Legislator Case Law & Legislation
824/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of action claim regarding agricultural land distribution. Appeal rejected as unfounded and inadmissible.

Case Number 824/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a Thessaloniki Court of Appeal decision rejecting their claim of abusive litigation. The appellants argued that the respondents' 1935 informal land distribution created a legitimate belief in ownership, making the subsequent legal claim abusive under Article 281 of the Civil Code. The court held that the facts did not justify the abuse of action claim and that the lower court correctly applied the law without violating substantive rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court ruled that a claim for distribution of agricultural land does not constitute an abuse of action merely because prior informal possession existed, provided the claim does not cause intense injustice.

Keywords

AI generated
abuse of action agricultural land distribution Article 281 Civil Code Article 559 Code of Civil Procedure informal possession supreme court appeal property rights

Cited Legislation

AI generated
Article 1, paragraphs 1, 2, and 9 of Law 1722/1939
Law 4857/1930
Law 5496/1932
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 679/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 824 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 824/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Ι., 2)Π. Ι. και 3)Ι. Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσοστόμου Βελάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Μ. και 2)Ά. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταματία Παπαδάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2001 μη οριστική, 225/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 453/2009 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/2/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 19/4/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8/2/2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 453/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 και 9 του α.ν. 1722/1939 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινων του Αγροτικού νόμου", προκύπτει ότι η κυριότητα των ατομικών κλήρων μεταβιβάζεται στους δικαιούχους με την έκδοση και μεταγραφή του οριστικού τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου) από τον Υπουργό Γεωργίας, μπορεί όμως και να μεταβιβαστεί σε αυτούς η κυριότητα και χωρίς μεταγεγραμμένο τίτλο: 1) αν εκδόθηκε απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητή, με την οποία κυρώνεται η οριστική διανομή των ακινήτων του αγροκτήματος και δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον οι δικαιούχοι των ατομικών κλήρων είναι εγγεγραμμένοι στο κτηματολόγιο που κυρώθηκε και 2) όταν η οριστική διανομή κυρώθηκε με τους νόμους 4857/1930 και 5496/1932 ή με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητή, με βάση τις διατάξεις του Αγροτικού Νόμου που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος του αναγκαστικού αυτού νόμου και οι δικαιούχοι είναι γραμμένοι στο κτηματολόγιο που κυρώθηκε.

Συγκεκριμένα, η κυριότητα μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στους δικαιούχους, στη μεν πρώτη περίπτωση, αμέσως μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού ή του Γενικού Διοικητή και στη δεύτερη περίπτωση από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 1722/1939. Περαιτέρω, στις αποστραγγιζόμενες γαίες όλων των περιοχών (α.ν. 2556/1941 "περί αποστραγγιζόμενων γαιών") την κυριότητα του κλήρου αποκτά ο κληρούχος όχι από την εξόφληση του τιμήματος και την κύρωση της οριστικής διανομής, αλλά με την έκδοση και τη μεταγραφή του οριστικού παραχωρητηρίου (άρθ.1 παρ.1 ν.δ. 1189/1972).

Από την κτήση της κυριότητας του κληρούχου στον κλήρο με τους τρόπους και από τους χρόνους που προαναφέρθηκαν, αυτός θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο παραχωρηθείς κλήρος είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας, αφού προς τούτο απαιτείται νομή, την οποία δεν μπορεί να έχει άλλος εκτός του κληρούχου, την ίδια δε πλασματική επί του κλήρου νομή του κληρούχου έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του και, έτσι, ούτε μπορεί άλλος κληρονόμος να χρησιδεσπόσει σ' αυτόν, εκτός αν μετά την κτήση από τον κληρούχο της κυριότητας του επί του κλήρου μεριδίου του, έγινε νόμιμη μεταβίβαση αυτού προς άλλο συγκληρονόμο, κατ' άρθρο 228 του Αγρ.

Κώδικα, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η, με παράδοση κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ και υπό τον ΑΚ (976) με τη βούληση του κληρονόμου, κτήση της νομής του μεριδίου του από άλλον συγκληρονόμο και βάσει αυτής κτήση της κυριότητας τούτου με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις αυτής.

Μετά, όμως, την έναρξη ισχύος του άνω α.ν. 431/1968 (32/5/68) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν κατέχει πράγματι αυτόν. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 5 του α.ν. 431/1968 και 228 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του ως άνω αναγκαστικού νόμου επιτρέπεται (επιφυλασσομένων των από το άρθρο 1 παρ.2 του ίδιου νόμου προβλεπόμενων εξαιρέσεων, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν στην προκείμενη περίπτωση) η με δικαστική απόφαση αυτούσια διανομή αγροτικού κλήρου μεταξύ κληρονόμων του κληρούχου και, σε περίπτωση, που αυτή (αυτούσια διανομή) είναι ανέφικτη, η πώληση με πλειστηριασμό, με τον περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής του οικείου αγροκτήματος (ΑΠ 1702/1983), τέτοια δε κατάτμηση δεν συνιστά η απόκτηση του κληροτεμαχίου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά (Ολ ΑΠ 1520/1982).

Επίσης, επί αγωγής διανομής κοινού ακινήτου, ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει την ένσταση ιδίας κυριότητας, ότι δηλαδή αυτός είναι αποκλειστικός κύριος του διανεμητέου ακινήτου, επικαλούμενος περιστατικά κτήσεως μεταγενέστερα των αντίστοιχων της κυριότητας του ενάγοντος, οπότε αυτός (εναγόμενος) θα υποχρεωθεί να τα αποδείξει.

Ειδικότερα, η κυριότητα ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί και με έκτακτη χρησικτησία, για την οποία κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ.1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου απαιτούνταν η άσκηση νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σε αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, και για χρονικό διάστημα συνεχούς τριακονταετίας, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Εφόσον, όμως, πρόκειται να συνυπολογιστεί ο χρόνος της χρησικτησίας που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος κατά τη διάρκεια ισχύος του ΒΡΔ και κατά ένα μέρος υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23.2.1946), τότε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, εάν με το συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από τις 23/2/1946 (έναρξη ισχύος του ΑΚ) υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρόνου των 30 ετών διάστημα μικρότερο από 20 ετών, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, θα συμπληρωθεί δε με το συνυπολογισμό του υπολειπόμενου χρόνου υπό την ισχύ του ΑΚ, ενώ εάν υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των 20 ετών, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις του ΑΚ και η εικοσαετία θα αρχίσει από την έναρξη ισχύος τούτου (ΑΠ 683/1985).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των ν. 7 παρ.5 Πανδ. (10.3), ν. 42 Πανδ. (4.12), ν. 13 κωδ. (7.34) που αποτελούν απόρροια του κανόνα από το ν. 28 (Πανδ. 10.3), κατά τον οποίο "ουδείς των κοινωνών δύναται να πράξη τι παρά τη γνώμην των άλλων" σαφώς προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, άρα και ο συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό ακίνητο θεωρείται ότι το κατέχει και επ' ονόματι των λοιπών συγκοινωνών, και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών έκτακτη χρησικτησία πριν να καταστήσει γνωστό στους συγκυρίους ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το ακίνητο αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994, 1113 και 1884 ΑΚ που εφαρμόζονται στην κοινωνία μεταξύ των συγκυρίων ή συγκληρονόμων επί ιδίου πράγματος, σαφώς προκύπτει, ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι το κατέχει στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων, και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών, αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, εκτός αν εκδηλώσει την απόφασή του να νέμεται εφεξής το πράγμα αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό είτε ρητώς είτε με πράξεις που φανερώνουν τέτοια απόφασή του, λάβουν δε γνώση αυτής και οι άλλοι συγκύριοι.

Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κάτοχος του κοινού ακινήτου σαφώς εκδηλώνει τη βούλησή του να νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό (Ολ ΑΠ 485/1982). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει, νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη, περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 εδ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επίσης αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.

ΑΠ32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη αγωγή διανομής αγροτικού κλήρου των αναιρεσιβλήτων και την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Δυνάμει του υπ'αριθμ. ... τίτλου κυριότητας ακινήτων (παραχωρητήριο) του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών στο τόμο ΚΠ με αριθμό ...

των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας περιήλθαν στη κυριότητα των Δ. χήρας Λ. Ι., Σ. Ι. του Λ. και Π. Ι. του Λ. κατ' ισομοιρία τα κατωτέρω ακίνητα κείμενα στο αγρόκτημα ... ήτοι 1) ένας αγρός (καπνότοπος κατά το παραχωρητήριο) Α' κατηγορίας έκτασης 2000 τετραγωνικών μέτρων, ο οποίος βρίσκεται στη θέση "μνήματα" και ο οποίος συνορεύει βόρεια με τον υπ'αριθμ.

τεμαχίου ... αγρό του Ε. Π. του Γ., νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με τον υπ' αριθμ τεμαχίου ... αγρό ιδιοκτησίας Κ. Κ. και δυτικά με τον υπ' αριθμ τεμαχίου ... αγρό ιδιοκτησίας Γ. Π. του Κ., 2)άλλος αγρός (καπνότοπος), Β' κατηγορίας έκτασης 3.393 τετραγωνικών μέτρων με αριθμό τεμαχίου ... στη θέση "...", ο οποίος συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο, νότια με κοινόχρηστο δρόμο, ανατολικά με αγροτικό δρόμο και δυτικά με τον υπ' αριθμ τεμαχίου … αγρό ιδιοκτησίας Γ.

Π. του Κ., 3)άλλος αγρός Γ' κατηγορίας έκτασης 3.750 τετραγωνικών μέτρων με αριθμό τεμαχίου … στη θέση "..." ο οποίος συνορεύει βόρεια με τον υπ' αριθμ τεμαχίου … αγρό ιδιοκτησίας Γ. Α. του Π., νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με αριθμ. τεμαχίου …, ιδιοκτησίας Γ. Π. του Κ. και δυτικά με τον υπ' αριθμ τεμαχίου … αγρό ιδιοκτησίας Κ.

Κ. του Ι. 4) ένας αγρός (άμπελος) Δ' κατηγορίας έκτασης 3.000 τετραγωνικών μέτρων με αριθμό τεμαχίου … στη θέση "...", ο οποίος συνορεύει δυτικά με το με αριθ. 739 αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Κ. Κ. του Ι., βόρεια με κοινόχρηστο δρόμο, ανατολικά με βοσκότοπο και νότια με δρόμο, 5)ένας αγρός Ε' κατηγορίας, έκτασης 4.000 τετραγωνικών μέτρων με αριθμό τεμαχίου … στη θέση "...", ο οποίος συνορεύει βόρεια με δρόμο, δυτικά με αγροτεμάχιο … ιδιοκτησίας Κ.

Κ., ανατολικά με αγροτεμάχιο … ιδιοκτησίας Γ. Π. του Κ. και νότια με το με αριθμό … αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Κ. Τ., 6)ένας αγρός ΣΤ' κατηγορίας, έκτασης 3379 τετραγωνικών μέτρων με αριθμό τεμαχίου …, ο οποίος συνορεύει ανατολικά με αγρό Π. και Χ. Κ., δυτικά με αγρό Ε. Ι., βόρεια με αγρό Ε. Σ. και νότια με αγροτικό δρόμο.

Με τον υπ' αριθ. ... τίτλο κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας (Διεύθυνση Εποικισμού), νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας στο τόμο 2 και αριθμό …, περιήλθαν στη κυριότητα των ιδίων πιο πάνω προσώπων και κατ' ισομοιρία στον καθένα τα ακόλουθα ακίνητα: κείμενα στην ίδια περιοχή (... ), ήτοι 1) ένας αγρός Α' κατηγορίας με αριθμό τεμαχίου 251 στην περιοχή των αποστραγγισθεισών γαιών των ..., ο οποίος συνορεύει βόρεια με το αγροτεμάχιο …, ανατολικά με δρόμο, δυτικά με το υπ' αριθμ … αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Χ.

Λ. και νότια με δρόμο, 2)άλλος αγρός Β' κατηγορίας έκτασης 5.243 τετραγωνικών μέτρων με αριθμό τεμαχίου … που βρίσκεται στην ίδια περιοχή και συνορεύει νότια με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Ν. Κ. του Νικολάου, βόρεια με το αγροτεμάχιο με αριθμ … ιδιοκτησίας Π. Κ., ανατολικά με το αγροτεμάχιο …, ιδιοκτησίας Κ. Κ., ανατολικά με το αγροτεμάχιο …, ιδιοκτησίας Κ.

Κ. του Α. και δυτικά με δρόμο και, τέλος, στους ίδιους πιο πάνω και κατ'ισομοιρία παραχωρήθηκε με τον υπ'αριθμ. ... τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Καβάλας νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας η κυριότητα ενός οικοπέδου με αριθμό τεμαχίου … κειμένου στο … οικοδομικό τετράγωνο της εποικιθείσας περιοχής της Κοινότητας ..., το οποίο συνορεύει βόρεια με δρόμο, νότια με το υπ' αριθμ.

τεμαχίου … οικόπεδο ιδιοκτησίας Π. Π. του Π., ανατολικά με δρόμο και δυτικά με το υπ' αριθμ. τεμαχίου … οικόπεδο Ν. Τ. του Γ.. Των ανωτέρω ακινήτων εκτός του υπ' αριθμ τεμαχίου 1134 αγρού ΣΤ' κατηγορίας, ο οποίος πωλήθηκε το έτος 1972 από τους τότε συγκυρίους του, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω, οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριοι και δη κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό των 4/27 ο καθένας από τους εναγομένους, των 12/27 ο πρώτος ενάγων και των 3/27 η δεύτερη ενάγουσα, ως εξής:

Στον πρώτο ενάγοντα Π. Μ. εκ κληρονομιάς δυνάμει της υπ' αριθμ ... δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου Παγγαίου Ελένης Γερακίδου, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. ... πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ενώ με την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή και την μετέγραψε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας και η οποία αφορούσε το ποσοστό 3/9 η 1/3 του αρχικού κληρούχου διαθέτη Π.

Ι. του Λ., προσαυξημένο κατά ποσοστό 1/9 εκ του μεριδίου της αρχικής κληρούχου και μητέρας του Δ. χήρας Λ. Ι., η οποία απεβίωσε το έτος 1965 και κληρονομήθηκε από τον διαθέτη αυτόν, τον υιό της Σ. Ι. (αρχικοί κληρούχοι) και την θυγατέρα της Ε. χήρα Π. Α., μητέρα της δεύτερης ενάγουσας.

Συνεπώς το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της συγκυριότητας του ενάγοντος αυτού στα κοινά ακίνητα ανήλθε σε 12/27 (1/3 ή 3/9+1/3:3=3/9+1/9=4/9 η 12/27). Στη δεύτερη ενάγουσα περιήλθε το ποσοστό των 3/27 ή 1/9 των προαναφερομένων ακινήτων εκ κληρονομιάς της μητέρας της Ε. χήρας Π. Α. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Παγγαίου Ελένης Γερανίδου, νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας, στον τόμο 50 με αριθμό 1257, ενώ στη δικαιοπάροχο μητέρα της Ε.

χήρα Π. Α. αυτό (ποσοστό συγκυριότητας) είχε περιέλθει από την κληρονομιά της μητέρας της Δ. χήρας Λ. Ι. (αρχική κληρούχος),την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ελένης Γερακίδου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας στο τόμο … με αριθμό ….

Στους εναγομένους εξάλλου το προαναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητάς τους επί των ακινήτων αυτών, ήτοι 4/27 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, είχε περιέλθει δυνάμει δωρεάς εν ζωή από τον δικαιοπάροχο παππού των και αρχικό κληρούχο Σ. Ι. του Λ. δυνάμει του υπ' αριθμ ... συμβολαίου δωρεάς (εν ζωή ) της συμβολαιογράφου Καβάλας Ιφιγένειας Χατζηδανδή, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας στο τόμο … με αριθμό …, και το οποίο αναλύεται σε ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου από περιέλευση σε αυτόν της κληρονομιάς της μητέρας του και αρχικής κληρούχου Δ.

χήρας Λ. Ι. την οποία αποδέχθηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμ ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καβάλας Ιφιγένειας Ράδοβιτς-Χατζηδανδή, νόμιμα μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας και σε ποσοστό 3/9 περιελθόν σε αυτόν ως κληρούχο των πιο πάνω παραχωρητηρίων. Εξάλλου από τα ίδια προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων, στους οποίους είχαν περιέλθει τα κοινά ακίνητα δυνάμει των αναφερομένων παραπάνω τριών τίτλων κυριότητας (παραχωρητήρια), καλλιεργούσαν αυτά και διέμεναν στη πατρική οικία μέχρι την αποχώρηση του εξ αυτών Σ.

Ι. το έτος 1952. Αυτός από το 1938 καλλιεργούσε όλα τα αγροτικά κοινά ακίνητα και μετά το 1952 κατέβαλε στους άλλους δύο κληρούχους, δηλαδή στη μητέρα του Δ. χήρα Λ. Ι. και τον αδελφό του Π. Λ. Ι. χρήματα για τις ανάγκες της διαβίωσης τους, οι οποίοι όμως δεν παρέδωσαν τα μερίδιά τους σε αυτά με τη θέληση να είναι δικά του.

Μετά δε τον επισυμβάντα θάνατο της Δ. χήρας Λ. Ι., η οποία κληρονομήθηκε από τα τέκνα της-κληρούχους, Σ. και Π. Ι. και την Ε. χήρα Π. Α., η οποία είναι μητέρα και δικαιοπάροχος της πρώτης ενάγουσας, ο Π.ς Ι.ς, δικαιοπάροχος όπως πιο πάνω αναφέρεται του πρώτου των εναγόντων, επέτρεψε στον συγκύριο των ακινήτων αδελφό του (Σ.

Ι.) να καλλιεργεί και το ανήκον σε αυτόν ποσοστό μεριδίου, χωρίς ωστόσο να εκφράσει τη βούλησή του να παραιτηθεί από το δικαίωμα συγκυριότητάς του. Αντίθετα μεταξύ τους υπήρχαν διενέξεις και διαπληκτισμοί (λογομαχίες) ακόμη και δημόσια στην Κοινότητα του ..., διεκδικώντας το μερίδιο του, όπως έπραττε και η Ε.

χήρα Π. Α.. Σημειωτέον ότι το έτος 1972 οπότε οι τότε συγκύριοι των ακινήτων πώλησαν από κοινού τον με αριθμό τεμαχίου … αγρό ΣΤ' κατηγορίας, σύμφωνα με το υπ' αριθμ ... συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Καβάλας Π. Λαζίδη, η Ε. χήρα Π. Λ. ζήτησε, προκειμένου να συγκατατεθεί στη πώλησή του, να της παραχωρήσει ο πρώτος εναγόμενος και αδελφός της Σ.ς Ι.ς το μερίδιο από την κληρονομιά της μητέρας του, ήτοι το 1/9 από τους αγρούς, οπότε αυτή καλλιεργούσε από τότε το υπ' αριθμ.

… αγροτεμάχιο στα ... και συνέχισε μέχρι το 1996, οπότε εξακολούθησε να το καλλιεργεί η δεύτερη ενάγουσα, θυγατέρα της, τα δε υπόλοιπα αγροτικά ακίνητα συνέχιζε να καλλιεργεί εκείνος (Σ.ς Ι.ς). Το 1985 οι τότε συγκύριοι συμφώνησαν ατύπως τη διανομή των ακινήτων, ώστε να λάβει ο δικαιοπάροχος του πρώτου ενάγοντος τρία εκ των ακινήτων και η Ε.

χήρα Π. Α. να συνεχίσει να καλλιεργεί εκείνο το οποίο κατείχε από το 1972, ενώ ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Σ.ς Ι.ς τους μεταβίβασε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο (υπ' αριθμ. ... της συμβολαιογράφου Καβάλας Ιφιγένειας Χατζηδανδή) το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του εφ' όλων των αγροτικών κοινών ακινήτων κατ' ισομοιρία.

Συνακόλουθα τούτων αποδεικνύεται ότι δεν έλαβε χώρα το έτος 1953 άτυπη διανομή των κοινών ακινήτων των διαδίκων, ούτε οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων παρέδωσαν τη νομή των ιδανικών μεριδίων που τους ανήκαν στα με αριθμούς …, … και …. αγροτικά ακίνητα στο δικαιοπάροχο των εναγομένων για να τα κατέχει και νέμεται εκείνος με διάνοια αποκλειστικού κυρίου.

Περαιτέρω σύμφωνα με την από 15/3/2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Σ. είναι δυνατό να διανεμηθούν αυτούσια τα επίκοινα ακίνητα, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι ζητούν να λάβουν κοινή μερίδα σε αυτά, χωρίς να επέλθει μείωση της αξίας τους, σε μέρη ανάλογα της μερίδας των κοινωνών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 480, 486 ΚΠολΔ, ομοειδή και ισάξια, χωρίς αυτά να κατατμηθούν, κατά τρόπο ώστε να λάβουν ο μεν πρώτος ενάγων τα με αριθμ.

τεμαχίων ..., … και … κληροτεμάχια και προς εξίσωση της αναλογούσας σε αυτόν μερίδας των 12/27 εξ αδιαιρέτου θα λάβει από τους εναγομένους το ποσό των σαράντα (40) ευρώ, η δε δεύτερη ενάγουσα το υπ' αριθμ. τεμαχίου 54…2 κληροτεμάχιο και προς εξίσωση της αναλογούσας σε αυτήν μερίδας των 3/27 εξ αδιαιρέτου θα λάβει από τους εναγομένους το ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ και τέλος οι εναγόμενοι θα λάβουν κοινή μερίδα, για το αναλογούν σε έκαστο τούτων ποσοστό 4/27 εξ αδιαιρέτου και συνολικά 12/27, τα υπ' αριθμ.

τεμαχίου …,…,… και … κληροτεμάχια και προς εξίσωση της μερίδας τους θα καταβάλουν τα ποσά των σαράντα (40) ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων (εναγομένων) επί των κοινών ακινήτων, που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία και προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε σε αυτό με λόγο έφεσης, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή περί διανομής των αναιρεσιβλήτων έπρεπε να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη.

Ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων (εναγομένων) κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι οι αναιρεσείοντες δεν έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία των αναφερομένων κοινών ακινήτων, και ειδικότερα, ότι δεν έλαβε χώρα άτυπη διανομή το έτος 1935 των κοινών ακινήτων μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων ούτε παράδοση της νομής των με αριθμούς ... (και όχι 743, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) 740 και 158 κοινών ακινήτων από τους δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων.

Επομένως ο δεύτερος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι: α) ενώ δέχεται ότι ο Π.ς Ι.ς και η Ε.

χήρα Π. Α. (δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων) επέτρεψαν στο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Σ. Ι. να καλλιεργεί το ανήκον σ' αυτούς ποσοστό των κοινών ακινήτων αντιφατικά δέχεται και ότι διεκδικώντας το μερίδιο τους υπήρχαν μεταξύ τους διενέξεις και διαπληκτισμοί, β) ότι δεν προσδιορίζει "ποια και πόσα χρήματα κατέβαλε ο δικαιοπάροχος τους (των αναιρεσειόντων) Σ.ς Ι.ς από το έτος 1952 και εφεξής στους άλλους δύο κληρούχους, δηλαδή στη μητέρα του Δ.

χήρα Λ. Ι. και τον αδελφό του Π. Ι. για τις ανάγκες της διαβίωσης τους ..." και γ) δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η διεκδίκηση του μεριδίου της από την Ε. Λ., προκειμένου αυτή να συγκατατεθεί στην πώληση του 1134 αγρού. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, αναφορικά με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι τα προαναφερόμενα περιστατικά συνιστούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εκτίθεται σαφώς και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν συνιστούν αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Επίσης με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους ουσιώδη ισχυρισμό, αναφορικά με τον προσήκοντα τρόπο αυτούσιας διανομής των επίδικων ακινήτων που πρότειναν οι ίδιοι.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που διέταξε την αυτούσια διανομή των επίδικων ακινήτων, κατά παραδοχή του αιτήματος των αναιρεσειόντων για λήψη κοινής μερίδας, αφού εξέτασε τον πιο πάνω λόγο έφεσης των τελευταίων, τον οποίο απέρριψε στη συνέχεια ως αβάσιμο, διατάσσοντας την αυτούσια διανομή των κοινών ακινήτων, με τον τρόπο που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου ή απαράδεκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ ΑΠ 3/1997, 44/1990).

Εξάλλου κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ως "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκη από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλ' απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω ή συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟΛ.

ΑΠ 8/01).

Τέλος, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί και κατά της αγωγής διανομής ακινήτου, το οποίο αποτελεί τεμάχιο παραχωρηθέντος αγροτικού κλήρου (ΑΠ 679/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο έφεσης στο Εφετείο την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής διανομής αγροτικού κλήρου, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Το έτος 1935 έγινε άτυπη διανομή μεταξύ των συγκυρίων των προς διανομή κοινών ακινήτων (εκτός του με αριθμό … ακινήτου), δικαιοπαρόχων των διαδίκων και συμφωνήθηκε να λάβει ο Σ.ς Ι.ς (δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων) τα με αριθμούς ..., … και … ακίνητα και οι αναιρεσίβλητοι τα υπόλοιπα ακίνητα, ότι έκτοτε αυτοί τα νεμόνταν και τα εκμεταλλεύονταν, ότι δημιουργήθηκε στους αναιρεσείοντες η εύλογη πεποίθηση ότι αυτοί έγιναν κύριοι αυτών γι' αυτό και προχώρησαν στην αξιοποίηση τους και ότι οι αναιρεσίβλητοι ασκούν το προς διανομή δικαίωμά τους καταχρηστικά".

Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά (τα οποία ταυτίζονται με τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας αυτών με έκτακτη χρησικτησία) και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης περί διανομής αγωγής από τους αναιρεσίβλητους. 'Ετσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με το να μη την εφαρμόσει και τούτο, διότι υπό τα ως άνω προβληθέντα περιστατικά από τους αναιρεσείοντες για τη στήριξη της ένστασης τους, το αίτημα διανομής των επίδικων ακινήτων από τους αναιρεσίβλητους δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που τίθενται από την προαναφερθείσα διάταξη, υπό την έννοια πρόκλησης έντονης αδικίας στους αναιρεσείοντες.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ότι με το να απορρίψει την ένσταση των αναιρεσειόντων (εναγομένων) για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το τέταρτο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι απέρριψε την ως άνω ένσταση των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής με αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η απόρριψη από το Εφετείο της ένστασης του άρθ. 281 ΑΚ ως μη νόμιμης δεν ιδρύει τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης.

Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, από τους αριθ. 8 και 14 το άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι παντελώς αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή, εκτός από την αριθμητική παράθεση των ως άνω διατάξεων δεν εξειδικεύονται καθόλου οι αποδιδόμενες αναιρετικές πλημμέλειες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8/2/2010 αίτηση των Σ. Ι. κλπ. για αναίρεση της 453/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Μαρτίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ