Legislator Case Law & Legislation
798/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against tax interest and court costs ruling while upholding main judgment.

Case Number 798/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third Instance Court of Dodecanese, overturning specific provisions regarding tax interest and court costs. The appellants, representing the Greek State, argued for the reduction of these financial liabilities, while the appellees did not appear at the hearing. The court decided to uphold the main judgment but reversed the punitive financial orders, ordering the State to pay interest and costs to the private parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2 and 580 § 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with a hearing in the absence of a summoned party if legal summons was properly served, and it may partially annul a lower court decision to correct specific financial liabilities while maintaining the substantive judgment.

Keywords

AI generated
partial annulment of judgment tax interest liability court costs allocation absence of party at hearing legal summons validity state as appellant civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 2 of Law 3693/1957
Article 22 § 1 of Law 3693/1957
Article 242 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 798 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 798/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Σ. του Σ., 2) Μ. - Ν. Σ. του Ν. και 3) Σ. Σ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2017 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. ...3Α, ...4Α και ...5Α/9-11-2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δωδεκανήσου Π. - Τ. Χ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Η αναιρεσιβαλλόμενη 167/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 28-6-2010 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι, με βάση την αναφερόμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, μεταξύ άλλων εκτάσεων, και ακίνητο ιδιοκτησίας τους, για την αποζημίωσή τους δε, εκδόθηκαν οι 54/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και 232/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου περί προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, αντίστοιχα.

Ότι το εναγόμενο Ελλ. Δημόσιο δεν τους έχει καταβάλει ολόκληρο το ποσό που ορίστηκε με τη 232/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου και ζήτησαν να υποχρεωθεί το τελευταίο να τους καταβάλει τη διαφορά αυτή (συμπληρωματική αποζημίωση), όπως την προσδιορίζουν. Το πρωτόδικο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου με την 46/2015 απόφασή του δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και κατ' έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 167/2017 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε το Ελλ.

Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες (κατά ποσοστό 2/4 στον πρώτο και κατά ποσοστό 1/4 σε καθένα από τους δεύτερη και τρίτο εξ αυτών), το ποσό του 1.353.401,60 € με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση, επέβαλε δε σε βάρος του εκκαλούντος μέρος της δικαστικής δαπάνης των εφεσιβλήτων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία όρισε σε τετρακόσια ευρώ.

Ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (μειωμένο επιτόκιο 6% υπέρ του Δημοσίου και τοκοφορία μόνο μετά την επίδοση αγωγής) κρίθηκε ήδη από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, το οποίο, με την 25/2012 απόφασή του, έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου με την οποία ορίζεται "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου...

ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, η οποία αποβλέπει στην ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών.

Κατά τα κριθέντα με την ως άνω 25/2012 απόφαση του ΑΕΔ, την οποία ακολούθησε η 2/2014 απόφαση της Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου, η άνω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης (ΕΣΔΑ) και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, (ΑΠ 725/2018, ΑΠ 595/2017).

Συνεπώς το Εφετείο Δωδεκανήσου που με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ήδη αναιρεσίβλητους, για τα επιδικασθέντα σε καθένα από αυτούς ποσά κεφαλαίου, τόκους υπολογιζόμενους με το εκάστοτε ισχύον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, με την αιτιολογία "...Σημειώνεται ότι οι οφειλόμενοι τόκοι θα καταβληθούν με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και όχι με επιτόκιο 6%, καθώς η σχετική πρόβλεψη είναι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου αντισυνταγματική και ως εκ τούτου ανεφάρμοστη" ως αντικείμενη στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης (ΕΣΔΑ) και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, υπέπεσε στην παράβαση της εσφαλμένης ερμηνείας και πλημμελούς εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων καθόσον θεώρησε την ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου ως αντισυνταγματική και αντίθετη προς τις άνω διατάξεις του Ενωσιακού δικαίου.

Πρέπει κατόπιν τούτου να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, παραβιάζοντας ευθέως τις πιο πάνω διατάξεις και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, ήτοι κατά τη διάταξή της ως προς το ποσοστό του επιτοκίου των επιδικασθέντων σε κάθε ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο από το ίδιο δικαστήριο ποσών.

Μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα του δεύτερου και τελευταίου λόγου αναιρέσεως που αφορά την επιβληθείσα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστική δαπάνη, αφού μετά την αναίρεση της απόφασης και κατά δικονομική αναγκαιότητα, εξαφανίζεται η περί δικαστικών εξόδων διάταξη αυτής και άνευ ειδικού παραπόνου.

Κατ' ακολουθία, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο κατά το προαναφερθέν μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά τη διάταξή της που αναφέρεται στην υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στα επιδικασθέντα σε κάθε ενάγοντα ποσά τους νόμιμους τόκους υπερημερίας επ' αυτών από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και κατά τη διάταξή της με την οποία καταδικάστηκε το εκκαλούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 § 3 εδ. α'). Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν η από 28-5-2015 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 46/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η αγωγή, να γίνει αυτή κατά ένα μέρος δεκτή, με το να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες (κατά ποσοστό 2/4 στον πρώτο και κατά ποσοστό 1/4 σε καθένα από τους δεύτερη και τρίτο) το ποσό του 1.353.401,60 € με επιτόκιο 6% από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας τους, σύμφωνα με το άρθρο 22 § 2 εδ. β' Ν. 3693/1957. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας δίκης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), που όμως θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 167/2017 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου και δη κατά τη διάταξή της που αναφέρεται στην υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στα επιδικασθέντα σε κάθε ενάγοντα ποσά τους νόμιμους τόκους υπερημερίας επ' αυτών από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και κατά τη διάταξή της με την οποία καταδικάστηκε το εκκαλούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 46/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Δικάζει την αγωγή.

Υποχρεώνει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες (κατά ποσοστό 2/4 στον πρώτο ενάγοντα και κατά ποσοστό 1/4 σε καθένα από τους δεύτερη και τρίτο εξ αυτών) το ποσό του ενός εκατομμυρίου τριακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων τετρακοσίων ενός ευρώ και εξήντα λεπτών (1.353.401,60 €) με το νόμιμο εκ ποσοστού 6% τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος της παρούσης δίκης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ