Legislator Case Law & Legislation
815/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative court ruling enforcing public employment contract and daily fine.

Case Number 815/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Sparta against the First Instance Court's decision. The municipality argued that the lower court erred in ordering the municipality to employ the plaintiff and impose a daily fine under Article 946 of the Code of Public Administration. The court found the appeal unfounded because the lower court correctly interpreted the law to enforce the indefinite-term employment contract and the associated penalty clause.

Legislator headnote

AI generated

Articles 946 and 559 of the Code of Public Administration; The court must enforce the obligation to employ a worker under an indefinite-term contract and impose the statutory daily fine when the employer fails to comply, even if the specific request for the fine was not explicitly raised in the appeal.

Keywords

AI generated
public employment contract indefinite term employment daily fine enforcement administrative appeal Code of Public Administration employer liability labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 946 of the Code of Public Administration
Article 559 of the Code of Public Administration
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Public Administration
Article 281 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 815 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 815/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 38/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Σπάτων" και ήδη "Δήμος Σπάτων-Αρτέμιδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Ζερβέα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Eντόν Ταμπάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1045/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4355/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-11-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την από 24-11-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ.4355/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η οποία αφού συνεκδίκασε: α)την από 17-11-2022 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...2022) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και β) την από 9-11-2022 (αριθμ.

έκθ. κατάθ....2022) έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε τη δεύτερη έφεση και αφού δέχθηκε την πρώτη έφεση, εξαφάνισε, εν μέρει, την εκκαλούμενη με αριθμ.1045/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 3-2-2021 (αριθμ.έκθ.κατάθ....2001) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και μόνο ως προς το αδίκαστο αίτημα αυτής περί υποχρέωσης του εναγόμενου νπδδ, ν' απασχολεί πραγματικά τον ενάγοντα στη θέση που απασχολούνταν δυνάμει της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, το οποίο έκανε δεκτό και επιπλέον αυτεπάγγελτα το καταδίκασε,κατ'άρθρ.946 ΚΠολΔ , σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με τη διάταξή του αυτή.

Με την αγωγή αυτή ο ενάγων ισχυριζόμενος, ότι πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο νπδδ από το 1999, έναντι μηνιαίου μισθού, ως οδοκαθαριστής δημόσιων χώρων, με κατ' επίφαση χαρακτηριζόμενες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αλλά ουσιαστικά ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλθηκε στις 20-1-2021, ζητούσε ν' αναγνωριστεί με βάση τις διατάξεις του ΠΔ/τος 164/2004 και 8 ν.2112/1920 ότι οι μεταξύ τους συμβάσεις αποτελούσαν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, με απειλή, κατ'άρθ.947 ΚΠολΔ, χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την εκδοθησόμενη απόφαση και να καταδικαστεί στη δικαστική του δαπάνη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου (Ολ.

ΑΠ 5/2023, 2/2019, 6/2019). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου απαιτείται να αναφέρεται η διάταξη του νόμου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίασή της και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 811/2022, 1501/2021, 99/2020, 971/2019).

Επιπλέον αν η αγωγή εσφαλμένα απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη ή αόριστη ή αντιστρόφως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα το περιεχόμενό της, καθώς και ποιο περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο ότι έχει. Σε περίπτωση δε που προβάλλεται παραβίαση περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να αναφέρονται όλες οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές για κάθε μία και το αντίστοιχο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 796/2024, 290/2022, 83/2019).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 879/2024, 250/2022, 678/2022, 182/2021, 319/2017, 316/2017, 352/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να απορρίψει την έφεσή του, κρίνοντας ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου παραβίασε το άρθρο 8 ν.2112/1920, την Οδηγία 1999/70 ΕΚ,103 παρ.7,8 του Συντάγματος, άρθρα 5,11 ΠΔ/τος 164/2004 και 648επ.ΑΚ,υποπίπτοντας στη πλημμέλεια του αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ,όπως θα έπρεπε κατά τα αναλυτικά προαναφερόμενα στη προηγούμενη νομική σκέψη, η ιστορική βάση της αγωγής καθώς και το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ,έστω και με συνοπτικό τρόπο ,που θεμελιώνουν και αιτιολογούν την κρίση του για την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ώστε από τη σύγκριση του περιεχομένου της αγωγής με την ως άνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν η αποδοχή της αγωγής ως νόμιμης και ακολούθως ως κατ'ουσία βάσιμης συνιστά παραβίαση ή μη των ως άνω επικαλουμένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ούτε αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, συγκεκριμένο νομικό σφάλμα που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, κατά το μέρος που το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με αυτό (αναιρεσείον) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς να είναι αρκετή η αναλυτική παράθεση της έννοιας των επικαλουμένων ως άνω νομικών διατάξεων και η μη εφαρμογή τους.

3.Η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 659/2024, ΑΠ 53/2023, ΑΠ 135/2021).

Ακόμη, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 1118/2023, ΑΠ 762/2023), ενόψει, δε, του ότι αφορά σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, μπορεί να προταθεί το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 958/2020, ΑΠ 753/2020) και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα με λόγο έφεσης του εναγόμενου ή με τις προτάσεις του εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του εκκαλούντος (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 958/2020, ΑΠ 753/2020, 907/2015).

Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται, ότι ο περί αοριστίας, νομικής, ποιοτικής ή ποσοτικής, ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επί πλέον δε να καθορίζεται ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο αυτής, καθώς και ποιο είναι το περιεχόμενο της αγωγής και ποιο δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει η αγωγή, άλλως ο λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 369/2023, ΑΠ 1106/2022, 695/2021).

Στη προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ,προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με τις προτάσεις του, αμυνόμενος κατά της έφεσής του ενάγοντος, ως αόριστη την ένδικη αγωγή διότι δεν ανέφερε σε αυτή ο ενάγων :1) ποιες ήταν οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες που κάλυπτε με την εργασία του στο αναιρεσείον και τα ανατεθειμένα και από ποιόν σε αυτόν καθήκοντα, 2) πως δικαιολογείται η διακεκομμένη ,διαφορετική και ολιγόμηνη απασχόλησή του στις υπηρεσίες του δήμου, 3) στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η αναγκαιότητα παροχής εργασίας του σε μόνιμη και σταθερή βάση και η εξ αυτού αντικατάστασή του άμα της αποχώρησής του από αυτή.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή ποιο είναι το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, καθώς και ποιο περιεχόμενο δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει αυτή, προκειμένου από τη σύγκριση αυτού με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ως άνω αιτίαση να προκύπτει η αποδιδόμενη πλημμέλεια.

Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής γίνεται σχετική ακριβής αναφορά όλων των απαραίτητων, κατ'άρθρ.117 και 118 ΚΠολΔ στοιχείων για το ορισμένο αυτής, που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της και δικαιολογούν την άσκησή της κατά του εναγόμενου και ειδικότερα το περιεχόμενο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που κατήρτισε με το εναγόμενο, ο χρόνος πρόσληψής του ,ο χαρακτηρισμός κατ' επίφαση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ως ορισμένου χρόνου, ο τόπος που προσέφερε τις υπηρεσίες του, τα καθήκοντά του τα οποία ήταν τα ίδια καθ' όλο το χρονικό διάστημα που εργάσθηκε, ήτοι του ΥΕ εργάτη καθαριότητας, που ως εκ της φύσεώς τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, ο προσδιορισμός του συνολικού χρόνου απασχόλησής του με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και το ωράριό του που ήταν ίδιο με αυτό του τακτικού προσωπικού. 4.

Κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός ιδρύεται αν το δικαστήριο: α) επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, β) επιδίκασε περισσότερο από ό,τι ζητήθηκε και γ) άφησε αδίκαστη αίτηση. Στην έννοια της επιδίκασης περιλαμβάνεται και η (χωρίς αίτηση) αναγνώριση ή διάπλαση, δηλαδή η διάγνωση της έννομης συνέπειας που δεν ζητήθηκε, ενώ παρά την έλλειψη αιτήματος, ο λόγος δεν ιδρύεται αν ο νόμος ορίζει ότι το δικαστήριο προβαίνει αυτεπαγγέλτως στην "επιδίκαση", όπως στο άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο "Αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος".

Από την γραμματική διατύπωση της ως άνω διατάξεως προκύπτει ότι δεν τίθεται ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της η προΰπαρξη τελεσίδικης διάταξης ή επιταγής προς εκτέλεση και για την εφαρμογή της απαιτούνται (αθροιστικά) μόνο οι εξής προϋποθέσεις: α) Υποχρέωση του οφειλέτη να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο.

Πρόκειται για μη χρηματική παροχή που η εκπλήρωσή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη. Τούτο μπορεί να καθορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο, τη φύση της πράξης, τις ιδιαίτερες συνθήκες ή την ιδιαίτερη συμφωνία των μερών, β) Η πράξη αυτή να εξαρτάται μόνο από τη βούληση του οφειλέτη. Τούτο καθορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο ή από τη φύση της πράξης ή από την ιδιαίτερη συμφωνία των μερών ή και τις ιδιαίτερες συνθήκες.

Και γ) έκδοση απόφασης που να καταδικάζει τον οφειλέτη. Αν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο δανειστής, από οποιονδήποτε τίτλο και αν έλκει το δικαίωμα, για να αξιώσει από τον οφειλέτη την τέλεση της πράξης αυτής, πρέπει να απευθυνθεί στο δικαστήριο και να επιτύχει την καταδίκη του οφειλέτη να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει το δικαστήριο τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 66/2021, 1618/1998,) σε χρηματική ποινή έως 50.000 € υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος.

Το δικαστήριο, αν καταδικάζει κάποιον σε τέλεση πράξης, κατά το άρθ. 946 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως επιβάλλει (και δεν απειλεί απλώς) (αθροιστικά) τη χρηματική ποινή (και την προσωπική κράτηση), ως μέσα εκτέλεσης (ΟλΑΠ 2/1995, ΑΠ 132/2024, 66/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ορθώς όμως εκ του αριθμ.9 του ιδίου Κώδικα, ως εκ του αποδιδόμενου στη προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικού σφάλματος, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Συγκεκριμένα ,ότι το Εφετείο κάνοντας δεκτό σχετικό λόγο έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, υποχρέωσε το αναιρεσείον να απασχολεί πραγματικά τον αναιρεσίβλητο στη θέση εργασίας που απασχολείτο και καταδίκασε αυτό, σε περίπτωση τυχόν μη συμμόρφωσής του, σε καταβολή χρηματικής ποινής υπέρ του αναιρεσίβλητου ύψους 5.000 ευρώ, χωρίς, όμως, να έχει υποβληθεί εκ μέρους του τελευταίου σχετικό αγωγικό αίτημα εκ του άρθρου 946 ΚΠολΔ, καθότι είχε υποβληθεί μόνο αγωγικό αίτημα εκ του άρθρου 947 ΚΠολΔ, το οποίο είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αφού έκανε δεκτό σχετικό λόγο έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρότι αναγνώρισε ότι τον συνέδεε με το εναγόμενο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άφησε αδίκαστο το έτερο αίτημά του να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να απασχολεί πραγματικά τον ενάγοντα στη θέση, με την ειδικότητα και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην θέση και την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή του ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών τυπικών του προσόντων, εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε το αίτημά του αυτό και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να απασχολεί πραγματικά τον τελευταίο στη θέση εργασίας, που απασχολείτο, σύμφωνα με την ένδικη σύμβαση και επιπλέον καταδίκασε το εναγόμενο νπδδ σε χρηματική ποινή, ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του, κατ' εφαρμογή, για την αυτεπάγγελτη επιδίκασή του, του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ως προς το ζήτημα αυτό που ενδιαφέρει εν προκειμένω τον αναιρετικό έλεγχο : <<[......] από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενώ αναγνώρισε ότι συνδέεται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με τον εφεσίβλητο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ήδη από την σύναψη της πρώτης του σύμβασης στις 23-12-1999 δεν υποχρέωσε τον εφεσίβλητο Δήμο να τον απασχολεί πραγματικά, αφήνοντας αδίκαστο το οικείο αίτημα της αγωγής του και συνακόλουθα δεν προχώρησε και στην αυτεπάγγελτη επιδίκαση ποινής υπέρ του για την περίπτωση της τυχόν μη συμμόρφωσης του Δήμου στην υποχρέωση απασχόλησής του σύμφωνα με το άρθρο 946 ΚΠολΔ, στερώντας του το μοναδικό μέσο πίεσης (έμμεσης εκτέλεσης) που η ίδια διέγνωσε ότι αρμόζει στην ένδικη περίπτωση.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τα ανωτέρω έσφαλε ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 946 ΚΠολΔ και γενομένου δεκτού ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της έφεσης του εκκαλούντα- ενάγοντα, πρέπει να εξαφανισθεί η απόφαση κατά το μέρος αυτό, να διακρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση.

Συνεπώς, πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να απασχολεί τον ενάγοντα, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή του ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών του προσόντων και να καταδικασθεί, σε περίπτωση τυχόν μη συμμόρφωσής του, σε καταβολή χρηματικής ποινής υπέρ του ενάγοντα ύψους 5.000 ευρώ>>.

Επομένως το Εφετείο, με το να υποχρεώσει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ να απασχολεί πραγματικά τον αναιρεσίβλητο στη θέση εργασίας, που απασχολείτο κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του και ακολούθως να καταδικάσει αυτεπαγγέλτως αυτό (αναιρεσείον) σε χρηματική ποινή, ποσού 5.000 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του, παρά την έλλειψη σχετικού αιτήματος (ως προς την καταδίκη σε χρηματική ποινή) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 946 παρ.1 του ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε και ως εκ τούτου ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα θα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις ,κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 του Ν. 3463/2006 " Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων ", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης(ΑΠ 77/2022,1207/2019 ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-11-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...2023) αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 4355/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ