Legislator Case Law & Legislation
822/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor termination compensation, ruling evidence evaluation is not reviewable.

Case Number 822/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the court failed to properly evaluate witness testimonies and violated common sense principles by rejecting the employer's claim of voluntary resignation. The court held that the assessment of evidence and the application of common sense principles to factual findings are matters of substantive judgment not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the violation of substantive law rules or common sense principles is inadmissible if it concerns the court's evaluation of evidence or the factual determination of the case.

Keywords

AI generated
labor termination compensation voluntary resignation appellate review limitation evaluation of evidence common sense principles substantive law violation dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 167, 168, 648, 669 para. 2 of the Civil Code
Articles 1, 2, 5 of Law 2112/1920
Articles 1, 3, para. 1 and 5 of the Royal Decree of 16 July 1920
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 822 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 822/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ο. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Φωτεινής Φουρνατζοπούλου- Παυλάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Σταματάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 2996/2-7-2004. Εκδόθηκαν η 1020/2007 μη οριστική απόφαση και η 455/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 5108/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2015 και με αριθμό κατάθεσης 811/8-9-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη ανέγνωσε την από 25-1-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 167, 168, 648, 669 παρ.2 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920, 1, 2 και 5 του ν. 3198/1955, 1, 3 παρ.1 και 5 του β.δ. της 16-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί εργατών, τεχνιτών και υπηρετών", συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία, απαιτείται, για το κύρος αυτής, να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί στον απολυόμενο πλήρης η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση (ανεξάρτητα, καταρχήν, από το λόγο που την προκάλεσε) και επομένως ο εργαζόμενος δικαιούται σε κάθε περίπτωση (λαμβανομένου υπόψη ότι η ακυρότητα αυτή της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ αυτού) να ζητήσει (αντί για αποδοχές υπερημερίας, επικαλούμενος την ακυρότητα της καταγγελίας) τη νόμιμη αποζημίωση που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16-7-1920, παραιτούμενος, έτσι, σιωπηρά, με την άσκηση της σχετικής αγωγής, από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας και θεωρώντας αυτήν έγκυρη (ΑΠ 785/2017, ΑΠ 277/2016).

2.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ακόμη, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014).

3.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 5108/2014 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ των άλλων, τα εξής ουσιώδη, σε σχέση με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από τον Δ.

Ο., την 1-9-1995, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων στην επιχείρηση του τελευταίου, πραγματοποιώντας δρομολόγια κυρίως στο εξωτερικό. Ότι την 28-2-2003 ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων διαδέχθηκε στην εργασιακή σχέση τον πατέρα του, Δ. Ο., ο δε ενάγων συνέχισε να εργάζεται στην ίδια επιχείρηση με την ίδια ιδιότητα.

Ότι η διαδοχή αυτή δεν γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα και ο τελευταίος πληροφορήθηκε το γεγονός της διαδοχής αρχές Ιανουαρίου του έτους 2004, όταν ζήτησε και έλαβε ασφαλιστική ενημερότητα. Ότι ο ενάγων θεώρησε ότι, συνεπεία αυτού, θα απολέσει εργασιακά δικαιώματα, με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι σχέσεις του με τον εναγόμενο.

Ότι την 10-1-2004 χορηγήθηκε στον ενάγοντα το ήμισυ της νόμιμης άδειάς του και έπρεπε να επιστρέψει στην εργασία του την 26-1-2004. Ότι την 21-1-2004 ο ενάγων προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας διεκδικώντας τις απαιτήσεις του, η δε προσφυγή του ορίσθηκε να συζητηθεί αρχικά την 3-2-2004, πλην όμως, κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, που υποβλήθηκε την 23-1-2004, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την 11-2-2004.

Ότι, κατά τη συζήτηση της προσφυγής στην Επιθεώρηση Εργασίας, ο ενάγων ανέφερε ότι δεν του παρέχεται εργασιακό αντικείμενο εκ μέρους του εναγομένου, αλλά ούτε και διακόπτεται από αυτόν η εργασιακή σχέση. Ότι ο εναγόμενος, δια του εκπροσώπου του, δήλωσε ότι ο ενάγων, μετά τη λήξη της άδειάς του, την 26-1-2004, δεν προσήλθε, αν και κλήθηκε προς τούτο, να αναλάβει εργασία και αυτός, θεωρώντας ότι ο ενάγων κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και αποχώρησε οικειοθελώς, ανήγγειλε το γεγονός στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΑΕΔ ….

Ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του εναγομένου περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος δεν κρίνεται πειστικός και τούτο διότι, αν και η σχετική δήλωση περί οικειοθελούς αποχώρησης υπεβλήθη στον ΟΑΕΔ την 11-2-2004, δηλαδή την ίδια ημέρα που συζητήθηκε η υπόθεση στην Επιθεώρηση Εργασίας, ως ημερομηνία αποχώρησης του ενάγοντος δηλώθηκε, αντιφατικώς, στην Επιθεώρηση Εργασίας η 26-1-2004, στη δε δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης η 5-2-2004.

Ότι το γεγονός ότι δεν έλαβε χώρα οικειοθελής αποχώρηση του ενάγοντος, αλλά καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ενισχύεται και από το ότι η επιχείρηση του εναγομένου αντιμετώπιζε ήδη οικονομοτεχνικά προβλήματα και, όπως δηλώθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας εκ μέρους του τελευταίου, είχε αναφερθεί στον ενάγοντα ότι ήταν ενδεχόμενο στο μέλλον η επιχείρηση να προβεί σε μείωση προσωπικού.

Ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου, που περιέχεται στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ότι περίμενε τη συζήτηση της υπόθεσης στην Επιθεώρηση Εργασίας προκειμένου να επαναλάβει την πρόθεσή του να συνεχίσει να απασχολεί τον ενάγοντα, πλην όμως, όταν ο τελευταίος δεν έδειξε τέτοια πρόθεση, προχώρησε, μετά τη συζήτηση, στην αναγγελία της οικειοθελούς αποχώρησης στον ΟΑΕΔ ..., δεν είναι βάσιμος, διότι, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην Επιθεώρηση Εργασίας, είχε δηλωθεί εκ μέρους του εναγομένου ότι είχε προβεί ήδη σε γνωστοποίηση της οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος στον ΟΑΕΔ ....

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος καταγγέλθηκε εκ μέρους του εναγομένου και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του τελευταίου, επικυρώνοντας έτσι την εκεί εκκαλουμένη 455/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, που έλαβε χώρα την 11-2-2004, και αναγνωρίσθηκε ότι οφείλεται σε αυτόν για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 13.878,78 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 11-2-2004.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2112/1920 περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και με τις προαναφερόμενες παραδοχές διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες επί του ως άνω ζητήματος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, χωρίς την καταβολή της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημίωσης απόλυσης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Η περιεχόμενη στο δεύτερο λόγο αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο παρατίθεται μόνο η ως άνω διάταξη και ουδόλως αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να ιδρύουν τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης.

4.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό περί οικειοθελούς αποχώρησης ως αβάσιμο.

Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οικονομοτεχνικοί λόγοι οδήγησαν στην καταγγελία της σύμβασης, χωρίς ο αντίδικος να προβάλει ισχυρισμό περί ύπαρξης οικονομοτεχνικών λόγων και έτσι δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, είναι απαράδεκτη, διότι τα επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης.

5.Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη (είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Αντιθέτως, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 509/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, με την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κάνοντας επιγραμματικά μνεία των 6859/2005, 588/2007, 589/2007 και 590/2007 ενόρκων βεβαιώσεων των εξετασθέντων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών μαρτύρων του, δεν έκρινε πειστικές τις καταθέσεις τους, τις οποίες αρνήθηκε να ερμηνεύσει και αξιολογήσει ορθώς, οδηγούμενη σε εσφαλμένη κρίση.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

6.Κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων προς εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται στην ουσία για επίκληση εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων.

Για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου πρέπει να εκτίθεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ποια έννοια προσέδωσε η απόφαση στον κανόνα που εφάρμοσε, την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί εσφαλμένη και ποια, κατά τη γνώμη του, είναι η ορθή έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ή δεν χρησιμοποίησε η απόφαση ή τα χρησιμοποίησε πλημμελώς (ΑΠ 22/2018, ΑΠ 2174/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι υπήρξε καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και όχι οικειοθελής αποχώρηση του ενάγοντος, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, παραβιάζοντας αυτά (τα οποία μάλιστα ουδόλως προσδιορίζονται).

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού στην ουσία πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Εφετείου.

7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-9-2015 και με αριθμό κατάθεσης 811/8-9-2015 αίτηση για αναίρεση της 5108/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ