Supreme Court dismisses appeal for failure to pay bond and lack of specific facts for abuse of right claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a legal entity against a First Instance Court judgment regarding pension benefits. The appellant failed to pay the required appeal bond and did not provide specific factual grounds for their claim of abuse of right in the appeal document. Consequently, the court ordered the return of the bond and condemned the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticle 495 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the required bond is not paid, and a ground for appeal regarding abuse of right is inadmissible if the specific factual basis supporting the abuse is not detailed in the appeal document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 819 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 819/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου……, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2022 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δική αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1707/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 6544/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 1/4/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β υποπερ. δ του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016) με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.1.2017 στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 1.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1628/165/9.4.2021 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 6544/30.11.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αφορώσας διαφορά για το χρηματικό βοήθημα που καταβάλλεται εφάπαξ λόγω συνταξιοδότησης στους υπαλλήλους της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ.
προέβη στην επισύναψη του με αριθμό ……..ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως διαφορά αφορώσα την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος σε συνταξιοδοτηθέντα υπάλληλο της ως άνω τραπεζικής εταιρείας (δηλαδή ως εργατική διαφορά), απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στο αναιρεσείον, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).
Με την από 1.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1628/165/9.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών με αριθμό 6544/30.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και ερήμην των λοιπών εναγόντων- εφεσίβλητων (και μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη), ως προς τους οποίους το εκκαλούν παραιτήθηκε του δικογράφου της έφεσης.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 19.9.2019 έφεση του εναγομένου- εκκαλούντος- αναιρεσείοντος Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και επικύρωσε έτσι τη με αριθμό 1707/27.8.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία όλων των σε εκείνη τη δίκη διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 22.7.2014 και με αριθμό κατάθεσης 88083/3046/2014 αγωγή (την οποία ο ενάγων-αναιρεσίβλητος άσκησε από κοινού με άλλους τέσσερις ενάγοντες και μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη) και υποχρέωσε το εναγόμενο-αναιρεσείον να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα αναγραφόμενα στην πρωτόδικη απόφαση ποσά, ειδικά δε το υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το ποσό των 30.887,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως διαφορά μεταξύ του καταβλητέου και του καταβληθέντος εφάπαξ βοηθήματος λόγω συνταξιοδότησης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (μέσα στη διετή προθεσμία) δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 9.4.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 30.11.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006, ΑΠ 1479/2021).
Εξάλλου, με την 9/29.10.1926 απόφαση του Γ. Σ. Ε. Τ., συστάθηκε, ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Ε. Τ., το "...." (...) ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 6.4.1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό.
Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου, η από 23.2.1928 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος "περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 9.5.1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ως άνω Τράπεζας, μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό "..." ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του.
Ακολούθως, με το ν.δ. 2626/1953 το Ταμείο αναδιοργανώθηκε ως ειδικό "..." και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην παράγραφο 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004, της παραγράφου 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της παραγράφου 3 του άρθρου 63 του ν. 3518/2006 και της παραγράφου 8 του άρθρου 138 του ν. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.
με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση που υποβάλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου. Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη και κινητή περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο ΝΠΙΔ χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης...
Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω Ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε Ταμείου...
Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση...".
Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η Φ.80000/30226/1366/14.1.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το ... μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα το Δεκέμβριο του έτους 2003 αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.
Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διάταξης της παραγράφου 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εκδόθηκε η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του ΔΣ του ..., το άρθρο 7 του Καταστατικού του ..., στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται:
α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την Υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης απόφασης του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) Για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της παραγράφου 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς Κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον νπιδ ...), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (ΚΥΑ) και όχι το προτείνον προς αυτούς Δ.Σ.
του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη. Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (ΟλομΣτΕ 1210/2010).
Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της παραγράφου 20 εδάφιο τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικά το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί το .... Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διάταξης, ως προς το μέρος της με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικά το απονεμόμενο από το ... εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται ειδικότερα ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την Υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα. Επομένως, είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, έχουν, δηλαδή, αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνταξιοδότησης από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της 23/16-12-2013 απόφασης του Δ.Σ. του ... και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι, έτσι, εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση. Ήδη με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω ΚΥΑ κρίθηκε μη νόμιμη ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 22.7.2014 και με αριθμό κατάθεσης 88083/3046/2014 αγωγή τους, οι πέντε ενάγοντες, στους οποίους περιλαμβάνεται ο αναιρεσίβλητος, ισχυρίστηκαν ότι ήταν πρώην υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ασφαλισμένοι στο εναγόμενο -αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ.
για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος κατά τη συνταξιοδότησή τους. Ότι αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδότησης κατά το χρονικό διάστημα από 9.4.2012 μέχρι 26.11.2012 και ενώ εκκρεμούσαν οι αιτήσεις τους για τη λήψη των δικαιουμένων εφάπαξ παροχών, το εναγόμενο με τη με αριθμό 23/16.12.2013 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 τροποποίησε το άρθρο 7 του Καταστατικού του, με το οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, με συνέπεια αυτή να μειωθεί και μάλιστα με αναδρομική ισχύ, έτσι ώστε να καταλαμβάνονται από το νέο τρόπο υπολογισμού και οι εργαζόμενοι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που αποχώρησαν από τις 3.1.2012 και εφεξής και, επικαλούμενο και εφαρμόζοντας το νέο αυτό τρόπο υπολογισμού, τους κατέβαλε μέρος μόνο των εφάπαξ παροχών που δικαιούνταν να λάβουν.
Ζήτησαν δε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Καταστατικού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο της αποχώρησής τους από την εργασία τους και των διατάξεων του εξουσιοδοτικού νόμου 3029/2002, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τις αιτούμενες διαφορές. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, κατ' έφεση δε του εναγομένου - αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ.Δ, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ερήμην των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου εναγόντων -εφεσίβλητων, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη (και ως προς τους οποίους το εκκαλούν Ν.Π.Ι.Δ.
παραιτήθηκε του δικογράφου της έφεσης) και αντιμωλία του δεύτερου ενάγοντος-δεύτερου εφεσίβλητου -αναιρεσίβλητου και του εναγόμενου -εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση κατ' ουσία. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξη τα εξής: " Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (δηλαδή ο αναιρεσίβλητος), προσλήφθηκε από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." στις 12.5.1981, ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας εξόδου από την υπηρεσία.
Κατόπιν υπηρεσιακής του εξέλιξης και αφού είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα, στις 3.7.2012 αποχώρησε από την ενεργό υπηρεσία, με το βαθμό του Διευθυντή του κατ/τος……. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην "……" για τον κλάδο πρόνοιας ήταν ασφαλισμένος στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν (δηλαδή το αναιρεσείον) Ταμείο [...], καταβάλλοντας καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του τις αναλογούσες εισφορές υπέρ του ταμείου και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού του τελευταίου, τύγχανε δικαιούχος της προβλεπόμενης εφάπαξ παροχής, η οποία υπολογιζόταν με τον τρόπο που προβλεπόταν στο άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού και την οποία το εκκαλούν Ταμείο ήταν υποχρεωμένο να του καταβάλει εντός τριμήνου και κατ' ανώτατο όριο εντός εξαμήνου από την έξοδό του από την υπηρεσία κατά το άρθρο 12 του Κανονισμού.
Πλην, όμως, το εκκαλούν δεν του κατέβαλε το σύνολο της εφάπαξ παροχής παρά κάποιες τμηματικές καταβολές έναντι, μέχρι το τέλος του έτους 2012, ενώ στις 19.12.2013 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εξεδόθη κατ' επίκληση της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, με την οποία [...] αντικαταστάθηκε το άρθρο 7 του Κανονισμού του εκκαλούντος και ορίσθηκε νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, ο οποίος, όμως, οδηγούσε σε μείωση της παροχής αυτής σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, ενώ με την ανωτέρω ΚΥΑ ορίσθηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού εφαρμόζεται κα για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης του Δ.Σ.
του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής. Δηλαδή, το ρυθμιστικό πλαίσιο καταλάμβανε αναδρομικά και τον εφεσίβλητο, μειώνοντας σημαντικά το ποσό της εφάπαξ παροχής του. Ακολούθως, όμως, η ανωτέρω ΚΥΑ ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται ότι εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, αφού προηγουμένως κρίθηκε ότι [...] εν προκειμένω [...] η διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί το ... [...].
Ακολούθως το εκκαλούν με το δεύτερο λόγος της έφεσής του ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω απόφαση του ΣτΕ και η με αυτή ακύρωση λόγω τυπικής παράλειψης της ανωτέρω ΚΥΑ δεν επηρεάζει την επίδικη ιδιωτικής φύσεως διαφορά, αφού η απόφαση της Συν. 23/16.12.2013 του ΔΣ του Ταμείου περί τροποποίησης του άρθρου 7 του Κανονισμού του Ταμείου, όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής είναι καθ' όλα νόμιμη.
Και αυτό διότι για τη λήψη της απόφασης τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, ήτοι η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, η έγκρισή της από την Αναλογιστική Αρχή και ο με βάση τις παραδοχές της αναλογιστικής μελέτης ανακαθορισμός της εφάπαξ παροχής συμπεριλαμβανομένων και των αποχωρησάντων προ της 19.12.2013, ήτοι και του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου - συνταξιούχου, στους (εννοείται για) οποίους γίνεται ρητή αναφορά στο νόμο, απόφαση όμως που ουδέποτε προσεβλήθη από οποιονδήποτε, έχοντας έτσι καταστεί πλέον απρόσβλητη λόγω της άπρακτης παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη λήψη της, με περαιτέρω συνέπεια η αγωγή να έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και όχι να απορριφθεί η ένσταση του άρθρου 101 ΑΚ, που νομίμως προέβαλε, ως μη νόμιμη, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός της εφέσεως κρίνεται απορριπτέος και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 20 του ν. 3029/02 [...], την αποφασιστική επί του επίδικου ζητήματος της αναδρομικής μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής αρμοδιότητα την είχαν οι ανωτέρω συναρμόδιοι Υπουργοί, ενώ η επικαλούμενη απόφαση του Δ.Σ.
του εκκαλούντος είχε απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα [...], η οποία, ως τέτοια (γνώμη -πρόταση) δεν υπόκειται στην ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ, όπως εσφαλμένως και νομικά αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν με το σχετικό λόγο της έφεσής του. Επομένως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο, αν και με διαφορετική αιτιολογία, που επιτρεπτά αντικαθίσταται από το παρόν Δικαστήριο, κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, απέρριψε τη σχετική ένσταση του εκκαλούντος.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν, ενόψει της ακύρωσης της ανωτέρω ΚΥΑ ως προς την αναδρομική μεταβολή του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, υποχρεούται να καταβάλει στην εφεσίβλητη (εννοείται στον εφεσίβλητο) την εφάπαξ παροχή με τον τρόπο υπολογισμού που προβλεπόταν στο άρθρο 7 του Κανονισμού του Ταμείου, όπως αυτό ίσχυε πριν από την ημερομηνία αποχώρησης εκάστου από την υπηρεσία της….., ήτοι προ της από 19.12.2013 τροποποίησής του με την ανωτέρω ΚΥΑ, αφαιρουμένων των καταβολών που είχαν ήδη γίνει για την αιτία αυτή [...].
Επομένως, η εκκαλουμένη δεν έσφαλε ως προς τον τρόπο υπολογισμού των εφάπαξ παροχών και ορθά εκτίμησε τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα- έγγραφα [...]". Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και το συμπέρασμα που εξήγαγε από αυτά, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία το εναγόμενο-εκκαλούν υποχρεώθηκε να καταβάλει στον (2ο) ενάγοντα-εφεσίβλητο -αναιρεσίβλητο το ποσό των 30.887,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 30.7.2014 (δηλαδή από την επομένη της επίδοσης της αγωγής) για διαφορά μεταξύ του καταβλητέου και του καταβληθέντος εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο (ποσό), λόγω της συνταξιοδότησής του, αυτός εδικαιούτο να λάβει.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεχόμενο την ένδικη αγωγή, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2022, υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, κρίνοντας ότι από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, αφενός ότι προβλέπεται δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που παρέχει το αναιρεσείον ... μετά από απόφαση (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αποφασιστική, όμως, αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση και όχι το Δ.Σ. του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και αφετέρου ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της παραγράφου 20 του άρθρου 6 εδαφ. τελ. του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση τους Υπουργούς Οικονομίας - Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικά το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, εφόσον δεν προβλέπεται τούτο ρητά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος περί διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43).
Συνεπώς, εφόσον το Δ.Σ. του Ταμείου με την απόφαση 23/16.12.2013 πρότεινε την αντικατάσταση του άρθρου 7 του Καταστατικού του, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όρισε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που ενέκρινε την ως άνω υπό του Δ.Σ.
προταθείσα αναδρομική ρύθμιση, είναι άκυρη ως προς την αναδρομική αυτή ρήτρα ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, όπως είναι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος έτσι εξακολουθεί να υπάγεται στην προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 7 του Κανονισμού του ....
Εξάλλου, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή (πρόταση) του Δ.Σ. του αναιρεσείοντος (δηλαδή η 23/16.12.2013) έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και δεν έχει τον αποφασιστικό (δεσμευτικό), τον οποίο έχει η εγκριτική ΚΥΑ, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι λόγω του σωματιακού του χαρακτήρα η ως άνω απόφαση του Δ.Σ.
αυτού είναι έγκυρη ως μη προσβληθείσα εντός της αποκλειστικής εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 101 εδαφ. 3 ΑΚ και, ως εκ τούτου, δεσμεύει τα μέλη του. Όπως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι, δεδομένου του ιδιωτικού χαρακτήρα της σχέσης του με τον αναιρεσίβλητο και της βάσει αυτής τροποποίησης του Κανονισμού, η τροποποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, είναι δε άλλο ζήτημα το θέμα της Διοίκησης να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει την απόφαση αυτή ούτως ώστε να πληροί τους όρους του ν. 3029/2002, μέχρι δε τότε και δεδομένου του όλως πρόσφατου της έκδοσης της ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ (1530/2018), ή μέχρι την τυχόν τροποποίηση του Κανονισμού με νεώτερη άλλη απόφαση, ούτως ώστε να επέλθει "ισορροπία" μεταξύ των δύο πράξεων, το όλο ζήτημα μένει και πρέπει να παραμείνει σε εκκρεμότητα, λαμβανομένου υπ' όψιν του γεγονότος ότι ο συνολικός αριθμός των αναλόγων με τον αναιρεσίβλητο περιπτώσεων ανέρχεται σε 572 περίπου άτομα, η δε συνολική για το Ταμείο δαπάνη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους ανέρχεται στο ύψος των 16.000.000 ευρώ περίπου, ποσό που προφανώς ανατρέπει την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, κάτι που δεν συμβαδίζει με τη βούληση των μερών για τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής μεταξύ τους σχέσης, καθότι το αναιρεσείον διέπεται από το ν. 3026/2002, δεν είναι αυτεξούσιο και οι κρίσιμες αποφάσεις του, που αφορούν το ύψος των παρεχομένων παροχών, τελούν υπό την έγκριση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, που κρίνονται ενιαίως, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα ως άνω αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.4055/2012, που ισχύει κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού από 2.4.2012, "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας.
Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, η οποία πρόκειται για διάταξη αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση έχει την επίδοση της αγωγής, ανεξαρτήτως υπερημερίας, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης ο οποίος, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται, επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, όταν πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή όταν προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν.4055/2012). Έτσι ο νόμιμος τόκος μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σε αυτή, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (ΑΠ 1479/2021, ΑΠ 1207/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τους πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παραπονείται το μεν (1ος λόγος) ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία εφάρμοσε το άρθρο 346 ΑΚ, ενώ έπρεπε, όπως παραδεκτά ζήτησε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 345 και 342 ΑΚ να μην επιδικάσει τόκους υπερημερίας, διότι, ενόψει της ισχύος της επίμαχης ΚΥΑ πριν την ακύρωσή της με τη με αριθμό 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ότι υφίστατο ενεργός απαίτηση και δεν υπήρχε νομική δυνατότητα εξόφλησης, καθότι θα διέπραττε το αδίκημα της απιστίας, αποκλειόμενης έτσι της επέλευσης υπερημερίας του, το δε (2ος λόγος) ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 346 ΑΚ, διότι κατά το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του, που έχει ισχύ δικαιοπραξίας, για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής αποκλείεται η υποχρέωση του Ταμείου για την καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού η διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η επίδοση της αγωγής ανεξαρτήτως υπερημερίας, το αναιρεσείον δε δεν επικαλείται κάποια από τις εξαιρέσεις που υπάρχουν στη διάταξη αυτή, ενώ το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος δεν αναφέρεται σε τόκους επιδικίας.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ή της ένστασης ως μη νόμιμης, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, άλλως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 651/2018, ΑΠ 1479/2021) Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, καθόσον απέρριψε ως μη νόμιμη άνευ επαρκούς αιτιολογίας την υποβληθείσα από αυτό ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), ως δήθεν θεμελιούμενης μόνο σε δυσμενείς για το Ταμείο επιπτώσεις και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων του, που προσδοκούν στη λήψη αξιοπρεπούς εφάπαξ παροχής, αφού είναι Ν.Π.Ι.Δ.
μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που διανέμει το κεφάλαιό του αυτό και είναι προφανές ότι θίγεται καταχρηστικά το σύνολο των ασφαλισμένων του. Ωστόσο δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αναίρεσης τα επικληθέντα ενώπιον του Εφετείου με τη σχετική ένσταση πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε ο τρόπος υποβολής του σχετικού ισχυρισμού στο Πρωτοδικείο και επαναφοράς του στο Εφετείο, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της προβολής του σχετικού ισχυρισμού ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος με αριθμό 37230211795106070012/2021 ηλεκτρονικού παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο αναιρεσείον.
Απορρίπτει την από 1.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1628/165/9.4.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6544/30.11.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ