Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects admissibility of appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court accepted unproven claims and failed to verify a specific insurance application document, but the court found these arguments inadmissible and unfounded. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the appeal bond was deposited with the State Fund.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 83(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(10) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if procedural requirements for notification are not met, and an appeal argument based on unproven facts without evidence is unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 808 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 808/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Χ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4593/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1657/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2016 αίτησή του. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών, μετά την ματαίωσή της, με την από 7-11-2019 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015).
Περαιτέρω, στο άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου...
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση αίτησης αναιρέσεως ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID- 19, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που γίνεται από τον γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατ` αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από τον γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε (ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1038/2018, ΑΠ 1062/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 10-3-2016 αίτηση του Χ. Τ. του Ι. κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της με αριθ. 1657/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, προκύπτει ότι η συζήτηση της αίτησης αυτής αναιρέσεως προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 23-10-2017, κατά την οποία αναβλήθηκε με αίτηση του αναιρεσείοντος για την 26-3-2018, οπότε και ματαιώθηκε.
Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων επανέφερε προς συζήτηση την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως με την από 7-12-2019 κλήση του, ορίσθηκε δε νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η 12-4-2021. Ενόψει του ορισμού της νέας αυτής δικασίμου, με επίσπευση του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος κατέθεσε την 9.4.2021 τις από 9.4.2021 προτάσεις του, πλην όμως τελικά δεν εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη νέα αυτή δικάσιμο, λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων συνεπεία της πανδημίας COVID-19.
Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021, εκδόθηκε η από 12-5-2021 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως στο ακροατήριο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (13-12-2021) και με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (13.12.2021), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρείων ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, ενόψει του ότι η δυνάμει του προαναφερόμενου αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της συζήτησης εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και ο ως άνω απολιπόμενος αναιρεσείων είχε επισπεύσει με την ανωτέρω κλήση του τη συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 12-4-2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, με το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφιο α` του Ν.2496/1997 ορίζεται, ότι "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή".
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά.
Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας. Εξάλλου, στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ.1 ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή.
Σε περίπτωση, εξάλλου, που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ` αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 1431/2015).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2496/1997, "Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο η ανάγκη νοσηλείας" (παρ. 1). "Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή για την τυχόν ύπαρξη άλλης ασφάλισης κατά ατυχημάτων.
Παράβαση της υποχρεώσεως αυτής δίνει δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός αφότου έλαβε γνώση της ασφάλισης" (παρ. 2). Μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στις συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, είτε στα τυχόν κατ' αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών.
Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου" (παρ. 3). Ακόμη, στο άρθρο 15 του ίδιου νόμου, που είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Ασφάλιση Ζημιών" και στο οποίο η ανωτέρω διάταξη παραπέμπει, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος οφείλουν να γνωστοποιήσουν χωρίς καθυστέρηση σε κάθε ασφαλιστή την ασφάλιση και το ασφαλιστικό ποσό. 2.
Οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημιάς. 3. Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρο, μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασης τους. Επιτρέπεται να συμφωνηθεί ότι, σε περίπτωση μη γνωστοποίησης της ύπαρξης άλλων ασφαλίσεων κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, θα περιορίζεται το ασφάλισμα στο μέτρο που δεν καλύπτεται από προηγούμενη ασφάλιση.
Σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος παραλείψουν τη γνωστοποίηση με δόλο, εφαρμόζονται οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν η ασφάλιση ατυχημάτων διαμορφώνεται με τη βούληση των μερών ως ασφάλιση ποσού, τότε η εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης παραβίαση της υποχρέωσής του να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, κατά τη σύναψη της σύμβασης, την τυχόν ύπαρξη και άλλης ασφάλισης κατά ατυχημάτων, είτε σε δόλο είτε σε αμέλεια οφείλεται, μόνη κύρωση έχει το δικαίωμα του ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε ένα μήνα αφότου έμαθε γι' αυτή.
Αντιθέτως, δεν έχει ως κύρωση, σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε προτού ο ασφαλιστής μάθει για την παραβίαση και εφόσον αυτή οφείλεται σε δόλο του λήπτη, την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος, διότι η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδαφ. β του ν. 2496/1997, που την προβλέπει, δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.
Τούτο, εκτός από την ως άνω διατύπωση της παρ. 2 εδαφ. β του άρθρου 31 του ίδιου νόμου, που κάνει λόγο μόνο για δικαίωμα καταγγελίας, προκύπτει και από την αιτιολογική του έκθεση, στην οποία αναφέρεται: "Με το άρθρο αυτό εισάγεται ελάχιστη νομοθετική ρύθμιση κυρίως για να αποκλειστεί και εδώ η περίπτωση απώλειας της κάλυψης όταν γίνουν ψευδείς δηλώσεις.
Οι κυρώσεις περιορίζονται μόνο (κατά τα διεθνή πρότυπα) στο δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης που χορηγείται στον ασφαλιστή, για τις περιπτώσεις αυτές". Αλλά και εξ αντιδιαστολής προς την παρ. 3 εδαφ. β του άρθρου 31 του ίδιου νόμου, η οποία, όταν η ασφάλιση ατυχημάτων διαμορφώνεται ως ασφάλιση ζημιών, παραπέμπει στο άρθρο 15 του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την πολλαπλή ασφάλιση για την κατηγορία αυτή ασφαλίσεων, και δια της παραγράφου 3 εδαφ.
γ αυτού στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, χορηγώντας έτσι στον ασφαλιστή, κατ' αντίθεση προς ό,τι ισχύει στις ασφαλίσεις ποσού, εκτός από το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, και εκείνο της απαλλαγής του από την καταβολή του ασφαλίσματος, αν ο λήπτης της είχε, κατά τη σύναψη της, με δόλο, αποκρύψει την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε προτού ο ασφαλιστής μάθει γι' αυτές.
Η διαφορετική αυτή από το νόμο ρύθμιση του ίδιου ζητήματος της πολλαπλής ασφάλισης ατυχημάτων ανάλογα με το είδος αυτής ως ασφάλισης ποσού ή ασφάλισης κατά ζημιών και η ενίσχυση της νομικής θέσης του ασφαλιστή στις ασφαλίσεις της δεύτερης κατηγορίας δικαιολογείται από το ότι αυτές έχουν χαρακτήρα καθαρά αποζημιωτικό και διέπονται από τις αρχές της συγκεκριμένης ασφαλιστικής κάλυψης και της απαγόρευσης του πλουτισμού του ασφαλισμένου, ενώ εκείνες οικοδομούνται επί της αρχής της αφηρημένης ασφαλιστικής κάλυψης, στην οποία η απαγόρευση του πλουτισμού δεν έχει εφαρμογή.
Επομένως, αν η ασφάλιση κατά ατυχήματος έχει συμφωνηθεί ως ασφάλιση ποσού και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε, η (προς απόκρουση της αγωγής του ασφαλισμένου, που επιδιώκει να εισπράξει το ασφάλισμα) προβαλλόμενη εκ του άρθρου 3 παρ. 6 εδάφ. β του ν. 2496/1997 ένσταση του ασφαλιστή περί απαλλαγής του από την υποχρέωση του να καταβάλλει το ασφάλισμα για το λόγο ότι κατά τη σύναψη της ασφάλισης ο ασφαλισμένος του είχε αποκρύψει με δόλο την ύπαρξη και άλλων ασφαλίσεων κατά του ίδιου ατυχήματος, δεν είναι νόμιμη διότι τέτοιο δικαίωμα ο νόμος δεν του παρέχει (ΑΠ 738/2017, ΑΠ 263/2017, ΑΠ 1722/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών (αναιρεσείων) με την από 18-4-1995 και με αριθμό εντύπου 859437 αίτησή του για ασφάλεια σύνθετης προστασίας (προσωπικών ατυχημάτων ή / και ασθένειας) προς την εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη)...
ζήτησε την ασφαλιστική του κάλυψη για θάνατο, μόνιμη ολική και μερική ανικανότητα, για ιατροφαρμακευτικές δαπάνες από ατύχημα και πρόσκαιρη ανικανότητα από ατύχημα ή ασθένεια. Στην αίτηση αυτή που συμπλήρωσε και υπέγραψε ο εκκαλών, βεβαιώνοντας με την υπογραφή του την αλήθεια, ακρίβεια και πληρότητα των δηλώσεών του, περιλαμβάνονταν και ερωτήσεις για την προσωπική του κατάσταση και την κατάσταση της υγείας του, στις οποίες ο εκκαλών κλήθηκε να απαντήσει καταφατικά ή αρνητικά, σε περίπτωση δε καταφατικής απάντησης -κλήθηκε- να δώσει όσο το δυνατό περισσότερες επεξηγήσεις και λεπτομέρειες.
Μεταξύ άλλων, ο εκκαλών δήλωσε, ως προς τα ζητήματα που άπτονται της ένδικης διαφοράς, ότι εργαζόταν στα Ελληνικά Ταχυδρομεία ως διοικητικός υπάλληλος και ότι επαγγελλόταν επιπρόσθετα το μεσίτη ακινήτων, ενώ στις ερωτήσεις α) εάν είχε υποβάλει ποτέ αίτηση για ασφάλιση ή είχε συνάψει ασφαλιστήριο ζωής, ατυχήματος, ανικανότητας ή νοσοκομειακής περίθαλψης που είχαν απορριφθεί, ανασταλεί, ακυρωθεί, τροποποιηθεί, είχαν πάρει επασφάλιστρο ή δεν ανανεώθηκαν, β) εάν είχε ζητήσει ή λάβει ποτέ παροχή ή πληρωμή λόγω τραυματισμού, ασθένειας ή ανικανότητας από την εφεσίβλητη ή οποιονδήποτε άλλο φορέα ασφάλισης ή εταιρία, γ) εάν κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών είχε νοσηλευθεί ή συμβουλευθεί ιατρό ή είχε την πρόθεση να συμβουλευθεί ιατρό ή να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις, δ) εάν είχε υποβληθεί ποτέ σε ακτινογραφίες, ηλεκτροκαρδιογράφημα ή άλλες διαγνωστικές εξετάσεις, ε) εάν είχε υποβληθεί ποτέ σε θεραπεία ή είχε εμφανή συμπτώματα για νευρίτιδα, ισχιαλγία, ρευματισμούς, αρθρίτιδα, ουρική αρθρίτιδα, νόσο των μυών ή των οστών, συμπεριλαμβανομένης της σπονδυλικής στήλης, πλάτης, μέσης και των αρθρώσεων, στ) εάν είχε ποτέ εμπλακεί σε οποιοδήποτε ατύχημα που να οδήγησε σε κάκωση μυών, οστών αρθρώσεων και γενικά του μυοσκελετικού συστήματος και ζ) εάν ποτέ είχε συμβουλευθεί ιατρό ή είχε λεχθεί σ' αυτόν ότι είχε ποτέ διαβήτη, πίεση αίματος, οποιαδήποτε ανωμαλία ή ασθένεια της καρδιάς ή των πνευμόνων, νευρική ή διανοητική κατάσταση, καρκίνο ή άλλη ασθένεια, ανωμαλία ή τραυματισμό, ο εκκαλών απάντησε αρνητικά.
Μετά την υποβολή της αίτησης αυτής στην εφεσίβλητη που έγινε αποδεκτή από την τελευταία, εκδόθηκε στις 28-4-1995 το ασφαλιστήριο σύνθετης προστασίας με τον αριθμό 9303173, με το οποίο παρέχονταν στον πίνακα παροχών και ασφαλίστρων του συμβολαίου αυτού: Α1) Εφάπαξ αποζημίωση σε περίπτωση θανάτου από ατύχημα, ποσού 8.000.000 δραχμών.
Α2) Εφάπαξ αποζημίωση σε περίπτωση μόνιμης ολικής ή μερικής ανικανότητας, ποσού 16.000.000 δραχμών. Β1) Εβδομαδιαία αποζημίωση σε περίπτωση πρόσκαιρης ανικανότητας από ατύχημα, ποσού 80.000 δραχμών. Γ) Ιατροφαρμακευτικά έξοδα από ατύχημα, ποσού 300.000 δραχμών. Δ) Ασφάλεια εισοδήματος από ασθένεια ή ατύχημα, ποσού 250.000 δραχμών.
Ως χρόνος έναρξης της σύμβασης ασφάλισης ορίστηκε η 18η-4-1995 και η διάρκειά της ορίστηκε τριμηνιαία, με δυνατότητα ανανέωσής της, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και τις συμφωνίες που διαλαμβάνονταν στη σύμβαση αυτή, τα ασφάλιστρα, δε, συμφωνήθηκε να καταβάλλονται κάθε τρεις μήνες και ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 69.542 δραχμών, στο οποίο περιλαμβάνονταν και ο φόρος κύκλου εργασιών, το χαρτόσημο κλπ.
που αναλογούσαν στο καθαρό ποσό των ασφαλίστρων. Με την αίτησή του με τον αριθμό 60448 που περιήλθε στην εφεσίβλητη στις 2-8-1995, ο εκκαλών ζήτησε να αυξηθούν τα ποσά του ασφαλίσματος. Και στην αίτηση αυτή που συμπλήρωσε και υπέγραψε ο εκκαλών, βεβαιώνοντας με την υπογραφή του την αλήθεια, ακρίβεια και πληρότητα των δηλώσεών του, περιλαμβάνονταν και ερωτήσεις για την προσωπική του κατάσταση και την κατάσταση της υγείας του, στις οποίες ο εκκαλών κλήθηκε να απαντήσει καταφατικά ή αρνητικά, σε περίπτωση δε καταφατικής απάντησης-κλήθηκε- να δώσει όσο το δυνατό περισσότερες επεξηγήσεις και λεπτομέρειες.
Μεταξύ άλλων, ο εκκαλών δήλωσε, ως προς τα ζητήματα που άπτονται της ένδικης διαφοράς, ότι εργαζόταν στα Ελληνικά Ταχυδρομεία ως διοικητικός υπάλληλος και ότι επαγγελλόταν επιπρόσθετα το μεσίτη ακινήτων, ενώ στις ερωτήσεις α) εάν είχε υποβάλει ποτέ αίτηση για ασφάλιση ή είχε συνάψει ασφαλιστήριο ζωής, ατυχήματος, ανικανότητας ή νοσοκομειακής περίθαλψης που είχαν απορριφθεί, ανασταλεί, ακυρωθεί, τροποποιηθεί, είχαν πάρει επασφάλιστρο ή δεν ανανεώθηκαν, β) εάν κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών είχε νοσηλευθεί ή συμβουλευθεί ιατρό ή είχε την πρόθεση να συμβουλευθεί ιατρό ή να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις, γ) εάν είχε υποβληθεί ποτέ σε ακτινογραφίες, ηλεκτροκαρδιογράφημα ή άλλες διαγνωστικές εξετάσεις και δ) εάν ποτέ είχε συμβουλευθεί ιατρό ή είχε λεχθεί σ' αυτόν ότι είχε ποτέ διαβήτη, πίεση αίματος, οποιαδήποτε ανωμαλία ή ασθένεια της καρδιάς ή των πνευμόνων, νευρική ή διανοητική κατάσταση, καρκίνο ή άλλη ασθένεια, ανωμαλία ή τραυματισμό, ο εκκαλών απάντησε αρνητικά.
Μετά την υποβολή της αίτησης αυτής στην εφεσίβλητη που έγινε αποδεκτή από την τελευταία, εκδόθηκε την 1η-9-1995 η πρόσθετη πράξη με τον αριθμό 8954, με την οποία τροποποιήθηκε η σύμβαση ασφάλισης και παρέχονταν στον εκκαλούντα οι ακόλουθες ασφαλιστικές καλύψεις που αναγράφονταν στον πίνακα παροχών και ασφαλίστρων του συμβολαίου αυτού:
Α1) Εφάπαξ αποζημίωση σε περίπτωση θανάτου από ατύχημα, ποσού 10.000.000 δραχμών. Α2) Εφάπαξ αποζημίωση σε περίπτωση μόνιμης ολικής ή μερικής ανικανότητας, ποσού 20.000.000 δραχμών. Β1) Εβδομαδιαία αποζημίωση σε περίπτωση πρόσκαιρης ανικανότητας από ατύχημα, ποσού 100.000 δραχμών. Γ) Ιατροφαρμακευτικά έξοδα από ατύχημα, ποσού 300.000 δραχμών.
Δ) Ασφάλεια εισοδήματος από ασθένεια ή ατύχημα, ποσού 250.000 δραχμών. Ως χρόνος έναρξης της τροποποιημένης σύμβασης ασφάλισης ορίστηκε η 18η-7-1995 και η διάρκειά της ορίστηκε τριμηνιαία, με δυνατότητα ανανέωσής της, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και τις συμφωνίες που διαλαμβάνονταν στη σύμβαση αυτή, τα ασφάλιστρα, δε, συμφωνήθηκε να καταβάλλονται κάθε τρεις μήνες και ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 77.801 δραχμών, στο οποίο περιλαμβάνονταν και ο φόρος κύκλου εργασιών, το χαρτόσημο κλπ.
που αναλογούσαν στο καθαρό ποσό των ασφαλίστρων. Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης σύμβασης ασφάλισης, όπως ίσχυε μετά την αλλοίωση της ενοχής (άρθρο 361 του ΑΚ) ως προς τα ποσά των ασφαλιστικών καλύψεων, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η εφεσίβλητη παρείχε τις συμφωνημένες ασφαλιστικές καλύψεις στον εκκαλούντα, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και συγκεκριμένα για αυτοκινητικό ατύχημα που υπέστη στις 21-9-1995 κατά την οδήγηση δίκυκλης μοτοσικλέτας, παρείχε σ' αυτόν το συνολικό (μικτό) ποσό των 1.514.205 δραχμών ως εβδομαδιαία αποζημίωση εξαιτίας πρόσκαιρης ανικανότητας από ατύχημα κλπ.
και για ατύχημα που υπέστη στις 26-7-1996 επίσης κατά την οδήγηση δίκυκλης μοτοσικλέτας, παρείχε σ' αυτόν το συνολικό (μικτό) ποσό των 882.332 δραχμών ως εβδομαδιαία αποζημίωση εξαιτίας πρόσκαιρης ανικανότητας από ατύχημα κλπ. Στις 19-1-1998 ο εκκαλών υπέβαλε στην εφεσίβλητη το από 16-1-1998 ειδοποιητήριο αποζημίωσης, με το οποίο γνωστοποιούσε σ' αυτήν ότι στις 30-12-1997 είχε υποστεί ατύχημα (πτώση στο έδαφος κατά την ανύψωση μεταλλικής σκάλας), με αποτέλεσμα να υποστεί κάκωση μέσης (οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης).
Κατόπιν τούτου και σε εκτέλεση της σύμβασης ασφάλισης, όπως ίσχυε αυτή μετά την αλλοίωση της ενοχής, η εφεσίβλητη παρείχε τις συμφωνημένες ασφαλιστικές καλύψεις στον εκκαλούντα και συγκεκριμένα παρείχε σ' αυτόν ως εβδομαδιαία αποζημίωση εξαιτίας πρόσκαιρης ανικανότητας από ατύχημα κ.λ.π., το συνολικό (μικτό) ποσό των 2.661.903 δραχμών στις 14-4-1998, το συνολικό (μικτό) ποσό των 429.762 δραχμών στις 4-5-1998, το συνολικό (μικτό) ποσό των 458.333 δραχμών στις 11-6-1998, το συνολικό (μικτό) ποσό των 497.619 δραχμών στις 25-6-1998 και συνολικά το (μικτό) ποσό των 4.463.094 δραχμών.
Ακολούθως, επειδή ο εκκαλών ισχυριζόταν ότι οι συνέπειες του τραυματισμού του από το ατύχημα που είχε υποστεί, εξακολουθούσαν να υφίστανται και να επιφέρουν την ανικανότητά του για εργασία, η εφεσίβλητη διεξήγαγε έρευνες τον Ιούλιο του 1998, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών α) πριν από την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης με την εφεσίβλητη είχε καταρτίσει συμβάσεις ασφάλισης για προσωπικό ατύχημα και ασθένεια τόσο με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία ζημιών και υγείας με την επωνυμία "....", στις 26-2-1993 και στις 5-8-1994, όπως επίσης και με την ανώνυμη εταιρία γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", στις 13-3-1995, β) είχε αποζημιωθεί από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία ζημιών και υγείας με την επωνυμία "...." το Σεπτέμβριο του 1993 για αιματουρία και περιαρθρίτιδα και το Μάρτιο 1994 για διάστρεμμα δεξιάς ποδοκνημικής, καθώς επίσης και ότι γ) εργαζόταν και ως εισπράκτορας ασφαλίστρων για λογαριασμό της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας ζημιών και υγείας με την επωνυμία της "...." από το Σεπτέμβριο του 1987.
Τα προαναφερόμενα στοιχεία, τα οποία είναι ουσιώδη και κρίσιμα για την ασφαλισιμότητα του εκκαλούντος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν επέδρασαν στον ασφαλιστικό κίνδυνο που φέρεται ότι επήλθε στις 30-12-1997, ούτε στην έκταση της ζημίας (σωματικής βλάβης) που φέρεται ότι προκλήθηκε στον εκκαλούντα, στο πλαίσιο του ατυχήματος που ο ίδιος επικαλείται ότι υπέστη κατά το χρόνο εκείνο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών απέκρυψε από την εφεσίβλητη κατά την υποβολή της αίτησής του για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, παρά το γεγονός ότι ήταν γνωστά σ' αυτόν και μολονότι ειδικά ρωτήθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, για τα ζητήματα αυτά.
Στις αναληθείς αυτές δηλώσεις του προς την εφεσίβλητη και στην απόκρυψη των προαναφερόμενων, ουσιωδών και κρίσιμων για την ασφαλισιμότητά του, στοιχείων προέβη με πρόθεση ο εκκαλών, ειδικότερα δε, με σκοπό να επιτύχει την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, της οποίας την κατάρτιση είτε θα αρνούνταν η εφεσίβλητη, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, είτε θα δεχόταν υπό όρους διαφοροποιημένους ως προς το περιεχόμενο και την έκταση των καλύψεων σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά και ως προς το ποσό των ασφαλίστρων (με τη θέση επασφαλίστρου) που έπρεπε να καταβάλλονται σ' αυτήν.
Τούτο, δε, διότι, ειδικότερα σε ό,τι αφορά την ασφάλιση σε περισσότερες ασφαλιστικές εταιρίες (πολλαπλή ασφάλιση), η ενδεδειγμένη ασφαλιστική τεχνική επιτάσσει να αποφεύγεται καταρχήν η ασφάλιση ενός προσώπου για τον ίδιο λόγο σε περισσότερες εταιρίες, με σκοπό την αποτροπή του κινδύνου να ενδώσει ο ασφαλισμένος στον πειρασμό της εκούσιας πραγμάτωσης του ασφαλιστικού κινδύνου χάριν του οικονομικού οφέλους που προσδοκά να απολαύσει στο πλαίσιο της πολλαπλής ασφάλισής του για την ίδια αιτία, ή -σε κάθε περίπτωση- να γίνεται μεν δεκτή η ασφάλιση, αλλά με τέτοιους όρους ως προς το περιεχόμενο των καλύψεων, την έκταση αυτών, το ύψος του ασφαλίσματος που συμφωνείται, αλλά και το ποσό των ασφαλίστρων που πρέπει να καταβάλλονται, ώστε να επιτυγχάνεται ο σκοπός της αποτροπής του προαναφερόμενου κινδύνου.
Μετά τη γνώση των προαναφερόμενων περιστατικών, η εφεσίβλητη απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος για την καταβολή αποζημίωσης και κατήγγειλε τη σύμβαση ασφάλισης με την από 17-7-1998 συστημένη επιστολή της που απέστειλε στον εκκαλούντα, ο οποίος και την παρέλαβε, ενώ στη συνέχεια με την από 11-9-1998 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 17-9-1998, επανέλαβε την καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης...
Με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, κρίνεται από το Δικαστήριο τούτο ότι επήλθε άμεση απαλλαγή της εφεσίβλητης από την υποχρέωσή της για την καταβολή του ασφαλίσματος στον εκκαλούντα, χωρίς να είναι απαραίτητη η καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης..., στην οποία εκ περισσού αποδεικνύεται ότι προέβη η εφεσίβλητη, ειδικότερα, δε, διότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε στις 30-12-1997, δηλαδή σε προγενέστερο χρόνο από εκείνον, κατά τον οποίο έλαβε γνώση η εφεσίβλητη της παράβασης, από την πλευρά του εκκαλούντος, των προαναφερόμενων υποχρεώσεών του που ανάγεται (ο χρόνος της γνώσης της) στον Ιούλιο του 1998.
Κατά συνέπεια, εξαιτίας της άμεσης απαλλαγής της εφεσίβλητης από την υποχρέωσή της για την καταβολή του ασφαλίσματος στον εκκαλούντα, η ένδικη αγωγή... ελέγχεται ως αβάσιμη στην ουσία της... ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την 4593/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, κατ' αποδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης απαλλαγής της, η από 11.7.2001 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλει α) το ποσό των 9.400.000 δραχμών, ως εβδομαδιαία αποζημίωση λόγω πρόσκαιρης ανικανότητας από ατύχημα και β) το ποσό των 20.000.000 δραχμών, ως εφάπαξ αποζημίωση εξαιτίας μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997, καθόσον, υπό τα ως άνω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, ως εκ τούτου, θεμελιώνεται λόγος απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την επίδικη ασφαλιστική κάλυψη, λόγω απόκρυψης εκ μέρους του αναιρεσείοντος, κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης, περιστατικών που αυτός γνώριζε και που, εν συνόλω λαμβανόμενα υπόψη, ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου, και ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων, κατά την υποβολή της αίτησής του για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, απέκρυψε με πρόθεση, απαντώντας αρνητικά στις κρίσιμες πιο πάνω ερωτήσεις της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, τα παρακάτω στοιχεία:
α) ότι πριν από την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης με την αναιρεσίβλητη είχε καταρτίσει συμβάσεις ασφάλισης για προσωπικό ατύχημα και ασθένεια με άλλες δύο ασφαλιστικές εταιρίες, β) ότι είχε αποζημιωθεί από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία ζημιών και υγείας με την επωνυμία "...." το Σεπτέμβριο του 1993 για αιματουρία και περιαρθρίτιδα και το Μάρτιο 1994 για διάστρεμμα δεξιάς ποδοκνημικής, και γ) ότι εργαζόταν και ως εισπράκτορας ασφαλίστρων για λογαριασμό της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας ζημιών και υγείας με την επωνυμία "...." από το Σεπτέμβριο του 1987.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 15 και 31 του Ν. 2496/1997, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον ο αναιρεσείων απέκρυψε από την αναιρεσίβλητη όχι μόνο την πολλαπλή ασφάλισή του, αλλά πλείονα του ενός περιστατικά και δη, κατά τα ανωτέρω, αφενός μεν ότι είχε αποζημιωθεί από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία ζημιών και υγείας με την επωνυμία "...." το Σεπτέμβριο του 1993 για αιματουρία και περιαρθρίτιδα και το Μάρτιο 1994 για διάστρεμμα δεξιάς ποδοκνημικής, και αφετέρου ότι εργαζόταν και ως εισπράκτορας ασφαλίστρων για λογαριασμό της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας ζημιών και υγείας με την επωνυμία "...." από το Σεπτέμβριο του 1987, στοιχεία τα οποία από μόνα τους και χωριστά το καθένα αρκούν για την πλήρωση του πραγματικού των διατάξεων των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997 και με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 15 και 31 του Ν. 2496/1997.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 6, 15 και 31 του Ν. 2496/1997, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι θεμελιώνεται λόγος απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την επίδικη ασφαλιστική κάλυψη, λόγω απόκρυψης εκ μέρους του αναιρεσείοντος περιστατικών που γνώριζε και ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου (άρθρο 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997).
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο α) ότι ο αναιρεσείων με την από 18-4-1995 και με αριθμό εντύπου 859437 αίτησή του για ασφάλεια σύνθετης προστασίας (προσωπικών ατυχημάτων ή / και ασθένειας) προς την αναιρεσίβλητη ζήτησε την ασφαλιστική του κάλυψη για θάνατο, μόνιμη ολική και μερική ανικανότητα, για ιατροφαρμακευτικές δαπάνες από ατύχημα και πρόσκαιρη ανικανότητα από ατύχημα ή ασθένεια, β) ότι στην αίτηση αυτή που συμπλήρωσε και υπέγραψε ο ίδιος, βεβαιώνοντας με την υπογραφή του την αλήθεια, ακρίβεια και πληρότητα των δηλώσεών του, περιλαμβάνονταν και ερωτήσεις για την προσωπική του κατάσταση και την κατάσταση της υγείας του και γ) ότι ο αναιρεσείων απέκρυψε δολίως από την αναιρεσίβλητη τα προαναφερόμενα στοιχεία, τα οποία ήταν ουσιώδη και κρίσιμα για την ασφαλισιμότητά του.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.
Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου ότι προσκομίστηκε αποδεικτικό μέσο είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 30/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό έγγραφο και δη την μνημονευόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αίτησή του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, την οποία φέρεται να συμπλήρωσε και υπέγραψε ο ίδιος, διαλαμβάνοντας σ' αυτήν ψευδείς και ανακριβείς δηλώσεις, χωρίς να προσκομισθεί τέτοιο έγγραφο από την αναιρεσίβλητη.
Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων ρητά μνημονεύει την από 18-4-1995 και με αριθμό εντύπου 859437 αίτηση του αναιρεσείοντος για ασφάλεια σύνθετης προστασίας (προσωπικών ατυχημάτων ή/και ασθένειας) προς την αναιρεσίβλητη, βεβαιώνοντας έτσι ότι το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε από την αναιρεσίβλητη.
Επομένως, ως προς το έγγραφο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, που στρέφεται κατά της ανωτέρω βεβαιώσεως του Εφετείου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 248/2018, ΑΠ 1040/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικουρικά προβαλλόμενο, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη τις αιτιάσεις της αναιρεσίβλητης ότι ο ίδιος συμπλήρωσε και υπέγραψε την αίτηση ασφαλιστικής του κάλυψης, με τις ανωτέρω αναφερόμενες αναληθείς βεβαιώσεις του, οι οποίες συνιστούν και την βάση της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένσταση απαλλαγής της, ενώ αυτός αρνήθηκε ότι προέβη σε οποιαδήποτε ανακριβή ή ψευδή δήλωση.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων και όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, ελέγχεται ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2016 αίτηση του Χ. Τ. για αναίρεση της με αριθ. 1657/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ