Legislator Case Law & Legislation
560/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding a previously finalized employment contract validity. The court rejects the claim that the contract was voidable. The decision upholds the lower court's finding on the contract's validity. The appeal is dismissed due to the principle of res judicata. The court rules that the contract remains valid and binding. The opposing party's arguments are rejected as baseless. The legal principle of res judicata prevails in this case. The court affirms the finality of the prior judgment.

Case Number 560/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by PAE O Ares Thessaloniki against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that a prior final judgment regarding the validity of an employment contract should not bar a new claim for damages. The court held that the principle of res judicata prevents re-litigation of the contract's validity and the resulting rights. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 16 of the Code of Civil Procedure: The principle of res judicata bars re-litigation of a right already adjudicated in a final judgment, preventing the court from examining the same legal relationship again.

Keywords

AI generated
res judicata final judgment employment contract legal costs appeal dismissal contract validity civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322 and 324 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 16 of the Code of Civil Procedure
Article 518, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 560 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 560/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ποδοσφαιρικής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΕ Ο ΑΡΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10625/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 877/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 23-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6-5-2008 αίτησης για αναίρεση της 877/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκηςτο δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, για την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκε τελεσίδικα και τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.

Εξάλλου ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι εν ενεργεία δικηγόρος του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια ενάσκησης του λειτουργήματός του απασχολήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1979 μέχρι το έτος 1990, ως νομικός της σύμβουλος.

Με το από 1.3.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, με βάση την οποία ο αναιρεσίβλητος θα προσέφερε τις υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλος έναντι μηνιαίας αντιμισθία 1.467,35 ευρώ και για χρονική διάρκεια πέντε ετών, από 1.3.2003 μέχρι 1.3.2008.

Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι θα καταβάλλονταν και τα επιδόματα εορτών και άδειας. Με ειδικό όρο της σύμβασης αυτής αναγνωρίστηκε η ανωτέρω προϋπηρεσία του αναιρεσιβλήτου για τα έτη 1979 μέχρι 1990 και συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης αυτής από την αναιρεσείουσα πριν από τη συμβατική λήξη της, θα καταβληθεί στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση το ποσό που προσδιορίζεται με βάση και την προϋπηρεσία του αυτή, επί πλέον των μηνιαίων αντιμισθιών του υπόλοιπου συμβατικού χρονικού διαστήματος.

Η αναιρεσείουσα, με την από 8.3.2005 εξώδικη δήλωσή της, την οποίαν επέδωσε στον αναιρεσίβλητο την 9.3.2005 κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση έμμισθης εντολής, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της αναιρεσείουσας προγενέστερες της ένδικης αγωγές ήτοι: α) την με αριθμό κατάθ. 16521/26.4.2005 αγωγή του, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση δεδουλευμένων πάγιων μηνιαίων αντιμισθιών για το διάστημα από τον Ιούλιο 2004 μέχρι 8.3.2005 και β) την με αριθμ.

καταθ. 16522/16.4.2005 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω από 9.3.2005 καταγγελίας της σύμβασης ορισμένου χρόνου, η οποία έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς την καταβολή της αποζημίωσης και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τις μηνιαίες πάγιες αντιμισθίες υπερημερίας για το διάστημα από τον Απρίλιο 2005 μέχρι το Φεβρουάριο 2008, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 40.280/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, για την παροχή εργασίας (άρθρ. 677-681 ΚΠολΔ), με την οποία απορρίφθηκε η δεύτερη αγωγή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία συνάπτεται εκ του νόμου ως αορίστου χρόνου, έγινε δε δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσία η πρώτη αγωγή, επιδικάζοντας τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά και για το προαναφερόμενο διάστημα από τον Ιούλιο του 2004 μέχρι 8.3.2005.

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη γιατί παρήλθε η προθεσμία των τριάντα ημερών (άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) από την επίδοσή της, χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής έφεση. Ότι, συνεπώς, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος αυτής με το οποίο ζητείται η επιδίκαση πάγιας αντιμισθίας και για το διάστημα από 1.3.2005 μέχρι 8.3.2005, που επιδικάσθηκε τελεσίδικα με την ως άνω απόφαση, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσίβλητος, στην οποία είχε ισχυρισθεί ότι και μετά τη γενομένη ως άνω καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, εκείνος συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν τις αποδέχθηκε και κατέστη, έτσι, υπερήμερη, ζήτησε την επιδίκαση αντιμισθιών υπερημερίας για το διάστημα από 1.3.2005 μέχρι 30.11.2006 και των επιδομάτων δώρων εορτών και άδειας, επικουρικά δε, στην περίπτωση που κριθεί ότι η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής είναι έγκυρη, την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι με την ανωτέρω 40.280/2005 τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η προαναφερθείσα από 1.3.2003 σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, είναι έγκυρη, καθόσον ο Πρόεδρος του διορισμένου, με την 3.073/4.2.2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, που την υπέγραψε για λογαριασμό της, είχε την εξουσία να την εκπροσωπήσει, αλλά και στην αντίθετη περίπτωση, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, με απόφασή του στη συνεδρίαση της 2.4.2003, που καταχωρήθηκε στα από 2.4.2003 πρακτικά συνεδρίασής του, επικύρωσε και ενέκρινε την πρόσληψη του αναιρεσίβλητου:

Ότι το δεδικασμένο αυτό που πηγάζει από την ανωτέρω απόφαση ως προς την εγκυρότητα της ένδικης σύμβασης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία του αναιρεσίβλητου, δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της δίκης αυτής το δικαίωμά του που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί δεδικασμένου σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά. Επομένως οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, όπως ως αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-5-2008 αίτηση της "Π.Α.Ε. Ο ΑΡΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" για αναίρεση της 877/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ