/2018 του ΣτΕ, με την οποία ακυρώθηκε η υπ' αριθμ. Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 ΚΥΑ (που επικύρωσε την τροποποίηση του Κανονισμού του αναιρεσείοντος ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής), έλαβε χώρα στις 16-7-2018, δηλαδή ένα έτος πριν από την κατάθεση της από 19-7-2019 έφεσης, το αναιρεσείον δεν επικαλείται, αλλά ούτε και προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης, ότι προέβαλε νόμιμα τον προαναφερόμενο ισχυρισμό με τα ως άνω εκτιθέμενα θεμελιωτικά αυτού στοιχεία, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με σχετικό λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Η ίδια πιο πάνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος που έχει δικαιοπρακτική ισχύ, αποκλείεται η υποχρέωση του Ταμείου για την καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού η διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η επίδοση της αγωγής ανεξαρτήτως υπερημερίας, το δε άρθρο 7 παρ.5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος, αναφέρεται στον τρόπο υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όχι σε τόκους επιδικίας, όπως αβάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθμ. 1 εδαφ.α' ΚΠολΔ), πρέπει να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα.
Αν δε η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, άλλως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 28/1998, 32/1996, ΑΠ 651/2018, 1352/2017,131/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, όπως ο λόγος αυτός ορθά εκτιμάται, ότι το Εφετείο έσφαλε με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την υποβληθείσα από αυτό ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (αρθρ. 281 ΑΚ), ως δήθεν θεμελιούμενη μόνο στη συνδρομή επιπτώσεων για το Ταμείο και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων που προσδοκούν την λήψη αξιοπρεπούς εφ' άπαξ παροχής, αφού είναι ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που διανέμει εκ του κεφαλαίου του παροχές στους δικαιούχους, εάν δε, θιγεί το κεφάλαιό του αυτό, είναι προφανές ότι θίγεται το σύνολο των ασφαλισμένων του.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, έστω και συνοπτικά, τα αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται με σαφήνεια το περιεχόμενο της προταθείσας ενστάσεως του αναιρεσείοντος, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε αυτό για τη θεμελίωσή της ενώπιον του Πρωτοδικείου και επαναφοράς της στο Εφετείο, αλλά ούτε και το περιεχόμενο που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι έχει η εν λόγω ένσταση, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της προβολής της ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (αρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ) και αν το Εφετείο, εκτιμώντας τη νομική βασιμότητα αυτής και κρίνοντάς την μη νόμιμη, παρέβη ή όχι την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 3271/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, ποσού χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ