Legislator Case Law & Legislation
809/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment for insufficient and vague reasoning regarding dismissal.

Case Number 809/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a labor court judgment that upheld a worker's dismissal. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for rejecting her claim that the employer fired her to avoid paying unemployment benefits. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant did not specify the exact nature of the alleged reasoning defects. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging insufficient or contradictory reasoning must clearly identify the specific legal error and the precise nature of the defect to be admissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure insufficient reasoning contradictory reasoning inadmissible appeal legal costs labor dispute dismissal justification

Cited Legislation

AI generated
Article 174 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 6 of Presidential Decree 4434/1964
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) and 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 1148(4), 566(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 809 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 809/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΛΚΑ Α.Ε. και ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βερβεσό και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πέτρου Μαρκέτου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1546/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5244/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/11/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 3/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 19-11-2012 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 5244/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίστηκε με το άρθρο 361 του ιδίου κώδικα, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου.

Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική δια'ταξη κάποιου νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο (Α.Π. 926/2011). Περαιτέρω, με το κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 6 του ν.δ. 4434/1964, εκδοθέν β.δ. 95/1965 " Περί καθορισμού των προσόντων και των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχιούχων των Μέσων τεχνικών Σχολικών Εργοδηγών, ειδικότητος Δομικών έργων και σχεδιαστών" στο άρθρο 3 αυτού ορίζεται: 1 Ανάδοχοι Δημοσίων 'Εργων, έργων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή έργων χρηματοδοτουμένων εκ του Κρατικού Προϋπολογισμού ή του προϋπολογισμού των Δημοσίων Επενδύσεων καθ'οιονδήποτε τρόπον ή τύπον, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν ως εργοδηγούς κατά ποσόν 50% τους έχοντας πτυχίον ειδικότητας Εργοταξίων Δομικών 'Εργων ή Οικοδόμων και Δημοσίων 'Εργων, των εν του άρθ.1 Τεχνικών Σχολών και κατά ποσόν 50% εμπειροτέχνας - εργοδηγούς, εκ των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος Δ/τος ευδοκίμως και αποδεδειγμένως εργαζομένων ως εμπειρικών εργοδηγών.

Δια την εφαρμογήν της παρούσης διατάξεως το Υπουργείον Δημοσίων 'Εργων θέλει χορηγήσει αδείας Εμπειροτεχνών Εργοδηγών εις τους ασκούντας σήμερον το εν λόγω επάγγελμα εφ'όσον αποδεικνύουν 5ετή αποκλειστικήν εις ταύτα απασχόλησιν, απαγορευομένης εφεξής της χορηγήσεως τοιαύτας αδείας εμπειροτέχνου εργοδηγού, δύναται να χορηγηθεί η ανωτέρω άδεια άμα τη συμπληρώσει 5ετίας.

Μετά την καθ'οποιονδήποτε τρόπον έξοδον εκ του επαγγέλματος των αδειούχων εμπειροτεχνών εργοδηγών, οι προσλαμβανόμενοι εργοδηγοί δέον υποχρεωτικώς να έχουν πτυχίον των εν άρθρ.1 Τεχνικών Σχολών. 2. Αι διατάξεις της παρ.1 του παρόντος Δ/τος έχουν εφαρμογήν και δια τους εργολάβους και λοιπούς κατασκευαστάς ιδιωτικών έργων τους απασχολούντος πλέον των δύο εργοδηγών.

Από την τελευταία διάταξη (άρθρ.3 παρ.2 ν.δ. 45/1965), δεν προκύπτει απαγόρευση των εργοληπτών και κατασκευαστών ιδιωτικών έργων να προλαμβάνουν εμπειροτέχνες χωρίς άδεια εργοδηγούς, ειδικότητα που προβλέπεται από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ (π.χ. την από 3.4.2008 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Μελετητικές και Κατασκευαστικές Τεχνικές Επιχειρήσεις όλης της Χώρας), αλλά η υποχρέωση αυτών να προσλαμβάνουν αδειούχους εμπειροτέχνες εργοδηγούς μόνο όταν απασχολούν πλέον των δύο εργοδηγών.

Επομένως η διάταξη αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου, ώστε η μη τήρηση της ανωτέρω υποχρέωσης των εργοληπτών και κατασκευαστών ιδιωτικών έργων, για την οποία δεν προβλέπεται οποιαδήποτε κύρωση, να επηρεάζει την εγκυρότητα ή μη των συμβάσεων εργασία των προβαλλομένων ή απασχολουμένων από τους εργολήπτες ή κατασκευαστές ιδιωτικών έργων εμπειροτέχνες χωρίς άδεια εργοδηγούς.

Περαιτέρω από το άρθρο 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν.2112/1920 και 1 και 5 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη και καταχρηστική και όταν απαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου κατά δη διεκδίκηση από αυτόν, νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, των δικαιωμάτων του, χωρίς να ασκεί επιρροή το τυχόν αβάσιμο των αξιώσεων που προβάλλει ο εργαζόμενος, εκτός αν πρόκειται για περιπτώσεις προπετούς προβολής προφανώς αστήρικτων αξιώσεων.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι'αυτήν κάποια αιτία, αφού, εν όψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ'υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι'αυτήν ο εργοδότης ήταν αληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, και πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξεις ο εργαζόμενος εξαιτίας των οπίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 307/201..).

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1998).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 227/2012, ΑΠ 1522/2011).

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσες για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997, 28/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα ότι: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΛΚΑ ΑΕ", την 1.4.2004 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως εργοδηγός τεχνικών έργων, με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και ημερήσιο ωράριο οκταώρου με ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές € 1.072,4 .

Τρία και πλέον έτη αργότερα η άνω ανώνυμη εταιρία και η εναγομένη εταιρία κατήρτισαν σύμβαση, την οποία χαρακτήρισαν "Σύμβαση Δανεισμού Εργασίας" και την οποία υπέγραψε ο ενάγων ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος, οι κυριότεροι όροι της οποίας ήταν οι εξής: " 2.Η ΜΕΛΚΑ (αρχική εργοδότρια) αναλαμβάνει την υποχρέωση να διανείσει και δανείζει προσωρινά τον πιο πάνω μισθωτό (ενάγουσα) στη Δανειζόμενη από 1.12.2007 για να εργασθεί ως εμπειροτέχνης εργοδηγός της ΜΕΛΚΑ ΑΕ και ΣΙΑ ΟΕ (εναγομένη εταιρία) που έχει αναλάβει το έργο".

Κατασκευή έξι τριώροφων πολυκατοικιών στην οδό Κυθήρων 41-43 Χλόης και Ρόδων"...3. Με την παρούσα η Δανειζόμενη αποτελεί τον μόνον Εργοδότη έναντι του μισθωτού και αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αρχική ημερομηνία πρόσληψής του στη ΜΕΛΚΑ ...". Ερμηνεύοντας την άνω σύμβαση με βάση τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα σκέψη, το δικαίωμα καταγγελίας ανήκει στην εξουσία του αρχικού εργοδότη, το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι μεταξύ των ως άνω συμπληρωθέντων δεν καταρτίσθηκε σύμβαση παραχώρηση υπηρεσιών του ενάγοντος εργαζομένου (δανεισμός), αλλά καταρτίσθηκε νέα σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, με τον όρο συνυπολογισμού της προϋπηρεσίας του ενάγοντος στην αρχική εργοδότρια, η οποία αξίζει να σημειωθεί είναι ομόρρυθμο μέλος της εναγομένης εταιρείας...

Η προαναφερόμενη σύμβαση του ενάγοντος με την εναγομένη εταιρία ήταν έγκυρη, καίτοι αυτός δεν διέθετε άδεια εμπειροτέχνη οδηγού... Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν άκυρη (174,180 ΑΚ), αφού είχε συναφθεί κατά παράβαση των επιτακτικής φύσεως διατάξεων του β.δ. 95/1965...

εσφαλμένο εφήρμοσε το νόμο... τον μήνα Ιανουάριο 2008 η εναγομένη εταιρία μετακίνησε τον ενάγοντα από το άνω έργο για το οποίο είχε προσληφθεί, ήτοι αυτό της κατασκευής των έξι τριώροφων πολυκατοικιών στον 'Αλιμο Αττικής, στο εκτός έδρας έργο οδοποιϊας που είχε αναλάβει στην περιοχή των Θηβών και ειδικότερα στη θέση Καναβάρι έως και τη Δόμβραινα, για την εργασία του δε αυτή του κατέβαλλε μηνιαίως, πέραν του μισθού του και αποζημίωση για την εκτός έδρας μετακίνησή του συνολικά το καθαρό ποσό των € 2.800. 'Ετσι από 1.1.2008 ο ενάγων άρχισε να μεταβαίνει καθημερινά, με αυτοκίνητο που του παρείχε η εναγομένη εταιρία, από τη κατοικία του στις Αχαρνές Αττικής, στην πιο πάνω θέση της περιοχής των Θηβών.

Τον Ιούνιο του έτους 2009 η εναγομένη αποφάσισε την επιστροφή του ενάγοντος στον αρχικό (συμφωνηθέντα) τόπο εργασίας του ( 'Αλιμος Αττικής) για την ολοκλήρωση του ανωτέρω έργου κατασκευής των έξι πολυκατοικιών, απόφαση στην οποία αυτός αντέδρασε. Τον επόμενο μήνα (Ιούλιο) έλαβε αναρρωτική άδεια και τον Αύγουστο, που το εργοτάξιο παρέμεινε κλειστό, έλαβε την ετήσια άδειά του για αναψυχή.

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, συνέχισε να μεταβαίνει στο παραπάνω εκτός έδρας έργο στην περιοχή των Θηβών και επειδή η εναγομένη αντέδρασε έντονα, ζητώντας του επίμονα να επιστρέψει στο εργοτάξιο του Αλίμου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εργοδηγός, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί, προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, όπου δήλωσε διαμαρτυρόμενος ότι: "Mε εξαναγκάζουν να αποχωρήσω οικειοθελώς επειδή με υποχρεώνουν να αλλάξω τόπο εργασίας από Δόμβραινα Βοιωτίας στον 'Αλιμο Αττικής με αποτέλεσμα να μειωθούν οι αποδοχές μου κατά το ήμισυ".

Διαμαρτυρήθηκε επίσης και για οφειλή δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου. Σημειώνεται ότι από τον Ιούλιο του 2009, που η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα να επιστρέψει στον αρχικώς συμφωνηθέντα τόπο εργασίας του ('Αλιμος Αττικής), έπαυσε να του καταβάλει το ποσό των €2.200, στο οποίο όπως προαναφέρθηκε περιλαμβανόταν και το σταθερό ποσό για τις εκτός έδρας μετακινήσεις του και συνέχισε να του καταβάλει μόνο τον μηνιαίο μισθό του, ο οποίος είχε αναπροσαρμοσθεί στο ποσό των € 1766,56.

Στις 25.9.2009 που ορίσθηκε ως ημερομηνία για την επίλυση της εργατικής διαφοράς που είχε προκύψει, η εναγομένη εταιρία δια του νομίμου εκπροσώπου της δήλωσε ενώπιον του επιληφθέντος της εργατικής διαφοράς αρμοδίου υπαλλήλου, ότι δεν προτίθεται να απολύσει τον ενάγοντα και τον κάλεσε να συνεχίσει από Δευτέρα 28.9.2009 να προσφέρει σ'αυτήν την εργασία του στο εργοτάξιό της στον 'Αλιμο Αττικής. 'Οταν όμως στις 28.9.2009 ο ενάγων εμφανίσθηκε για εργασία στον ως άνω τόπο εργασίας του, η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της κατήγγειλε την εργασιακή του σύμβαση και του κατέβαλε την αποζημίωση απόλυσης και συγκεκριμένα (€ 1766,56 +1/6 Χ 3) € 6.182,97 ...

Η ως άνω καταγγελία όμως είναι προϊόν εκδίκησης, για το λόγο ότι ο ενάγων είχε προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασία διεκδικώντας, όπως εκείνος θεωρούσε, τα νόμιμα δικαιώματά του. Ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι δεν αποδεικνύεται η συνδρομή οποιουδήποτε άλλου λόγου προς τούτο και ιδίως τέτοιου αναφερομένου στην εργασιακή απόδοση του ενάγοντος, η ως άνω καταγγελία υπήρξε καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, διότι η ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού και επομένως είναι άκυρη με αποτέλεσμα να περιέλθει η εναγομένη σε κατάσταση υπερημερίας.

Βέβαια η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της ισχυρίζεται, ότι ο ίδιος ο ενάγων ζήτησε απ'αυτήν, όταν επέστρεψε στην Αθήνα, την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, την οποία (καταγγελία) αποδέχθηκε και υπέγραψε αδιαμαρτύρητα, έλαβε δε την αποζημίωση απόλυσης που του οφείλονταν. Δεν αποδεικνύεται όμως η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού.

Η επικαλουμένη από την εναγομένη ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, Γ. Π., που, όπως δήλωσε, είναι υπάλληλός της και ασχολείται με θέματα προσωπικού, περιέχει ασάφειες και αοριστίες. Χαρακτηριστικά, στην εν λόγω κατάθεσή του δήλωσε ότι, όταν η εταιρία ζήτησε από τον ενάγοντα να επιστρέψει στην εργασία του στην 'Αλιμο, αυτός αρνήθηκε και ζήτησε την απόλυσή του.

Όμως ο ίδιος μάρτυρας, καταθέτοντας ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του ΙΚΑ, κατά τη συζήτηση της ένστασης της εναγομένης, με την οποία ζητούσε την ακύρωση-τροποποίηση των πράξεων με τις οποίες καταλογίσθηκαν σε βάρος της οι αναφερόμενες στην υπ'αριθμ. 54/ΣΥΝ:06/26.1.2011 απόφαση εισφορές, μετά την από 7.10.2009 προσφυγή του ενάγοντος, δήλωσε ότι η εναγομένη εταιρία αναγκάσθηκε να απολύσει τον ενάγοντα λόγω κρίσης.

Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή η εναγομένη προέβη όταν καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος από εχθρότητα και για λόγους εκδίκασης για την παραπάνω συμπεριφορά του, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ενώ στις 25.9.2009, που είχε ορισθεί και ημερομηνία συζήτησης της εργατικής διαφοράς, ο προαναφερόμενος υπάλληλος της εναγομένης, δήλωσε (εδώ με την ιδιότητα του λογιστή της εναγομένης) επί λέξει: " Η εταιρία δεν προτίθεται να τον απολύσει και τον καλεί τη Δευτέρα 28.9.2009 να προσέρχεται για εργασία στο εργοτάξιό της στον 'Αλιμο...", αυτή (εναγομένη) είχε ήδη αποφασίσει να απολύσει τον ενάγοντα, αφού στο έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αναφέρεται ως τελευταία ημέρα εργασίας του η 24.9.2008...

Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται αποδοχές υπερημερίας...". Ακολούθως το Εφετείο αφού ανεγνώρισε την ακυρότητα της από 28.9.2009 εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου επεδίκασε σ'αυτόν μισθούς υπερημερίας.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο κρίνοντας ως έγκυρη τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου με την αναιρεσείουσα, ως εμπειροτέχνη εργοδηγού σε ιδιωτικά έργα, δεν παρεβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 ΑΚ, 1, 3 β.δ. 95/1965, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, και οι οποίοι πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επίσης με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου το άρθρο 281 ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία ότι η αναιρεσείουσα στον Ιούνιο του 2009 ζήτησε από τον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει στον συμφωνηθέντα τόπο εργασίας του ('Αλιμος), ότι αυτός αρχικά δεν συμμορφώθηκε, αλλά κατέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας θεωρώντος ως τόπο εργασίας του την εκτός έδρας της αναιρεσείουσας απασχόλησή του στη Δόμβραινα Βοιωτίας, βλαπτική δε μεταβολή την επάνοδό του στον συμφωνηθέντα τόπο εργασίας του και ζήτησε την επίλυση της διαφοράς του.

Ανεξάρτητα του αβασίμου των απόψεων του αναιρεσιβλήτου στην προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας και του δικαιώματος της αναιρεσείουσας στην άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος να ζητήσει την επάνοδο του αναιρεσιβλήτου στον συμφωνηθέντα τόπο εργασίας του, εφόσον η αναιρεσείουσα δια του εκπροσώπου της ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου της Επιθεώρησες Εργασίας δήλωσε ότι δεν προτίθεται να απολύσει τον αναιρεσίβλητο και τον κάλεσε να προσέλθει στις 28.9.2009 στο εργοτάξιό της στον Άλιμο Αττικής για ανάληψη εργασίας, μόλις δε αυτός εμφανίσθηκε ν'αναλάβει εργασία, την ίδια ημέρα τον απέλυσε, η ενέργειά της αυτή είναι αντίθετη με την αρχή της καλής επίσης και εφόσον, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέκυψε άλλος λόγος απόλυσης, παρά μόνον η εκδικητικότητα της αναιρεσείουσας λόγω της προσφυγής του αναιρεσιβλήτου στην Επιθεώρηση Εργασίας, ορθώς το Εφετείο ερμήνευσε και εφήρμοσε με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1148 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των προκύπτει, ή αν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των, ποίον δηλαδή το ελλείπον στοιχείον που είναι αναγκαίο για την επάρκειά των (ΟλΑΠ 32/1996).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ του άρθρου 281 ΑΚ παραδεκτώς προβληθείσα ένστασή της, με την οποία ισχυρίζεται ότι ο ενάγων από οκνηρία και κακοβουλία παρέμεινε θεληματικά άνεργος μετά την καταγγελία της σύμβασής του για να εισπράττει μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Δεν προσδιορίζει όμως σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της, αφού δεν υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας. Επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγου αοριστίας είναι ο, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αυτός της αναίρεσης. Αυτά δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει και κατά τούτο, επαρκείς αιτιολογίες, εφόσον, κατά τρόπον σαφή δέχεται, ότι δεν αποδείχθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός της (ήδη) αναιρεσείουσας.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος (άρθρ.176,183 ΚΠολΔ) στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.11.2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της 5244/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδίκαζε την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ