Legislator Case Law & Legislation
812/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling granting equal pension supplement to contract police officers.

Case Number 812/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment by the Rodopi Regional Court of First Instance. The lower court ruled that contract police officers working at the Komotini Police School were entitled to a monthly pension supplement previously granted only to permanent civil servants. The court held that the principle of equality under the Constitution required this benefit to be extended to all contract staff earning under the unified salary scale. Consequently, the appeal was rejected as substantively unfounded because the lower court correctly applied the relevant constitutional and statutory provisions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4 para. 1 of the Constitution; Art. 14 of Law 3016/2002; Art. 28 para. 4 of Law 3205/2003: The principle of equality before the law mandates that when the State grants a specific benefit to permanent civil servants, it must extend that same benefit to contract staff performing identical duties and earning under the same salary scale, thereby preventing arbitrary discrimination.

Keywords

AI generated
principle of equality contract police officers pension supplement unified salary scale constitutional discrimination administrative appeal civil service benefits

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 para. 1 of the Constitution
Art. 14 of Law 3016/2002
Art. 28 para. 4 of Law 3205/2003
Art. 560 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 812 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 812/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ό. Δ. του Σ., κατοίκου ..., έως και 49) Χ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/1/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/4/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 16/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η συζήτηση της ένδικης, από 19-4-2011 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3/2011 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που δίκασε ως Εφετείο, επισπεύδεται από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την νόμιμη, από τη σειρά του οικείου πινακίου εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται να προσβληθούν με αίτηση αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει.

Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003).

Αν από το νόμο γίνεται ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από αυτή κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική ρύθμιση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο καν, γενικώς, μισθωτό, οπότε σε περίπτωση, κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη Δικαιοσύνη η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ,1 και 2, 93 παρ.4 και 120 παρ.2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευνοϊκή ρύθμιση.

Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να επεκτείνουν την ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευνοϊκή διάταξη (ΟλΑΠ 28/1992). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε το θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ είτε (α) την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου είτε (β) την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "Εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν, 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανόμενου υπ' όψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας, εξουσιοδοτικής διάταξης και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ) με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι κρίσιμες για την υπ' όψη περίπτωση ΚΥΑ 2/42529/ 0022/2002 (ΦΕΚ 1128 Β' /29-8- 2002) και ΚΥΑ 2/42529/0022/22-8-2002 (ΦΕΚ 1266 Β'/27-9-2002).

Επίσης, εκδόθηκε και η υπ' αριθμ. 2/42529/0022/22-8-2002 κοινή Υπουργική απόφαση, "χορήγησης ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 στους πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ ΒΊ128/29-8-2002), σύμφωνα με την οποία: 1) χορηγείται μηνιαία, ειδική παροχή, α) στους πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470 1997, β) στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλο Υπουργείο, Ο.Τ.Α ή λοιπά ΝΠΔΔ, 2) το ύψος της ειδικής παροχής ορίζεται σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ, από 1-7-2002.

Σε όλες της ΚΥΑ ορίζεται ότι η καταβολή της αμοιβής αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών και ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων, ενώ κατά το άρθρο 1 του Ν. 3016/ 2002, η εν λόγω παροχή λαμβάνεται υπόψη, στη βάση υπολογισμού της σύνταξης. Εν συνεχεία, το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 καταργήθηκε με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003, από 1.1.2004, στο άρθρο 24 του οποίου ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Μέρους Α" του νόμου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά την 31.12.2003, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψη της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών.

Για τον υπολογισμό της τυχόν προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνονται υπόψη τα ποσά της επόμενης παραγράφου και της οικογενειακής παροχής". Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η με γενικότητα χορήγηση της εν λόγω παροχής σε ευρύτατο κύκλο απασχολουμένων στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και ανεξάρτητα από την οργανική ή υπηρεσιακή τους κατάσταση, αποτελεί στην πραγματικότητα μια γενική αύξηση που αποβλέπει στη βελτίωση της μισθολογικής κατάστασης των υπαλλήλων αυτών, που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997 αλλά και στο νυν ισχύον από 1-1-2004 βάσει του Ν. 3205/2003, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων όρων εργασίας τους, κατά τρόπο τυχαίο και μη συναρτώμενο με κλαδικές ή άλλου είδους εργασιακές ιδιότητες.

Έτσι, εξέλιπε τελικώς, ο αρχικός δικαιολογητικός λόγος χορήγησης της (ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων) και η καταβολή της μετατράπηκε σε γενικό κανόνα (πρβλ ΣτΕ828/2002). Επομένως, η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων, και ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της (υπαγωγή τους στις διατάξεις του ν. 2470/1997 αρχικώς και του ν. 3205/2003 ακολούθως), συνιστά άνιση δυσμενή μεταχείριση αυτών έναντι των υπολοίπων, ρητώς κατονομαζόμενων ως δικαιούχων, κατηγοριών υπαλλήλων, χωρίς να συντρέχει προς τούτο λόγος δημοσίου συμφέροντος.

Η άνιση και αδικαιολόγητα δυσμενής αυτή μεταχείριση διατηρήθηκε και υπό την ισχύ του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α7297/2003) διότι, ναι μεν, με την παρ. 1 του άρθρου 28 αυτού καταργήθηκαν από 1-1-2004 και εφεξής όλες οι εκδοθείσες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 Κ.Υ.Α.. όμως, αφενός η παροχή αυτή διατηρήθηκε, δυνάμει του άρθρου 24 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ως προσωπική διαφορά σε όλους τους υπαλλήλους στους οποίους είχε χορηγηθεί με Κ.Υ.Α και συνέχισε να καταβάλλεται σ' αυτούς εξακολουθώντας να προσαυξάνει τις αποδοχές τους, αφετέρου με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005 ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή.

Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει η παροχή αυτή, που αποτελεί στην πραγματικότητα προσαύξηση του μισθού των δικαιούχων υπαλλήλων και ειδικότερα των χαμηλόμισθων (Α.Π. 588/2011, Α.Π. 306/2011), εντασσόμενη στις τακτικές αποδοχές τους, να καταβληθεί και στους εξαφεθέντες από την καταβολή της, και μάλιστα από 1-1-2002, ότε άρχισε η χορήγηση της, βάσει των Κ.Υ.Α.

και της διατάξεως του άρθρου 14 ν. 3014/2002, στους λοιπούς υπαλλήλους του δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ (ΑΠ 754/2010, ΑΠ 946/2010, ΑΠ 93/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα εξής: Ότι οι ενάγοντες, εργάσθηκαν ως πολιτικό προσωπικό της Σχολής Αστυφυλάκων Κομοτηνής Τμήμα Δοκίμων, δυνάμει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, άλλοι μεν ως τραπεζοκόμοι, άλλοι ως μάγειρες, άλλοι ως βοηθοί μαγείρων και λαντζέριδες και άλλοι ως ηλεκτρολόγοι και μία ως κομμώτρια και ότι ο τρόπος αμοιβής τους ρυθμιζόταν από τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος ενιαίου μισθολογίου και ειδικότερα για το διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 3-12-2003 από τις διατάξεις του Ν. 2470 /1997, ενώ από την 1-1-2004 και μετά από τις διατάξεις του Ν. 3205/2003.

Περαιτέρω, με βάση αυτά το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται να λάβουν την επίδικη παροχή, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, απορρίπτοντας τον σχετικό, περί του αντιθέτου, λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016 /2002 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/ 2003, αφού, με βάση την αρχή της ισότητας και τις ως άνω υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες χορηγήθηκε η επίδικη μηνιαία παροχή στους πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/ 1997, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, που ανήκουν στο πολιτικό προσωπικό του εν λόγω Υπουργείου, αμοιβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, δικαιούνται να την λάβουν, η παροχή δε αυτή και μετά την, κατά τα άνω, κατάργηση του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων, με το άρθρο 28 Ν. 3205 2003, διατηρήθηκε, ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις, κατά τα προβλεπόμενα από την ίδια διάταξη.

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη ειδικότερα, κατά το αναιρέσεων στην μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 14 του Ν. 3016 /2002, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3/2011 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ