Legislator Case Law & Legislation
802/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and confirms lower court's rejection of compensation claim.

Case Number 802/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's final judgment. The State argued that the First Instance Court incorrectly rejected its claim for compensation for expropriation, citing a lack of statutory basis in current laws. The court held that the claim was procedurally inadmissible as it did not constitute a separate legal issue and was properly rejected by the lower court. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the State was ordered to pay the costs of the current appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the contested judgment rejects a claim that is not a separate legal issue and is procedurally inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
expropriation compensation procedural inadmissibility separate legal issue appeal dismissal costs of litigation Code of Civil Procedure expropriation law

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 25 § 1 of Law 1731/1939
Law 797/1971
Law 2882/2001
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 802 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 802/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. συζ. Ν. Τ., το γένος Σ. Δ., κατοίκου ..., ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας Γ. χας Β. Θ., το γένος Σ. Δ., 2) Β. Κ., το γένος Γ. Σ.ή Σ., κατοίκου ..., 3) Γ. Σ. του Θ. και 4) Χ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 2η, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σιντόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2012 αγωγή των ήδη 2ης, 3ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Γ. χας Β. Θ., το γένος Σ. Δ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2014 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-2-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. ….7Α'/10-10-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας Ε. Σ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Κατά συνέπεια, εφόσον αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 17-4-2012 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, οι ενάγοντες εξέθεσαν ότι απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του εναγομένου Ελλ. Δημοσίου και με δαπάνες του, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ευρύτερη έκταση στην οποία περιλαμβάνεται και ιδιοκτησία του φερομένου ως αρχικού ιδιοκτήτη Β.

Θ. που απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την αρχικά πρώτη ενάγουσα που και αυτή απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και κληρονομήθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη που συνέχισε τη δίκη, καθώς και από τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη 2η, 3ο και 4ο των αναιρεσιβλήτων κατά τα αναφερόμενα ποσοστά. Ότι από την εν λόγω ιδιοκτησία τους απαλλοτριώθηκε έκταση εμβαδού 2.565 τ.μ.

και καθορίστηκε ως αυτοαποζημιούμενο εξ αυτής, τμήμα εμβαδού 1.610 τ.μ. λόγω αύξησης της αξίας του, συνεπεία της κατασκευής του ως άνω έργου και ότι καθορίστηκε η τιμή μονάδας αποζημίωσης του ακινήτου τους με την 72/2006 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας στο ποσό των 30 ευρώ ανά τ.μ., ενώ με την υπ' αριθμ. 154/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αναγνωρίσθηκαν αυτοί (οι ενάγοντες) δικαιούχοι της αποζημίωσης.

Ότι με αίτησή τους στη ΔΕΚΕ …., που παραπέμφθηκε και απεστάλη αρμοδίως στο Εφετείο Κέρκυρας, ζήτησαν να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας της απαλλοτρίωσης, ώστε να αποζημιωθούν και για το ως άνω εδαφικό τμήμα της ιδιοκτησίας τους, που φέρεται σ' αυτόν ως αυτοαποζημιούμενο και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 33/2010 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου που έκρινε τελεσίδικα ότι δεν ωφελούνται από την επίδικη απαλλοτρίωση και δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση, ούτε συντρέχει περίπτωση αυτοαποζημίωσής τους, πλην όμως το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον αρνείται την καταβολή της αναλογούσας σε καθένα εξ αυτών αποζημίωσης με βάση την ως άνω 72/2006 απόφαση.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει κατά το λόγο της εξ αδιαιρέτου κληρονομικής τους μερίδας, το ποσό της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στα 1.610 τ.μ. (1.610 χ 30 = 48.300 €) νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, με την 18/2013 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτούμενα ποσά,.

κατ' έφεση δε του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 119/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Με τον 1ο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γιατί κατά παράβαση του άρθρου 19 ΑΝ 1715/1951, σύμφωνα με το οποίο "η άσκηση από το Ελληνικό Δημόσιο αιτήσεως αναιρέσεως κατά τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως ως και η προς άσκηση αυτής προθεσμία αναστέλλει την κατ' αυτού εκτέλεσή της", υποχρέωσε αυτό να καταβάλει τα επιδικασθέντα με την 33/2010 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας χρηματικά ποσά, αν και η απόφαση αυτή δεν ήταν αμετάκλητη, αφού είχε ασκήσει την από 20-5-2010 αίτησή του περί αναιρέσεώς της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι με την επίδικη αγωγή επιδιώκεται η καταβολή αποζημίωσης, προσδιοριζόμενης από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι η εκτέλεση της 33/2010 απόφασης, που άλλωστε δεν περιείχε καταψηφιστική διάταξη. Το ότι δε, για το σχηματισμό της δικανικής της κρίσης (προσδιορισμό της αποζημίωσης αυτής), η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο εκ των 33/2010 και 72/2006 αποφάσεων του ίδιου Δικαστηρίου, ουδόλως παραβιάζει την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 19 ΑΝ 1715/1951, αφού σύμφωνα με αυτή, ασκηθείσης αναιρέσεως, αναστέλλεται μόνο η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, όχι δε και η επέλευση των λοιπών εννόμων συνεπειών της και δη το εξ αυτής δεδικασμένο.

Με τον 2ο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, γιατί η αγωγή περί ανατροπής του τεκμηρίου της ωφέλειας που δίκασε η 33/2010 απόφαση αποτελεί πρόκριμα για την άσκηση της παρούσας περί καταβολής της αποζημίωσης αγωγής και ήταν απαράδεκτη γιατί δεν ασκήθηκε εντός διμήνου κατά τη διαδικασία του άρθρου 33 § 3 Ν. 2971/2001 που αφορά το τεκμήριο ωφέλειας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι με την ένδικη αγωγή δεν επιδιώκεται η ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας αλλά η καταβολή αποζημίωσης, οι κρίσεις δε της 33/2010 απόφασης καλύπτονται από το δεδικασμένο.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 33 §§ 1, 2, 3, 6 και 7 Ν. 2971/2001, 19 §§ 1, 2, 3, 4 και 6 Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), 17 και 20 του Συντάγματος, 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται, ότι ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος ο οποίος αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, στην περίπτωση που δικάστηκε ερήμην στη δίκη προσωρινού καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης, γιατί για την κλήτευσή του τηρήθηκε μόνο η διαδικασία των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 19 του ΚΑΑΑ (τοιχοκόλληση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου στο κατάστημα του Δήμου, δημοσίευση σε εφημερίδες κ.λπ.), αλλά παραλείφθηκε η κατά το α' εδάφιο της αυτής παραγράφου του ίδιου άρθρου και Κώδικα κλήτευσή του με νόμιμη επίδοση δικογράφου αίτησης, θεωρείται ότι δεν κλητεύθηκε και δεν έλαβε μέρος στη δίκη της προσωρινής αποζημίωσης, επομένως, αν πιστεύει ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση της απόφασης του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης (ΑΠ 256/ 2018, ΑΠ 1249/2007).

Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφενός έκρινε ότι η προαναφερόμενη απόφαση περί καθορισμού της προσωρινής (αλλά και της οριστικής) τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης εκδόθηκε ερήμην του Θ. Β., δικαιοπαρόχου των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, διότι η αίτηση δεν του είχε νομίμως κοινοποιηθεί, αφού αυτή είχε τοιχοκολληθεί και δημοσιευθεί κατά τις διατάξεις των εδαφίων β' και γ' της παρ. 4 Ν. 2882/2001, αφετέρου δε ότι εκ του ανωτέρω λόγου δεν είχε παρέλθει η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 33 Ν. 2791/2001, προκειμένου οι κληρονόμοι του να ασκήσουν την αίτηση περί ανατροπής του τεκμηρίου της ωφέλειας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου 3ος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (ΟλομΑΠ 25/2003).

Ως αίτηση επίσης νοείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, όχι όμως και εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα", με την έννοια του αρ. 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 483/2011, ΑΠ 1892/2009, ΑΠ 2129/ 2007).

Δεν ιδρύεται όμως αναιρετικός λόγος από την περ. γ' του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές (ΑΠ 850/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 § 1 ΑΝ 1731/1939 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" ο δικαιούχος της αποζημίωσης αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορούσε με αγωγή του να ζητήσει την καταβολή της από τον υπόχρεο.

Το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείσθηκε από το ΝΔ 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" και ήδη θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 7 § 1, 9 § 3, 10 §§ 1 & 2, 17 § 1, 26 και 27 § 4 αυτού (ΝΔ 797/1971), ούτε (αποκλείστηκε) από τις ισχύουσες σήμερα διατάξεις του Ν. 2882/2001. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται, ότι ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημιώσεως, η οποία προσδιορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 742/2018, ΑΠ 1977/2014, ΑΠ 153/2012, ΑΠ 1476/2003).

Με τον 4ο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ότι απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό του, ότι είναι ανεπίτρεπτη η άσκηση της κρινόμενης καταψηφιστικής αγωγής με αίτημα την καταβολή του οριστικά καθορισθέντος ποσού της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, δεδομένου ότι, ενώ αυτή προβλεπόταν ρητά από το προϊσχύον άρθρο 25 ΑΝ 1731/1939, δεν υπάρχει τέτοια ρύθμιση ούτε στις διατάξεις του ΝΔ 797/1971, ούτε στις ισχύουσες σήμερα διατάξεις του Ν. 2882/2001.

Με το ως άνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο προβαλλόμενος με αυτόν ισχυρισμός δεν αποτελεί "αίτηση" κατά την έννοια του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθότι ούτε εκκρεμοδικία δημιουργεί, ούτε αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και σε κάθε περίπτωση ορθά το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό του, αφού είναι μη νόμιμος, δεδομένου ότι ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημίωσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορεί με καταψηφιστική αγωγή να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της.

Συνακόλουθα, και μη προβαλλόμενου ετέρου λόγου, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που όμως θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-2-2014 και με αριθμό καταθέσεως 5/22-2-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 119/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ