Supreme Court refers expropriation compensation appeal to plenary court due to conflicting case law on critical valuation date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece referred the first ground of appeal to the Plenary Court to resolve a conflict in existing case law regarding the critical date for valuing expropriated property. The appellant argued that the lower court erred by using the date of the first hearing instead of the date of the expert valuation report, claiming this violated constitutional rights and the law. Since the issue concerns general legal interest and lacks a unified precedent, the court suspended the proceedings on other grounds to ensure judicial unity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 563 § 2 of the Code of Civil Procedure and Article 23 § 2 of the Judicial Organization Code; The Supreme Court must refer an appeal ground to the Plenary Court when it concerns a matter of general legal interest and the existing case law is not uniform.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 826 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 826/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Ε. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ε. Κ. του Γ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αλέξανδρου Κανδαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2003 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 8/5/2003 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με άλλες αιτήσεις, ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 2568/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα και πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη με την από 19/7/2004 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1335/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2568/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1120/2006 και 7063/2006 μη οριστικές και η 4782/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/7/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 1/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4782/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 § 2 του Κ.Πολ.Δ και 23 § 2 εδ. γ και δ του ν. 1756/1995 "κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων, κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών "όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 § 1 του ν. 2331/1995, προκύπτει, ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας.
Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι πρόκειται για ζήτημα με γενικώτερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο, για την ενότητα της νομολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και από τον, παραδεκτώς, κατ' αρθ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., έλεγχο των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο, δικάζοντας επί της ασκηθείσας ενώπιόν του, από 19-3-2003 αιτήσεως της νυν αναιρεσείουσας, η οποία επαναφέρθηκε ενώπιόν του προς συζήτηση, μετά από αναίρεση, κατά ένα μέρος της, της υπ' αριθμ. 2568/2004 αποφάσεως αυτού, ανέβαλε, κατά την πρώτη ενώπιόν του συζήτηση, κατά τη δικάσιμο της 18-10-2005, την έκδοση οριστικής αποφάσεως, επί του αιτήματος για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τις απομένουσες, εκτός απαλλοτριώσεως, εδαφικές εκτάσεις και το επ' αυτών υπάρχον κτίσμα εργοστασίου, καθώς και επί του αιτήματος, για ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και άρσεως της υποχρεώσεως προς αυτοαποζημίωση, και διέταξε, ως προς τα αιτήματα αυτά, τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Μετά τη δεύτερη, ενώπιον του συζήτηση, κατά τη δικάσιμο της 23-5-2006, με την υπ' αριθμ. 2063/2006 απόφασή του, διατάχθηκε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη. Μετά την τρίτη ενώπιόν του συζήτηση, κατά τη δικάσιμο της 5-12-2006, δεν κατέστη δυνατή η έκδοση αποφάσεως, λόγω παρόδου οκταμήνου από την ημερομηνία συζητήσεως και η υπόθεση ανασυζητήθηκε, κατά τη δικάσιμο της 8-1-2008, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση της νυν αναιρεσείουσας, κατά τα ως άνω αιτήματά της και α)προσδιορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω μειώσεως της αξίας, για την απομένουσα, εκτός απαλλοτριώσεως, εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 8.097,96 τετ.μετ.
και για το υπάρχον εντός αυτής κτίσμα του εργοστασίου και β) αναγνωρίσθηκε ότι η αιτούσα δεν ωφελείται και δεν υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση για τις υπ' αριθμ. κτηματολογικού πίνακα 164 και 170 ιδιοκτησίες της και προσδιόσθηκε η οφειλόμενη σ’ αυτήν, από το υπέρ ού η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο- νυν αναιρεσίβλητο, αποζημίωση, για την αιτία αυτή.
Για τον καθορισμό της αξίας και για τα δύο ως άνω αιτήματα, το Εφετείο έλαβε υπόψη, ως κρίσιμο χρόνο, τον χρόνο της πρώτης, μετά την αναίρεση, ενώπιόν του συζητήσεως της αιτήσεως, κατά τη δικάσιμο της 18-10-2005, κατά την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με την αιτιολογία ότι: "Σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του Εφετείου αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζητήσεως, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν το Εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της, εφόσον κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας.
Έτσι αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογιστεί με βάση το χρόνο της εν λόγω συζητήσεως και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.
Με τον πρώτο, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι, με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου, παρεβίασε τις διατάξεις των αρθρ. 17 § 2 και 3 του Συντάγματος 1 του πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 § 1 και 2 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), καθόσον, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, για να είναι "πλήρης" η αποζημίωση, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι ως άνω διατάξεις, έπρεπε να ληφθεί υπόψη, ως κρίσιμος χρόνος, για το προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου, ο κατά την μετ' απόδειξη χρόνος συζητήσεως, ενώπιον του Εφετείου (δηλαδή μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης). Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ζήτημα γενικωτέρου ενδιαφέροντος, ενώ, εξ άλλου, η επί του ζητήματος αυτού νομολογίου, του Αρείου Πάγου, δεν είναι ενιαία, αφού, με άλλες μεν αποφάσεις υποστηρίζεται η άποψη, την οποία ακολούθησε και το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του (ΑΠ 1973/2009, 291/2009, 1064/2007, 1070/2007, 1347/2006), ενώ με άλλες υποστηρίζεται η αντίθετη άποψη (ΑΠ 1123/2009, 997/2009, 722/2009, 1054/2008, 821/2007).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρου και με δεδομένο ότι πρόκειται για ζήτημα γενικωτέρου ενδιαφέροντος, αλλά και για την εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας, το δικάζον τμήμα, με ομόφωνη απόφασή του, κρίνει ότι πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, αναβληθεί δε η συζήτηση, ως προς τους λοιπούς λόγους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο (από το αρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) λόγο αναιρέσεως και αναβάλλει τη συζήτηση, ως προς τους λοιπούς λόγους.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ