Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification and back pay award in Greek employment dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Foundation's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment regarding the employee's contract status and unpaid wages. The employee successfully argued that successive work contracts formed a single indefinite-term employment relationship, entitling her to back pay for the period in question. The court rejected the Foundation's claims of abuse of right and lack of causation, ruling that the initial contract's characteristics persisted through renewals and that the Foundation, as a universal successor, bore full responsibility for the obligations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 656 of the Civil Code; The court held that successive contracts forming a continuous employment relationship constitute a single indefinite-term contract, and a universal successor entity remains liable for the full scope of obligations arising from that relationship without exemption based on subsequent administrative reclassifications.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 802 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 802/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΑΙ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ" (Ι.ΝΕ.ΔΙ.ΒΙ.Μ./ΝΠΙΔ, πρώην "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ" Ε.Ι.Ν./ΝΠΙΔ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Φ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη, που ανακάλεσε την από 27/11/2017 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 411/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2972/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/2/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 21-2-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2972/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 411/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 13-12-2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και α) είχε αναγνωρίσει ότι οι διαδοχικές συμβάσεις έργου που κατήρτησε το εναγόμενο με την ενάγουσα κατά τα χρονικά διαστήματα από 20-6-2000 έως 31-12-2000, από 9-3-2001 έως 30-6-2001, από 1-8-2001 έως και 31-12-2001, από 15-3-2002 έως και 32-7-2003 και από 1-9-2003 έως και 31-8-2004 συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, β) είχε υποχρεώσει το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να καταβάλει στην ενάγουσα ως μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 1-11-2009 έως 2-11-2010 το ποσό των 19.977,90 ευρώ με το νόμιμο τόκο και γ) είχε αναγνωρίσει ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ως μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 1-9-2004 έως και 31-10- 2009 το συνολικό ποσό των 96.236,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Με την προσβαλλόμενη 2972/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή της αναιρεσίβλητης με το να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι είναι άκυρη η γενόμενη την 31-8-2004 καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εναγομένου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 18.200 ευρώ νομιμότοκα κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της διακρίσεις και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο είναι υπόχρεο να καταβάλει στην ενάγουσα 85.200 ευρώ νομιμότοκα κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της διακρίσεις.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556, 558,564, 566παρ. 1, και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ).
2.- Ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σλ αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νομού, χωρίς ν’ αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του αρ. 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ αντίστοιχα.
Για να είναι ορισμένος ειδικότερα ο προβλεπόμενος από το αρ. 559 αριθ. 14 Κ.Πολ,Δ λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης της αγωγής απαράδεκτης ως αόριστης, πρέπει σύμφωνα και με τις διατάξεις των αρ. 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής. Εξάλλου στοιχεία της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη κατ αρ 216 παρ. Ια Κ.Πολ.Δ, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς η άλλα οφειλόμενα από τον εργασιακή σύμβαση ποσά, όπως δώρα επιδόματα κλπ. είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός η νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα. (Α.Π. 1413/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση στην από 13-12-2013 αγωγή που ελέγχεται κατά το περιεχόμενο της από τον Άρειο Πάγο (αρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη εξέθεσε σ’ αυτήν ότι 20-6-2000 προσλήφθηκε από το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ (ΙΔΕΚΕ)" και απασχολήθηκε σε αυτό ως υπεύθυνη του τμήματος Γραμματείας του μέχρι και την 31-8-2004 με αλλεπάλληλες συμβάσεις, τις οποίες το Ινστιτούτο προσχηματικώς χαρακτήρισε ως συμβάσεις ανάθεσης έργου ενώ αυτές υπέκρυπταν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την οποία εργάσθηκε καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του μέχρι την απόλυσή της την 31-8-2004 από το ΙΔΕΚΕ δια της μη αποδοχής των υπηρεσιών της χωρίς μάλιστα την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και χωρίς την επίδοση σε αυτή έγγραφης καταγγελίας, αμειβόμενη με 1000 ευρώ το μήνα κατά το πριν τη απόλυσή της χρονικό διάστημα.
Περαιτέρω εξέθετε στην αγωγή της ότι το ΙΔΕΚΕ κατέστη υπερήμερο περί την αποδοχή των προσηκόντως και νομίμως προσφερομένων από αυτή υπηρεσιών της από της ως άνω απολύσεώς της μέχρι την 2-11-2010, ότι οι εκάστοτε νόμιμες μεικτές μηνιαίες αποδοχές της από της απολύσεώς της μέχρι 2-11-2010 θα ανέρχονταν στα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ότι πριν την ως άνω απόλυσή της ως έχουσα τις προϋποθέσεις μονιμοποίησής της του π.δ. 164/2004 στο ΙΔΕΚΕ, υπέβαλε αρχικά την από 20-8-2004 με αριθμό πρωτοκόλλου ...
και στη συνέχεια την .../14-9-2004 αίτηση σε αυτό, η οποία μετά από νόμιμη διαδικασία του Α.Σ.Ε.Π. έγινε δεκτή με την .../9/2005 απόφαση του Α’ Τμήματος του που επικυρώθηκε με την ...-9-2007 απόφαση του Β Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. απορριφθείσης της αίτησης επανεξέτασης του ΙΔΕΚΕ της ...2005 ως άνω απόφασης και ότι τελικά το εναγόμενο, που είναι καθολικός διάδοχος του ΙΔΕΚΕ, με βάση τη .../4-11-2011 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου του κατόπιν της υπ’ αριθ. ...-4-2010 πράξης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΔΑΚΕ, αποφάσισε την κατάταξή της από 2-11-2010 σε οργανική θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συστήθηκε με την ΥΑ 3801/2010 των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Παιδείας.
Τέλος, εξέθετε τις μεικτές μηνιαίες αποδοχές της που θα λάμβανε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα υπερημερίας του δικαιοπαρόχου του εναγομένου περί την αποδοχή των υπηρεσιών της.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε: Να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις δήθεν έργου αυτής και του εναγομένου συνιστούν ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Να κριθεί άκυρη η σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας της από το εναγόμενο. Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Να υποχρεωθεί να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 19. 977,90 με το νόμιμο τόκο. Και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας 96.236,40 (116.214,30- 19.977,90) ευρώ με το νόμιμο τόκο άλλως αν κριθεί έγκυρη η καταγγελία της το ποσό των 3.500 ευρώ ως νόμιμη αποζημίωσή της με το νόμιμο τόκο.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία που τη θεμελιώνουν και δη την καταρτισθείσα σύμβαση, το ύψος του νόμιμου μισθού και την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία, που είναι τα αναγκαία στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή εργαζόμενου με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση μισθών υπερημερίας (Α.Π. 440/2016), ενώ ως προς τον αναφερόμενο χρόνο της επίδικης καταγγελίας δεν υπάρχει αντίφαση στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της σε συνδυασμό με το χρονικό σημείο έναρξης των αιτούμενων μισθών υπερημερίας σαφώς προκύπτει ότι ο χρόνος αυτός είναι η 31-8-2004.
Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τα δε υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), αμειβόμενη με μηνιαίες αποδοχές, δεν εκθέτει στην αγωγή τις δράσεις ή τα συγκεκριμένα έργα αρμοδιότητας του δικαιοπαρόχου του για τη υλοποίηση των οποίων καταρτίστηκαν οι επίμαχες με αυτή συμβάσεις σε εκτέλεση των οποίων αυτή απασχολήθηκε, στο ότι δεν προσδιορίζεται στην αγωγή με σαφήνεια ο ακριβής χρόνος επέλευσης της καταγγελίας της υποτιθέμενης σύμβασης εξηρτημένης εργασίας και στο ότι μολονότι γίνεται αναφορά του ύψους των εκάστοτε μηνιαίων αποδοχών της αναιρεσίβλητης όσον αφορά το κεφάλαιο επιδίκασης μισθών υπερημερίας στην αγωγή , δεν αναφέρεται αν αυτές είναι συμβατικές η νόμιμες, ενόψει των ως άνω εκτεθέντων δεν θεμελιώνουν αοριστία του δικογράφου της ένδικης αγωγής.
3- Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/55 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφ’ όσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλόγως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ και επί της αποσβεστικής προθεσμίας, κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Ως απόρριψη της αγωγής "για λόγους μη ουσιαστικούς" νοείται η απόρριψη αυτής για λόγους που δεν συνδέονται με το υποστατό της αξίωσης, αλλά ανάγονται σε δικονομική ακυρότητα ή απαράδεκτο, όπως συμβαίνει και όταν η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη.
Ως "έγερση και πάλι" νοείται η εκ νέου άσκηση αγωγής, στηριζόμενης στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Η εκ νέου άσκηση, προκειμένου περί αγωγής για την οποία ο νόμος καθιερώνει παραγραφή ή αποσβεστική προθεσμία βραχύτερη των έξι μηνών, πρέπει να γίνει μέσα στο βραχύτερο αυτό χρόνο από την απόρριψη της προηγούμενης (ΑΠ 210/2009, ΑΠ 404/2008).
Η νέα αγωγή μπορεί να ασκηθεί και πριν καταστεί τελεσίδικη η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη (ΑΠ 2074/2007). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ’ όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (Α.Π 1145/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με την εμπρόθεσμη άσκηση της ένδικης αγωγής τα εξής: "Με το δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν - εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για το λόγο ότι ασκήθηκε πέραν της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 §1 Ν. 3198/1955.
Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος για τούς εξής λόγους: Η ενάγουσα είχε ασκήσει κατά του προκατόχου του εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων ΙΔΕΚΕ" ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 3.11.2004 με αρι.καταθ. .../2004, η οποία κατατέθηκε τη 1.12.2004 και κοινοποιήθηκε στο τότε εναγόμενο τη 1.12.2004 (βλ.
την υπ’ αριθμ. .../1.12.2004 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Σ.). Με αυτή την αγωγή η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις που συνήψε με το τότε εναγόμενο συνιστούσαν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί άκυρη η γενόμενη την 31.8.2004 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής 300 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα άρνησης και να υποχρεωθεί να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας μαζί με επιδόματα εορτών και αδείας για το διάστημα από 1.9.2004 έως 1.9.2005 42.826 ΕΥΡΩ νομιμότοκα αφ’ ότου κάθε ειδικότερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής και επικουρικά να της καταβάλει το ποσό των 3.500 ΕΥΡΩ ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας νομιμότοκα από 31.8.2004 άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Στην συνέχεια η ενάγουσα με την από 27.12.2007 αγωγή της, που κατατέθηκε τη 28.12.2007 με αρ. καταθ. .../2007 και επιδόθηκε στο αρχικό εναγόμενο τη 31.12.2007 (βλ. την υπ’ αριθμ. .../31.12.200 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Σ.), αφού παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ως άνω πρώτης αγωγής ζήτησε αφ’ ενός μεν τα ίδια αιτήματα, που ζητούσε με την πρώτη αγωγή, και επιπροσθέτως μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 2.9.2005-2.9.2008 και συνολικά για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 64.400 ΕΥΡΩ νομιμότοκα αφ’ ότου κάθε ειδικώτερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό από το τέλος εκάστου μηνός άλλως από την επίδοση της Αγωγής.
Περαιτέρω η ενάγουσα με την από 13.12.2010 αγωγή της, που κατέθεσε τη 16.12.2010 με αρ. καταθ. .../2010 και την επέδωσε στο τότε εναγόμενο ΙΔΕΚΕ στις 20.12.2010 (βλ. την υπ’ αριθμ. ...20.12.2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Σ.), παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 27.12.2007 με αριθ.καταθ. .../2007 αγωγής και με τη νέα αυτή αγωγή ζητούσε όλα τα προηγούμενα αιτήματα και περαιτέρω μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 30.9.2008 - 2.11.2010, συνολικά δε για μισθούς υπερημερίας 103.400 ΕΥΡΩ νομιμότοκα από το τέλος εκάστου μηνός άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Τέλος με την κρινόμενη αγωγή που η ενάγουσα κατέθεσε τη 24.12.2003 με αριθ.καταθ. ...2013 και επέδωσε τη 30.12.2013 στο εναγόμενο (Βλ. την υπ’ αριθμ. .../30.12.2013) έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Σ.) παραιτήθηκε από το δικόγραφο της παραπάνω αγωγής και με την νέα αγωγή ζήτησε τα ίδια ως άνω αιτήματα.
Σύμφωνα δε με τα εκτεθέντα παραπάνω η κρινόμενη αγωγή είναι παραδεκτή αφού ασκήθηκε παραδεκτά εντός των αποσβεστικών προθεσμιών των άρθρων 6 §1 και 6 § 2 Ν. 3198/1955 αντίστοιχα, εφόσον οι προαναφερθείσες αγωγές είχαν την ίδια ιστορική και νομική αιτία και οι αποσβεστικές προθεσμίες είχαν διακοπεί με την αρχικά πρώτη ασκηθείσα αγωγή, οι δε μεταγενέστερες αγωγές ασκήθηκαν πριν περάσουν οι αντίστοιχες προθεσμίες των τριών και έξι μηνών από την παραίτηση.
Σημειώνεται δε ότι το εκκαλούν ούτε πρότεινε ούτε απέδειξε καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της ενάγουσας, οι δε παραιτήσεις των εν λόγω αγωγών οφείλονται στην υφιστάμενη νομική εκκρεμότητα που είχε δημιουργήσει το εκκαλούν που δεν είχε αποδεχθεί την υπ’ αριθμ. ...2015 απόφαση του ΑΣΕΠ, που κατέτασσε την ενάγουσα σε μόνιμη θέση και είχε ασκήσει αρχικά αίτηση ανάκλησης που απορρίφθηκε με την …2007 απόφαση του Β’ τμήματος ΑΣΕΠ και στη συνέχεια την από 7.12.2007 αίτηση ακύρωσης κατά της εν λόγω απόφασης ενώπιον του ΣτΕ, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 1607/2011 απόφαση.
Περαιτέρω και για λόγους οικονομίας δίκης όλες οι δημιουργούμενες αξιώσεις της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εκκαλούντος ενώθηκαν στο κρινόμενο δικόγραφο της αγωγής Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η μεταβολή των διεκδικουμένων ποσών από 103.400 ΕΥΡΩ σε 116.214,30 ΕΥΡΩ, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της κρινόμενης αγωγής, είναι "παραδεκτή για του προαναφερθέντες λόγους καθόσον έχουμε μεταβολή της ιστορικής αιτ.
κατά το υπερβούν ποσό και η επιχειρηθείσα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μεταβολή δια δηλώσεως της ενάγουσας είναι απαράδεκτη κατά τα προαναφερθέντα.
Το εκκαλούν με τον 4° λόγο έφεσης μεταξύ άλλων προβάλλει την ένσταση παραγραφής του άρθρου 250 αρ. 17 για τις απαιτήσεις της ενάγουσας που γεννήθηκαν έως τις 31.12.2004. Η εν λόγω παραγραφή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη αφού οι αξιώσεις του διαστήματος 1.9.2004 - 31.12.2004 ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με τις προαναφερθείσες αγωγές.".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε α) την ένσταση του αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου της αγωγής για το λόγο ότι ασκήθηκε πέραν της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 Ν 3198/1955, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, και β) την ένσταση παραγραφής των απαιτήσεων της ενάγουσας του χρονικού διαστήματος από 1-9-2004 έως 31-12-2004, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο με το τέταρτο λόγο έφεσης ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 6 §1 Ν. 3198/1955, 261,263 και 279 του ΑΚ και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την ένδικη αγωγή και περαιτέρω ορθά έκρινε ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας του χρονικού διαστήματος, 1-9-2004 έως 31-12-2004 ασκήθηκαν εμπρόθεσμα. Επομένως, οι δεύτερος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται αντίστοιχα τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 (δεύτερος λόγος) και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (6ος λόγος) είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
4.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του Α.Κ. όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίον συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα) (Ολ Α.Π. 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων η σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής) Η Οδηγία αυτή, ως κανόνας παραγώγου δικαίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη δηλαδή δεν είναι αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Ως εκ τούτου η ισχύς της εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δίκαιου (Ολ.
Α.Π. 31/2009, 19, 20/2007, 23/1998, Α.Π. 312/2017, Α.Π. 1577/2012) και η προκειμένη ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π Δ/τα 81/2003 και 164/2004, το τελευταίο εκ των οποίων εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς τους δε άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα (Α.Π. 1577/2012).
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Νόμου 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του Α.Κ., 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό η δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ιδίου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο νόμος 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της συμβάσεως έργου ή εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσεως ως ορισμένου χρόνου (Α.Ε.Δ. 3/2001, Ολ.
Α.Π. 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου (Ολ.
Α.Π. 18/2006. Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λ.π. πριν την έναρξη ισχύος: 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ., 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (Φ.Ε.Κ.
Α’ 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και, 3) των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, συνεχίζουν δε καν είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους καν μετά ταύτα καν καλύπτουν κατά την φύση τους 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, συνεχίζουν δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της συμβάσεως αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίον διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.
Α.Π. 13/2017, 7 και 8/2011).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.
ΑΠ 1/2013, 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 542/2014).
Σύμφωνα δε με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ - ΙΔΕΚΕ", εποπτευομένου από το Υπουργείο Παιδείας, που λήφθηκε τη 20.6.2000 απασχολήθηκε ως υπεύθυνη του τμήματος γραμματείας έως 31.8.2004.
Οι διάδικοι υπέγραψαν συμβάσεις που κατ’ επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις ανάθεσης έργου και οι οποίες διήρκησαν κατά τα διαστήματα 20.6.2000-31.12.2000, 9.3.2001-30.6.2001, 1.8.2001- 31.12.2001, 15.3.2002-31.7.2003 και 1.9.2003-31.8.2004. Η απασχόληση της ενάγουσας ήταν κάτω από συνθήκες εξαρτημένης εργασίας καθόσον εκτελούσε υπό τις οδηγίες των προϊσταμένων της και ιδίως του εκάστοτε Γενικού Διευθυντή.
Ειδικότερα ελέγχετο ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο εκτέλεσης των εργασιών που της ανέθεταν και ακολουθούσε το ωράριο που ίσχυε για τους μόνιμους υπαλλήλους. Μάλιστα από τον Μάρτιο του 2001 ελάμβανε επιδόματα εορτών και αδείας και ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ -ΕΤΑΜ. Η ενάγουσα ως υπεύθυνη γραμματείας του ΙΔΕΚΕ χειριζόταν το αρχείο του, τηρούσε πρωτόκολλο για τα έγγραφα, που εισέρχονταν ή εξέρχονταν από το χώρο αυτόν, ταξινομούσε τα διάφορα έγγραφα και τα προωθούσε στα καθ’ ύλη αρμόδια τμήματα.
Ήταν υπεύθυνη στο τηλεφωνικό κέντρο και έδινε πληροφορίες στους ενδιαφερόμενους για τα έργα που υλοποιούσε το ΙΔΕΚΕ ως φορέας του ΥΠ.Ε.Π.Θ. Εξάλλου η ενάγουσα είναι πτυχιούχος της νομικής σχολής Αθηνών, είχε μάλιστα ασκήσει δικηγορία για μερικά έτη (1992-1994), γνωρίζει πολλά καλά αγγλικά και γαλλικά και χειριζόταν άριστα τους Η/Υ.
Κάλυπτε δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες για όλο το προαναφερθέν επίδικο διάστημα και ουσιαστικά συνεδέετο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μη έχουσα αυτή η εργασία της κανένα νομικό αποκλεισμό αφού ήδη πριν την ισχύ του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος είχε προσλάβει τον επιτρεπτό τότε από 20.6.2000 χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Μάλιστα η ενάγουσα είχε υποβάλει νομότυπα την από 20.8.2004 με αρ. πρωτ. ... και στη συνέχεια την υπ’ αριθμ. .../14.9.2004 αίτησή της προς το ΙΔΕΚΕ, κατά το Π.Δ. 164/2004, με αίτημα τη μονιμοποίησή της. Αρχικά το ΙΔΕΚΕ ήταν αρνητικό στο σχετικό αίτημα και παρέπεμψε την υπόθεση στο ΑΣΕΠ, το οποίο με την ....9.2005 απόφαση του Α’ Τμήματος έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της οι νόμιμες προϋποθέσεις για μονιμοποίηση.
Το ΙΔΕΚΕ αμφισβήτησε τη παραπάνω απόφαση και υπέβαλε ενώπιον του ΑΣΕΠ την από 30.11.2005 αίτηση του για επανεξέταση της υπ’ αριθμ. ...2005 απόφασης, η οποία αίτηση απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. ....9.2007 απόφαση του ΕΓ Τμήματος του ΑΣΕΠ. Κατά της εν λόγω απόφασης το ΙΔΕΚΕ άσκησε ενώπιον του ΣτΕ την από 7.12.2007 αίτηση ακύρωσης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 1607/2011 απόφασή του.
Τελικά το εναγόμενο αποφάσισε με την υπ’ αριθμ. .../18.11.2010 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου κατόπιν της υπ’ αριθμ. ....4.2010 πράξης του Δ.Σ., τη κατάταξη της ενάγουσας από 2.11.2010 σε οργανική θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η σύσταση της οποίας αποφασίσθηκε με τη ΥΑ 3801/2010 των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Παιδείας (ΦΕΚ 1709, τ.
Β’ /2.11.2010). Σημειώνεται ότι το εναγόμενο είναι καθολικός διάδοχος του ΙΔΕΚΕ κατόπιν της ΥΑ .../4.11.2011 των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας (ΦΕΚ Β’ 2508/4.11.2011), στοιχείο άλλωστε που δεν αμφισβητεί το εναγόμενο. Μη αποδεχόμενο τις νομίμως προσφερθείσες υπηρεσίες της ενάγουσας από 1.9.2004 το εναγόμενο, με τη προαναφερθείσα ιδιότητα, κατέστη υπερήμερο ως εργοδότης και οφείλει τους παρακάτω - μισθούς υπερημερίας, αφού ουσιαστικά με αυτή τη συμπεριφορά του κατήγγειλε άκυρα την εν λόγω σύμβαση εργασίας χωρίς την τήρηση του έγγραφο τύπου και τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Σημειώνεται δε η αντισυμβατική εμμονή του εναγομένου να μην απασχολεί την ενάγουσα, καθώς πέραν των προαναφερθεισών αποφάσεων του ΑΣΕΠ, υπέρ του δικαιώματος της ενάγουσας για εργασία με την ορθή και νόμιμη ιδιότητά της ως εργαζόμενης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είχαν επανειλημμένα γνωματεύσει τόσο ο Νομικός Σύμβουλος του Υπ.
Εσωτερικών (βλ. την υπ’ αριθμ. ....4.2006 γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου Π. Κ.) όσο και οι δικηγόροι της αρμόδιας Γενικής Γραμματείας Διά Βίου Μάθησης (βλ. την υπ’ αριθμ. .../29.4.2010 γνωμοδότηση των Ε. Π. και Σ. Π.). 1-9-2004-1.9.2005:14 μ χ 1.000 ΕΥΡΩ (μαζί με τα αντίστοιχα επιδ. εορτών και αδείας)= 14.000 Ε, 2.9.2005 - 2-9-2006: 14μ.χ 1.100=15.400 Ε, 2.9.2006 - 2.9.2007: 14 μ χ 1.200=16.800 Ε, 2.9.2007 - 2-9- 2008:14 μχ 1.300=18.200 Ε, 3.9.2008 - 2-11-2010: 30 μ χ 1.300=39.000 ΕΥΡΩ συμπεριλαμβανομένων των αντιστοίχων επιδομάτων εορτών και αδείας βάσει της ΥΑ 19040/1981 και ΑΝ 539/1945 όπως τροπ.
με Ν. 1346/1983 και συνολικά 14.000 + 15.400 + 16.800 + 18.200 + 39.000 = 103.400 ΕΥΡΩ. Σημειώνεται ότι οι αποδοχές έχουν υπολογισθεί βάσει του Ν, 3205/2003 σε συνδυασμό με τη ΚΥΑ 2/7093/0022/5.2.2004.
Η προτεινόμενη με το τέταρτο λόγο έφεσης ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον το εκκαλούν ούτε επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε πραγματικά περιστατικά, τα οποία ήταν ικανά να του δημιουργήσουν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει η ενάγουσα τις επίδικες αξιώσεις.
Αντίθετα, όπως αποδείχτηκε, η ενάγουσα προέβη σε σειρά δικαστικών ενεργειών για την ικανοποίηση των νομίμων και βάσιμων αξιώσεών της. Ο επικαλούμενος από το εκκαλούν οικονομικός αντίκτυπος από την ικανοποίηση της οφειλόμενης παροχής δεν στοιχειοθετεί καταχρηστικότητα ... αφού ο μισθός δεν αποτελεί απλά αντιπαροχή του εργοδότη για τη παροχή εργασίας, αλλά κατά κανόνα και το βασικό μέσο βιοπορισμού του εργαζομένου και της οικογένειάς του, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση της ενάγουσας, η οποία έχει δύο τέκνα φοιτητές και μη εξυπηρετούμενο στεγαστικό δάνειο της πρώην Τράπεζας Κύπρου και ήδη Τράπεζας Πειραιώς ποσού 132.000 ΕΥΡΩ.
Επίσης δεν συνιστά καταχρηστικότητα ο ισχυρισμός ότι το εναγόμενο είναι αμέτοχο στη παραγωγή των πραγματικών περιστατικών, αφού ως καθολικός διάδοχος του ΙΔΕΚΕ υπεισέρχεται στο σύνολο των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των υφισταμένων κατά το χρόνο της καθολικής διαδοχής (άρθρο 479 ΑΚ) που εφαρμόζεται και σε περίπτωση μεταβίβασης δια νόμου.
Ομοίως και η προβαλλόμενη με το τέταρτο λόγο έφεσης ένσταση του άρθρου 656 παρ. 2 εδ. β’ ΑΚ ισχυριζόμενο το εναγόμενο ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της υπερημερίας εργάσθηκε σε άλλο εργοδότη ωφεληθείσα κατά το ισόποσο των μισθών υπερημερίας που αξιώνει είναι απορριπτέα ως αόριστη καθόσον δεν αναφέρει τις επαγγελματικές δραστηριότητες, τις οποίες ανέπτυξε η ενάγουσα, ούτε τα ονόματα των εργοδοτών, τις συγκεκριμένες αμοιβές, συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα κ.λ.π.
Συνακόλουθα είναι απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο και το συνδεόμενο με την ως άνω απορριφθείσα ένσταση αίτημα για επίδειξη των εκκαθαριστικών σημειωμάτων της ενάγουσας για τα έτη 2005-2011, καθόσον η αποδοχή αυτού του αιτήματος προϋποθέτει το παραδεκτό και νόμιμο της ως άνω απορριφθείσας ως αόριστης ένστασης, ως συνδεόμενο με την ουσιαστική βασιμότητά της".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων που εκτίθενται στην ως άνω μείζονα πρόταση, ήτοι εκείνες των νόμων 2112/1920,3198/1955, της Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου 1999/70/ΕΚ και των Π.Δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004, αλλά ούτε και αυτές των άρθρων 281 και 656 εδ.β του Α.Κ απορρίπτοντας με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης τις σχετικές από τις ως άνω διατάξεις ενστάσεις του εναγομένου που παραδεκτά το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον είχεν προτείνει πρωτοδίκως και που είχεν επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο έφεσής του στο Εφετείο.
Όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται: α) με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτο λόγο της αναίρεσης ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, και β) με τους τέταρτο και πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί κατ’ αποδοχή των νομίμως προταθεισών αντιστοίχως ενστάσεών του περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκούμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας (άρθρο 281 Α.Κ.) και περί αφαιρέσεως από τους μισθούς - υπερημερίας της ενάγουσας, που αυτή αξιώνει με την ένδικη αγωγή, το ισόποσο ποσό που αυτή ωφελήθηκε το διάστημα αυτό από την παροχή της εργασίας της αλλού (άρθρο 656 εδ.β ΑΚ, είναι αβάσιμα.
Ειδικότερα, όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναίρεσης, επειδή η αρχική σύμβαση ενάγουσας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, καταρτίστηκε πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 1999/1970 και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και είχε προσλάβει ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω Συνταγματικών (18-4-2001) και άλλων διατάξεων τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την απαγόρευση από τις ως άνω διατάξεις της σύμβασης ως τέτοιας (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατήρησε και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων με τις ανανεώσεις της ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου (σχ.
Ολομ. ΑΠ 7/2011). Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, δεν στοιχειοθετεί καταχρηστικότητα της αγωγής, από 2-11-2010 εκ νέου αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, η οποία έγινε μετά από σειρά δικαστικών ενεργειών της πρώτης (αναιρεσίβλητης) για την ικανοποίηση των νομίμων αξιώσεών της, η επικαλούμενη τοποθέτηση της αναιρεσίβλητης σε προσωποπαγή θέση με καθήκοντα ευθύνης ως προϊσταμένης τμήματος, ούτε ο επικαλούμενος από το αναιρεσείον οικονομικός αντίκτυπος από την ικανοποίηση της οφειλόμενης παροχής στην αναιρεσίβλητη (βλ.
ΑΠ 825/1988), αλλ’ ούτε και ο ισχυρισμός ότι το εναγόμενο είναι αμέτοχο στη παραγωγή των πραγματικών περιστατικών, αφού ως καθολικός διάδοχος του ΙΔΕΚΕ υπεισέρχεται στο σύνολο των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των υφισταμένων κατά το χρόνο της καθολικής διαδοχής (άρθρο 479 ΑΚ). Τέλος όσον αφορά τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, επειδή τα επικαλούμενα περιστατικά προς θεμελίωση της σχετικής εκ του άρθρου 656 παρ. 2 εδ.
β ένστασης προβλήθηκαν όλως αορίστως κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στη σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης.
Συνεπώς οι σχετικοί ως άνω λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττηθέν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-2-2017, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 1287/2017, αίτηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ" περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 2972/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ