Supreme Court dismisses appeal on property transfer and jurisdiction grounds, rejecting factual re-evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final judgment. The appellant argued for a re-evaluation of evidence regarding property transfer and alleged jurisdictional overreach, but the court held that the lower court's assessment of facts was non-reviewable. Consequently, the appeal was rejected, the costs were assigned to the appellant, and the appeal bond was forfeited.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033, 369, 1192 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The transfer of real property rights requires a notarized agreement and registration, and appellate courts cannot re-evaluate the factual analysis of evidence made by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 823 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 823/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Ι. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νούλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. χήρας Ά. Μ., το γένος Π. και Β. Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλη Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 29-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 15-10-2012 ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 655/2013 μη οριστική, 3694/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2970/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-11-2019 αίτησή του και τους από 9-11-2020 προσθέτους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20/11/2019 αίτηση αναιρέσεως και τους από 09/11/2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η 2970/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος Μ. Ι. κατά της αριθμ. 3694/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει, ως ουσία αβάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης, όπως παραδεκτά διορθώθηκε με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων (άρθρο 224 ΚΠολΔ), και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1,569, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ.571, 577 § 3 ΚΠολΔ).
1. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033,369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία, η δε συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητος ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων1509, 1192, 1198 ΑΚ, αποτελεί και η γονική παροχή. Στις αγωγές αυτές που αφορούν ακίνητο, ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει την δική του κυριότητα πάνω στο επίδικο ακίνητο, με την προσκόμιση της μεταβιβαστικής πράξεως, δηλαδή, του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή άλλου τίτλου και της μεταγραφής του καθώς και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει αυτό, ο δε εναγόμενος έχει υποχρέωση να αποδείξει τις ενστάσεις του.
Αν, όμως, απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα των ενστάσεων του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επεδίωξε ο εναγόμενος με την ένστασή του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν.
Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1046,1051 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στο διάδικο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), διαφορετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 106/2011).
Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 1043ΑΚ, "Στα ακίνητα δεν υπάρχει νομιζόμενος τίτλος χωρίς μεταγραφή, στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προκειμένου για ακίνητο δεν υπάρχει νόμιμος τίτλος ούτε νομιζόμενος τίτλος, αν δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο και δεν μεταγράφηκε αυτό (ΑΠ 218/2008).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 και 3 του Ν. 2664/1998, "Οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια ενώπιον των δικαστηρίων μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 6, καθίστανται οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο υπέρ των φερόμενων με τις πρώτες αυτές εγγραφές ως δικαιούχων για τα δικαιώματα στα οποία αυτές αφορούν.". "Οι πρώτες εγγραφές των οποίων αμφισβητήθηκε με αγωγή η ακρίβεια μέσα στην κατά το άρθρο 6 παρ. 2 προθεσμία, οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή.
Αν, αντίθετα, η απόφαση που κατέστη αμετάκλητη δέχεται ολικά ή μερικά την αγωγή, διορθώνεται η αρχική εγγραφή σύμφωνα με το διατακτικό της αμετάκλητης απόφασης. Η διορθωμένη αυτή εγγραφή είναι οριστική, κατά την έννοια της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, και παράγει το προβλεπόμενο στην παράγραφο αυτή αμάχητο τεκμήριο.
Οι διατάξεις των άρθρων 255 έως 263 και 270 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται αναλόγως και για την προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 6 αυτού του νόμου.". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε ,δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται, δε, ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017, 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005), η δε αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την από 29/03/2012 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος, ερειδόμενη στον παράγωγο και στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας και διόρθωση ανακριβούς αρχικής κτηματολογικής εγγραφής αυτού, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ …/…-6-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αγίας Παρασκευής Αττικής, Κυριακής Εμμανουήλ Παρτσαλάκη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα, ο πρώτος ενάγων απέκτησε λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα του, Ε.
Ι., ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 1223,15 τ.μ στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σπάτων Αττικής, το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, στο από Απριλίου του έτους 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Κ., το οποίο προσαρτάται στο προαναφερθέν συμβόλαιο και το οποίο συνορεύει, βόρεια σε πλευρά Ε-Δ μήκους 52,10 μέτρων, με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια σε τεθλασμένη γραμμή Α-Β-Γ μήκους 39,40 μέτρων, εν μέρει με ιδιοκτησία Μ.-Σ.
και εν μέρει με άλλη ιδιοκτησία πρώτου ενάγοντα, ανατολικά σε πλευρά Δ-Γ μήκους 22,65 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Τ. και δυτικά σε πλευρά Α-Ε μήκους 22,25 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου. Το ανωτέρω ακίνητο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ως άνω συμβόλαιο, περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου πατέρα του πρώτου ενάγοντα, Ε.
Ι., με έκτακτη χρησικτησία, από το έτος 1973, και έκτοτε το κατέχει και το νέμεται σαν αποκλειστικός κύριος αυτού χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν. Ο πρώτος ενάγων, κατά την κήρυξη του Δήμου των Σπάτων Αττικής υπό κτηματογράφηση, με την υπ' αριθμ.378/4/14-6-2006 απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε), (Φ Ε Κ 760/Β/26-6-2006), δήλωσε κύριος του ως άνω ακινήτου, στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο, επικαλούμενος το προαναφερθέν συμβόλαιο γονικής παροχής, ολόκληρο δε το ακίνητο αυτό, εμβαδού 1.223,15 τ.μ.
έλαβε αρχικά τον Κ.Α.Ε.Κ …, και ως αποκλειστικός κύριος αυτού καταχωρήθηκε ο πρώτος ενάγων. Στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση της Β' ανάρτησης προσωρινών κτηματολογικών πινάκων, η εναγομένη υπέβαλε την με αριθμό πρωτοκόλλου …/2003 ένστασή της, προς τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή του Εθνικού Κτηματολογίου του Δήμου Σπάτων, με την οποία ζήτησε να διορθωθεί ο προσωρινός πίνακας ως προς το ως άνω Κ.Α.Ε.Κ, ισχυριζόμενη ότι αυτό ανήκει στην κυριότητά της, δυνάμει του υπ' αριθμ.
…/1984 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Τσολάκου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο (συμβόλαιο), αγόρασε από την Σ. συζ. Δ. Β., το γένος Ν. Π., ένα αγρό με τα εντός αυτού δέκα ελαιόδενδρα, στη θέση "...", (Μάνδρα Τ.), της κτηματικής περιφέρειας Σπάτων Αττικής, κατά μεν τον τίτλο κτήσης, έκτασης ενός στρέμματος, σύμφωνα δε με το από Μαΐου του έτους 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Ανδρέα Δεσποτόπουλου, το οποίο προσαρτάται στο ως άνω συμβόλαιο, έκτασης 948 τ.μ.
Η ανωτέρω ένσταση της εναγομένης έγινε εν μέρει δεκτή με την από 21-10-2003 απόφαση της ως άνω Επιτροπής, η οποία δέχτηκε ότι η προσφεύγουσα- εναγομένη, είναι κυρία τμήματος, εμβαδού 943 τ.μ, στη βόρεια πλευρά του ως άνω ακινήτου, με βάση το προαναφερθέν συμβόλαιο. Κατόπιν αυτού το προσωρινό Κ.Α.Ε.Κ …, το οποίο είχε αποδοθεί, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τον προσωρινό πίνακα Β' Ανάρτησης ως ολόκληρο γεωτεμάχιο, εμβαδού 1223,15 τ.μ, κατατμήθηκε σε δύο επιμέρους, όμορα γεωτεμάχια και ειδικότερα 1) στο με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ… γεωτεμάχιο, εμβαδού 943 τ.μ, με φερόμενη ιδιοκτήτρια την εναγομένη και 2) στο με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ … γεωτεμάχιο, εμβαδού 445 τ.μ με φερόμενο ιδιοκτήτη τον πρώτο ενάγοντα.
Στη συνέχεια η εναγομένη, άσκησε κατά του πρώτου ενάγοντα και του δικαιοπαρόχου πατέρα του Ε. Ι., την ως άνω από 9-6-2006 (αριθμ. εκθ. κατ.111467/6791/2006) αγωγή της, με την οποία επικαλούμενη το προαναφερθέν συμβόλαιο αγοράς, ζήτησε μεταξύ άλλων να αναγνωριστεί κυρία του ως άνω με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ … γεωτεμαχίου, εμβαδού 948 τ.μ .
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1603/2014, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της εναγόμενης, για το λόγο ότι το ακίνητο που περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο απ' αυτήν (εναγόμενη), τίτλο, δεν ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο. Η ασκηθείσα δε από την εναγομένη έφεση κατά της απόφασης αυτής, απορρίφτηκε με την υπ' αριθμ. 2812/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η ασκηθείσα δε ομοίως από την εναγομένη αναίρεση κατά της απόφασης αυτής, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ 759/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο πρώτος ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του ισχυρίζεται ότι το επίδικο τμήμα, αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου του, του οποίου η συνολική έκταση, ανέρχεται σε 1.387,91 τ.μ, όπως αυτήν (έκταση), παραδεκτά διόρθωσε.
Ότι της εκτάσεως αυτής κατέστη κύριος, με παράγωγο τρόπο, το έτος 2001, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου, με γονική παροχή από τον πατέρα του, Ε. Ι., ο οποίος είχε καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας αφού το νεμόταν με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1973, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του υλικές πράξεις, νομής και ειδικότερα καλλιεργούσε αυτό με κηπευτικά, συνέλεγε το ελαιόκαρπο από τα υπάρχοντα εντός αυτού ελαιόδεντρα, ενώ το έτος 1989 προέβη στην περίφραξη αυτού.
Ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντα ότι ο ως άνω δικαιοπάροχος πατέρας του είχε καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, πρέπει να απορριφτεί ως μη νόμιμος για το λόγο ότι ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του, νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο που αποτελεί, μαζί με την καλή πίστη και τη δεκαετή νομή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αναγκαία προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.
Περαιτέρω από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχτηκε ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας του ενάγοντα, άσκησε την οποιαδήποτε πράξη νομής επί της ως άνω εδαφικής έκτασης και συνακόλουθα και επί του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα δεν αποδείχτηκε ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας πρώτου ενάγοντα, στα πλαίσια άσκησης πράξεων νομής διανοία κυρίου, περίφραξε το ενιαίο ως άνω αγροτεμάχιο το έτος 1989, για το λόγο ότι από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη, από Ιανουάριου 2017 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Η.
Γ., ο οποίος ορίστηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, κατόπιν αιτήσεως της εναγομένης, προκύπτει ότι από την φωτογραμμετρική αξιοποίηση των στερεοσκοπικών αεροφωτογραφιών των ετών 1990, 1998 και 2001, προκύπτει ότι κατά τα έτη 1990 και 1998 δεν υπήρχε συρματοπερίφραξη που να περικλείει τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ … και …, ενώ εμφανής συρματοπερίφραξη στο επίδικο ακίνητο εμφαίνεται το έτος 2001.
Στο ίδιο συμπέρασμα άλλωστε κατέληξε και ο διορισθείς από την εναγόμενη Δασολόγος φωτοερμηνευτής, Ε. Κ., στην από 28-3-2012 έκθεση φωτοερμηνείας, σύμφωνα με την οποία κατά την στερεοσκοπική παρατήρηση των στερεοζύγων αεροφωτογραφιών του 1990 και 1998 δεν διακρίνεται περίφραξη σε καμιά πλευρά των ως άνω ΚΑΕΚ ….
και …,δηλαδή το επικαλούμενο από τον πρώτο ενάγοντα ως ενιαίο ακίνητο των 1.387,91τ.μ. Όλες οι πράξεις νομής στις οποίες προέβη είτε ο πρώτος ενάγων είτε ο ως άνω δικαιοπάροχος πατέρας του (δήλωση του εν λόγω ακινήτου στο έντυπο Ε-9., συλλογή ελαιοκάρπου από τα ελαιόδενδρα, περίφραξη, κ.λ.π.), λαμβάνουν χώρα μετά το έτος 2001.
Περαιτέρω ο πρώτος ενάγων, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/...12.1994 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αγίας Παρασκευής Κυριακής Παρτσαλάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπάτων Αττικής, στον τόμο … και με αριθμό …, απέκτησε λόγω δωρεάς από τη γιαγιά του Π. χήρα Μ. Ι. το γένος Π.
Μ., ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 474,37 τ.μ, νότια του επιδίκου και του ως άνω ευρύτερου ακινήτου . Το ακίνητο αυτό ο πρώτος ενάγων το δήλωσε στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο Σπάτων το έτος 1999 (βλ. την υπ' αριθμ. …/….09.1999 δήλωσή του), και έλαβε τον αριθμό Κ.Α.Ε.Κ …. Τόσο στο ως άνω συμβόλαιο δωρεάς, όσο και στην υπ' αριθμ.
…/….03.2001 διορθωτική αυτού πράξη, που συντάχθηκε ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, αναφέρεται ότι το ως άνω μεταβιβασθέν ακίνητο, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου, ενώ αν, κατά τους ισχυρισμούς του πρώτου ενάγοντα, πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου και του ευρύτερου ακινήτου, ασκούσε ο δικαιοπάροχος πατέρας του από το έτος 1973, και πριν από αυτόν η προγιαγιά του Α.
χήρα Ε. Ι. από το έτος 1922, οπότε της είχε παραχωρηθεί άτυπα από άγνωστο κτηματία για την ενίσχυσή της ως πρόσφυγας από την Μικρά Ασία, έπρεπε να αναφέρεται ότι το ως άνω μεταβιβασθέν ακίνητο βόρεια συνορεύει με ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου πατέρα του, ή του πρώτου ενάγοντα. Επίσης στο υπ' αριθμ. …/1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας, Μαρίας Ανδρέα Μπάτα- Μυλωνά, με το οποίο η ως άνω δικαιοπάροχος γιαγιά του πρώτου ενάγοντα Π.
Ι. Μ. αγόρασε από τους Δ. και Φ. Ν. το ως άνω δωρηθέν στον πρώτο ενάγοντα ακίνητο, ως βόρειο όριο αυτού αναφέρεται, ιδιοκτησία Δ. Φ., ενώ κατά τους ως άνω ισχυρισμούς του πρώτου ενάγοντα, έπρεπε να αναφέρεται ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου πατέρα του (επίδικο ακίνητο και η ευρύτερη έκταση αυτού). Το γεγονός αυτό δικαιολογεί και τον οψίμως προβαλλόμενο ισχυρισμό του πρώτου ενάγοντα ότι το επίδικο ακίνητο και η ευρύτερη έκταση αυτού είχε παραχωρηθεί στην προγιαγιά του ως άνω δικαιοπαρόχου πατέρα του, Α.
χήρα Ε. Ι., όχι από άγνωστο κτηματία, αλλά από τον κτηματία της περιοχής Δ. Φ.. Επίσης πρέπει να επισημανθεί ότι, ενώ ο πρώτος ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, δήλωσε το προαναφερθέν όμορο ακίνητο του το έτος 1999, ο δικαιοπάροχος πατέρας του παρέλειψε να προβεί στη σχετική δήλωση του επιδίκου ακινήτου και της ευρύτερης έκτασης αυτού το ίδιο έτος, καίτοι ισχυρίζονταν ότι είχε καταστεί κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά τον χρόνο που ο πρώτος ενάγων προέβη στη δήλωση του ως άνω με Κ.Α.Ε.Κ … ομόρου ακινήτου του, το επίδικο ακίνητο και η ευρύτερη έκταση αυτού, είχε καταχωρηθεί ως ενιαίο ακίνητο αγνώστου ιδιοκτήτη με Κ.Α.Ε.Κ …. Επίσης ο ως άνω δικαιοπάροχος, πατέρας του πρώτου ενάγοντα, δήλωσε το επίδικο ακίνητο και την ευρύτερη έκταση αυτού, στο έντυπο Ε9 στην Δ.Ο.Υ Αγίας Παρασκευής Αττικής, το έτος 2001.
Η κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα του πρώτου ενάγοντα, Δ. Π., σύμφωνα με την οποία ο δικαιοπάροχος πατέρας του πρώτου ενάγοντα, νεμόταν το επίδικο ακίνητο και την ευρύτερη έκταση αυτού, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1990, και είχε περιφράξει αυτό το έτος 1990, οπότε ο εν λόγω μάρτυρας εγκαταστάθηκε στην περιοχή και έχει προσωπική γνώση περί τούτου, δεν κρίνεται πειστική για το λόγο ότι αυτή ανατρέπεται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα.
Ο εν λόγω μάρτυρας κηρύχτηκε αθώος, λόγω αμφιβολιών, με την υπ' αριθμ. 3202/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας και ειδικότερα για το ότι εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 17-3-2009, οπότε έλαβε χώρα η συζήτηση της ως άνω από 19-6-2006 (αριθμ.
εκθ. κατ.111467/6791/2006) αγωγής της εναγομένης κατά του πρώτου ενάγοντα και του δικαιοπαρόχου πατέρα του κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι "...εγώ το βρήκα περιφραγμένο από το έτος 1990...), εννοώντας το επίδικο ακίνητο και την ευρύτερη έκταση, πλην όμως η κρίση του ανωτέρω Δικαστηρίου δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο.
Επίσης η μάρτυρας Μ. Μ., η οποία έχει καταχωρηθεί ως ιδιοκτήτρια του με αριθμό Κ.Α.ΕΚ … ακινήτου, το οποίο βρίσκεται δυτικά του επιδίκου ακινήτου και της ευρύτερης έκτασης αυτού, στην προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 14929/2012 ένορκη κατάθεσή της καταθέτει ότι όταν επισκέπτονταν το ως άνω ακίνητο της, από το έτος 1970, μέχρι το έτος 2004, έβλεπε τον ως άνω δικαιοπάροχο πατέρα του πρώτου ενάγοντα, στο επίδικο ακίνητο να φυτεύει κηπευτικά, να μαζεύει ελιές, ότι περί το έτος 1980 γνωρίστηκαν καλύτερα και λίγο μετά το περιέφραξε κιόλας.
Η μάρτυρας Μ. Τ., ο σύζυγος της οποίας Α. Τ., πώλησε στην Ε. Κ. το έτος 2004, το ευρισκόμενο ανατολικά του επιδίκου ακινήτου και της ευρύτερης έκτασης αυτού, γεωτεμάχιο, το οποίο έχει καταχωρηθεί με Κ.Α.Ε.Κ … στο όνομα της τελευταίας, στην προαναφερθείσα με αριθμό …/2012 ένορκη κατάθεσή της, καταθέτει ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια, μέχρι το έτος 2004, δυτικός γείτονας του ακινήτου του συζύγους της ήταν ο Μ.
Ι., ο οποίος μάλιστα είχε κάνει από παλιά περίφραξη. Οι ως άνω καταθέσεις δεν κρίνονται πειστικές και ανατρέπονται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα. Τέλος, ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντα το ότι αυτός είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, έχει κριθεί αμετάκλητα με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ 759/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί της ως άνω από 19-6-2006 (αριθμ.
εκθ. κατ. 111467/ 6791/2006) αγωγή της εναγομένης κατά του πρώτου ενάγοντα και του δικαιοπαρόχου πατέρα του, πρέπει να απορριφτεί ως αβάσιμος, για το λόγο ότι, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις που εκδόθηκαν επί της ως άνω αγωγής, έχει κριθεί αμετάκλητα ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται με το ακίνητο που περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης που επικαλείται η εναγομένη, και δεν ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητας της ενστάσεως του πρώτου ενάγοντα και του δικαιοπαρόχου πατέρα του περί ιδίας κυριότητας επί αυτού (επιδίκου ακινήτου).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχτηκε ότι ο πρώτος ενάγων- εκκαλών έχει καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθμ …/…-6-2011 συμβολαίου γονικής παροχής, για το λόγο ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας του δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι το έτος 2001 που το μεταβίβασε στον πρώτο ενάγοντα υιό του.
Περαιτέρω, ο πρώτος ενάγων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία για το λόγο ότι από το έτος 2001 που απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, μέχρι το έτος 2006 που η εναγομένη άσκησε σε βάρος του την προαναφερθείσα αγωγή, δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος νομής για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, (δεκαετής και εικοσαετής νομή αντίστοιχα), ενώ ο τελευταίος δεν μπορεί να προσμετρήσει στον χρόνο της νομής του, τη νομή του δικαιοπαρόχου πατέρα του, για το λόγο ότι ο τελευταίος, όπως προαναφέρθηκε δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το έτος 2001, άσκησε την οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου ακινήτου.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έπρεπε η υπό κρίση αγωγή να απορριφτεί ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς τον πρώτο ενάγοντα. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, έστω και με λιγότερες και διαφορετικές ως προς ορισμένα σημεία, αιτιολογίες, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα αντιθέτως δε υποστηριζόμενα από τον πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα με την υπό κρίση έφεσή του κρίνονται αβάσιμα.
Επομένως, αφού συμπληρωθούν και αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης, σύμφωνα με το άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφτεί η έφεση ως κατ' ουσία αβάσιμη". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε : Ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσείων Μ. Ι.ς δεν έχει καταστεί κύριος, του με ΚΑΕΚ … επίδικου ακινήτου (αγροτεμαχίου), εκτάσεως 943 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δήμου Σπάτων - Αττικής, του οποίου δικαιούχος στις κτηματολογικές εγγραφές, φέρεται η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, με παράγωγο τρόπο, ήτοι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος …/…-06-2001 συμβολαίου γονικής παροχής.
Ότι δεν έγινε κύριος, διότι ο παρέχων, άμεσος δικαιοπάροχός του, και πατέρας του Ε. Ι.ς, κατά το χρόνο της παροχής (έτος 2001) δεν είχε καταστεί κύριος τούτου με χρησικτησία είτε τακτική είτε έκτακτη, καθόσον από το έτος 1973, όταν, κατά τους ισχυρισμούς του (ενάγοντος), ατύπως, το δώρισε στον πατέρα του η γιαγιά του και (προ)γιαγιά του (ενάγοντος) Α.
Ι., αυτός ποτέ δεν νεμήθηκε τούτο ούτε η επικαλούμενη ως άνω άτυπη δωρεά αποτελούσε νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν έχει καταστεί κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία, καθόσον ο χρόνος νομής του 10ετία και 20ετία, αντίστοιχα, από το χρόνο της παροχής (έτος 2001) έως το έτος 2006, οπότε η ήδη εναγομένη άσκησε διεκδικητική αγωγή για το ίδιο επίδικο δεν επαρκεί, ούτε μπορεί να προσμετρήσει χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του, αφού αυτός ποτέ δεν χρησιδέσποσε στο επίδικο.
Κατόπιν δε αυτών το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1056, 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 και 3 του Ν. 2664/1998, που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, καθόσον δεν είχαν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού, μετά την απόρριψη της ένδικης αγωγής, δεν χωρεί διόρθωση της φερόμενης, ως εσφαλμένης από τον ενάγοντα, κτηματολογικής εγγραφής.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου αναιρετικού λόγου του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, με τις οποίες αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμες, και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 5ο και 7ο πρόσθετους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απαράδεκτες εξαιτίας της αοριστίας τους, καθόσον δεν παρατίθενται στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, καθόλου, οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, επί πλέον δε, στους 2ο, 3ο, 4ο, 5ο και 7ο λόγους δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, και μάλιστα ενάριθμα, η διάταξη ή οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου.
2. Ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. "Πράγματα", όμως, δεν είναι τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) και, γενικότερα, οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 430/2011), η άρνηση της αγωγής (ΑΠ.
Ολ. 469/1984, ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009), η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (ΑΠ 1915/2013, ΑΠ 10/2008), η αξιοπιστία των μαρτύρων (ΑΠ 282/1975). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα "ως λόγο εφέσεως (4ο)" στη 19η σελίδα της εφέσεώς του ισχυρισμό του ότι: "εάν απορριφθεί η έφεσή του και συνακόλουθα η αγωγή του θα παραμείνει η εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή με φερόμενη δικαιούχο την εναγομένη αν και η αγωγή της για το ίδιο επίδικο ακίνητο έχει αμετακλήτως απορριφθεί, καθόσον μετά από αυτό η διαγραφή αυτή μπορεί να διαταχθεί, μόνο με αμετάκλητη δικαστική απόφαση του κτηματολογικού δικαστηρίου, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ,σύμφωνα με το με το άρθρο 7 του Ν. 2664/1998".
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί αφορά σε ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά νομική επιχειρηματολογία αυτού, προς ενδυνάμωση των απόψεών του(ΑΠ 873/2011). Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στους 2ο, 3ο, 4ο και 5ο πρόσθετους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, επίσης, από την με αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του:
α) την ένσταση που εγγράφως κατέθεσε προς την ανάδοχο εταιρεία κτηματογραφήσεως στα Σπάτα (2ος λόγος), β) την αριθμ. …/2001 ένορκη βεβαίωση των Π. Κ. και Μ. Κ. (3ος και 5ος λόγοι) και γ) τα αριθμ. …/2005, …/2004 και …./2004 συμβόλαια, και τις εκδοθείσες επί της αντίθετης αγωγής της ήδη εναγομένης 1603/2014, 2812/2015, 759/2016 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, (4ος λόγος), από τα οποία αποδεικνύεται η άσκηση από αυτόν νομής επί του επιδίκου, είναι απαράδεκτες, καθόσον τα όσα πιο πάνω αναφέρονται (έγγραφο της ενστάσεως, ένορκη βεβαίωση, συμβόλαια και δικαστικές αποφάσεις) δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αλλά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2104/2007). 3.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 70, 216 παρ. 1, 324 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει ότι την αρνητική αναγνωριστική αγωγή νομιμοποιείται να εγείρει εκείνος που έχει άμεσο έννομο συμφέρον για να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης και ότι για την πληρότητα του δικογράφου της αρκεί μόνη η με αυτήν (αγωγή) αντιτασσόμενη από τον ενάγοντα, κατά του προβαλλόμενου από τον εναγόμενο δικαιώματος, γενική άρνηση των πραγματικών περιστατικών που το στηρίζουν.
Και έννομη μεν σχέση είναι η βιοτική σχέση προσώπου που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η ζητούμενη διάγνωση είναι το κατάλληλο μέσο άρσης της υφιστάμενης, και από την καύχηση ακόμα για την ύπαρξη δικαιώματος που δεν υπάρχει, αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπή του προκαλούμενου στα συμφέροντα του ενάγοντος κινδύνου από αυτήν.
Άμεσο, τέλος, είναι το έννομο συμφέρον, όταν η ανάγκη παροχής της έννομης προστασίας είναι ενεστώσα, υφίσταται, δηλαδή, κατά την έναρξη της δίκης και θεωρείται ότι γεννιέται τούτο ευθύς ως προσβληθεί ή αμφισβητηθεί το δικαίωμα ή η έννομη σχέση κ.λπ., γιατί από τότε η αναγκαιότητα της προστασίας ανακύπτει και είναι άμεση (ΑΠ 385/1999, ΑΠ 345/1992).
Ειδικότερα, επί αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος του εναγομένου σε ακίνητο, ο ενάγων, όταν θεμελιώνει το έννομο συμφέρον για την άσκησή της σε δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, πρέπει αυτός να επικαλεσθεί στο δικόγραφο της αγωγής ότι με κάποιο νόμιμο τρόπο έγινε κύριος του ακινήτου και να εκθέτει τα στοιχειοθετούντα τον ισχυρισμό αυτό περιστατικά και, αν αμφισβητηθούν, να τα αποδείξει, αλλιώς απορρίπτεται η αγωγή χωρίς άλλη έρευνα.
Ο εναγόμενος οφείλει, προς απόρριψη της αγωγής, να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι μεταγενεστέρως έγινε αυτός κατά νόμιμο τρόπο κύριος του ακινήτου. Αν όμως ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι ο ενάγων ποτέ δεν έγινε κύριος του ακινήτου, του οποίου αυτός από την αρχή ήταν κύριος, τούτο αποτελεί άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος (ΑΠ 1551/2010, ΑΠ 1391/1991).
Επίσης, ο κύριος του πράγματος, σε περίπτωση αμφισβήτησης της κυριότητάς του δικαιούται, έχοντας έννομο προς τούτο συμφέρον, να ζητήσει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, να αναγνωρισθεί είτε ότι εκείνος είναι κύριος του πράγματος (θετική αναγνωριστική αγωγή), είτε ότι ο αμφισβητών την κυριότητά του εναγόμενος τρίτος δεν είναι κύριος τούτου (αρνητική αναγνωριστική αγωγή).
Η σώρευση, όμως, στο ίδιο δικόγραφο θετικής αναγνωριστικής αγωγής και αρνητικής τοιαύτης, εμποδίζεται από την έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του ενάγοντος, εφόσον με την επιλογή από εκείνον του αιτήματος να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου, παύει πλέον να υφίσταται στο πρόσωπο του και έννομο συμφέρον αναγνώρισης της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας στο πρόσωπο του εναγομένου (ΑΠ 908/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, τα ένδικα μέσα, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 567/2009). Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος της αγωγής χωρίς να διαλάβει οτιδήποτε στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του το αίτημα τούτο θεωρείται ότι σιωπηρά απορρίφθηκε (ΑΠ 13/1984). Δεν ιδρύεται, όμως, αναιρετικός λόγος από την περ. γ' του αριθ. 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, εάν το απορριφθέν σιωπηρά αίτημα κατά την πιο πάνω έννοια ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές (ΑΠ 94/2020, ΑΠ 850/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο του κύριου δικογράφου αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 9γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την με αριθμό καταθ. 101325/7404/2012 αγωγή της Α.
χήρας Κ. Π. Δ., Σ. και Χ. - Μ. Κ. και όχι την ένδικη αγωγή, ότι το σχετικό σφάλμα πρότεινε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, και ότι το Εφετείο δεν απάντησε στο λόγο αυτό έφεσης, αφήνοντας το αίτημά του αυτό αδίκαστο. Ο λόγος αυτός, ως προς το άνω σκέλος με το οποίο προβάλλεται, η αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του τον αμέσως πιο πάνω λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 9 περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, επειδή, ειδικότερα, κατά το λόγο αναιρέσεως, άφησε αδίκαστο το λόγο αυτόν εφέσεως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, γιατί, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι ο λόγος αυτός εφέσεως δεν ερευνήθηκε, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από την προαναφερόμενη διάταξη (του άρθρου 559 αριθ. 9 περ, γ' Κ.Πολ.Δ) προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.
Σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρω αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο σιωπηρά απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος, καθόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της εκκαλούμενης 3694/2018 απόφασής του προκύπτει, δίκασε την ένδικη από 29/03/2012 και με αριθμ.
κατ. 64133/3955/2012 αγωγή του και όχι την με αριθμό καταθ. 101325/7404/2012 αγωγή, όπως αυτός αβασίμως ισχυρίζεται, της οποίας ο αριθμός από προφανή, και μόνο, παραδρομή τέθηκε στο εισαγωγικό της. Με τον ίδιο ως άνω τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 9γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος "ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τη βάση της αγωγής του που αφορά στην κτηθείσα κυριότητά του στο επίδικο, με τις προϋποθέσεις της τακτικής χρησικτησίας, με την προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπάροχου πατέρα του, ο οποίος νεμόταν τούτο με νομιζόμενο τίτλο ,την άτυπη δωρεά του επιδίκου από τη γιαγιά του".
Ο λόγος αυτός, ως προς το άνω σκέλος, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο απέρριψε την ερειδόμενη στην τακτική χρησικτησία βάση της ένδικης αγωγής (σελ. 22,23), κρίνοντας αφενός ότι ο χρόνος νομής του ενάγοντος δεν επαρκεί για την απόκτηση κυριότητας με τακτική χρησικτησία και αφετέρου ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας του ενάγοντος, δεν νεμήθηκε ποτέ το επίδικο με τα προσόντα της τακτικής ούτε της έκτακτης χρησικτησίας και ότι, σε κάθε περίπτωση, η επικαλούμενη προς αυτόν άτυπη δωρεά δεν αποτελεί τίτλο, νόμιμο ή νομιζόμενο (σελ. 17).Τέλος, με τον άνω τρίτο αναιρετικό λόγο, και το τρίτο σκέλος, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι άφησε αδίκαστα τα αιτήματά του α) περί αναγνώρισης ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο στο πρόσωπο της εναγομένης και β) περί διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής, τα οποία επανέφερε στο Εφετείο με τους λόγους της έφεσής του.
Όπως, προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσείων ζητούσε αφενός να αναγνωρισθεί κύριος του επίδικου ακινήτου και αφετέρου να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη ουδέν δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού απέκτησε ποτέ, καθώς επίσης, μετά την παραδοχή της αγωγής του, ζητούσε να γίνει η σχετική διόρθωση της εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής, σύμφωνα με την οποία δικαιούχος φέρεται η εναγομένη.
Η ανωτέρω πρώτη αιτίαση είναι προεχόντως απαράδεκτη, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το προταχθέν αίτημα της αγωγής για την αναγνώριση του ενάγοντος ως κυρίου του επιδίκου, το δε αρνητικό αναγνωριστικό αίτημά της, το οποίο, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ήταν δικονομικά απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του ενάγοντος, εφόσον προτάχθηκε ως αίτημα στην αγωγή του η αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επιδίκου, σιωπηρά το απέρριψε.
Περαιτέρω, η ανωτέρω δεύτερη πιο πάνω αιτίαση είναι αβάσιμη , διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο μετά την απόρριψη του αιτήματος της αγωγής για την αναγνώριση του ενάγοντος ως κυρίου του επιδίκου, σιωπηρά απέρριψε και το παρεπόμενο αίτημά του για διόρθωση της εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής.
Συνεπώς, ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Περαιτέρω οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ., ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Έτσι οι ένορκες βεβαιώσεις που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη, αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 1132/2013).
Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παράνομα λήφθηκε ή δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο έπρεπε ή δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός που αποδείχτηκε ή που θα αποδεικνυόταν από το εν λόγω αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 402/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής του, στην απόρριψη της οποίας κατέληξε, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις 1) την αριθμ. 5773/2001 ένορκη βεβαίωση των Π.
Κ. και Μ. Κ., την οποία νόμιμα με επίκληση είχε προσκομίσει, κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση (τέταρτος λόγος του κύριου δικογράφου αναίρεσης , ένα μέρος των τρίτου και πέμπτου πρόσθετων λόγων της αναίρεσης) 2. τα παρακάτω έγγραφα, που επίσης νόμιμα με επίκληση προσκόμισε στο Εφετείο, προς απόδειξη της νομής του επί του επιδίκου ήτοι:
α) την πολεοδομική μελέτη με τα συνοδεύοντα αυτήν έγγραφα, αριθμ. …/2001 συμβόλαιο, κτηματολογικό απόσπασμα με το διάγραμμα του 2004 και τρία έγγραφα του υποθηκοφυλακείου Σπάτων (ένα μέρος του πρώτου πρόσθετου λόγου), β) την ένσταση που εγγράφως κατέθεσε προς την ανάδοχο εταιρεία κτηματογραφήσεως στα Σπάτα (ένα μέρος του δεύτερου πρόσθετου λόγου) και γ) τα αριθμ…./2004, …./2005 και …/2004 συμβόλαια των ιδιοκτητών των όμορων ακινήτων Α.
Τ., Ε. Κ. και Μ. Μ. και τις εκδοθείσες επί της αντίθετης αγωγής της εναγομένης δικαστικές αποφάσεις 1603/2014 ΜΠΑΘ., 2821/2015 Μ. Εφ. Αθ., 759/2016ΑΠ (ένα μέρος του τέταρτου πρόσθετου λόγου). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και " ...
όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ..." , σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, την οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής, καθόσον η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν συνιστά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται ειδική αναφορά σ' αυτήν, αλλά θεωρείται "έγγραφο", και τούτο διότι, δεν έχει ληφθεί για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη, αλλά λήφθηκε πριν από την έναρξη αυτής, στο πλαίσιο σύνταξης του τίτλου του ενάγοντος ήτοι του αριθμ…./2001 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακής Παρτσαλάκη (σελ. 12 εφέσεως), καθώς επίσης και τα προαναφερόμενα έγγραφα, ακόμα και αν δεν μνημονεύεται και δεν αξιολογείται, ειδικώς, καθένα από αυτά.
Συνεπώς, ο ανωτέρω 4ος του κύριου δικογράφου αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς επίσης είναι αβάσιμες οι διαλαμβανόμενες , στους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο και 5ο πρόσθετους λόγους σχετικές αιτιάσεις .5. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρωτίστως, η διαδικαστική πράξη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παραβαίνοντας την οικεία δικονομική διάταξη, κήρυξε ή δεν κήρυξε άκυρη ή απαράδεκτη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΟλΑΠ 43/1990).
Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο του κύριου δικογράφου αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή, με την οποία στα οικεία κτηματολογικά βιβλία φέρεται δικαιούχος του με ΚΑΕΚ ….
επίδικου ακινήτου η εναγομένη, αν και αμετακλήτως έχει κριθεί με τις 1603/2014, 2812/2015 και 759/2016 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, η ανυπαρξία έννομης σχέσης της εναγομένης με το επίδικο γεωτεμάχιο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η επικαλούμενη πιο πάνω ακυρότητα είχε νομίμως προταθεί από τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ότι τον ισχυρισμό αυτό ο ενάγων είχε επαναφέρει, ως εκκαλών, στο Εφετείο με τις προτάσεις του, είτε ότι, για πρώτη φορά, είχε προτείνει τον ισχυρισμό αυτό στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την επίκληση ότι συντρέχει, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, περίπτωση βραδείας προβολής του (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 386/2017), ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 231/2020).
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, μετά την κατ' ουσία απόρριψη της ένδικης αγωγής του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, και το παρεπόμενο αγωγικό αίτημά του για διόρθωση της εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής απορρίφθηκε σιωπηρά ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την επισήμανση, ότι ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του δεν είχε ζητήσει να κηρυχθεί άκυρη η εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή, αλλά μόνο να διαταχθεί η διόρθωση αυτής.
6. Κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 332 που ορίζει ότι το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, συνάγεται ότι τούτο μπορεί να προβληθεί το πρώτον και στο Εφετείο, αφού ως προς την υποβολή του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 1 και 527 Κ.Πολ.Δικ., δεν ισχύει ο περιορισμός της προβολής των ενστάσεων κατά την πρώτη συζήτηση.
Πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και τούτο, γιατί το δεδικασμένο δεν αφορά στη δημόσια τάξη, αφού οι διατάξεις που το καθιερώνουν, έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού (Α.Π. 968/2012). Ενόψει τούτων, ο οικείος λόγος ιδρύεται αν ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και ο ισχυρισμός αυτός ρητά απορρίφθηκε, γίνεται δε στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασής του (Ολ.Α.Π. 1720/2009), διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1020/2013).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο αναιρετικό λόγο του κύριου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν δέχθηκε το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1603/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως, με την υπ' αριθμ. 2812/ 2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και αμετάκλητη η τελευταία μετά την έκδοση της 759/2016 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίες εκδόθηκαν επί της αγωγής της εναγομένης νια το ίδιο επίδικο ακίνητο, στις αιτιολογίες των οποίων αποφάσεων κρίνονται αληθή τα διαλαμβανόμενα στις ένορκες βεβαιώσεις των Μ.
και Τ., (ενώ στην αναιρεσιβαλλομένη κρίνονται μη "πειστικά" τα διαλαμβανόμενα στις ίδιες ένορκες βεβαιώσεις), με βάση τις οποίες αιτιολογίες κρίθηκε ότι η ήδη εναγομένη και ενάγουσα στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκαν οι άνω αποφάσεις δεν είναι κυρία του επιδίκου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο οικείος, περί δεδικασμένου, ισχυρισμός είχε προταθεί στο Εφετείο, εκ του ότι, δε, αυτός λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, δεν μπορεί, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1244/2015).
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του εφετείου ως παραβιάσασα δεδικασμένο περί του κριθέντος με αυτή δικαιώματος της κυριότητος επί του επιδίκου, που προκύπτει από την επικαλουμένη, τελεσίδικη, με αριθμό 2812/2015, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση, περί διαφορετικής εκτίμησης των ίδιων αποδεικτικών μέσων, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), που δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στον 5ο πρόσθετο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, για την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπόψη την αριθμ. …/2001 ένορκη βεβαίωση των Π. Κ. και Μ. Κ., "παραβίασε, το προκύπτον από τις 1410/2019 και 26/2020 αποφάσεις του ΑΠ δεδικασμένο", που αφορούν στο ζήτημα της χρησικτησίας και στο ζήτημα της αποδεικτικής ισχύος της ενόρκου βεβαιώσεως, αντίστοιχα, οι οποίες ως νομολογία προσκομίσθηκαν, είναι απαράδεκτες, διότι δεν ιδρύουν τον ανωτέρω .επικαλούμενο και ερειδόμενο στην αναφερόμενη στην προεκτεθείσα νομική σκέψη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο.7.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι, παραμόρφωση εγγράφου, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 224/2020, ΑΠ 695/2008). Κατά την έννοια του άνω άρθρου, δεν συνιστούν έγγραφα εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 620/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έβδομο του κύριου δικογράφου αναιρετικό λόγο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αποδίδει στην προσβαλλομένη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Η. Γ. β) της έκθεσης φωτοερμηνείας του Ε.
Κ., και γ) τα αριθμ. …/1990, …/1994, …/2001, …/2004 και …/2004 συμβόλαια. Ο ανωτέρω λόγος, ως προς την πρώτη αιτίαση, είναι, απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, η κατά το άρθρο 387 Κ.Πολ.Δικ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν συνιστά έγγραφο αλλά αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 Κ.Πολ.Δικ.) και, ως εκ τούτου, δεν πλήττεται με τον ερευνώμενο, από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικό λόγο (ΑΠ 581/2017, ΑΠ 42/2014). Ο ίδιος λόγος, ως προς τις β' και γ' αιτιάσεις, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι με αυτές, δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των λόγω αποδεικτικών εγγράφων, όπως είναι η έκθεση φωτοερμηνείας (ΑΠ 1372/2014, ΑΠ 1366/2006), δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, που επίσης δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1076/2012, ΑΠ 399/2011), και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, δικαστικές πραγματο-γνωμοσύνες, εξώδικες γνωμοδοτήσεις, συμβολαιογραφικά και άλλα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τα διάδικα μέρη.
Οι διαλαμβανόμενες λοιπές αιτιάσεις στο λόγο αυτό πλήττουν την αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση.
Συνεπώς, ο έβδομος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος. 8. Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995), ο σχετικός δε με το λόγο αυτό ισχυρισμός αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, παραδεκτά κατά το άρθρ. 562 § 2(γ) ΚΠολΔ προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 451/2014 , ΑΠ 1666/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον 6ο πρόσθετο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η από το αριθμό 4 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και, ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο "υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του τις αποφάσεις:
ΑΠ 759/2016, ΜΠΑ1603/2014, ΜΠΑ655/2013 και ΜΕφΑ2812/2015". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω, δεν συνιστούν υπέρβαση δικαιοδοσίας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στους πρόσθετους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις και, ειδικότερα, στους 2ο και 7ο για την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, στους 1ο και 7ο για την από τον αριθμό 8β' του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και στον 7ο για την από τον αριθμό 11γ'του άνω άρθρου 559 πλημμέλεια, χωρίς, όμως, αναφορά, πλην των παραπάνω αριθμών του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν τις οικείες αναιρετικές πλημμέλειες είναι απαράδεκτες λόγω αοριστίας (ΑΠ 493/2020, ΑΠ824/2014).
Κατόπιν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπως ισχύει, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που αυτή υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/11/2019 αίτηση και τους από 09/11/2020 πρόσθετους επ' αυτής λόγους του Μ. Ι., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2970/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700), ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ