Supreme Court partially allows appeal against first-instance dismissal of municipality's liability for unpaid overtime and holiday pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by 11 individuals against the Municipality of Aigaleo regarding unpaid labor claims. The appellants argued that the lower court failed to examine the statute of limitations defense for claims arising between 2004 and 2006, which they contended were not expired. The court ruled that the statute of limitations was validly raised but incorrectly dismissed, ordering the case remitted to the second-instance court for further examination of the specific time periods and amounts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90 para. 3 of Law 2362/1995; Article 307 of the Code of Civil Procedure: The statute of limitations defense must be substantively examined by the appellate court; if the lower court dismisses it without proper reasoning or fails to verify its applicability to specific claim periods, the appeal is partially admissible and the case is remitted for further trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 817 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 817/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Γ. του Α., …2)Α. Β. του Α., 3)Γ. Π. του Δ., 4)Γ. Χ. του Α., 5)Γ. Φ. του Γ., 6)Κ. Μ. του Ε., 7)Κ. Ρ. του Χ., 8)Κ. Φ. του Α., 9)Μ. Μ. του Ν., 10)Μ. Μ. του Γ., 11)Ν. Π. του Ι., κατοίκων Αιγάλεω, και 12)Χ. Ο. του Ι., κατοίκου Τρικάλων. Οι 1ος, 2η, 3ος, 4η, 5ος, 7η, 8η, 9η, 10η, 11η και 12η καθώς και οι κληρονόμοι της 6ης (Κ. Μ.), ήτοι οι Κ. Σ. του Κ., Κ. Β. του Σ., Κ. Ε. του Σ. και Κ. Κ. του Σ., εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαλαβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 20-10-2020 και συμπληρωματικές προτάσεις στις 12-2-2024.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΙΓΑΛΕΩ", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 10ης Νοεμβρίου 2020 είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βλαδίκα, η οποία δεν είχε καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 565/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2018 αίτησή τους, η οποία συζητήθηκε, μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο της 10ης Νοεμβρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλεά, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 354/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 2113/2022 ΑΠ 582/2016).
Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 16 Νοεμβρίου 2023 υπ'αριθμ. 354/2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 8 Νοεμβρίου 2018 με αριθμ. καταθ. 10172/834/8-11-2018 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 565/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 10-11-2020, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου είχε μετάσχει η ήδη συνταξιοδοτηθείσα Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη- Μπονάτου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' , 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 287 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η ως άνω διακοπή της δίκης επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 507/2023, ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 628/2022). Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιος του.
Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 507/2023, ΑΠ 715/2020, ΑΠ 372/2020, ΑΠ 1596/2018) και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 507/2023, ΑΠ 906/2020, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 807/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, στις 10-11-2020, προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Δημήτριος Βαλαβάνης, δήλωσε ότι η αρχική έκτη αναιρεσείουσα Μ. Κ. απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της 1)Κ.
Σ. του Κ. (...), 2)Κ. Β. του Σ., 3)Κ. Ε. του Σ. και 4)Κ. Κ. του Σ. (...), οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Οι ως άνω συνεχίζοντες τη δίκη, προσκόμισαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα αποδεικτικά της κληρονομικής τους ιδιότητας έγγραφα ήτοι: 1)την υπ' αριθ.... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Αθηνών, 2)το υπ' αριθ.πρωτ....
πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αιγάλεω, 3)το υπ'αριθ.... πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του αρμοδίου γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 4)το υπ'αριθ.... πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, 5)τα υπ'αριθ. ... πιστοποιητικά περί μη αποποίησης κληρονομιάς του αρμοδίου γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 6) τα υπ'αριθ. ...
πιστοποιητικά περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, από τα οποία, προκύπτει ότι μετά την άσκηση της ένδικης από 8-11-2018 με αριθμ. κατάθεσης 10172/834/8-11-2018 αίτησης αναίρεσης, απεβίωσε η έκτη αναιρεσείουσα Μ. Κ. στις 10-2-2019 και κληρονομήθηκε από τους προαναφερόμενους σύζυγο και ...
της, ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της (άρθρο 1813 ΑΚ) που δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά. Επομένως, και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι ανωτέρω κληρονόμοι της αποβιώσασας έκτης αναιρεσείουσας, η κληρονομική ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, παραδεκτά και νόμιμα συνεχίζουν τη βιαίως με το θάνατο αυτής, διακοπείσα δίκη.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 577 παρ. 2, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη είναι η απόφαση που περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο δικαιούμενος προς άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβάλλεται με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β' ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1663/2022, ΑΠ 1104/2020, ΑΠ 528/2020).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης ή με την επί του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου που την εξέδωσε, ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της ανακοπής (ΑΠ 897/2023, ΑΠ 1690/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην του δευτέρου εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσίβλητου) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 565/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε, ως προς την ημεροχρονολογία δημοσίευσης με την με αριθμό 3814/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, κατόπιν άσκησης της από 29 Ιουλίου 2015 και με αριθ.καταθ. 4976/28-8-2015 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 184/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε εκδικασθεί η από 5 Μαΐου 2010 και με αριθ.
κατάθ.113903/3478/2010 αγωγή και είχε απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, λόγω παραγραφής. Η προσβαλλόμενη με αριθμό 565/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του εφεσίβλητου- εναγόμενου Δήμου Αιγάλεω, ήδη αναιρεσίβλητου, έχει καταστεί τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 6555, 6556/9-10-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ.-Α.
Ζ. σε συνδυασμό με τα με αρ. πρωτ. 774, 777/9-11-2020 πιστοποιητικά του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, που με επίκληση προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, παρότι αντίγραφο της αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης) επιδόθηκε στον ερημοδικασθέντα διάδικο, ο τελευταίος δεν άσκησε εντός της προβλεπομένης νομίμου (15ήμερης) προθεσμίας ανακοπή ερημοδικίας.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον κατατέθηκε στις 8- 11-2018, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την προαναφερόμενη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 9-10-2018 στον αναιρεσίβλητο Δήμο Αιγάλεω (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης στην προαναφερόμενη δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος Δήμος Αιγάλεω, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. το από 23-11-2023 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου Δ. Β. στην Μαρία Βλαδίκα, πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, δια της οποίας είχε αυτός παρασταθεί χωρίς να καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο (10-11-2020) της υπόθεσης.
Επομένως θα θεωρηθεί παρών και κατά τη νέα συζήτηση, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.
Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που δεν διαφοροποιείται με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του Ν. 4270/2014, (με τον οποίο καταργήθηκε ο ν. 2362/1995) και που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12- 2006, Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρίσιμου εδώ χρόνου, γέννησης των ενδίκων αξιώσεων), ορίζεται ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιοσδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α' ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια.
Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα), ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (βλ.
ΑΕΔ 9/2009, ως προς την ερμηνεία της, παρομοίου περιεχομένου, διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ. δ. κατ' αυτών). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.
Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.
Εξάλλου, η τακτικότητα στην καταβολή των κάθε είδους απολαβών των υπαλλήλων του Δημοσίου και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις αυτών για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά σε ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.
Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 9/2017, ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 1241/2018), η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004, ΑΠ 1241/2018, ΑΠ 1169/2021) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες ή οι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών, υπέρ των ΟΤΑ, επιβαρύνσεων (βλ.
ΟλΑΠ 38/2005, ΑΠ 1169/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α' και β' του νόμου 2362/1995, η παραγραφή διακόπτεται: "α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών και β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας, για την πληρωμή της απαιτήσεως, αρχής.
Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή". Με βάση την τελευταία αυτή διάταξη, η ως άνω διετής παραγραφή μπορεί να διακοπεί και σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής, με την υποβολή αίτησης προς την αρμοδία αρχή για πληρωμή της ιδίας με την αγωγή, κατά περιεχόμενο και αίτημα, απαίτησης (ΑΠ 879/2017, ΑΠ 187/2009), η οποία ουδόλως αποκλείεται να λάβει χώρα με επίδοση της σχετικής αίτησης με δικαστικό επιμελητή.
Εάν λάβει χώρα υποβολή της ανωτέρω αίτησης και παραλείψει η διοίκηση να απαντήσει, νέα ισόχρονη παραγραφή αρχίζει από την επομένη της συμπλήρωσης εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης. Συγκεκριμένα, για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ.
να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 1241/2018, ΑΠ 796/2018, ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 879/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013) και εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του κρίσιμου για την ένδικη υπόθεση χρόνου: "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής.
Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της, ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, από την έγερση της αγωγής, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ίσχυε γι' αυτήν, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης (ΟλΑΠ 7/2022).
Επιπλέον, κατά το άρθρο 263 ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σα να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως επανέργεση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα της ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που ήταν εφαρμοστέα στην δίκη που επρόκειτο να γίνει με βάση την αγωγή από την οποία ο ενάγων παραιτήθηκε, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021).
Ταυτότητα δε της ιστορικής αιτίας υπάρχει και όταν το αίτημα της νέας αγωγής είναι ελαττωμένο σε σχέση με εκείνο της προγενέστερης αγωγής και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται αναγκαίες διαφοροποιήσεις, με τις οποίες συμπληρώνονται ασάφειες ή ελλείψεις, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 252/2016).
Επομένως, εάν ο δικαιούχος επαναγείρει την αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της παραίτησής του, η παραγραφή λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 113/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020 ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 750/2020).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, AΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 5-5-2010 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι με διαδοχικές συμβάσεις, με έναρξη της πρώτης σύμβασης στις 27-2-2001 για όλους τους ενάγοντες, πλην της δεύτερης της οποίας η πρώτη σύμβαση άρχισε στις 28-3- 2001 και έληξαν όλες στις 26-1-2002 και οι λοιπές ακολούθησαν χωρίς μεταξύ τους διακοπή κατά τα παρατιθέμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα και διήρκεσαν έως τις 5-11-2006 και οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, ήτοι της πρώτης εναγομένης "Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ" μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Αιγάλεω", ήδη αναιρεσίβλητου, απασχολήθηκαν στη φύλαξη σχολικών κτιρίων του τελευταίου στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απασχόλησης ανέργων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Ότι στις 5-11-2006 οι ως άνω συμβάσεις τους μετατράπηκαν εξ αρχής σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με την περιγραφόμενη στην αγωγή διαδικασία, διότι, αν και μέχρι τότε αναγράφονταν ως "συμφωνητικά συνεργασίας", ήταν εξ αρχής συμβάσεις εργασίας. Ότι κατά τη χρονική περίοδο από την πρόσληψη μέχρι τη μονιμοποίησή τους (δηλαδή από τις 28-3-2001 για τη δεύτερη ενάγουσα και τις 27-2- 2001 για τους λοιπούς ενάγοντες μέχρι τις 5-11-2006), αυτοί εργάσθηκαν ως σχολικοί φύλακες σε καθημερινή βάση, αργίες και Σαββατοκύριακα σε τρεις βάρδιες συνολικής ημερήσιας διάρκειας οκτώ ωρών (7:00 -15:00, 15:00 -23:00 και 23:00 - 7:00) και για 22 ημέρες το μήνα, έναντι ημερήσιας αποζημίωσης 35,22 ευρώ το μήνα, τελώντας υπό τις οδηγίες, τις εντολές και την επίβλεψη των οργάνων του δεύτερου εναγομένου, καλύπτοντας, ως σχολικοί φύλακες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, πλην όμως, οι εναγόμενοι δεν τους κατέβαλαν τις νόμιμες αμοιβές τους για α)τις παράνομες υπερωρίες, τη νυκτερινή τους εργασία, την εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και την εργασία τους κατά τις νυκτερινές ώρες Κυριακών και αργιών, που πραγματοποίησαν σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην ένδικη αγωγή αναλυτικούς ανά μήνα πίνακες, τις οποίες (αμοιβές) υπολόγισαν με βάση το καταβληθέν σε αυτούς ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ (και όχι το μεγαλύτερο ημερομίσθιο που καταβαλλόταν την αντίστοιχη χρονική περίοδο στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου Δήμου), β) τα έξοδα κίνησης, που καθόρισαν στο μηνιαίο ποσό των 117,38 ευρώ για το έτος 2001, στο μηνιαίο ποσό των 176 ευρώ για καθένα από τα έτη 2002, 2003 και 2004, στο μηνιαίο ποσό των 238 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1-1-2005 μέχρι 30-6-2005, στο ποσό των 270 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1-7-2005 μέχρι 30-6- 2006 και στο ποσό των 325 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1-7- 2006 μέχρι 5-11-2006, γ)το επίδομα γάμου που υπολόγισαν με βάση το καταβληθέν ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ, δ)το επίδομα Πάσχα του έτους 2006, το οποίο υπολόγισαν με βάση επίσης το ως άνω καταβληθέν ημερομίσθιο.
Ότι για τις παραπάνω αιτίες οφείλονται σ'αυτούς αμοιβές συνολικού ποσού 30.275,27 ευρώ για τον 1° ενάγοντα, 35.785,80 ευρώ για τη 2η ενάγουσα, 35.714,80 ενάγουσα ευρώ για τον 3° ενάγοντα, 35.845,41 ευρώ για την 4η ενάγουσα, 35.794,87 ευρώ για τον 5°ενάγοντα, 34.623,11 ευρώ για την 6η ενάγουσα, 35.869,56 ευρώ για την 7η ενάγουσα, 29.923,20 ευρώ για την 8η ενάγουσα, 28.993,18 ευρώ για την 9η ενάγουσα, 36.286,62 ευρώ για την 10η ενάγουσα, 36.005,07 ευρώ για την 11η ενάγουσα και 35.521,67 ευρώ για την 12η ενάγουσα.
Ακόμη επικαλέστηκαν οι ενάγοντες ότι έχουν διακόψει την παραγραφή των ως άνω αξιώσεων τους τόσο με την από 21-12- 2007 και με αριθμό κατάθεσης 2807/2007 αγωγή τους εναντίον των εναγομένων, την οποία κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και επέδωσαν στους αντιδίκους τους και από το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά παραιτήθηκαν με την κρινόμενη από 5-5-2010 αγωγή, όσο και με τις α) από 27-12-2005 και β) υπ' αριθμ. 41786/22-12-2006 αιτήσεις διαμαρτυρίας τους, που νόμιμα κοινοποίησαν στο δεύτερο εναγόμενο στις ημερομηνίες που παρέθεσαν.
Με βάση το άνω ιστορικό, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος τους, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, κυρίως μεν με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους και με το ημερομίσθιο που είχε συμφωνηθεί και επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να καταβάλουν με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, στον κάθε ενάγοντα ποσό 20.000 ευρώ ή ποσοστό επί του όλου αιτήματος, στον 1° ενάγοντα 33,94% στη 2η ενάγουσα 44,11%, στον 3° ενάγοντα 44,00%, στην 4η ενάγουσα 44,20%, στον 5° ενάγοντα 44,13%, στην 6η ενάγουσα 42,24%, στην 7η ενάγουσα 44,24%, στην 8η ενάγουσα 33,16%, στην 9η ενάγουσα 31,02%, στην 10η ενάγουσα 44,88%, στην 11η ενάγουσα 44,45% και στην 12η ενάγουσα 43,70% και να αναγνωρισθεί ότι τους οφείλουν το υπόλοιπο.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 184/2014 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή, καθόσον μεν αφορά την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, για έλλειψη παθητικής της νομιμοποίησης, κατά ουσιαστική παραδοχή σχετικής ένστασής της, κρίνοντας ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά, εφόσον αποδείχθηκε ότι αντισυμβαλλόμενος των εναγόντων στη σύμβαση εργασίας και υπόχρεος ως εργοδότης στην καταβολή των αιτουμένων κονδυλίων είναι μόνο ο δεύτερος εναγόμενος Δήμος Αιγάλεω και όχι η εν λόγω εταιρία.
Καθόσον δε αφορά τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, λόγω του ότι οι ασκούμενες με αυτήν αξιώσεις των εναγόντων, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 Ν. 2362/2005, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής που είχαν προτείνει οι ενάγοντες.
Κατά της απόφασης αυτής οι τελευταίοι, άσκησαν την από 29-7-2015 έφεσή τους, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Εφετείο δέχτηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των με επίκληση προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κρίσιμο ζήτημα της παραγραφής ή μη των αξιώσεων των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και της διακοπής αυτής της παραγραφής τα ακόλουθα. "Περαιτέρω, ως προς τον εναγόμενο Δήμο Αιγάλεω, που αποδείχθηκε κατά τα άνω ότι είναι ο εργοδότης των εναγόντων, αποδείχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων απέναντι του από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για καταβολή των αμοιβών τους για υπερωριακή απασχόληση, νυχτερινή εργασία και εργασία τις Κυριακές και τις αργίες, επιδόματα εορτών και γάμου, έξοδα κίνησης για το επίδικο χρονικό διάστημα από 27.02.2001 (ή από 28.03.2001 για τη 2η ενάγουσα) έως 05.11.2006 (αφού από 06.11.2006 οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου), που ασκήθηκαν με την ένδικη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο, στις 25.06.2010 [....] έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 Ν. 2362/2005, και είναι ουσιαστικά ένσταση παραγραφής τους, που προτάθηκε μεν πρωτοδίκως (βλ.
των πρωτόδικων προτάσεών του) από τον εναγόμενο και ήδη ερημοδικούντα εφεσίβλητο Δήμο Αιγάλεω, αλλά και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 94 εδ.δ του ν.δ.2362/1995, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρο 533 παρ.2 ΚΠολΔ), η οποία, άλλωστε, είναι ταυτόσημη, κατά το περιεχόμενο, με την ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 144 εδ.δ του ν.4270/2014.
Οι ενάγοντες προέβαλαν πρωτοδίκως την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής, την οποία επαναφέρουν με τον 10 λόγο έφεσης., ισχυριζόμενοι ότι με την από 22-12-2006 διαμαρτυρία τους που υπέβαλαν με αρ.πρωτ. 41756/22.12.2006 στον εναγόμενο Δήμο Αιγάλεω και στη συνέχεια, με την επίδοση στις 27.12.2007 [....] της από 21.12.2007 αγωγής που άσκησαν κατά του εναγομένου Δήμου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την αναβολή της συζήτησής της στις 08.05.2008 και στη συνέχεια, με την εκφώνηση των διαδίκων και τη ματαίωση της συζήτησής της στις 11.05.2009 και ακολούθως, με την επίδοση στις 30.04.2010 [....] της από 22.04.2010 (αρ.εκθ.κατ. 796/2010) κλήσης με την οποία η άνω αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τέλος με την επίδοση στις 25.06.2010 [...] της ένδικης αγωγής, με την οποία παραιτήθηκαν από την άνω προγενέστερη αγωγή τους, διέκοψαν την διετή παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων.
Πλην όμως, η αντένσταση αυτή, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποδείχθηκε και είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Και τούτο διότι, οι ενάγοντες, πλην του 1ου τούτων, ήτοι του Α. Γ. του Α., του οποίου υπογραφή δεν υπάρχει στην επικαλούμενη αίτηση- διαμαρτυρία, με την προαναφερόμενη από 22.12.2006 αίτηση διαμαρτυρία τους διέκοψαν μόνο την παραγραφή των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 23.12.2004 έως 05.11.2006, αφού οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων που είχαν γεννηθεί κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα από 27.02.2001 {από 28.03.2001 για τη δεύτερη ενάγουσα} έως 23.12.2004, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο υποβολής της διαμαρτυρίας τους, είχαν ήδη υποκύψει στη διετή παραγραφή, των άρθρων 90 και 91 του ν.2362/1995, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες με την επίδοση στις 27.12.2007 της προηγούμενης από 21.12.2007 αγωγής τους που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών στον εναγόμενο Δήμο [....] επιχείρησαν να διακόψουν τη διετή παραγραφή όσων εκ των ενδίκων αξιώσεων, κατά τα προαναφερόμενα, δεν είχαν παραγραφεί, δηλαδή εκείνων που είχαν γεννηθεί από 23.12.2004 έως 05.11.2006, η παραγραφή των οποίων είχε διακοπεί με την πιο πάνω αίτηση -διαμαρτυρία τους και είχε αρχίσει να τρέχει εκ νέου μετά εξάμηνο από την υποβολή της, ήτοι στις 23.06.2007, αφού δεν αποδείχθηκε έγγραφη απάντηση του εναγομένου Δήμου.
Ο δε πρώτος ενάγων, που δεν είχε υπογράψει την αίτηση-διαμαρτυρία επιχείρησε με την επίδοση της άνω από 27.12.2007 αγωγής, να διακόψει την διετή παραγραφή των αξιώσεών του που είχαν γεννηθεί από 27.12.2005 έως 05.11.2006, αφού όσες απαιτήσεις του είχαν γεννηθεί κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, είχαν ήδη υποκύψει στη διετή παραγραφή.
Ωσαύτως, δε με την αναβολή της συζήτησης της προγενέστερης αυτής αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών στις 08.05.2008 και με τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο στις 11.0.2009, με την επίδοση στον καθ' ου η κλήση-εναγόμενο Δήμο στις 30.04.2020 της από 22.04.2010 κλήσης με την οποία η εν λόγω αγωγή επανήλθε προς συζήτηση, τέλος, δε με την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στις 25.06.2010 με το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν από την προγενέστερη, οι ενάγοντες επιχείρησαν να διακόψουν εκάστοτε τη διετή παραγραφή των προαναφερομένων ενδίκων αξιώσεών τους, που άρχιζε εκ νέου μετά από κάθε νέα διακοπή.
Ωστόσο, παρά την επίδοση στις 27.12.2007 της από 21.12.2007 και με αριθμ.εκθ.κατ.2807/2007 αγωγής που άσκησαν οι ενάγοντες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναβολή της συζήτησής της στις 08.05.2008, την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και τη ματαίωση της συζήτησης στις 11.05.2009, την επίδοση στις 30.04.2010 της από 22.04.2010 κλήσης των εναγόντων με την οποία η άνω αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση και την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στις 25.06.2010, με το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν από την προγενέστερη, η διετής παραγραφή και των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων με αριθμούς από 2 έως 12, που είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 23.12.2004 έως 05.11.2006, των οποίων είχε διακοπεί η παραγραφή με την από 22.12.2006 αίτηση- διαμαρτυρία τους και είχε αρχίσει να τρέχει εκ νέου, μετά πάροδο εξαμήνου, ήτοι από 23.06.2007, συμπληρώθηκε, στις 23.06.2009, {η διετής παραγραφή των απαιτήσεων του πρώτου των εναγόντων είχε ήδη συμπληρωθεί, στις 06.11.2008, αφού δεν είχε διακοπεί με την προαναφερόμενη αίτηση-διαμαρτυρία, καθώς αυτός δεν την είχε υπογράψει}, έτσι ώστε όταν ασκήθηκε η ένδικη αγωγή με την επίδοσή της στις 25.06.2010 , όλες οι ένδικες αξιώσεις είχαν ήδη υποκύψει στην άνω παραγραφή.
Και τούτο διότι, οι ένδικες αξιώσεις είναι εντελώς διαφορετικές, κατά την ιστορική και νομική αιτία, αλλά και το αίτημα, από εκείνες που ασκήθηκαν με την επιδοθείσα στις 27.12.2007 προγενέστερη από 21-12-2007 (αρ.εκθ.κατ.2807/21.12.2007) αγωγή που απευθύνθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και αποτέλεσαν περιεχόμενο της.
Συγκεκριμένα, με την προγενέστερη αυτή αγωγή οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι έχουν προσληφθεί με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από τον εναγόμενο Δήμο με ημερομίσθιο 35,22 ευρώ Χ 22 ημέρες τον μήνα, που είχαν όμως τα χαρακτηριστικά συμβάσεως αορίστου χρόνου και ότι αντίστοιχος εργαζόμενος του Δήμου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για το έτος 2004 ελάμβανε ημερομίσθιο 41,96 ευρώ, για το έτος 2005 ελάμβανε ημερομίσθιο 43,44 ευρώ και για το έτος 2006 ελάμβανε 45,64 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων ανθυγιεινού επιδόματος και οικογενειακής παροχής), με βάση το οποίο προσδιόρισαν την αμοιβή για νυχτερινή εργασία, για εργασία σε αργίες, εξαιρέσιμες ημέρες και για νυχτερινή εργασία τις αργίες και εξαιρέσιμες ημέρες και ζήτησαν να τους επιδικασθεί α) η διαφορά μεταξύ των αποδοχών που οι ενάγοντες είχαν λάβει για όλο το έτος 2004 και για όλο το έτος 2005, με βάση τη σύμβασή τους και εκείνων που έπρεπε να λάβουν με βάση τις ετήσιες για το έτος 2004 και για το έτος 2005 τακτικές αποδοχές του εργαζομένου στον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση αορίστου χρόνου, καθώς και β) η αμοιβή για παρασχεθείσα από τους ίδιους νυχτερινή εργασία, εργασία σε ημέρες αργίας και εξαιρέσιμες και νυχτερινή εργασία σε αντίστοιχες ημέρες, την οποία θα ελάμβανε ο άνω εργαζόμενος, υπολογισμένη με βάση το προαναφερόμενο ημερομίσθιο του, αν αυτός είχε πραγματοποιήσει την εργασία που πραγματοποίησαν στις αντίστοιχες ημέρες και ώρες οι ενάγοντες.
Για δε το έτος 2006, ζήτησαν να τους επιδικασθεί α) η διαφορά μεταξύ των αποδοχών που οι ενάγοντες είχαν λάβει με βάση τη σύμβασή τούς για 3 μήνες, χωρίς να προσδιορίζουν ειδικότερα τους μήνες αυτούς, και εκείνων των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν με βάση τις τακτικές αποδοχές για το ίδιο τρίμηνο-που δεν προσδιορίζεται- του αντίστοιχου εργαζομένου στον Δήμο με σύμβαση αορίστου χρόνου, καθώς και β) η αμοιβή για παρασχεθείσα από τους ίδιους νυχτερινή εργασία, εργασία σε ημέρες αργίας και εξαιρέσιμες και νυχτερινή εργασία σε αντίστοιχες ημέρες, την οποία θα ελάμβανε ο άνω εργαζόμενος, υπολογισμένη με βάση το προαναφερόμενο ημερομίσθιο του, αν αυτός είχε πραγματοποιήσει την εργασία που πραγματοποίησαν στις αντίστοιχες ημέρες και ώρες οι ενάγοντες.
Ζητούσαν δε να τους επιδικασθεί και η διαφορά μεταξύ του ποσού που έλαβαν ως επιδόματα εορτών και αδείας από 01.01.2002 έως τον Δεκέμβριο 2007 οι ίδιοι οι ενάγοντες και του μεγαλύτερου εκείνου, που καταβλήθηκε ως επιδόματα εορτών και αργίας για το ίδιο χρονικό διάστημα σε εργαζόμενο του Δήμου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται κανένα από τα ποσά αυτά.
Πέραν τούτου, οι αξιώσεις που ασκήθηκαν με την αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου, ως προς τους 1°, 4η και 6η ενάγοντες, αφορούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που καταρτίστηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο και δη, από 01.04.2001 και όχι από τον προγενέστερο χρόνο και δη, από 27.02.2001 που ζητούν με την κρινόμενη αγωγή και συνεπώς, οι αξιώσεις που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 27.02.2001 έως 01.04.2001, δεν αποτελούν περιεχόμενο της αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι αξιώσεις σε αμφότερες τις αγωγές ταυτίζονται κατά την ιστορική και νομική αιτία, {που δεν συμβαίνει, όπως προεκτέθηκε}.
Επικουρικώς δε, οι ενάγοντες με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αγωγή τους ζητούσαν τα ίδια ποσά με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ισχυριζόμενοι ότι πλούτισαν αδικαιολόγητα οι εναγόμενοι σε βάρος τους, κατά τη διαφορά μεταξύ των ποσών που καταβλήθηκαν στους ενάγοντες και εκείνων που οι εναγόμενοι θα κατέβαλαν για τις παραπάνω αιτίες σε αντίστοιχο εργαζόμενο στο Δήμο με αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας.
Ήδη, δε με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες επικαλούνται διαφορετική ιστορική και νομική βάση για τις ένδικες αξιώσεις τους, οι οποίες διαφέρουν επιπλέον και κατά τα ποσά από τις ασκηθείσες με την άνω προγενέστερη αγωγή. Συγκεκριμένα επικαλούνται ότι συνδεόμενοι με τον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (και όχι γνήσια σύμβαση μαθητείας) πραγματοποίησαν παράνομες υπερωρίες, νυχτερινή εργασία, εργασία σε Κυριακές και αργίες, βραδινή εργασία σε Κυριακές και αργίες και ζητούν να τους επιδικασθούν τα αιτούμενα ποσά, που τους οφείλονται, τα οποία υπολογίζουν με βάση το ημερομίσθιο τους, που είχε συμφωνηθεί για 22 ημέρες μηνιαίως στο ποσό των 35,22 ευρώ ημερησίως (όχι ως διαφορά μεταξύ όσων θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος στον Δήμο με σύμβαση αορίστου χρόνου και όσων έλαβαν οι ίδιοι), δηλαδή επικαλούνται διαφορετική ιστορική βάση για τις ένδικες αξιώσεις τους, επικουρικώς δε ζητούν τα ίδια με την κύρια βάση ποσά (που διαφέρουν από εκείνα της προγενέστερης αγωγής) με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενοι ότι πλούτισε ο Δήμος, κατά τα ποσά που δεν τους κατέβαλε, για τις παραπάνω αιτίες με βάση το" συμφωνημένο ημερομίσθιο τους.
Περαιτέρω, διαφέρει ο αριθμός των νυχτερινών εργασιών κατά τα έτη 2004, 2005 και 2006 (ο οποίος ποικίλλει για κάθε ενάγοντα και κυμαίνεται από 25 έως 89 για το έτος 2004, από 26 έως 87 για το έτος 2005 και από 7 έως 73 για το έτος 2006) από εκείνον που αναφέρουν στην προγενέστερη αγωγή (τον οποίο προσδιορίζουν ίδιο για κάθε ενάγοντα σε 38, 48 και 16, αντίστοιχα, για τα έτη 2004, 2005 και 2006), στην οποία σημειωτέον ουδόλως προσδιορίζουν τον αριθμό αυτό των νυχτερινών εργασιών κατά μήνα, ενώ δεν μπορεί να προσδιορισθεί αν οι 3 μήνες (που ουδόλως προσδιορίζονται) του έτους 2006, για τους οποίους οι ενάγοντες ζήτησαν την αμοιβή τους (ως διαφορά αποδοχών μεταξύ όσων έλαβαν και εκείνων που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος στο Δήμο με σύμβαση αορίστου χρόνου) με την προγενέστερη αυτή αγωγή, εμπίπτουν στους 10 μήνες (από 01.01.2006 έως 05.11.2006) του έτους 2006 για τους οποίους ήδη ζητούν με την κρινόμενη αγωγή, την αμοιβή τους, υπολογισμένη με βάση το συμφωνημένο για τους ίδιους ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ και όχι ως διαφορά μεταξύ όσων έλαβαν και εκείνων που θα ελάμβανε αντίστοιχος εργαζόμενος στο Δήμο με σύμβαση αορίστου χρόνου.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα και όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, οι αξιώσεις που αποτελούν περιεχόμενο της προγενέστερης αυτής αγωγής δεν ταυτίζονται κατά την ιστορική αιτία και τα ποσά με εκείνες που αποτελούν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και η σχετική αντένσταση διακοπής της παραγραφής με την έγερση της προηγούμενης αγωγής, πέραν της αοριστίας της-αφού οι ενάγοντες που την προέβαλαν δεν περιέγραφαν καθόλου το περιεχόμενο της προγενέστερης αγωγής τους, όπως είχαν υποχρέωση [....]- αποδείχθηκε ουσία αβάσιμη, με αποτέλεσμα να μην έχει διακοπεί με την επίδοση στον εναγόμενο Δήμο της προγενέστερης αυτής αγωγής, την αναβολή και τη ματαίωση της συζήτησής της, αλλά και την επαναφορά της σε συζήτηση με την σχετική κλήση που επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο, η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, που άρχισε εκ νέου να τρέχει μετά τη διακοπή της στις 23.06.2007 με την προαναφερόμενη αίτηση-διαμαρτυρίας και συμπληρώθηκε με την πάροδο διετίας στις 23.06.2009, {για τον πρώτο ενάγοντα, που δεν υπέγραψε τη διαμαρτυρία, συμπληρώθηκε στις 06.11.2008} δηλαδή πριν την επίδοση στις 25.06.2010 της ένδικης αγωγής.
Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή, κατά την κυρία από τη σύμβαση βάση της, καθόσον αφορά τον Δήμο Αιγάλεω, όπως προεκτέθηκε, είναι μεν νόμιμη, αφού κρίθηκε ότι αυτός είναι ο εργοδότης των εναγουσών (ορθώς εναγόντων), με τον οποίο συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που μετά την κατάταξή τους στις 06.11.2006 σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με το άρθ. 1 §4 εδ.β' ν. 3320/2005, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, πλην όμως η αγωγή είναι απορριπτέα, επειδή έχουν υποκύψει στην διετή παραγραφή οι ένδικες αξιώσεις. Απορριπτέα, ως παραγεγραμμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρονται είναι η κρινόμενη αγωγή και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της, αφού και οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων-σε βάρος του εναγομένου Δήμου Αιγάλεω, που ως εργοδότης τους ωφελήθηκε από την εργασία τους, έχουν υποκύψει, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, στην ίδια διετή παραγραφή.
Συνεπώς, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως προς την κύρια από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της, ως ουσία αβάσιμη, λόγω της παραγραφής, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (534 ΚΠολΔικ) και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον σχετικό 1° λόγο της έφεσής τους είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα, όπως είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και η έφεση στο σύνολο της, αφού δεν περιέχει άλλο λόγο, καθόσον αφορά τον εφεσίβλητο Δήμο".
Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, το Εφετείο δεχόμενο ότι οι διαλαμβανόμενες στην ένδικη, από 5-5-2010 αγωγή αξιώσεις τους κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ - ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Αιγάλεω", που προέκυψαν από τις μεταξύ των ως άνω διαδίκων συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή παραβίασε τα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 2 και 28 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 1 περ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.
Σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεχόμενο ότι οι ένδικες απαιτήσεις των ως άνω εναγόντων - αναιρεσειόντων κατά του δεύτερου εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, αφορούν σε αμοιβές τους, που στηρίζονται στις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που είχαν συνάψει με τον με αυτόν και ότι ως εκ του χρόνου γέννησής τους (27-2-2001 και 28-3-2001 για τη δεύτερη αναιρεσείουσα μέχρι 5-11-2006) υπόκεινται στη διετή παραγραφή που προβλέπεται στο άρθρο 90 παρ. 3 του ν.2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους" το οποίο ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο και το οποίο εφαρμόζεται και επί των Ο.Τ.Α.
σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το ως άνω άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το άρθρο 250 περ. 6 και 17 του ΑΚ και, δεν παραβίασε τα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 28 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 1 περ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς δεν έλαβε υπόψη του την αντένσταση διακοπής της παραγραφής όλων των ενδίκων αξιώσεών τους, αρχικά με την κατάθεση στον αναιρεσίβλητο Δήμο των α) από 27-12-2005 [πλην της 8ης εξ αυτών Κ. Φ.] και β) με αριθ. πρωτ. 41786/22-12-2006 αιτήσεων διαμαρτυριών τους και στη συνέχεια με την από 21-12- 2007 και με αριθ. κατάθ. 2807/2007 προγενέστερη της ένδικης - ομοίου ωστόσο με αυτή περιεχομένου- αγωγή τους κατά του αναιρεσίβλητου, την οποία (αντένσταση διακοπής της παραγραφής) είχαν παραδεκτά προτείνει πρωτοδίκως και παραδεκτά επανέφεραν στο Εφετείο.
Από τις ήδη εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του κατά ένα μέρος την προταθείσα αντένσταση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, περί διακοπής της παραγραφής των διαλαμβανόμενων στην ένδικη, από 5-5-2010, αγωγή αξιώσεων τους, ήτοι όσον αφορά την αιτούμενη διακοπή με την υποβολή της με αριθ.
πρωτ. 41756/22-12-2006 αίτησης διαμαρτυρίας- η οποία στο αναιρετήριο και στα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα των εναγόντων εκ παραδρομής αναγράφεται με αριθμό 41786- και στη συνέχεια με την από 21-12-2007 και με αριθ. κατάθ. 2807/2007 προγενέστερη αγωγή και την δέχθηκε εν μέρει. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η διετής παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων διακόπηκε μεν με την κοινοποίηση στον αναιρεσίβλητο Δήμο της 41756/22-12-2006 δήλωσης διαμαρτυρίας των ως άνω αναιρεσειόντων, πλην του πρώτου, που δεν είχε υπογράψει την αίτηση, πλήν όμως η αρξάμενη μετά την δήλωση διαμαρτυρίας (νέα) διετής παραγραφή δεν διακόπηκε εκ νέου με την άσκηση της από 21-12-2007 αγωγής τους (και) κατά του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς η προγενέστερη αυτή αγωγή δεν έχει την ίδια νομική και ιστορική αιτία και τα ίδια αιτήματα με την ένδικη από 5-5-2010 αγωγή.
Επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής με τη με αριθ. 41756/22.12.2006 (δεύτερη) δήλωση διαμαρτυρίας των αναιρεσειόντων προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο είναι αλυσιτελής για τις αξιώσεις αυτών που αφορούν το μέχρι 31.3.2006 χρονικό διάστημα (οι οποίες καλύπτονται από την επιδοθείσα στις 29.3.2006 πρώτη από 22.12.2005 αίτηση διαμαρτυρίας), με εξαίρεση την 8η αναιρεσείουσα Κ.
Φ., η οποία δεν είχε υπογράψει την πρώτη αίτηση, καθότι η υποβολή δεύτερης αίτησης διαμαρτυρίας δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. Με τη δεύτερη αυτή δήλωση διαμαρτυρίας διακόπηκε η παραγραφή μόνο για τις τυχόν αξιώσεις των αναιρεσειόντων (που είχαν υπογράψει την αρχική δήλωση) για το μετά την 31.3.2006 χρονικό διάστημα και μέχρι τη μονιμοποίησή τους (5.11.2006), με εξαίρεση την 8η αναιρεσείουσα Κ.
Φ., για την οποία διακόπηκε η παραγραφή για το σύνολο των (μη παραγραφεισών) μέχρι τότε αξιώσεων της από 22.12.2004 μέχρι 5.11.2006. Περαιτέρω, δεν έλαβε όμως υπόψη του δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των προεκτεθεσών παραδοχών του, την αιτουμένη διακοπή της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων με την υποβολή της από 27-12-2005 αίτησης διαμαρτυρίας των αναιρεσειόντων, πλην της μη υπογράφουσας αυτήν 8ης αναιρεσείουσας Κ.
Φ.ς, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 29-3-2006, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον διακόπτει, την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων που γεννήθηκαν από τις 29-3-2004 και εφεξής. Έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και είναι βάσιμος κατά το σκέλος του αυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.
Με τον τρίτο και τελευταίο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Μονομελές Εφετείο με τις παρατιθέμενες στον οικείο λόγο παραδοχές της, σύμφωνα με τις οποίες η άσκηση της από 21-12-2007 αγωγής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που στις 27-12-2007 επιδόθηκε στον τότε εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο Δήμο και οι διαδικαστικές πράξεις που ακολούθησαν μέχρι την άσκηση της ένδικης από 5-5- 2010 αγωγής δεν διέκοψαν την διετή παραγραφή όλων των με την ένδικη αγωγή επιδιωκόμενων αξιώσεών τους, καθότι οι αξιώσεις τους αυτές είναι εντελώς διαφορετικές, κατά την ιστορική και νομική αιτία, αλλά και τα αιτήματα, από εκείνες που αποτέλεσαν περιεχόμενο της προγενέστερης από 21-12-2007 αγωγής και με το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από τις παραδοχές αυτές, σύμφωνα με το οποίο είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη η ως άνω παραδεκτά προταθείσα αντένσταση τους (περί διακοπής, δηλαδή, της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων τους με την άσκηση της από 21-12-2007 αγωγής), παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 21-12-2007 και με αριθμό κατάθεσης 2807/2007 αγωγής των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, που ασκήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (και) κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Αιγάλεω" και του δικογράφου της ένδικης, από 5-5-2010 και με αριθμό κατάθεσης 113903/3478/2010 αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από τους ίδιους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (και) κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Αιγάλεω", στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής:
Με την προγενέστερη της ένδικης, από 21-12-2007 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι κατά τις χρονικές περιόδους που παρέθεσαν για τον καθένα τους, [οι οποίες, σημειωτέον ταυτίζονται με τις χρονικές περιόδους που παραθέτουν στην ένδικη από 5-5-2010 αγωγή], πλην των 1ου, 4ης και 6ης, που στην προγενέστερη αγωγή, η έναρξη της αρχικής σύμβασης έγινε την 1η-4-2001, με διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και της πρώτης εναγομένης (και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ" και του δεύτερου εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Αιγάλεω", απασχολήθηκαν στη φύλαξη σχολικών κτιρίων του τελευταίου στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απασχόλησης ανέργων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Ότι στις 6-11-2006 οι ως άνω συμβάσεις τους μετατράπηκαν εξ αρχής σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με την περιγραφόμενη στην αγωγή διαδικασία, παρότι μέχρι τότε αναγράφονταν ως "συμφωνητικά συνεργασίας". Ότι από την πρόσληψή τους μέχρι και τις 5-11-2006, εργάσθηκαν ως σχολικοί φύλακες σε καθημερινή βάση, αργίες και Σαββατοκύριακα σε τρεις βάρδιες συνολικής ημερήσιας διάρκειας οκτώ ωρών (7:00 -15:00, 15:00 -23:00 και 23:00 - 7:00) και για 22 ημέρες το μήνα, έναντι ημερήσιας αποζημίωσης 35,22 ευρώ το μήνα, τελώντας υπό τις οδηγίες, τις εντολές και την επίβλεψη των οργάνων του δεύτερου εναγομένου, καλύπτοντας, ως σχολικοί φύλακες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Ότι με δεδομένο ότι οι συμβάσεις τους είχαν το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έπρεπε στην αμοιβή τους να συμπεριλαμβάνονται και δώρα εορτών, επίδομα αδείας και λοιπά επιδόματα (π.χ. οικογενειακό επίδομα) καθώς και να ελάμβαναν την αμοιβή/προσαύξηση που ορίζει ο νόμος για την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές και αργίες και για την εργασία τους κατά τις νυκτερινές ώρες, με αποτέλεσμα να τους οφείλονται για κάθε έτος απασχόλησής τους, αρχής γενομένης από το έτος 2001 και μέχρι τις 31-3-2006, τα παρατιθέμενα στους αντίστοιχους για κάθε ενάγοντα ετήσιους πίνακες κονδύλια, που αφορούν σε:
α)διαφορές του ημερομισθίου τους με το βασικό ημερομίσθιο του με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικού του δεύτερου εναγομένου και σ' αυτό προσθέτουν το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και την οικογενειακή παροχή, β) διαφορές επιδομάτων εορτών, επιδομάτων άδειας, γ) αποζημίωση για νυκτερινή εργασία 62 ημερών το έτος 2001, 55 ημερών το έτος 2002, 40 ημερών το έτος 2003, 38 ημερών το έτος 2004, 48 ημερών το έτος 2005 και 16 ημερών το έτος 2006, δ) αποζημίωση για εργασία τους σε 51 Κυριακές και αργίες το έτος 2001, 35 Κυριακές και αργίες το έτος 2002, 41 Κυριακές και αργίες το έτος 2003, 39 Κυριακές και αργίες το έτος 2004, 48 Κυριακές και αργίες το έτος 2005 και 11 Κυριακές και αργίες το έτος 2006, ε) για νυκτερινή τους εργασία σε 12 Κυριακές και αργίες το έτος 2001, 12 Κυριακές και αργίες το έτος 2002,10 Κυριακές και αργίες το έτος 2003, 13 Κυριακές και αργίες το έτος 2004, 12 Κυριακές και αργίες το έτος 2005 και 1 Κυριακή ή αργία το έτος 2006 και στ) έξοδα κίνησης, τα οποία προσδιορίζουν στο μηνιαίο ποσό των 117,39 ευρώ για το έτος 2001, στο μηνιαίο ποσό των 176 ευρώ για το έτος 2002, στο μηναίο ποσό των 176 ευρώ για το έτος 2003, στο μηνιαίο ποσό των 206 ευρώ για το έτος 2004, στο μηνιαίο ποσό των 238 ευρώ για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2005 και στο μηνιαίο ποσό των 270 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 μέχρι 31-3-2006.
Επιπλέον εξέθεταν ότι δικαιούνταν για τα έτη 2002, 2003, 2004 , 2005 και 2006: α) την ειδική μηνιαία αμοιβή που χορηγήθηκε σε επιλεγμένες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου δυνάμει της με αριθμό 2/96691/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 341/28.3.2001) συνολικού ποσού 20.000 ευρώ, β) την ειδική μηνιαία παροχή ύψους 210 ευρώ, που χορηγήθηκε στις ίδιες ως άνω κατηγορίες δυνάμει της με αριθμό 2/75109/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 176/2003) συνολικού ποσού 17.640 ευρώ και γ) την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, δηλαδή το μηνιαίο επίδομα των 176 ευρώ συνολικού ποσού 14.784 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι έχουν διακόψει την παραγραφή των ως άνω αξιώσεών τους με την με αριθμό 41786 (ορθώς 41756/22-12-2006 αίτηση διαμαρτυρίας τους, που νόμιμα κοινοποίησαν στο δεύτερο εναγόμενο Δήμο, οι ενάγοντες ζήτησαν με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε ολόκληρο σε κάθε ενάγοντα το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της από 21.12.2007 αγωγής.
Στην ένδικη, από 5-5-2010 και με αριθμό κατάθεσης 113903/3478/2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως ήδη εκτέθηκε, οι ίδιοι ενάγοντες, και ήδη αναιρεσείοντες, ιστορούσαν ότι με διαδοχικές συμβάσεις, εκ των οποίων η πρώτη άρχιζε στις 27-2-2001 για όλους πλην της δεύτερης που άρχιζε στις 28-3-2001 και οι λοιπές ακολούθησαν χωρίς μεταξύ τους διακοπή και οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, ήτοι της πρώτης εναγομένης "Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ", μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη και του δεύτερου εναγόμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Αιγάλεω" και ήδη αναιρεσίβλητου κατά τα παρατιθέμενα χρονικά διαστήματα, που διήρκεσαν μέχρι την 5-11-2006, απασχολήθηκαν στη φύλαξη σχολικών κτιρίων του τελευταίου στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απασχόλησης ανέργων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Ότι στις 6-11-2006 οι ως άνω συμβάσεις τους, οι οποίες μέχρι τότε αναγράφονταν ως "συμφωνητικά συνεργασίας" μετατράπηκαν εξ αρχής σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με την περιγραφόμενη στην αγωγή διαδικασία, διότι εξ αρχής είχαν το χαρακτήρα αυτό, αφού τελούσαν υπό τις οδηγίες και τις εντολές του δεύτερου εναγομένου.
Ότι κατά τη χρονική περίοδο από την πρόσληψή τους μέχρι τη μονιμοποίησή τους, στις 6-11-2006, οι εναγόμενοι δεν τους κατέβαλαν τις νόμιμες αμοιβές τους για: α)τις παράνομες υπερωρίες, τη νυκτερινή τους εργασία, την εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και την εργασία τους κατά τις νυκτερινές ώρες Κυριακών και αργιών που πραγματοποίησαν σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην ένδικη αγωγή αναλυτικούς ανά μήνα πίνακες, τις οποίες (αμοιβές) ζήτησαν με βάση το καταβληθέν σε αυτούς ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ (και όχι το μεγαλύτερο ημερομίσθιο που καταβαλλόταν την αντίστοιχη χρονική περίοδο στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου Δήμου), β) τα έξοδα κίνησης, που καθόρισαν στο μηνιαίο ποσό των 117,30 ευρώ για το έτος 2001, στο μηνιαίο ποσό των 176 ευρώ για καθένα από τα έτη 2002, 2003 και 2004, στο μηνιαίο ποσό των 238 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1-1-2005 μέχρι 30.6.2005, στο ποσό των 270 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1-7-2005 μέχρι 31-6-2006 και στο ποσό των 325 ευρώ από 1- 7-2006 έως 5-11-2006, γ) το επίδομα γάμου που υπολόγισαν με βάση το καταβληθέν ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ και δ), το επίδομα Πάσχα του έτους 2006, το οποίο επίσης υπολόγισαν με βάση το ως άνω καταβληθέν ημερομίσθιο.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι έχουν διακόψει την παραγραφή των ως άνω αξιώσεών τους τόσο με την από 21-12-2007 και με αριθμό κατάθεσης 2807/2007 αγωγή τους εναντίον των εναγομένων, την οποία κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και επέδωσαν στους αντιδίκους τους και από το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή, όσο και με τις α)
από 27-12-2005 και β) με αριθμό 41786 (ορθώς 41756/22-12-2006 αιτήσεις διαμαρτυρίας τους, που νόμιμα κοινοποίησαν στο δεύτερο εναγόμενό, (την πρώτη στις 29-3-2006, δυνάμει της υπ'αριθ.8372/29-3-2006 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ξ. Β..Κ.) ζήτησαν με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, οφειλόμενες αποδοχές συνολικού ποσού 30.275,27 ευρώ για τον 1° ενάγοντα, 35.785,80 ευρώ για τη 2η ενάγουσα, 35.714,80 ενάγουσα ευρώ για τον 3° ενάγοντα, 35.845,41 ευρώ για την 4η ενάγουσα, 35.794,87 ευρώ για τον 5°ενάγοντα, 34.623,11 ευρώ για την 6η ενάγουσα, 35.869,56 ευρώ για την 7η ενάγουσα, 29.923,20 ευρώ για την 8η ενάγουσα, 28.993,18 ευρώ για την 9η ενάγουσα, 36.286,62 ευρώ για την 10η ενάγουσα, 36.005,07 ευρώ για την 11η ενάγουσα και 35.521,67 ευρώ για την 12η ενάγουσα, των οποίων την εν μέρει αναγνωριστική και καταψηφιστική επιδίκαση ζήτησαν, όπως ειδικότερα, έχει προεκτεθεί.
Από την αντιπαραβολή του περιεχομένου της από 21-12-2007 (προγενέστερης) αγωγής και της ένδικης, από 5-5-2010, αγωγής συνάγονται τα ακόλουθα: Και οι δύο αγωγές στηρίζονται στην ίδια νομική και ιστορική βάση και έχουν ταυτόσημα τα ακόλουθα αιτήματα καταβολής αμοιβής α)για νυκτερινή εργασία, β)για εργασία σε Κυριακές και αργίες, γ)για νυκτερινή εργασία σε Κυριακές και αργίες, δ)επίδομα γάμου και ε)για έξοδα κίνησης του προσωπικού ΟΤΑ Α βαθμού, για κοινό χρονικό διάστημα από 27- 2-2001, πλην των 1ου, 4ης και 6ης από 1-4-2001 έως 31-3-2006 και απλώς στην ένδικη αγωγή οι αξιώσεις για καταβολή αμοιβής για νυκτερινή εργασία, εργασία σε Κυριακές και αργίες καθώς για νυκτερινή εργασία σε Κυριακές και αργίες περιορίζονται σε συγκεκριμένες ανά μήνα ημέρες και οι εν λόγω αξιώσεις, καθώς και το επίδομα γάμου ζητούνται με βάση το καταβληθέν στους ενάγοντες-αναιρεσείοντες ημερομίσθιο των 35.52 ευρώ, που είναι μικρότερο του ημερομισθίου του μόνιμου προσωπικού του αναιρεσίβλητου, με το οποίο ζητούνταν οι ίδιες αξιώσεις στην προγενεστερη αγωγή.
Συμφωνά δε με την προηγηθείσα νομική σκέψη ο ως άνω περιορισμός των συγκεκριμένων αιτημάτων δεν μεταβάλλει την ταυτότητά τους, διότι δικονομικά (άρθρα 223 και 224 του ΚΠολΔ) αυτό μπορούσε να γίνει και με τις προτάσεις στο πλαίσιο μιας μόνο δίκης (ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021). Αντίθετα στην προγενέστερη της ένδικης αγωγή, ως προκύπτει από τους ενσωματωμένους σε αυτή ετήσιους πίνακες, δεν περιέχονται τα αιτήματα καταβολής αμοιβής για παράνομη υπερωριακή εργασία και καταβολής του επιδόματος εορτής Πάσχα του έτους 2006 καθότι γίνεται στο κείμενο αυτής απλή μόνο μνεία σε αξιώσεις καταβολής επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης λόγω υπερωριακής απασχόλησης, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση αυτών.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ήδη εκτεθείσες κατά λέξη παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι παρά την επίδοση στις 27-12-2007 στον εναγόμενο Δήμο της (προγενέστερης της ένδικης) από 21-12-2007 (αριθμ.εκθ.καταθ.2807/2007) αγωγής που άσκησαν οι ενάγοντες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναβολή της συζήτησής της στις 8-5-2008^τη ματαίωση της συζήτησής της στις 11-5-2009, την επαναφορά της συζήτησής της με την από 22-4-2010 κλήση επίδοση αυτής στον καθού η κλήση εναγόμενο Δήμο στις 30-4- 2010 και την εν συνεχεία παραίτηση των εναγόντων με την ένδικη από 5-5-2010 αγωγή, που επιδόθηκε, στον εναγόμενο Δήμο στις 25-6-2010, από την προγενέστερη από 21-12-2007 αγωγή, η διετής παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων, πλην του πρώτου, για τον οποίο, ως μη υπογράψαντα την από 22-12-2006 αίτηση διαμαρτυρίας, είχε δεχθεί ότι οι αξιώσεις του είχαν υποκύψει στη διετή παραγραφή, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, [δηλαδή αυτών που αφορούσαν στην καταβολή αμοιβής α)για νυκτερινή εργασία, β)για εργασία σε Κυριακές και αργίες, γ)για νυκτερινή εργασία σε Κυριακές και αργίες, δ) για επιδόματα γάμου και ε)για έξοδα κίνησης του προσωπικού των OTA Α βαθμού, οι οποίες είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 22-12-2004 έως 31-3-2006 και των οποίων είχε διακοπεί η παραγραφή με την 41756/22-12-2006 αίτηση διαμαρτυρίας που κατατέθηκε στις 22-12-2006 στον εναγόμενο και την από 21-12-2007 αγωγή, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 27-12-2007, κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής είχαν ήδη υποκύψει στη διετή παραγραφή που ορίζεται στο άρθρο 90 παρ. 3 του τότε ισχύοντος ν. 2362/1995, καθότι οι διαλαμβανόμενες σε αυτήν αξιώσεις είναι εντελώς διαφορετικές, κατά την ιστορική και νομική αιτία, αλλά και το αίτημα, από τις αξιώσεις τους, που ασκήθηκαν με την επιδοθείσα στις 27-12-2007 προγενέστερη από 21-12-2007 (αριθμ.εκθ.καταθ. 2807/2007) αγωγή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Με τις παραδοχές του, όμως, αυτές και το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ, όπως το άρθρο 263 ΑΚ ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, οι οποίες αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ένδικη από 5-5-2010 αγωγή και η προγενέστερη αυτής, από 21-12-2007 αγωγή στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και ειδικότερα στα ίδια νομικά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι ταυτόσημα και στις δύο αγωγές και περιλαμβάνουν (εκτός των άλλων) και τα ταυτόσημα αιτήματα καταβολής:
α)αμοιβής νυκτερινής εργασίας, β)αμοιβής εργασίας σε Κυριακές και αργίες, γ)αμοιβής νυκτερινής εργασίας σε Κυριακές και αργίες, δ)επιδομάτων γάμου και ε)εξόδων κίνησης του προσωπικού των ΟΤΑ Α βαθμού, που αφορούν στη χρονική περίοδο από 29-3-2004, για την 8η αναιρεσείουσα από 22-12- 2004 μέχρι 31-3-2006. Επομένως, στις 27-12-2007, που επιδόθηκε η (προγενέστερη της ένδικης) από 21-12-2007 αγωγή, επήλθε νέα διακοπή της διετούς παραγραφής των ως άνω ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου Δήμου, και η διακοπή αυτή συνεχίστηκε καθ' όλη την προεκτεθείσα διαδικαστική πορεία της εν λόγω αγωγής και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής που έλαβε χώρα με την επίδοσή της στις 25-6-2010 στον αναιρεσίβλητο Δήμο, καθότι από την παραίτηση των ως άνω αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της από 21-12-2007 (προγενέστερης) αγωγής, που έγινε στις 25-6- 2010 (επίδοση ένδικης αγωγής) των ιδίων αναιρεσειόντων, δεν έχει παρέλθει εξάμηνο και η διακοπείσα στις 25-6-2010 παραγραφή θεωρείται σαν να μην διακόπηκε (άρθρο 263 παρ. 2 του ΑΚ).
Ενόψει αυτών, ο προεκτεθείς τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι όλες οι διαλαμβανόμενες στην ένδικη αγωγή αξιώσεις των εναγόντων-αναιρεσειόντων δεν έχουν παραγραφεί, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού οι δεύτερος κατά το προαναφερθέν σκέλος του και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη, από 8-11-2018 και με αριθ.
κατάθ. 10172/834/2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 565/2017, όπως διορθώθηκε με την με αριθμό 3814/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντένσταση της διακοπής της κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετούς παραγραφής, αλλά και κατά το μέρος που δεν ερεύνησε αυτήν, την οποία (αντένσταση) παραδεκτά πρότειναν οι αναιρεσείοντες για τις απαιτήσεις τους κατά του (δεύτερου) εναγομένου-αναιρεσίβλητου Δήμου Αιγάλεω, που γεννήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο από 29-3-2004 (επίδοση της από 27-12- 2005 αίτησης διαμαρτυρίας) η οποία δεν ερευνήθηκε και αφορά τις αξιώσεις όλων των εναγόντων, πλην της 8ης Φ.
Κ., που δεν υπέγραψε την ως άνω αίτηση και της οποίας οι αξιώσεις γεννήθηκαν με την κατάθεση στις 22-12-2006 της δεύτερης από 22-12-2006 αίτησης διαμαρτυρίας μέχρι 31-3-2006, που συμπίπτουν χρονικά οι αξιώσεις της ένδικης αγωγής με τις αξιώσεις της προγενέστερης από 21-12-2007 αγωγής και αναφέρονται σε: α) αμοιβή νυκτερινής εργασίας, β) αμοιβή εργασίας σε Κυριακές και αργίες, γ) αμοιβή νυκτερινής εργασίας σε Κυριακές και αργίες, δ)επιδόματα γάμου και ε)έξοδα κίνησης προσωπικού ΟΤΑ Α βαθμού [και όχι για εκείνες που αφορούν το διάστημα από 1-4-2006 έως 5.11.2006, οι οποίες έχουν παραγραφεί, καθότι παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας από τις 23.6.2007 - πάροδος εξαμήνου από την υποβολή της 41756/22-6-2006 αίτησης διαμαρτυρίας προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο - μέχρι την άσκηση της επιδοθείσας στις 25-6-2010 ένδικης αγωγής].
Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από εκείνον που τη δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - ΟΤΑ Α βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Αιγάλεω", που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματος τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 565/2017, όπως διορθώθηκε με την με αριθμό 3814/2018160/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενο μέρος της, όπως αυτό περιγράφεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - ΟΤΑ Α βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Αιγάλεω" στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ