Legislator Case Law & Legislation
812/2020 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against first instance decision regarding land registry correction for state property.

Case Number 812/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the State against the first instance judgment. The lower court incorrectly rejected the State's intervention and failed to correct the land registry entry that misidentified state-owned land as belonging to an unknown owner. The Court ruled that the State's intervention was valid and ordered the correction of the land registry to reflect the State's ownership of the disputed portion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 570(2), 579(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Court must accept and examine in substance an intervention by the State when the State is the true owner of the property in question, and must correct land registry errors that misidentify state property as belonging to an unknown owner.

Keywords

AI generated
State intervention Land registry correction Unknown owner error Public property ownership Civil procedure appeal Property division Costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 579(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22(2)(b) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 812 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 812/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των εφεσιβλήτων-καλούντων:1.Ε. Χ. του Α., κατοίκου ..., 2.Χ. Α. του Η., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 3.Α. συζ. Α. Κ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ασημίνα Αγγελοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2009 αίτηση των ήδη εφεσίβλητων και την από 11-6-2009 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, 26/2012 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 12-10-2012 αίτησή του και τους από 22-1-2014 πρόσθετους λόγους. Επ' αυτής εκδόθηκε η 1427/2014 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο. Με την από 15-10-2014 κλήση του το Ελληνικό Δημόσιο επανέφερε την υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Επ' αυτής εκδόθηκε η 11/2016 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 22-7-2016 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1078/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 11/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, κράτησε την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά την επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 14-10-2019 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την από 14-10-2019 κλήση των αναιρεσιβλήτων - εφεσιβλήτων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ,ενώπιον του Τμήματος τούτου, η από 19/5/2010 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, που άσκησε κατά της 47/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, μετά την έκδοση της 1078/2019 δεύτερης αναιρετικής (εν μέρει) απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία, αναιρέθηκε, για το λόγο του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η 11/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

2. Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ.4 του ν.4045/2012 και 65 παρ.1 του ν.4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 1/1/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 του ν.4335/2015) και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και άρχισε να ισχύει από την 1/1/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 του ν.4335/2015) προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε συναναιρούνται.

Συνεπώς, κατά την νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ και, αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αιτούντες και ήδη εφεσίβλητοι Ε. Χ., Χ. Α. και Α. Κ. με την από 14-5-2009 αίτησή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ζήτησαν, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, τη διόρθωση της ανακριβούς (πρώτης) εγγραφής, έτσι ώστε στο επίδικο ακίνητο, εμβαδού 4.020, 99 τ.μ., που φέρεται ως <<άγνωστου ιδιοκτήτη>>, να εγγραφούν αυτοί ως συγκύριοι κατά ποσοστό 2/6, 2/6 και 1/6 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, στα οικεία κτηματολογικά βιβλία.

Το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την από 11/6/2009 κύρια παρέμβαση ζήτησε, επικαλούμενο έννομο συμφέρον, τη διόρθωση της ίδιας ως άνω ανακριβούς εγγραφής, έτσι ώστε να εγγραφεί τούτο ως αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου, ισχυριζόμενο ότι αυτό (επίδικο) αποτελεί δημόσιο κτήμα και μάλιστα τμήμα αυτού, εμβαδού 186 τ.μ.

εμπίπτει εντός της ζώνης του αιγιαλού. Με την 47/2010 απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αίτηση και την κύρια παρέμβαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια παρέμβαση και δέχθηκε κατ'ουσίαν την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 19/5/2010 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 26/2012 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση ως προς το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που είχε δεχθεί την αίτηση, δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση ως προς το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια παρέμβαση, αφού δε εξαφάνισε αυτήν (εκκαλουμένη) κατά το μέρος αυτό, απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι το κυρίως παρεμβαίνον, δεν είναι τρίτος, αλλά διάδικος στη δίκη επί της αιτήσεως και ότι, συνακόλουθα, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την κύρια παρέμβαση.

Την εν λόγω 26/2012 απόφαση προσέβαλε το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο με την από 12-10-2012 αίτηση αναίρεσης και τους από 22-1-2014 πρόσθετους λόγους, εκδόθηκε δε η 1427/2014 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλομένη και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Με την από 15-10-2014 κλήση το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο επανέφερε προς συζήτηση την άνω από 19-05-2010 έφεση στο Δικαστήριο παραπομπής, το οποίο με την 11/2016 απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη με αριθμό 47/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της εφετειακής αυτής απόφασης (11/2016) ζήτησε το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο με την από 22-07-2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1078/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Με την απόφαση αυτή, κατά παραδοχή του πρώτου, ως προς ένα σκέλος, αναιρετικού λόγου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρέθηκε εν μέρει, όπως προεκτέθηκε, η προσβαλλόμενη 11/2016 απόφαση, ήτοι μόνον κατά το μέρος που αφορά το περί αιγιαλού επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 186 τ.μ., της μείζονος (επίδικης) εδαφικής εκτάσεως.

Ενόψει δε του ότι επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση, η υπόθεση κρατήθηκε κατά το αναιρούμενο μέρος της από το Δικαστήριο αυτό, κατ' εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 580§3 εδ. γ' ΚΠολΔ, (όπως ισχύει) προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάμβανε χώρα μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, ο δε Άρειος Πάγος δικάζει πλέον την ουσία της υπόθεσης, κατά το ρηθέν μέρος, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Συνεπώς η έφεση κατά το μέρος αυτό αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας από το αναιρετικό αυτό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο παραδεκτά εισήχθη με την προαναφερθείσα από 14-10-2019 κλήση των αναιρεσιβλήτων - εφεσιβλήτων (άρθρο 580§3 εδ.δ' ΚΠολΔ).

3. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του ν.2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε (κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης και κύριας παρέμβασης) μετά την τροποποίησή του από τους νόμους 3127/2003 ,3481/2006 και 3559/2007 "Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παρ. 2 περ.

β' του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου (παρ. 1). Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπο πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής.

Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία (8) οκτώ ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζομένους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι δέκα (10) ετών ...

Η αποκλειστική προθεσμία αυτής της παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που προβλέπει το άρθρο 1 παρ. 3. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, στον προϊστάμενο του οικείου κτηματολογικού γραφείου ... (παρ.2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον, να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπο (Μονομελούς ή Πολυμελούς) Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής.

Η αγωγή αυτή δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία και κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου της συζήτησής της στον προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, πρέπει δε να καταχωρίζεται, επίσης με ποινή απαραδέκτου, στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε προθεσμία, κατ' ανώτατο όριο, τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της (άρθρα 12 παρ.1 περ. 1β και 5 και 13 παρ. 2 εδ. 4).

Εξάλλου, στην παρ.3 περ. α' του ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν.3481/2006, που τέθηκα σε ισχύ στις 2/8/2006, ορίζεται: "Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολογικό δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.... .Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παρ.2 του άρθρου αυτού....'' Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου (και μέχρι να οριστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του ακινήτου), που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.

Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος.

Περαιτέρω, στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται: "Ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα "άγνωστου ιδιοκτήτη" θεωρείται ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου μόλις καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή.

Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται υπέρ του Δημοσίου το κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 7 αμάχητο τεκμήριο και ισχύουν όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (παρ.1). Τα αρμόδια Κτηματολογικά Γραφεία μεριμνούν για τη σημείωση στα Κτηματολογικά βιβλία της προβλεπόμενης στην προηγούμενη παράγραφο έννομης συνέπειες" (ΑΠ174/2014, 2007/2013).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί, κατά το άρθρο 34 παρ.2 του ν. 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου (ΦΕΚ 285Α/19-12-2001), όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση, ο αιγιαλός, ήτοι'' η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, είναι κτήμα κοινόχρηστον, ανήκει ως τοιούτον εις το Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρίζεται υπ' αυτού".

Κατά τη σαφή έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αιγιαλό αποτελεί η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα. Η ζώνη αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο σημείο μέχρι το οποίο φθάνουν, κατά τις συνηθισμένες αναβάσεις τους ,τα κύματα της θάλασσας, όχι δε και από τις έκτακτες πλημμύρες. Ο αιγιαλός, ως κτήμα κοινόχρηστο, ανήκει στο Δημόσιο, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του Αστικού Κώδικα δικαίου (ν. 93 βασ.

Ββ', ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10.7.1837), όσο και κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940, που προπαρατέθηκε, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ. Η κυριότητα στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν, δηλαδή, τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.

Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (π.ρ.β.λ. και άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Εξάλλου, μόνος ο καθορισμός των ορίων του αιγιαλού, που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 20 του ν. 719/1977, από την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του α.ν. 1540/1939 διοικητική επιτροπή, με απόφαση της τελευταίας, με τη σύνταξη του σ' αυτή αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή, σε έδαφος μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια κύματα, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, ο κύριος του εδάφους που περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού, χωρίς το τελευταίο να είναι κατά τα φυσικά του όρια αιγιαλός, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση του προστατευτικού αυτής ορισμού του άρθρου 17 του Συντάγματος.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προπαρατέθηκαν, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα των ιδιωτών σε κτήματα, έστω και αν αυτά χαρακτηρίστηκαν από την παραπάνω Επιτροπή ως ανήκοντα σε αιγιαλό (ΑΠ1150/2018, 1334/2010, 897/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με την εκκαλούμενη 11/2016 απόφαση έγιναν αμετακλήτως δεκτά, κατά τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια αυτής, αναφορικά με την ένδικη αίτηση διόρθωσης ανακριβούς (πρώτης) εγγραφής και κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου, τα ακόλουθα περιστατικά: <<Το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο), που βρίσκεται στη θέση "…" της Κτηματικής Περιφέρειας της τέως Κοινότητας ..., κατά το τμήμα που του έχει απομείνει εκτάσεως 3834,99τ.μ. {4.020,99-186} (μετά δηλαδή την αφαίρεση του εδαφικού τμήματος των 186 τ.μ. , η επί του οποίου κυριότητα, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης 1078/2019 αναιρετικής απόφασης, αποτελεί αντικείμενο έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου), ανήκε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην Μ.

χήρα Ε. Κ., θυγατέρα Ι. και Π. Α., στην οποία είχε περιέλθει δυνάμει του αριθμ. .../7.12.1969 προικοσυμφώνου συμβολαίου του πρώην συμβολαιογράφου Αταλάντης Θ. Σ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο … και αριθμ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης και σε συνδυασμό με το άρθρο 56 του ν. 1329/1983.

Η προαναφερόμενη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου δυνάμει του αριθμ. .../6.4.1979 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αταλάντης Κ. Γ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο … και αριθμ…., πώλησε το εν λόγω ακίνητο, το οποίο περιήλθε σε ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου σε καθένα, στους Ε.

Χ. (πρώτο αιτούντα), Χ. Α. (δεύτερο αιτούντα) και Ι. Β.. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 24.4.1999 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου από την τρίτη αιτούσα, η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιά δυνάμει της αριθμ. ...5.4.2000 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά Μ.

Ν., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο … και αριθμ. …. σε συνδυασμό με τις .../24.8.1999, .../24.8.1999 και .../1999 εκθέσεις αποποιήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών των Α. Κ., Α. Π. και Μ. Π.. Ο ανωτέρω αποβιώσας και όσον αφορά το επίδικο ακίνητο, κληρονομήθηκε κατά το υπόλοιπο 1/6 εξ αδιαιρέτου από τη σύζυγό του Α.

Β. η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας δεν προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού το τελευταίο δεν προσκόμισε τίτλους κτήσεως κυριότητας, ώστε να αποδεικνύει την κυριότητά του. Τα όσα δε ισχυρίζεται περί του απαραγράπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου, αφορούν ακίνητα τα οποία αποτελούν δημόσια κτήματα, πράγμα που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, που πρόκειται για ιδιωτικό κτήμα>>.

Περαιτέρω, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται (με την επισήμανση ότι κανένας από τους διαδίκους δεν εξέτασε μάρτυρα), αναφορικά με το τμήμα του μείζονος επιδίκου εμβαδού 186τ.μ., που αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, αντικείμενο έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου, και τον ισχυρισμό τον οποίο το εκκαλούν -κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο πρόβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με τους σχετικούς 1ο και 2ο λόγους της έφεσής του, περί του ότι τούτο, ως κοινόχρηστο, διότι αποτελεί τμήμα της ζώνης του αιγιαλού, ανήκει στην κυριότητά του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο εμβαδού 186 τ.μ., αποτελεί τμήμα του με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ... γεωτεμαχίου, το οποίο μείζον (επίδικο) ακίνητο, εκτάσεως 4.020,99 τ.μ., φέρεται ως <<άγνωστου ιδιοκτήτη>> στις αρχικές εγγραφές στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης. Εμφανίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ...

στο συνημμένο στην ένδικη κύρια παρέμβαση φωτοαντιγραφικό απόσπασμα του από 12/06/2009 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού ΕΜΠ Γ. Σ., που υπηρετεί στην Κτηματική Υπηρεσία του Νομού Φθιώτιδας, συνορεύει δε επί πλευράς ... με αιγιαλό και επί πλευράς ΑΔ,με την υπόλοιπη μείζονα(επίδικη) εδαφική έκταση, η οποία, κατά τα προαναφερόμενα, μετά την έκδοση της 1078/2019 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, έχει κριθεί, (ως προδικαστικό ζήτημα, χωρίς η κρίση αυτή να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου), ότι κατά ποσοστό 5/6 εξ αδιαιρέτου ανήκει στους αιτούντες - καθών η κύρια παρέμβαση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ως άνω επίδικο εδαφικό τμήμα, των 186 τ.μ., αποτελεί τμήμα του (ενεργού) αιγιαλού, με βάση τα φυσικά δεδομένα, διότι ανέκαθεν βρεχόταν από τις μέγιστες, αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, τα οποία τον δημιούργησαν με την εναπόθεση άμμου, λόγω του έντονου κυματισμού, επί μακρά σειρά ετών, πολύ πριν το έτος 1969, οπότε φέρεται η δικαιοπάροχος των αιτούντων - καθ'ων η κύρια παρέμβαση Μ.

χήρα Ε. Κ. να αγοράζει το μείζον ακίνητο (αγροτεμάχιο), τμήμα του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, είναι το ήδη επίδικο. Το τελευταίο εμπίπτει εντός της ζώνης του αιγιαλού, όπως η οριογραμμή αυτού (αιγιαλού) καθορίστηκε με την 1032446/2870/Β0010/21-4-2000 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ280/Δ/22-5-2000, με την οποία απόφαση, κατόπιν και της σύμφωνης γνώμης του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, που διατυπώθηκε στο Φ544.5/158/00/7-3-2000 έγγραφό του, επικυρώθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.2344/1940, η από 17/12/1999 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων αιγιαλού, παραλίας και θέσεων αμμοληψίας, με το συνοδεύον αυτήν από Δεκεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Λ.

Κ., τα οποία καθορίζουν τα όρια του αιγιαλού στην ευρύτερη περιοχή, θέση <<…>> ..., Νομού Φθιώτιδας, όπου βρίσκεται το επίδικο. Επί του τοπογραφικού αυτού διαγράμματος η πιο πάνω Επιτροπή, καθόρισε την οριογραμμή του αιγιαλού με κόκκινη συνεχή πολυγωνική γραμμή και την οριογραμμή της παραλίας με κίτρινη συνεχή πολυγωνική γραμμή.

Τα συμπεράσματα αυτής (Επιτροπής) στηρίζονται στην άμεση αντίληψη των μελών της, κατόπιν επιτόπιας έρευνας που έκαναν, σχετικά με το πλάτος της βρεχόμενης ζώνης ξηράς και των συναφών στοιχείων της περιοχής, όπως της γεωμορφολογίας του εδάφους και των λοιπών φυσικών φαινομένων της ευρύτερης περιοχής, η δε σχετική έκθεσή της, λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο και εκτιμάται ελεύθερα, μαζί με τα υπόλοιπα (ΑΠ 33/2008).

Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου για το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως αιγιαλού ενισχύεται, μεταξύ των άλλων, από την με ημεροχρονολογία 12-06-2009 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Σ., μέλος της πιο πάνω Επιτροπής, που εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ), στην οποία ρητά βεβαιώνει ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στην κοινόχρηστη ζώνη του αιγιαλού, αλλά και από τα μη αμφισβητηθέντα από τις εφεσιβλήτους:

α) επισυναπτόμενο στην κύρια παρέμβαση τοπογραφικό διάγραμμα του ανωτέρω τοπογράφου μηχανικού και β) απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, στα οποία εμφανίζεται το επίδικο, να εισέρχεται εντός των ορίων της ζώνης του αιγιαλού, το πλάτος της οποίας, ανεξήγητα, στενεύει στο σημείο αυτό, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με τα όμορα, προς το επίδικο, ακίνητα και την υπόλοιπη ζώνη του αιγιαλού.

Συνεπώς, λόγω της ιδιότητας του επιδίκου, ως τμήματος του υπάρχοντος μέχρι και σήμερα αιγιαλού, τούτο προστατεύεται, ως κοινόχρηστο, το οποίο ανήκει στην περιουσία του κυρίως παρεμβαίνοντος - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να καταστεί αντικείμενο ιδιωτικής κτήσης και νομής και κατά συνέπεια οι αιτούντες - καθ'ων η κύρια παρέμβαση δεν απέκτησαν επ'αυτού κυριότητα με τους επικαλούμενους στην αίτησή τους παράγωγους τρόπους ήτοι δυνάμει του .../6-4-1979 πωλητηρίου συμβολαιου ο πρώτος και ο δεύτερος των εφεσιβλήτων και της .../5-4-2000 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας η τρίτη των εφεσιβλήτων, έστω και αν τούτο (επίδικο) περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από αυτούς τίτλους κυριότητας των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους, καθόσον δεν υπήρξαν ποτέ κύριοι τούτου οι δικαιοπάροχοι των αιτούντων, Μ.

χήρα Ε. Κ. και Ι. Β., λόγω του χαρακτήρα του επιδίκου ως δημόσιου κτήματος, αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία, αφού τέτοια δεν χωρεί σε κοινόχρηστο πράγμα, όπως είναι και ο αιγιαλός, ενώ εξάλλου ισχυρισμό περί χρησικτησίας των απώτατων δικαιοπαρόχων τους, η οποία, να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11/9/1915 (ΑΠολ.75/1987), ενόψει του ότι μετά την πιο πάνω χρονολογία δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτων του Δημοσίου, δεν είχαν προβάλει.

Σε αντίθετη προς την ως άνω κρίση δεν δύνανται να οδηγήσουν οι προς αντίκρουση της κύριας παρέμβασης ισχυρισμοί των καθ'ων - εφεσιβλήτων ότι το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα του αιγιαλού, καθόσον δεν βρέχεται από τις μεγαλύτερες συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, προς απόδειξη των οποίων δεν προσκόμισαν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία.

Τέλος, ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων ότι για το επίδικο εδαφικό τμήμα το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη στην προβλεπόμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 3 του αν 2440/1940, διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι αβάσιμος, τούτο δε διότι, όπως προεκτέθηκε, το επίδικο ανέκαθεν βρίσκεται εντός των ορίων του αιγιαλού και ουδέποτε αποτέλεσε ιδιωτικό κτήμα ανήκον κατά κυριότητα σε οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο, ώστε να καταστεί νέος αιγιαλός.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το επίδικο ακίνητο, που συμπεριελήφθηκε ως τμήμα του μείζονος γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης, ανακριβώς φέρεται ότι ανήκει σε ''άγνωστο ιδιοκτήτη'', καθόσον τούτο ανήκει στο κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, η δε εν λόγω εσφαλμένη πρώτη εγγραφή πρέπει να διορθωθεί.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε σε αντίθετη κρίση, και δέχθηκε κατ'ουσία την αίτηση των εφεσιβλήτων, απέριψε δε ως ουσία αβάσιμη την κύρια παρέμβαση, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο, και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, δεκτών γενομένων ως βασίμων των σχετικών λόγων της ένδικης έφεσης του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη έφεση κατ'ουσία, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και συνεκδικασθούν η αίτηση και η κύρια παρέμβαση, πρέπει να γίνουν, εν μέρει δεκτές, ως βάσιμες κατ'ουσία, κατά τα αναφερόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας τους, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.2 εδ.

β' ν. 3693/1957 (ΑΠ 798/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση κατά της 47/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

Κρατεί και συνεκδικάζει την από 14/5/2009 και με αριθμ. κατ.1488/ΕΜ271/2009 αίτηση και από11/6/2009 και με αριθμ. κατ.1812/ΕΜ318/2009 κύρια παρέμβαση.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση και την κύρια παρέμβαση.

Διατάσσει τη διόρθωση της (ανακριβούς) πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο, του οικείου κτηματολογικού βιβλίου, του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης Νομού Φθιώτιδας, ώστε από το γεωτεμάχιο με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ..., αφού διαγραφεί η εγγραφή <<άγνωστος ιδιοκτήτης>>, να αφαιρεθεί από το αναγραφόμενο σ'αυτό εμβαδόν των 4.020,99 τ.μ. τμήμα εμβαδού 186τ.μ.,όπως αυτό εμφανίζεται στο από 12 Ιουνίου 2009 απόσπασμα του τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Γ. Σ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ..., να αποτυπωθεί το τμήμα αυτό ως αυτοτελές ενιαίο γεωτεμάχιο, να δημιουργηθεί γι'αυτό ιδιαίτερο κτηματολογικό φύλλο, με ξεχωριστό ( νέο) ΚΑΕΚ, στο οποίο να αναγραφεί, ως δικαιούχος, αποκλειστικός κύριος (100/100) το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, με αιτία κτήσης δημόσιο κτήμα -αιγιαλός και να αναγραφεί στο πιο πάνω με αριθμό ΚΑΕΚ... γεωτεμάχιο, όπως αυτό εμφανίζεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το υπόλοιπο εμβαδόν 3834,99 τ.μ., με δικαιούχους, συγκυρίους τους αιτούντες : α) Ε. Χ. του Α. και Χ. Α. του Η. (πρώτο και δεύτερο των αιτούντων), σε ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου τον καθένα και αιτία κτήσης το .../1979 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αταλάντης Κ. Γ. και β)Α. συζ. Α. Κ. το γένος Α. Κ.(τρίτη των αιτούντων), σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου και αιτία κτήσης την .../5-4-2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά Μ. Ν..

Και

Συμψηφίζει, μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ