Supreme Court allows appeal on partial employment contract issue and remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the nature of the employment contract, finding the lower court erred in classifying it as full-time instead of part-time. The court held that the specific working hours established in the prior judgment proved the existence of a part-time dependent labor contract. Consequently, the appeal was granted, the case was remanded for retrial before a different judge, and the appellees were ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρα 559 παρ. 16, 580 παρ. 3: The Supreme Court reviews both the factual findings and legal characterization of res judicata; if the lower court mischaracterizes the nature of the contract underlying the res judicata, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 817 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 817/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ... "...", που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σταματία Παπαδάκου και Χαράλαμπο Πάλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., και 2) Α. Φ. του Δ., κατοίκου …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Σκλήρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 559/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 11/2/2020 αίτησή του και τους από 10/3/2021 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11-2-2020 και με αριθ. κατάθεσης 1419/134/12-2-2020 αίτηση και τους από 10-3-2021 με αριθ. κατάθεσης 33/10-3-2021 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 11/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 569, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και μάλιστα στην έκταση και στα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1549/2018, ΑΠ 249/2011, ΑΠ 560/2009, ΑΠ 1459/2003).
Ο Άρειος Πάγος δηλ. επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο λαμβάνοντας υπόψη και την αιτιολογία της απόφασης αυτής και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλομΑΠ 15/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά (με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια) όσο και αρνητικά (με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο).
Το δεδικασμένο καταλαμβάνει και την κρίση που εξέφερε το αρμόδιο δικαστήριο για κάθε έννομη σχέση, εφόσον η κρίση αυτή ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ασχέτως προς την πληρότητα ή όχι της γενόμενης διερεύνησης των πραγματικών προϋποθέσεων της εν λόγω έννομης σχέσης, ως εκ της εννοίας ακριβώς του δεδικασμένου, το οποίο καλύπτει και τα τυχόν σφάλματα της απόφασης από την οποία παράγεται ΑΠ 280/2016, ΑΠ 1345/2014, ΑΠ 560/2009, ΑΠ 232/2007).
Για να παραχθεί δεδικασμένο αρκεί μόνο να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της τελεσίδικης απόφασης και της ταυτότητας διαφοράς και διαδίκων, το περιεχόμενο δε της συμμόρφωσης εκ του δεδικασμένου καθορίζεται από τις επιταγές της εν λόγω απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12-2-2018 και με αρ. καταθ. 13940/452/2018 ένδικη αγωγή τους προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), όπως διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε παραδεκτά, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν ότι με την υπ' αριθ. 2577/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προηγουμένης από 16-7-2004 και με αρ.
καταθ. 102798/3254/2004 αγωγής τους, κρίθηκε ότι αυτές συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, νπδδ, δυνάμει μίας ενιαίας για καθεμία από αυτές σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης. Ότι με την ίδια απόφαση αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου, σε εκτέλεση των συμβάσεων εργασίας τους, να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, ήτοι να τις απασχολεί, υπό την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 150 € για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του.
Ότι παρότι η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη και ακολούθως αμετάκλητη, το εναγόμενο (αναιρεσείον), ερμηνεύοντας εσφαλμένα αυτή ισχυρίσθηκε, ότι η αναγνώριση της υποχρέωσης απασχόλησής τους, με την ως άνω απόφαση, αφορά δήθεν παροχή εργασίας στη βάση μερικής απασχόλησης με σύμβαση αορίστου χρόνου και προς την κατεύθυνση αυτή ακολούθησε για την πρόσληψή τους εσφαλμένα τη διαδικασία σύστασης προσωποπαγών θέσεων προσωπικού μερικής απασχόλησης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο (αναιρεσείον) να εκτελέσει την πράξη, ήτοι να τις απασχολεί, δυνάμει της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (πλήρους απασχόλησης), ενώ, στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει, να καταδικασθεί αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή και να διαταχθεί η προσωπική κράτηση του νομίμου εκπροσώπου του, προκειμένου να εξαναγκασθεί το εναγόμενο νομικό πρόσωπο σε συμμόρφωση με το κύριο περιεχόμενο της εκδοθησόμενης απόφασης.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε από το παραπάνω Δικαστήριο, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ' αριθ. 559/2019 οριστική απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη, πλην του παρεπόμενου αιτήματος της προσωπικής κράτησης του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου και μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσία βάσιμη και α) υποχρέωσε το εναγόμενο (αναιρεσείον) νομικό πρόσωπο να απασχολεί τις ενάγουσες (αναιρεσίβλητες) δυνάμει της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως έχει κριθεί αμετάκλητα δυνάμει της υπ'αριθ. 2577/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών), στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων και β) καταδίκασε το ίδιο σε χρηματική ποινή ποσού 150 € υπέρ εκάστης ενάγουσας για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωσή του.
Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε την από 17-4-2019 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και το τελευταίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες), μαζί με άλλα δέκα (10) άτομα, τα οποία δεν είναι διάδικα εν προκειμένω, άσκησαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 16/7/2004 και με αρ.
κατ. 102798/3254/19-7-04 αγωγή τους κατά του εναγομένου νομικού προσώπου (ήδη αναιρεσείοντος), ισχυριζόμενες ότι με διαδοχικές συμβάσεις έργου κατά το διάστημα 10/1998 έως 5/2004 προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε αυτό σε ωριαίες βάσεις που λεπτομερώς εκτίθενται σε αυτήν ως καθηγήτριες ξένων γλωσσών και ότι στην πραγματικότητα οι ως άνω συμβάσεις τους ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας με τις οποίες αυτό κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Ζήτησαν δε με αυτήν να αναγνωρισθεί ότι η του ως άνω χρονικού διαστήματος μεταξύ τους έννομη σχέση ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και η υποχρέωση να τις απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη με απειλή χρηματικής ποινής 150 € για κάθε ημέρα παράβασης του διατακτικού της εκδοθησόμενης απόφασης.
Συζητηθείσης της ως άνω αγωγής στις 6/4/06 κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2577/27-12-06 απόφαση η οποία δέχθηκε και στην ουσία την ως άνω αγωγή κατά το αιτητικό της και διέλαβε στο διατακτικό της τα εξής κατά λέξη: "Δέχεται την αγωγή. Αναγνωρίζει ότι τους ενάγοντες τους συνδέει με το εναγόμενο μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαρκείας.
Αναγνωρίζει επίσης την υποχρέωση του εναγομένου να απασχολεί τους ενάγοντες δυνάμει της σύμβασης αυτής, στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων, επ' απειλή χρηματικής ποινής, ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης υπέρ των εναγόντων-δανειστών, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του με την παρούσα απόφαση, άμα τη τελεσιδικία αυτής".
Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, διότι το εναγόμενο δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο μετά την ημερομηνία της δημοσίευσής της. Παρά δε την νομική αβασιμότητα της αγωγής, στο μέτρο που οι ενάγουσες σύμφωνα με τα ιστορούμενα σε αυτήν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ΠΔ 164/2004 (14/7/04) δεν απασχολούνταν με ενεργές συμβάσεις έργου και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν αυτές να χαρακτηρισθούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (άρθ. 11 § 1 ΠΔ 164/2004) ακόμη και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου [και εν προκειμένω δεν ήταν δυνατόν να κάλυπταν εφόσον ιστορούνταν ότι μόνο με μονοψήφιο και διψήφιο αριθμό ωρών απασχολούνταν μηνιαία με μέγιστο 78 η μία και 92 η άλλη, που είναι μηνιαία σημαντικά κατώτερος των τακτικών υπαλλήλων του εναγομένου (160 ώρ. = 5 ημ.
χ 8 ώρ. χ 4 εβδομ.)], η ως άνω απόφαση [...] παράγει δεδικασμένο (εσφαλμένο) στο διατακτικό της οποίας το εναγόμενο έπρεπε να συμμορφωθεί. Περαιτέρω οι ενάγουσες μαζί με την Κ. Β.-Μ. άσκησαν κατά του εναγομένου την από 10/1/14 και με αριθ. κατ. 1871/52/9-1-14 αγωγή αιτούμενες την διόρθωση του διατακτικού της υπ' αριθ. 2577/27-12-06 από το εσφαλμένο κατ' αυτές "επ' απειλή χρηματικής ποινής" στο ορθό "καταδικάζει σε χρηματική ποινή", την καταβολή των χρηματικών ποινών έως και τις 9/1/14, τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και την καταβολή μισθών υπερημερίας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1781/11-8-15 (απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγουσες μαζί με την ανωτέρω, άσκησαν την από 25/9/15 και με αριθ. κατ. 5986/8012/2015 έφεσή τους, η οποία με την υπ' αριθ. 4129/2017 απόφαση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο τούτο.
Έτσι το διατακτικό της υπ' αριθ. 2577/27-12-06 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παρέμεινε ως αυτή είχε δημοσιευθεί το πρώτον. Λόγω δε της μη εκούσιας εκτέλεσης της αποφάσεως από το εναγόμενο και της έλλειψης δυνατότητας επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης κατά αυτού, εξαιτίας του αναγνωριστικού της χαρακτήρα, οι ενάγουσες έχουν έννομο συμφέρον για την απόκτηση εκτελεστού τίτλου δυνάμενου να εκτελεσθεί αναγκαστικά κατά αυτού, δεσμευομένου του Δικαστηρίου από το (εσφαλμένο) δεδικασμένο της που παρήχθη.
Το εναγόμενο, ερμηνεύοντας το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως στη βάση της ιστορικής της θεμελίωσης, ήτοι του σκεπτικού της ότι η απασχόληση των εναγουσών έλαβε χώρα με ολιγόωρες συμβάσεις έργου, ισχυρίζεται ότι η αναγνώριση υποχρέωσης απασχόλησής τους με την ένδικη απόφαση αφορά παροχή εργασίας στη βάση μερικής απασχόλησης με σύμβαση αορίστου χρόνου.
Προς την κατεύθυνση δε αυτής της εφαρμογής στράφηκε από το έτος 2012, όταν και το πρώτον υπήρξε έγγραφη όχληση των εναγουσών για εφαρμογή της παραπάνω απόφασης. Ειδικότερα η τελευταία έγινε αποδεκτή από το Πρυτανικό Συμβούλιο του εναγομένου κατά τη συνεδρία της 1/3/2012 και κατόπιν ακολούθησε διαδικασία συστάσεως προσωποπαγών θέσεων προσωπικού μερικής απασχόλησης κατηγορίας ΠΕ ειδικότητας διδασκάλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου [...] και τελικά η σύσταση 12 τέτοιων θέσεων με την υπ' αριθ. 1278/13-6-17 απόφαση της Συγκλήτου του εναγομένου η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β στις 31/7/19 (αριθ.
φύλλου 3069). Ακολούθως με τα υπ' αριθ. πρωτ. 1920006934/29-10-19 και 192000932/29-10-19 έγγραφα του εναγομένου προς τις ενάγουσες αντίστοιχα, αυτές κλήθηκαν να υποβάλλουν δικαιολογητικά για την κατάταξή τους σε θέσεις ΙΔΑΧ αυτού. Ωστόσο ο ισχυρισμός του αυτός δεν επιβεβαιώνεται από το (εσφαλμένο) διατακτικό της ως άνω αποφάσεως.
Και τούτο διότι η τελευταία (εσφαλμένα) δέχθηκε στην ελάσσονα πρότασή της ότι οι ενάγουσες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου με κρισιολογηθείσες τις ως άνω συμβάσεις έργου. Δεν διαλαμβάνεται δε ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό σχετική σκέψη περί μερικής απασχόλησης των εναγουσών.
Συνεπώς οι ενάγουσες κατά την (εσφαλμένη) ως άνω απόφαση, έπρεπε να απασχοληθούν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως ακριβώς δόθηκε ο νομικός χαρακτηρισμός στην ένδικη σύμβαση με το πρώτο σκέλος του διατακτικού της ως άνω αποφάσεως. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω ισχυρισμός του εναγομένου.
Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η από 12/2/18 αγωγή των εναγουσών και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να απασχολεί τις ενάγουσες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ολικής απασχόλησης, στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών ατομικών τυπικών τους προσόντων και να καταδικασθεί αυτό σε χρηματική ποινή ποσού 150 € υπέρ εκάστης ενάγουσας για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την ως άνω υποχρέωσή του κατ' άρθ. 946 § 1 ΚΠολΔ".
Και με τις παραδοχές αυτές, στο διατακτικό απέρριψε την κρινόμενη έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. κατ' ουσίαν. Τέλος, από την παραδεκτή (κατά τα άνω) επισκόπηση και της απόφασης από την οποία απορρέει το δεδικασμένο, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 2577/2006 απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Οι ενάγοντες (συν. 12 μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητες) προσλήφθηκαν από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) στις ημερομηνίες που αναφέρονται στους ενσωματωμένους στην υπό κρίση αγωγή πίνακες, που εκτίθενται για τον καθένα ενάγοντα και έκτοτε απασχολήθηκαν σε αυτό διαρκώς για αλληλοδιαδοχικές διδακτικές περιόδους, ως καθηγητές Ξένων Γλωσσών με αλλεπάλληλες συμβάσεις έργου συναφθείσες απευθείας με το εναγόμενο και καλύπτουν ολόκληρη τη σχετική περίοδο.
Συγκεκριμένα οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης των συμβάσεων των εναγόντων έχουν ως ακολούθως: (αναγράφονται σε πίνακες τα χρονικά διαστήματα κατά μήνες, έτη και ώρες ανά μήνα απασχόλησης εκάστου ενάγοντος, εκ των οποίων ως προς τις αναιρεσίβλητες είναι οι εξής:) Επειδή οι ενάγοντες εκπληρούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου και ουχί πρόσκαιρες και εποχιακές, εκπληρούν δε τα καθήκοντά τους υπακούοντες στις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων τους, σε ότι αφορά τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους, όπως και το μόνιμο προσωπικό, υποκείμενοι στον ίδιο πειθαρχικό έλεγχο, αλλ' αμειβόμενοι ολιγότερο των μονίμων.
Η δε απόλυση τους είναι παράνομη και καταχρηστική εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, αφού οι συμβάσεις των εναγόντων ήταν κατ' επίφαση και χαρακτηρίζοντο, ως συμβάσεις έργου, ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου. Θα πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τα άρθρα 4, 22, 103 του Συντάγματος και της ρήτρας της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, να θεωρηθεί ότι συνάγεται γενικότερη υπερνομοθετική αρχή, βάσει της οποίας δεν επιτρέπεται η σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εργοδότη.
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι τους ενάγοντες τους συνδέει με το εναγόμενο μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να αναγνωριστεί επίσης η υποχρέωση του εναγομένου να απασχολεί τους ενάγοντες δυνάμει της σύμβασης αυτής, στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων, επ' απειλή χρηματικής ποινής, ύψους (150) ευρώ υπέρ των εναγόντων δανειστών ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του με την παρούσα απόφαση άμα τη τελεσιδικία αυτής".
Από τις παραδεκτά αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της εν λόγω απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, (όπως το διατακτικό αυτής ανωτέρω διαλαμβάνεται), συνάγεται σαφώς ότι η απόφαση αναγνωρίζει με ισχύ δεδικασμένου ότι οι αναιρεσίβλητες συνδέονται με το αναιρεσείον με μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, αφού, όπως απεφάνθη ρητώς, εργάστηκαν από 9 έως 78 ώρες η Α.
Κ. και από 48 έως 92 ώρες η Α. Φ. μηνιαίως, συνεπώς κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος στη βάση της μερικής απασχόλησης (πρβλ. ΑΠ 1191/2018, 942/2015) και ουδόλως παρενέβη στη φύση της απασχόλησής τους, αλλά υποχρέωσε το αναιρεσείον να τις απασχολεί δυνάμει της σύμβασης αυτής, στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων.
Συνακόλουθα, έσφαλε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, που δέχθηκε ότι το απορρέον, εκ της υπ' αριθ. 2577/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεδικασμένο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι ότι αναγνωρίζει ότι τις αναιρεσίβλητες τις συνδέει με το αναιρεσείον μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ολικής απασχόλησης, αντί του ορθού ότι αναγνωρίζει ότι τις αναιρεσίβλητες τις συνδέει με το αναιρεσείον μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης.
Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16α ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους της γίνεται δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου, σύμφωνα με τα παραπάνω, του πρώτου πρόσθετου λόγου αυτής, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της, άπαντες οι οποίοι είναι συναφείς και βάλλουν κατά του ζητήματος της "πλήρους απασχόλησης" των αναιρεσιβλήτων, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017), πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητες που ηττήθηκαν στη δίκη να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία επιδικάζονται πλήρη, αφού η νομική υπηρεσία αυτού δεν διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2, άρθρ. 22 § 3 ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 11/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ