Legislator Case Law & Legislation
754/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling awarding equal pay to excluded public employees.

Case Number 754/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a First Instance Court decision ordering the payment of specific allowances to public employees. The lower court ruled that excluding these employees from a general salary increase violated constitutional principles of equality and equal pay for equal work. Consequently, the Court upheld the lower court's finding that the differential treatment lacked justification.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 §1 and 22 §1 of the Constitution; The State cannot exclude a specific category of public employees from a general salary increase if they meet the same statutory conditions as others, as such exclusion constitutes an unconstitutional violation of the principle of equality and equal pay for equal work.

Keywords

AI generated
constitutional equality public sector employees salary increase exclusion equal pay principle State liability judicial review administrative discrimination

Cited Legislation

AI generated
Article 4 §1 of the Constitution
Article 22 §1 of the Constitution
Article 14 of Law 3016/2002
Article 28 §4 of Law 3005/2003
Article 560 §1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 754 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 754/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο κατοικοεδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από τη Μαρία Δεληγιάννη, Πάρεδρο του Νομικούς Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:Ψ1 μέχρι Ψ7 και Εκπροσωπήθηκαν όλοι τους από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ματθαίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 992/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6638/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 22-12-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 §1 του Συντ. η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, .τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρ. 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93 §4 και 120 §2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δε δεν αντίκειται στο αρθρ. 80 §1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ολ) 28/1992, 13/91). Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 13 §1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αρθρ. 13 του Ν.2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ενόλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν.2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του αρθρ. 14 §2 του Ν.3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του αρθρ. 13 του Ν.2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν.2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.

Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 και 1 του Ν.3029/2002 ,καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κυήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους.

Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Εξάλλου, με το αρθρ. 24 §2 του Ν.3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίσθηκε: μεταξύ άλλων ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του αρθρ. 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ.

και αρθρ. 28 §4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.

Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν.3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 14 του Ν.3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρ. 14 του Ν.3016/2002 εκδόθηκε η ... ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 335) με την οποία χορηγήθηκε η πιο πάνω ειδική παροχή και στους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Στην υπουργική αυτή απόφαση ορίζεται ότι "χορηγείται μηνιαία ειδική παροχή σε όσους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν.2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα υπουργεία, ΟΤΑ ή λοιπά ν.π.δ.δ., εφόσον δεν λαμβάνουν την αμοιβή της αρ. ...

ΚΥΑ (επίδομα εξεταστών ικανότητας οδήγησης υποψηφίων οδηγών και βοηθών εξεταστών, όπως τροποποιήθηκε με τις .... όμοιες ή τη λαμβάνουν μειωμένη κατά το μέρος που υπολείπεται αυτής". Με την ως άνω 2/81283/0022/15-12-99 (ΦΕΚ Β' 2164) ΚΥΑ καθορίσθηκε η μηνιαία ειδική, κατ' αποκοπή αμοιβή των υπαλλήλων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που εκτελούν το έργο της πρακτικής εξέτασης των υποψηφίων οδηγών, καθώς και το βοηθητικό έργο των εξετάσεων αυτών σε 120.000 δρχ.

για τους εξεταστές και σε 80.000 δρχ. για τους βοηθούς εξετάσεων υπό τους εξής όρους και προϋποθέσεις: "α. Το έργο της πρακτικής εξέτασης και το βοηθητικό έργο πραγματοποιείται μετά τη λήξη του κανονικού ωραρίου εργασίας των υπηρεσιών, β. Το οριζόμενο με την παρούσα απόφαση ποσό καταβάλλεται υπό τον όρο ότι ο αριθμός α) των συμμετοχών κάθε υπαλλήλου στην πρακτική εξέταση δεν θα είναι μικρότερος των 3 μηνιαίως, και β) των ωρών συμμετοχής κάθε υπαλλήλου στα συνεργεία εκτέλεσης του βοηθητικού έργου δεν θα είναι μικρότερος των 20 ωρών μηνιαίως.

Σε περίπτωση μικρότερου αριθμού συμμετοχών, τα παραπάνω ποσά περιορίζονται αναλόγως .... γ. Στους δικαιούχους της κατά τα ανωτέρω οριζόμενης κατ' αποκοπή αμοιβής καμία άλλη δαπάνη για υπερωριακή αποζημίωση καταβάλλεται ούτε αναγνωρίζεται σε βάρος του ειδικού λογαριασμού του ΝΔ 638/70 ....". (Ήδη το παραπάνω επίδομα εξετάσεων αναπροσαρμόσθηκε με την προαναφερθείσα ΚΥΑ ανερχόμενο σε 550 ευρώ για τους εξεταστές και 405 ευρώ για τους βοηθούς).

Η ειδική μηνιαία αμοιβή που χορηγήθηκε από 1-1-2000 στους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών που εκτελούν το έργο της πρακτικής εξέτασης υποψηφίων οδηγών, αποτελεί κατ' αποκοπή υπερωριακή αμοιβή, διότι το εν λόγω έργο πραγματοποιείται υπό τις διαλαμβανόμενες στην ίδια απόφαση προϋποθέσεις μετά τη λήξη του κανονικού ωραρίου των υπηρεσιών και δεν καταβάλλεται σε αυτούς άλλη παροχή για υπερωριακή απασχόληση.

Η θεσπιζόμενη με το άρθρο 14 του Ν.3016/2002 ειδική παροχή, η οποία δεν συναρτάται κατά τα προεκτεθέντα με ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων στους οποίους αυτή χορηγήθηκε και συνεπώς, λόγω της φύσεως των ως άνω παροχών (υπερωριακή αμοιβή η πρώτη, γενική μισθολογική παροχή για εργασία εντός του νόμιμου ωραρίου η δεύτερη), δεν είναι νόμιμη η μη καταβολή της δεύτερης ή η καταβολή αυτής μειωμένη κατά το μέρος που καλύπτεται από την πρώτη, αφού έτσι εισάγεται αδικαιολόγητη εξαίρεση και άνιση μεταχείριση των κατά το άνω υπερωριακώς απασχολούμενων υπαλλήλων από τη μη χορήγηση και σε αυτούς της γενικής μισθολογικής παροχής που καταβάλλεται στο σύνολο σχεδόν των λοιπών συναδέλφων τους.

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από ετών και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλοι στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και συγκεκριμένα με τους Ν.2470/1997 μέχρι 31-12-2003 και Ν.3205/2003 από 1-1-2004, δικαιούμενοι όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες εκ του νόμου παροχές.

Επομένως, οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται να λαμβάνουν και την πρόσθετη ειδική παροχή, ποσού 176 ευρώ μηνιαίως, του άρθρου 14 του Ν.3016/2002, η οποία χορηγήθηκε με πολλές ΚΥΑ, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του παραπάνω νόμου, σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και οιαδήποτε μνεία ή αιτιολόγηση για τη χορήγησή της αναγομένη στο είδος, την ένταση ή της εν γένει εργασιακές δραστηριότητες των ρητώς κατονομαζόμενων ως δικαιούχων της παροχής μισθωτών επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει εξ αρχής χαρακτήρα γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση των Ν.2470/1997 και 3205/2003.

Η μη χορήγηση της ένδικης παροχής και στους αναιρεσιβλήτους, εφόσον πληρούν τη μοναδική προϋπόθεση που τίθεται από τον νόμο, δηλαδή την υπαγωγή τους στο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρ. 4 §1 και 22 §1 του Συντ.).

Περαιτέρω, είπε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αναφορικά με το επίδομα εξεταστών ικανότητας οδήγησης υποψηφίων οδηγών, που λαμβάνουν οι αναιρεσίβλητοι, ποσού 550 ευρώ μηνιαίως, αυτό συνιστά αποζημίωση για πρόσθετη απασχόληση και δεν είναι επιδεκτικό αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού με την ως άνω ειδική παροχή, διότι το επίδομα εξεταστών είναι αρρήκτως συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και της φύσεως των καθηκόντων και συνεπώς, είναι εντελώς διάφορο από την ειδική παροχή του άρθρ. 14 του Ν.3016/2002 και η επιχειρούμενη με τη 2/34608/0022/2003 ΚΥΑ αλληλοκάλυψη και συμψηφισμός αντίκειται στις προαναφερθείσες αρχές των συνταγματικών διατάξεων περί ισότητας και ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία.

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, υποχρέωσε το αναιρεσείον να τους καταβάλει την ένδικη παροχή. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 14 του Ν.3016/2002, 28 §4 του Ν.3005/2003, 4 §1 και 22 §1 του Συντ.

και τη 2/34608/0022/27-2-2003 ΚΥΑ και ο από το άρθρο 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. (από παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο από το άρθρο 559 αρ.1) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραπάνω αιτιάσεις, δεν είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα κατ' άρθρ. 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την 134423/20-1-1993 Υ.Α.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 6638/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ