Supreme Court dismisses appeal on inadmissible grounds regarding evidentiary assessment of implied gift intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court failed to consider specific evidence proving the plaintiff's intent to make a gift rather than sell. The court ruled the appeal inadmissible because the argument merely challenged the lower court's evaluation of evidence rather than pointing to a legal error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11)γ' ΚΠολΔ; The appeal is inadmissible when it attacks the lower court's assessment of evidence without alleging a violation of legal rules governing the evaluation of proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 648 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 648/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Δ., 2) Χ. Μ. του Σ., 3) Ε. Ν., 4) Σ. Ν. του Ε. και 5) Α. Ν. του Ε., απάντων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Κούτριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. χήρας Κ. Μ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., φερομένης ως αποκλειστικής κληρονόμου του εκλιπόντος αντιδίκου Ν. Π. του Α.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τουσιάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2010 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ν. Π. του Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16027/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 638/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-5-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 138 παρ.1 Α.Κ. δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής.
Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο (ΑΠ 1427/2017). Με τις παραπάνω διατάξεις γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015).
Όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας είναι και συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 παρ.1, 369 και 498 παρ.1 ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτό και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτομένης δικαιοπραξίας, αλλ` αυτά αποδεικνύονται με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά την οποία ηθέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση (ΑΠ 291/2018, ΑΠ 917/2015, ΑΠ 429/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211 Α.Κ., δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητώς στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (ΑΠ 647/2017).
Η εξουσία προς αντιπροσώπευση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 212, 216, 217, 218, 222, 223, 229, 231 παρ.1 και 361 ΑΚ, παρέχεται με πληρεξουσιότητα προς τον εξουσιοδοτούμενο, η οποία αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, που είναι, κατά κανόνα, άτυπη. Υποβάλλεται, όμως, κατ' εξαίρεση, η πληρεξουσιότητα σε έγγραφο συστατικό τύπο, είτε διότι για την συγκεκριμένη πληρεξουσιότητα το απαιτεί ο νόμος, είτε διότι η δικαιοπραξία στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα είναι τυπική, οπότε τον επιβαλλόμενο για την δικαιοπραξία αυτή τύπο πρέπει, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, να περιβληθεί και η πληρεξουσιότητα κατά το άρθρο 217 περ.
β' Α.Κ. (ΑΠ 1150/2014, ΑΠ 1305/2009). Σύμφωνα με τα παραπάνω, απόλυτη ή σχετική εικονική σύμβαση μπορεί να καταρτιστεί και από τον άμεσο αντιπρόσωπο, στην περίπτωση δε αυτή, εφόσον δηλαδή δηλών είναι ο τελευταίος, η εικονικότητα της δήλωσης βούλησης κρίνεται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου (ΑΠ 253/2018, ΑΠ 365/2015, ΑΠ 1882/2017).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 160, 211, 216, 217 και 229 του ΑΚ, η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα (ΑΠ 1600/2013, ΑΠ 484/2007).
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 849/2017).
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 416/2018).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 447/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων...
που απεβίωσε....μετά τη συζήτηση της... αγωγής του...., με... απόφαση της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ κρίθηκε ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67% λόγω ανατομοφυσιολογικής βλάβης. Από το έτος 1994 διέμενε μόνιμα στη νευρολογική κλινική.... Στην ίδια κλινική διέμενε μόνιμα από το έτος 1986 και μέχρι το θάνατό της το έτος 2011 η αδελφή του....
Η πρώτη εναγομένη διατηρούσε καλές σχέσεις με την αδελφή του... και την επισκεπτόταν στην κλινική μέχρι το θάνατό της. Έκτοτε, επισκεπτόταν στην κλινική τον ενάγοντα... Τον Οκτώβριο του 2005 η πρώτη εναγομένη, γνωρίζοντας την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος και το γεγονός ότι αυτός δεν μπορούσε να επιμεληθεί των υποθέσεων του εκτός κλινικής, του πρότεινε και ο ενάγων δέχθηκε προς διευκόλυνσή του να την ορίσει συνδικαιούχο στους λογαριασμούς που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα.....
και στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ... έτσι ώστε αυτή να επιμελείται των λογαριασμών, των πληρωμών και της είσπραξης της σύνταξής του, καθότι αδυνατούσε να τα πράξει ο ίδιος. Ο ενάγων είχε στην αποκλειστική του κυριότητα δύο διαμερίσματα.... Στις 19.7.2006 στην ως άνω κλινική, προσήλθε η συμβολαιογράφος Μ. Γ.-Σ.
συνοδευόμενη από την πρώτη εναγομένη και παρουσία δύο μαρτύρων, .... συνέταξε το υπ' αριθμ. …76/19.7.2006 πληρεξούσιο, βάσει του οποίου o ενάγων διόριζε την ανωτέρω (πρώτη εναγομένη) ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του και της παρείχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί, αντ' αυτού και για λογαριασμό του, στην πώληση και μεταβίβαση, μόνο κατά ψιλή κυριότητα, των δύο προαναφερομένων διαμερισμάτων του προς τις δύο κόρες της, Χ.
Μ., δεύτερη εναγόμενη και Μ. Μ., ήδη αποβιώσασα και κληρονομηθείσα από το σύζυγο, τρίτο εναγόμενο, και τα δύο ανήλικα τέκνα της, που εκπροσωπούνται στη δίκη από τον τελευταίο, ή προς οποιονδήποτε τρίτο, με τίμημα, όρους και συμφωνίες που η ίδια (η πρώτη εναγόμενη) θα όριζε, παρακρατώντας για τον εαυτό του (εντολέα) και για όλη τη ζωή του το δικαίωμα της επικαρπίας....
Ακολούθως, στις 19.9.2006, η πρώτη εναγόμενη, ενεργώντας ως πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του ενάγοντος, δυνάμει εντολής και πληρεξουσιότητας που δόθηκε σ' αυτήν με το ανωτέρω υπ' αριθμ. ...76/19.7.2006 πληρεξούσιο, προχώρησε, δυνάμει του υπ' αριθμ. …26/19.9.2006 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου..., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., στην πώληση των δύο αυτών διαμερισμάτων του κατά ψιλή κυριότητα προς τις κόρες της, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθεμιά, δηλώνοντας ότι εισέπραξε από αυτές ως τίμημα για τις εν λόγω πωλήσεις, το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο ποσό των 80.968,74 ευρώ συνολικά, που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία της ψιλής κυριότητας των ως άνω ακινήτων.
Η ανωτέρω, όμως, επίμαχη σύμβαση πώλησης ήταν εικονική και οι δηλώσεις βούλησης όλων των συμβληθέντων σ' αυτή (πρώτης εναγομένης ως αντιπροσώπου του ενάγοντος πωλητή και αγοραστριών) δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά, τελούντος του αντιπροσωπευομένου ενάγοντος σε πλήρη άγνοια της εικονικότητας αυτής, σε αντίθεση με τις δύο πρώτες εναγόμενες και τη δικαιοπάροχο του τρίτου εναγομένου, που τελούσαν σε πλήρη γνώση της εικονικότητας, αφού στην πραγματικότητα κανένα απολύτως ποσό δεν εισέπραξε η πρώτη εναγομένη από τις θυγατέρες της ως τίμημα για λογαριασμό του ενάγοντος πωλητή.
Από την αναφορά στο σχετικό συμβόλαιο στο οποίο, όπως κατά λέξη αναγράφεται "το οποίο ποσό των 80.968,74 ευρώ ολόκληρο κατέβαλαν οι αγοραστές στην εκπρόσωπο του πωλητή, η οποία και το έλαβε σε μετρητά, πριν και εκτός του γραφείου μου, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, όπως ρητά και ανεπιφύλακτα ομολόγησε ενώπιον μου η εκπρόσωπος του πωλητή....", δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα η καταβολή του φερόμενου ως συμφωνηθέντος τιμήματος εκ μέρους των εναγόμενων προς τον πωλητή ούτε η δήλωση της πρώτης εναγόμενης ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. ....
Συνεπώς, η πώληση αυτή ήταν κατά τη βούληση των συμβληθέντων εικονική, όπως άλλωστε ομολογούν οι εναγόμενοι και ως εκ τούτου η καταρτισθείσα σύμβαση τυγχάνει άκυρη, μη δυνάμενη κατά νόμο να επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους ισχυρίσθηκαν ότι η εικονική πώληση υπέκρυπτε έγκυρη δωρεά των διαμερισμάτων εκ μέρους του ενάγοντος προς τις κόρες της πρώτης εναγομένης, στην κατάρτιση της οποίας η τελευταία προέβη με βάση την προαναφερόμενη παροχή πληρεξουσιότητας που εικονικά είχε δοθεί για σύμβαση πώλησης, ενώ στην πραγματικότητα κάλυπτε δήλωση παροχής πληρεξουσιότητας του ενάγοντος για σύσταση δωρεάς.
Πράγματι, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κάτω από την εικονική πώληση τόσο η πρώτη εναγομένη όσο και οι θυγατέρες της, ήθελαν να καλύψουν σύμβαση δωρεάς των ακινήτων προς τις τελευταίες, πλην όμως, η καλυπτόμενη αυτή σύμβαση είναι άκυρη, αφενός διότι η πρώτη εναγομένη, που ενεργούσε ως πληρεξούσια και αντιπρόσωπος του ενάγοντος, δεν είχε σχετική πληρεξουσιότητα προς τούτο, δηλαδή δεν είχε εντολή σύστασης δωρεάς αλλά πώλησης, και αφετέρου, διότι ο ενάγων δεν ήθελε τη σύσταση δωρεάς, αλλά ούτε και ενέκρινε αυτήν, αφού, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε κανένα προς τούτο σοβαρό λόγο, η αληθινή δε βούλησή του ήταν να συνάψει πώληση των ακινήτων του και όχι δωρεά, καθόσον στην περίπτωση αυτή θα φρόντιζε να περιληφθεί στο υπ' αριθμ.
…76/2006 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μ. Γ. και εντολή για σύσταση δωρεάς. Όταν ο ενάγων διαπίστωσε, το Φεβρουάριο του 2008, ότι έλαβε χώρα η πώληση της ψιλής κυριότητας των ακινήτων του, ότι συνομολογήθηκε ως τίμημα της πώλησης το ποσό των 80.968,74 ευρώ και ότι η πρώτη εναγομένη δεν κατέθεσε στους λογαριασμούς που τηρούσε ο ίδιος στις προαναφερόμενες τράπεζες το παραπάνω ποσό του τιμήματος, προέβη με την υπ' αριθμ.
…04/5.3.2008 πράξη του συμβολαιογράφου.... στην ανάκληση του πληρεξουσίου που είχε χορηγήσει στην πρώτη εναγομένη και στη συνέχεια άσκησε την υπ' αριθμ καταθ …51/16.6.2010 αγωγή του σε βάρος των εναγομένων.... Περαιτέρω, .... στις 17.8.2006 η πρώτη εναγομένη προέβη χωρίς προηγούμενη σχετική εντολή του ενάγοντος στην ανάληψη ποσού 9.222 ευρώ από λογαριασμό ταμιευτηρίου που o ίδιος τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα και αυτή ήταν συνδικαιούχος, για να πληρώσει τα έξοδα σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου (δικαιώματα σύνταξης, φόρο μεταβίβασης, έξοδα μεταγραφής, παράσταση δικηγόρων). ....
Η εσωτερική σχέση που συνέδεε τους συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού, δηλαδή τον ενάγοντα και την πρώτη εναγομένη, ήταν σύμβαση εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ενάγων όρισε ως συνδικαιούχο την πρώτη εναγομένη, αναθέτοντάς της, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και συνεπώς η τελευταία δεν είχε δικαίωμα να προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του.
O ενάγων ουδέποτε συμφώνησε με την πρώτη εναγομένη να καλύψει ο ίδιος τα έξοδα του συμβολαίου πώλησης.... Με τον τρόπο αυτό η πρώτη εναγομένη, ως εντολοδόχος, ενήργησε παραβαίνοντας τους όρους της εντολής και εξ αυτού του λόγου έχει υποχρέωση να ανορθώσει την παραπάνω ζημία που υπέστη ο εντολέας-ενάγων, η οποία (ζημία) ισούται με το χρηματικό ποσό που ανέλαβε και έχει ως γενεσιουργό αιτία το δικό της πταίσμα....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση και τους προσθέτους λόγους της εκκαλούσας Ε. χήρας Κ. Μ., που μετά το θάνατο του ενάγοντος συνέχισε τη δίκη ως αποκλειστική εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη, και στη συνέχεια κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση δέχθηκε την αγωγή και α) αναγνώρισε την ακυρότητα της σύμβασης πώλησης της ψιλής κυριότητας των ένδικων ακινήτων του ενάγοντος ως εικονικής και, επίσης, την ακυρότητα της καλυπτόμενης, κάτω από την εικονική πώληση, σύμβασης δωρεάς, με επάλληλη αιτιολογία, ήτοι αφενός μεν αφενός διότι η πρώτη εναγομένη, δεν είχε σχετική πληρεξουσιότητα προς τούτο και αφετέρου, διότι ο ενάγων δεν ήθελε τη σύσταση δωρεάς, αλλά ούτε και ενέκρινε αυτήν, β) αναγνώρισε τον αρχικώς ενάγοντα ψιλό κύριο των ως άνω δύο διαμερισμάτων και υποχρέωσε τη δεύτερη και τον τρίτο των εναγομένων, ατομικά και ως ασκούντα τη γονική μέριμνα των δύο ανηλίκων τέκνων του, να αποδώσουν την ψιλή κυριότητα αυτών στην εκκαλούσα Ε.
χήρα Κ. Μ., και γ) υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ανωτέρω κληρονόμο του ενάγοντος το ποσό των 9.222 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, όσον αφορά τη δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες της, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά την έμμεση διαπίστωση αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική βούληση του αρχικού ενάγοντος, δηλαδή ως προς το εάν αυτός με τη χορήγηση του επίμαχου πληρεξουσίου προς την πρώτη εναγομένη ήθελε να καταρτιστεί από την τελευταία σύμβαση πωλήσεως ή, αντιθέτως, σύμβαση δωρεάς καλυπτόμενη κάτω από την εικονική πώληση, προέβη σε ερμηνεία της, παραλείποντας ωστόσο να προσφύγει στις ουσιαστικές διατάξεις των ανωτέρω άρθρων για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του αρχικού ενάγοντος.
Από την εκτίμηση, όμως, του ως άνω περιεχομένου της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη αμφιβολίας όσον αφορά την ανωτέρω δήλωση βουλήσεως του αρχικού ενάγοντος, η δε κρίση του, περί του ότι δεν πρόκειται για εικονικό πληρεξούσιο που καλύπτει σύμβαση δωρεάς και ότι ο ενάγων ήθελε πράγματι την πώληση των ακινήτων του και όχι τη σύσταση δωρεάς, αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως της σχετικής δήλωσης αυτού, όπως τούτο προκύπτει ειδικότερα από την παραδοχή ότι "ο ενάγων δεν ήθελε τη σύσταση δωρεάς, αλλά ούτε και ενέκρινε αυτήν, αφού, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε κανένα προς τούτο σοβαρό λόγο, η αληθινή δε βούλησή του ήταν να συνάψει πώληση των ακινήτων του και όχι δωρεά" (πρβλ.
ΑΠ 632/2009). Η δε διαλαμβανόμενη παραδοχή ότι σε διαφορετική περίπτωση "θα φρόντιζε να περιληφθεί στο υπ' αριθμ. ..76/2006 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μ. Γ. και εντολή για σύσταση δωρεάς", συνάπτεται απλώς με την ενίσχυση του εξαχθέντος αποδεικτικού του πορίσματος και την αποδεικτική επεξεργασία των προβληθέντων από τους αναιρεσείοντες επιχειρημάτων, τα οποία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, αξιολόγησε αρνητικώς, δεδομένου ότι η εικονικότητα δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης και επομένως η απόφαση που διερευνά αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 1426/2007).
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 383/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η πρώτη από τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την κρίση του, σύμφωνα με την οποία η καλυπτόμενη υπό την εικονική πώληση σύμβαση δωρεάς είναι άκυρη, "διότι η πρώτη εναγομένη, που ενεργούσε ως πληρεξούσια και αντιπρόσωπος του ενάγοντος, δεν είχε σχετική πληρεξουσιότητα προς τούτο, δηλαδή δεν είχε εντολή σύστασης δωρεάς αλλά πώλησης", παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 217 και 138 παρ. 2 ΑΚ, αφού ζήτησε για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από όσα αυτές αξιώνουν, δεδομένου ότι ο πληρεξούσιος που είναι εφοδιασμένος με (εικονικό) πληρεξούσιο για την κατάρτιση εικονικής πώλησης ακινήτου, έχει τη δυνατότητα να καταρτίζει με βάση αυτό έγκυρη δωρεά, σύμφωνα με την κρυφή εξουσία, που πράγματι έχει δοθεί σε αυτόν από τον αντιπροσωπευόμενο.
Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβασίμου του κατ' αυτής ως άνω σχετικού λόγου, ο συγκεκριμένος λόγος που αφορά την επάλληλη αιτιολογία είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση δεύτερη επάλληλη αιτιολογία.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ότι o αρχικώς ενάγων δεν ήθελε τη σύσταση δωρεάς της ψιλής κυριότητας των ακινήτων του και, επίσης, ότι η πρώτη εναγομένη ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό του, χωρίς να έχει δικαίωμα, το ποσό των 9.222 ευρώ, για την πληρωμή των εξόδων σύνταξης του συμβολαίου μεταβίβασης των ακινήτων, χωρίς τα ανωτέρω να προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Γ.
Μ., που είναι το μοναδικό αποδεικτικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης προς απόδειξη της αγωγής. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β' , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 14/2005).
Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 173/2015).
Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων (ΑΠ 29/2017, ΑΠ 1307/2015). Ωστόσο, το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν παραλείψει να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που κατατείνουν σε άμεση ή αναλόγως και σε έμμεση απόδειξη, όχι όμως αν παραλείψει να συναγάγει από τα αποδεικτικά αυτά μέσα τα τεκμήρια που τυχόν μπορούν να συναχθούν (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη του δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από το ότι ο ενάγων δεν ζήτησε σε εύλογο χρόνο την απόδοση σε αυτόν του τιμήματος πώλησης αλλά ενδιαφέρθηκε για τη νομική κατάσταση των διαμερισμάτων του μετά από ενάμισυ χρόνο, καθόσον από τα γεγονότα αυτά συνάγεται, με τη βοήθεια και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής, όπως οι αναιρεσείοντες διατείνονται, βούληση του ενάγοντος για τη σύναψη δωρεάς.
Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσάπτουν παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που κατατείνουν σε άμεση ή έμμεση απόδειξη, αλλά παράλειψη να συναγάγει τεκμήρια από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, αφετέρου δε, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση, ότι με βάση τα τεκμήρια αυτά συνάγεται πόρισμα αντίθετο από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω τεκμηρίων, καθόσον αυτά είναι στην πραγματικότητα επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων, με τα οποία αυτοί επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, που συνήγαγε το Εφετείο.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και "η υπ' αριθμ. …04/22-9-2008 ένορκη βεβαίωση.... στα πλαίσια προηγηθείσας δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.... μόνον για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (και) όλα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.....
είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επικαλούμενα ανωτέρω δικαστικά τεκμήρια και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-5-2017 αίτηση των: 1) Α. Μ., 2) Χ. Μ., 3) Ε. Ν., 4) Σ. Ν. και 5) Α. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 638/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ