Supreme Court annuls lower court ruling on public sector holiday pay, upholding employees' claims under Law 4093/2012.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision rejecting the Greek State's appeal against a labor dispute. The State argued that holiday and leave allowances were invalid after Law 4093/2012 abolished them for the public sector. The Court ruled that the law retroactively invalidated the previously granted payments, thereby upholding the employees' claims for the specific years in question.
Legislator headnote
AI generatedLaw 4093/2012; The Supreme Court held that the abolition of holiday and leave allowances for the public sector by this law retroactively invalidates payments made under previous regulations, entitling employees to claim the difference.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 7 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 7/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου- Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνου Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 10) Δ. Β. του Ν., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γρηγόριο Κοσσυβάκη και Ευμορφία Ρήγα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1115/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 805/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 22-4-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-4-2019 (με αριθμό κατάθεσης 39948/62/2-5-2019) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος- εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων Χ. Λ., Π. Χ., Δ. Β., Ι. Μ., Α. Τ., Φ. Ζ., Π. Κ., Κ. Χ., Ε. Β. και Δ. Β. (συνολικά 10), πλήττεται η 805/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αναιρεσιβαλλόμενη εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων την 22-1-2019 επί της από 18-10-2017 (με αριθμό κατάθεσης 55297/2635/2017) εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 1115/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία την από 9-12-2016 (με αριθμό κατάθεσης 53794/1173/2016) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για εργατικές αξιώσεις, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ.3 ΚΠΟΛΔ). Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 9.12.2016 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 53794/1173/9.12.2016 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (συν. 10) ιστορούσαν ότι με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο συνδέονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, απασχολούμενοι στην ειδικότητα, από τον χρόνο και με τις μηνιαίες αποδοχές που αναφέρονται για τον καθένα ξεχωριστά.
Ότι μισθοδοτούνταν από το εναγόμενο, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου (ν. 3205/2003 έως την 31-10-2011 και ν. 4024/2011 από 1-11-2011), που ρυθμίζουν τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και των ιδίων. Ότι το εναγόμενο προέβη, σε διαδοχικές περικοπές των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας και τελικά στη πλήρη κατάργηση τους.
Ότι ειδικότερα οι εν λόγω περικοπές είχαν ξεκινήσει με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, με τις οποίες περικόπηκαν κατά ποσοστό 30% τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, με αναδρομική ισχύ από 01.01.2010. Ότι δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 τα εν λόγω επιδόματα περικόπηκαν περαιτέρω και καθορίσθηκαν στα ποσά των 500, 250 και 250 ευρώ αντίστοιχα, με αναδρομική ισχύ από 01.06.2010, ότι με το άρθρο 16 του Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο) επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ποσά με ισχύ από 01.11.2011 και ότι με την υποπαράγραφο Γ.1 "ΜΙΣΘΟΛΟΠΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΌΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" (περ. 1) του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" επήλθε ολοσχερής κατάργηση τους από 01.01.2013.
Ότι η ως άνω διάταξη της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 με την οποία καταργήθηκαν από 1-1-2013 πλήρως τα επιδόματα εορτών και αδείας είναι αντίθετη στα άρθρα 4 παρ.5, 22 παρ.1, 25 παρ.1,4 και 106 του Συντάγματος, 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., η οποία έχει κυρωθεί με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, και στο άρθρο 4 παρ.1 του Μέρους II του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, και ως εκ τούτου ανίσχυρη.
Με βάση αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2014, 2015 και 2016 το ποσό των 3.000 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις, με βάση τις διατάξεις που προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω μειωμένων ποσών επιδομάτων εορτών και αδείας από τη σύμβαση εργασίας τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Ειρηνοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1115/2017 απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη από τη σύμβαση εργασίας, ότι η διάταξη της υποπαράγραφου Γ1 περιπτ. 1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 με την οποία καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα είναι αντισυνταγματική ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, και ότι, επίσης, αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011, επιδίκασε σε έκαστο ενάγοντα για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2015 και 2016 το ποσό των 500 ευρώ για κάθε έτος, για επιδόματα εορτής Πάσχα των ετών 2015, και 2016 το ποσό των 250 ευρώ για κάθε έτος, για επιδόματα αδείας των ετών 2015 και 2016 το ποσό των 250 ευρώ για κάθε έτος και συνολικά το ποσό των 2.00 ευρώ, ενώ απέρριψε λόγω παραγραφής τις αξιώσεις των εναγόντων για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας για το έτος 2014.
Επί της από 18.10.2017 με αριθ. καταθ. 55297/2635/19.10.2017 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η προσβαλλόμενη με αριθ. 805/2019 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του εκκαλούντος.
Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, αφού διέλαβε στη μείζονα πρότασή του τις νομικές παραδοχές ότι η επίμαχη διάταξη της υποπαραγράφου Γ.1 παρ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 περί πλήρους κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας είναι αντισυνταγματική, επειδή προσκρούει στα άρθρα 2 παρ.1, 4 παρ.5, 5 παρ.1, 22 παρ.2, 25 παρ.1 και 4 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δέχθηκε, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με τον κρινόμενο ως μόνο και ενιαίο λόγο της έφεσης, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, διατείνεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, προβάλλοντας ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας των εργαζομένων του Δημοσίου Τομέα δεν παραβιάζει α) την αρχή της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη, αναλόγως προς τις δυνάμεις τους, αφού αποτελεί μέτρο το οποίο λήφθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης προς όφελος του συνόλου και επιβλήθηκε αδιακρίτως σε όλες τις κατηγορίες δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, ακόμη και όσων αμείβονται με ειδικά μισθολόγια και β) την αρχή της αναλογικότητας, καθώς ενόψει του επιδιωκόμενου περιορισμού της αύξησης των κοινωνικών δαπανών και δεδομένης της ένταξης της κατάργησης αυτής στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μεσοπρόθεσμου προγράμματος δημοσιονομικής πολιτικής, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μέτρο απρόσφορο ή μη αναγκαίο για την εκπλήρωση του ως άνω σκοπού, ούτε και υπερβαίνει το όριο θυσίας των θιγομένων από αυτό, δεδομένου ότι εξακολουθεί να συντρέχει στην ίδια ένταση ο κατεπείγων λόγος που υπαγόρευσε την επιβολή του, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν πλήττεται το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης των μισθοδοτούμενων, αφού ακόμη και μετά τις περικοπές αυτές, οι αποδοχές των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο είναι ανώτερες του μέσου μισθού στην χώρα.
Ωστόσο, από την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, προκύπτει ότι με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με την φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την εκ νέου μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο μέσω της πλήρους κατάργησης, αυτή την φορά, των επιδομάτων εορτών και αδείας.
Με τα δεδομένα, όμως, που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, η συγκεκριμένη κατάργηση των επιδομάτων αυτών, με την επίδραση που άσκησε στην περαιτέρω μείωση του εισοδήματος των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο, συνυπολογιζόμενη με τις προηγούμενες μειώσεις που επιβλήθηκαν διαδοχικά στις αποδοχές τους, σε συνδυασμό και με τις μειώσεις του εισοδήματός τους με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσης, υπερβαίνει, λόγω του σωρευτικού της αποτελέσματος και της φύσης της (πλήρης κατάργηση και όχι μείωση, πρβλ.
ΟλΣτΕ 668/2012), το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης, εξάλλου, και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπροθέσμων φορολογικών οφειλών, που αποτέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι περαιτέρω μειώσεις των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, με την μορφή αυτή την φορά της πλήρους κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας.
Άλλωστε, στο Ν. 4093/2012 και την συνοδεύουσα αυτόν αιτιολογική έκθεση, δεν τεκμηριώνεται με την δέουσα σαφήνεια και την παράθεση αναλυτικών στοιχείων ότι η θέσπιση της συγκεκριμένης ρύθμισης, ως ένα ακόμη μέτρο "άμεσης απόδοσης", το οποίο έρχεται να προστεθεί σε μία δέσμη ήδη θεσπισθέντων μέτρων της αυτής φύσης, σε βάρος της ίδιας κατηγορίας θιγομένων, υπαγορεύεται από λόγους ιδιαιτέρως σοβαρού και επείγοντος δημοσίου συμφέροντος, όσο εκείνου που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, ιδίως δε των μέτρων περιστολής της μισθολογικής δαπάνης του Δημοσίου, εν όψει και της διαπιστωμένης πραγματικότητας ότι αντίστοιχα μέτρα που είχαν ληφθεί στο παρελθόν και αφορούσαν τις μειώσεις των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα.
Ως εκ τούτου, θα έπρεπε ο νομοθέτης να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητα του ως άνω μέτρου, εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς (οι οποίοι συνίστανται ειδικότερα στην επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, στην εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για την συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας).
Τέλος, εφόσον επέλεγε να προβεί στην κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων (επιλογή κατ' αρχήν δικαστικώς ανέλεγκτη) όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις της κατάργησης των επιδομάτων στο βιοτικό επίπεδο των υπαλλήλων του Δημοσίου - με την περαιτέρω συρρίκνωση που επιφέρουν στο εισόδημά τους - αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (προηγούμενες μειώσεις αποδοχών, αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής τους (πρβλ.
ΟλΣτΕ 2288/2015). Ως εκ τούτου για τη θέσπιση των ανωτέρω περικοπών δεν αρκεί η επίκληση, αορίστως του σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, όπως αβάσιμα επιχειρεί το εκκαλούν με την κρινόμενη έφεση, αλλά η τεκμηρίωση με τη δέουσα σαφήνεια και παράθεση αναλυτικών στοιχείων του λόγου για τον οποίο η συγκεκριμένη δέσμη μέτρων είναι η μόνη πρόσφορη και αναγκαία λύση για την αποφυγή του κινδύνου χρεωκοπίας της χώρας, τηρουμένων των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας.
Υπό τα προεκτεθέντα, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, η οποία με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας επιφέρει την περαιτέρω μείωση του εισοδήματος των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο, επιβαρύνοντας για μία ακόμη φορά την ίδια ομάδα πολιτών, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα απόφαση (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα o περί του αντιθέτου υποστηρίζων λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.....Κατόπιν τούτων, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 τυγχάνει ανεφάρμοστη λόγω αντίθεσής της στις συνταγματικές αρχές που προαναφέρθηκαν και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας σε έκαστο εκ των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων το ποσό των 2.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και συνακόλουθα η κρινόμενη έφεση, μετά την απόρριψη του λόγου της, είναι στο σύνολό της απορριπτέα κατ' ουσίαν".
Στο άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας"• στο 4 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους"• και στο άρθρο 25 παρ. 1 και 4 αυτού ότι: "1.
Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. [...] Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4.
Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης". Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος" και στο άρθρο 106 παρ. 1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (Ολ.ΣτΕ 1310/2019, σκέψεις 6,16- 481/2018, σκέψη 12- 4741/2014 σκέψη 12- 668/2012, σκέψη 37).
Με το ν. 2470/1997 (Α` 40), οι διατάξεις του οποίου επεκτάθηκαν στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., δυνάμει της υπ' αριθμ. 2026439/3480/0022/30.5-6.6.1997 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β`462 - Έναρξη ισχύος από 01.01.1997) προβλέφθηκε ειδικώς η χορήγηση και επιδομάτων εορτών και αδείας, του μεν επιδόματος Χριστουγέννων ορισθέντος ίσου με το μηνιαίο βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου του υπαλλήλου μετά των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας και εξομάλυνσης, των δε επιδομάτων Πάσχα και αδείας ορισθέντων, καθενός εξ αυτών, ίσων προς το ήμισυ των μηνιαίων ποσών του βασικού μισθού του εκάστοτε μισθολογικού κλιμακίου και των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας και εξομάλυνσης (άρθρο 9). Αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέλαβε ο ν. 3205/2003 περί του μισθολογίου των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου (και των Ν.Π.Δ.Δ.) και των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας (Α` 297), οι διατάξεις του οποίου επεκτάθηκαν στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.(ΥΑ με αρ. οικ.2/7093/0022 - ΦΕΚ Β` 215/5.2.2004).
Αρχικώς, παροχές επ` ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα χορηγήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα από τους εργοδότες, οικειοθελώς και ως έθιμο, σε είδος ή σε χρήμα (εξ ού και η ονομασία "δώρα"), στη συνέχεια με επαναλαμβανόμενες, κατ` έτος, υπουργικές αποφάσεις και μετά το ν.δ. 3239/1955 με συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις. Στο Δημόσιο, τα επιδόματα εορτών αναγνωρίσθηκαν υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων με τον α.ν. 1502/1950 (Α 216), άρθρο 9 παρ. 1,η ίδια ρύθμιση επαναλήφθηκε με το άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 1811/1951 (Α 141), ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου καθιερώθηκε και το επίδομα αδείας.
Αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέλαβε το ν.δ. 4548/1966 (Α 188), ο Υπαλληλικός Κώδικας (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 611/1977, Α` 198) και ο ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης (Α` 194).
Στο πλαίσιο της επισημοποιηθείσας από τον Ιανουάριο του έτους 2010 δημοσιονομικής κρίσεως και μετά τη διαπίστωση, με την 2010/182 απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Φεβρουαρίου 2010 (L 83/13), της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος, στην οποία είχε περιέλθει η Ελληνική Δημοκρατία, καθώς και της ανάγκης λήψεως μέτρων για τη μείωση αυτού, δημοσιεύθηκε ο ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α` 40/15.3.2010), με τις διατάξεις του οποίου, μεταξύ των άλλων μέτρων, μειώθηκαν οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1) αναδρομικά από 1.1.2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και ορίσθηκε νέο όριο στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2) αναδρομικά από 1.3.2010 (άρθρο 20 παρ. 2).
Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του ανωτέρω ν. 3833/2010 ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%).
Τα επιδόματα των παραγράφων A3 των άρθρων 30 και 33 του ν. 3205/2003 (για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων και για την αντιστάθμιση δαπανών) μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 3 (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010)".
Στη συνέχεια, δημοσιεύθηκε ο ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α` 65/6.5.2010),στον οποίο προσαρτήθηκαν ως παραρτήματα το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, με τον οποίο θεσπίσθηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος με τα ως άνω δύο Μνημόνια οικονομικού προγράμματος (άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα), μεταξύ δε των θεσπισθέντων μέτρων περιελήφθησαν η περαιτέρω μείωση κατά 8% των αμοιβών των υπαλλήλων του Δημοσίου καθώς και η πρόβλεψη, για καθένα από τα επιδόματα εορτών και αδείας, ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ως άνω ν. 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από την 01.06.2010, σύμφωνα με το άρθρο έβδομο παρ. 1 του ίδιου νόμου, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%). 2.
Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, ...
καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους". Ακολούθως, με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015" (Α` 152/1.7.2011) ανεστάλησαν από 01.07.2011 και έως τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του άρθρου 5 του ανωτέρω ν. 3205/2003 περί του χρόνου μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Δημοσίου, ενώ, με το άρθρο 55 παρ. 23 περίπτ.
α` του ν. 4002/2011 "Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου - Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση - κ.λπ." (Α` 180/22.8.2011) μειώθηκε αναδρομικά από 01.07.2011 κατά ποσοστό 50% το προβλεπόμενο από το άρθρο 12 παρ. 1 του ως άνω ν. 3205/2003 κίνητρο απόδοσης, όπως είχε ήδη διαμορφωθεί. Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας, "κρίνεται αναγκαία η μείωση των επιδομάτων που λειτουργούν ως κίνητρο απόδοσης ή ταχύτερης διεκπεραίωσης ή ειδικής απασχόλησης του έργου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης και του περιορισμού του μισθολογικού κόστους, με τελικό στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών".
Επακολούθησε ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (Α` 226/27.10.2011), με τον οποίο επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας.
Οι ρυθμίσεις αυτές είχαν ως συνέπεια την περικοπή αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων στον εν γένει δημόσιο τομέα (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3404/2014 - 3406/2014 - 3372/2015 - 3373/2015). Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4, στις διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του εν λόγω νόμου (Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης) υπάγονταν οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), μεταξύ άλλων, του Δημοσίου (περίπτ. α) και των ΟΤΑ. Στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου, για τα επιδόματα εορτών και αδείας, εισήχθη ρύθμιση όμοια με εκείνη του προαναφερθέντος ν. 3845/2010. Ειδικότερα, ορίσθηκαν, το επίδομα Χριστουγέννων στο ποσό των 500 ευρώ (παρ. 1) και καθένα από τα επιδόματα Πάσχα και αδείας στο ποσό των 250 ευρώ (παρ. 2 και 3), επιπλέον δε, προβλέφθηκε ότι τα επιδόματα αυτά εορτών και αδείας θα καταβάλλονταν, εφόσον οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των εν λόγω επιδομάτων, δεν υπερέβαιναν κατά μήνα (υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση) το ποσό των 3.000 ευρώ, και ότι, σε περίπτωση υπερβάσεως του ανώτατου αυτού ορίου αποδοχών, τα επιδόματα αυτά θα καταβάλλονταν μέχρι του ποσού των 3.000 ευρώ, μειούμενα αναλόγως (παρ. 5).
Περαιτέρω, με το ν. 4046/2012 (A` 28/14.2.2012) εγκρίθηκε το Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης ("Memorandum of Understanding") [Μνημόνιο II] μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 2) ως προϋπόθεση για την υπογραφή και τη θέση σε ισχύ των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα σχέδια των οποίων επίσης εγκρίθηκαν με τον ίδιο νόμο και προσαρτήθηκαν σε αυτόν ως Παράρτημα V (άρθρο 1 παρ. 1).
Το εν λόγω Μνημόνιο αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής ("Memorandum of Economic and Financial Policies"), β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής ("Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality") και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης ("Technical Memorandum of Understanding").
Στο πρώτο από τα ανωτέρω τρία επιμέρους Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στο ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V_1 και στο οποίο περιγράφονται οι στόχοι, η στρατηγική και οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής στο κεφάλαιο με τίτλο "Δημοσιονομική Πολιτική": "6.
Για να διασφαλίσει την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος, η κυβέρνηση θα αναλάβει τολμηρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από την πλευρά των δαπανών. Λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη πορεία ανάκαμψης, τα συνεχή προβλήματα της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση και την ανάγκη να προσαρμόσουμε κάποια από τα προηγούμενα μέτρα, θα απαιτηθούν επιπρόσθετα μέτρα πέραν εκείνων που έχουν ήδη εγκριθεί στο πλαίσιο της ΜΔΣ [εννοείται:
Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική] του 2011 και του προϋπολογισμού του 2012. ... Το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτευχθεί μέσω περικοπών δαπανών που αποσκοπούν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης ... . 7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν:
Μειώσεις στη μισθολογική δαπάνη του δημοσίου τομέα. ... 8. Δεδομένης της χαμηλής είσπραξης φόρων σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η στρατηγική προσαρμογής μας βασίζεται στην εισαγωγή εκτενών μεταρρυθμίσεων στη φορολογική διοίκηση... 9. Έχουμε δεσμευθεί να πετύχουμε τον δημοσιονομικό μας στόχο και είμαστε έτοιμοι να λάβουμε διορθωτικά μέτρα στην περίπτωση υποαπόδοσης.
Τα διορθωτικά μέτρα, εάν κριθούν αναγκαία, θα περιλαμβάνουν πρόσθετες στοχευμένες μειώσεις στο μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα και στις κοινωνικές δαπάνες, ...".
Στην αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει το ν. 4046/2012, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι παρά τις προσπάθειες των τελευταίων τριών ετών συνεχίσθηκε η ύφεση της ελληνικής οικονομίας και η αύξηση του δημόσιου χρέους, το οποίο ανήλθε για το έτος 2011 στα 368 δισ., υπερβαίνοντας το 169% του ΑΕΠ, και ότι τούτο επέβαλλε τη λήψη άμεσων μέτρων προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσής του, και ειδικότερα μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους, ώστε να καταστεί βιώσιμο βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Στη συνέχεια, με το ν. 4051/2012 (Α` 40/29.2.2012) εισήχθησαν επείγουσες ρυθμίσεις για την εφαρμογή τού, κατά τα ανωτέρω, Μνημονίου Συνεννόησης και επήλθαν οι αναγκαίες προσαρμογές στον εγκριθέντα με το ν. 4032/2011 (Α` 257) προϋπολογισμό του έτους 2012.
Ακολούθως, εκδόθηκε o v. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (Α` 222). Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του μεσοπρόθεσμου πλαισίου (βλ. σχετ. κείμενο του Υπουργείου Οικονομικών, Οκτωβρίου 2012) και ιδίως στην ενότητα 1 "Δημοσιονομική στρατηγική και πολιτικές" του Κεφαλαίου 3 του μεσοπροθέσμου, υποενότητα 1.4 "Η νέα δημοσιονομική προσπάθεια στην περίοδο 2013-2016", καθώς και στους συνοδεύοντες αυτό πίνακες, οι οποίοι προσαρτήθηκαν ως παράρτημα στο ν. 4093/2012, "οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή των πολιτικών, κυρίως στον τομέα των διαρθρωτικών αλλαγών, και η περιορισμένη εφαρμογή ή/και χαμηλότερη αποδοτικότητα κάποιων μέτρων, που οδήγησαν σε πολύ χαμηλότερες αποδόσεις του συνολικού πακέτου των μέτρων της προηγούμενης περιόδου σε σχέση με τους αρχικούς υπολογισμούς, σε συνδυασμό και με τη βαθύτερη, από ότι προβλεπόταν, ύφεση, δημιούργησαν μεγάλες αποκλίσεις ακόμα και από τους χαμηλότερους (μετά την επιμήκυνση) στόχους του πρωτογενούς ελλείμματος Γενικής Κυβέρνησης της περιόδου 2013-2016.
Προκειμένου να επανέλθει το πρόγραμμα στις αρχικές του προβλέψεις, κρίθηκε απαραίτητο να συνεχισθεί και να ενταθεί η δημοσιονομική προσαρμογή. ...". Προβλέφθηκε δε, ότι το δημοσιονομικό όφελος από την κατάργηση δώρων στο Δημόσιο Τομέα θα ανερχόταν στα 431 εκατομμύρια ευρώ, για την περίοδο 2013-2016. Τέλος, στην ενότητα 5 "Δαπάνες Κρατικού Προϋπολογισμού" του ίδιου Κεφαλαίου 3, υποενότητα 5.3.1, αναφέρεται ότι "Οι δαπάνες για μισθούς εμφανίζονται μειωμένες κατά 2.490 εκατ.
ευρώ, το 2016 σε σύγκριση με την σχετική εκτίμηση για το 2012 προ της λήψεως μέτρων. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 13.112 εκατ. ευρώ ή 6,76% του ΑΕΠ το 2012, σε 11.811 εκατ. ευρώ ή 6,45% του ΑΕΠ το 2013, σε 11.248 εκατ. ευρώ ή 6,16% του ΑΕΠ το 2014, σε 10.942 εκατ. ευρώ ή 5,83% του ΑΕΠ το 2015 και σε 10.630 εκατ. ευρώ ή 5,41% του ΑΕΠ το 2016. Η διαμόρφωση των εξοικονομήσεων στο ύψος των ανωτέρω δαπανών, εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί ως αποτέλεσμα των εξής σχεδιαζόμενων παρεμβάσεων: ...
κατάργηση εξαιρέσεων του ενιαίου μισθολογίου και κατάργηση δώρων ".
Περαιτέρω, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ανωτέρω ν. 4093/2012 επήλθε κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, ορισθέντος ειδικότερα ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 01.01.2013".
Σχετικά με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου -χωρίς, πάντως, μνεία των προηγουμένως επιβληθεισών μειώσεων- αναφέρεται ότι: "Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 καταργούνται από 01.01.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, και των ΟΤΑ.
Με τις ίδιες διατάξεις καταργούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας και για όλους τους υπαλλήλους και τους μισθωτούς των ΝΠΙΔ". Εξάλλου, στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευε το σχέδιο του ανωτέρω ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή, αναφέρονται, σχετικώς, τα εξής "Παράγραφος Γ Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: - Καταργούνται, από 01.01.2013, τα επιδόματα εορτών και άδειας υπέρ των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.
και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και υπέρ των μισθωτών των Ν.Π.Ι.Δ. 2. Από τις προτεινόμενες διατάξεις προκαλούνται τα ακόλουθα οικονομικά αποτελέσματα: Α. Επί του κρατικού προϋπολογισμού 1. Ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ΕΥΡΩ από την κατάργηση των δώρων εορτών και επιδόματος άδειας στους εν ενεργεία υπαλλήλους και λειτουργούς (Παρ.
Γ)".
Στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α` 256), ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προααναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο - από - την τυπική - κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται, κατ` αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους.
Περαιτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ` όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις.
Πάντως με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ή σύνταξη ορισμένου ύψους (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. ....κ.ά. κατά Ελλάδος της 20.9.2001, Juhani Saarinen κατά Φινλανδίας No 69136/01, Kechko κατά Ουκρανίας της 8.2.2006 - σκέψη 23, Vilho Esken και λοιποί κατά Φιλανδίας της 19.04.2007 - σκέψη 94, Andrejeva κατά Λετονίας της 18.2.2009 - σκέψη 77), με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ` αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ` αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών.
Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 21.02.1986, No 8793/79 - σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A.
και λοιποί κατά Βελγίου της 20.11.1995 - σκέψη 37, Saarinen κατά Φιλανδίας της 28.01.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος της 08.07.2004 - σκέψη 25, Adrejeva κατά Λετονίας της 18.02.2009 - σκέψη 83). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ.
Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου - σκέψη 50) - (ΑΠ 77/2022, ΑΠ899/2021,ΑΠ 1280/2020, Ολ.ΣΤΕ 1310/2019 σκέψη 13, 668/2012 σκέψη 34).
Από τα ανωτέρω παρατιθέμενα στις σκέψεις νομοθετήματα, σε συνδυασμό με τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, συνάγεται ότι με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ.1 και 20 παρ.1 του ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παράγραφοι 1 και 6 του ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περίπτ.
α` του ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012 - 2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους που αμείβονται από το δημόσιο ταμείο.
Ο νομοθέτης, καταρχήν, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο. Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ` ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης. .
Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ` αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.
αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18,Carlos Escribano Vindel,, σκ. 67 και C-64/16, Associado Sindical dow Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 § 2 & 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α' 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.
έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26, 18 ευρώ.
Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.
απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.
Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.
ΟλΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 899/2021, ΣτΕολ 1307/2019, 1308/2019).
Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ.
έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ77/2022,ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ολΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).
Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 5 και 25 § 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).
Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3372/2015, 3373/2015, 3404-3406/2014, 3177/2014, 1286/2012 - σκ. 16, 668/2012 - σκ. 35), δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και Α.Δ.Ε.Δ.Υ κατά Ελλάδος, της 07.05.2013, σκ. 39).
Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και Α.Δ.Ε.Δ.Υ. κατά Ελλάδος, σκ. 48).
Περαιτέρω, ενόψει της κατά τα άνω φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (ΣΤΕ Ολ 1310/2019 σκ. 16). Υπό τα διαλαμβανόμενα, με την αμφισβητούμενη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ανωτέρω ν. 4093/2012 με την οποία κατ` εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ. έκθεση Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ανωτέρω, σκ. 13) καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και αδείας και για τους αναιρεσείοντες, μισθωτούς-υπαλλήλους συνδεόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το αναιρεσείον- εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
Ακόμη, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ899/2021,ΟλΣΤΕ798/2021). Επίσης, δεν είναι αντίθετη προς τις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 2αρ.1 με τις οποίες θεσπίζεται υποχρέωση της Πολιτείας σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου όπως και του άρθρου 4 αρ.1του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1426/1984 (Α`32),με το οποίο ορίζεται ότι για εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος για δίκαιη αμοιβή τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αναγνωρίζουν το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σ` αυτούς και τις οικογένειές τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, καθόσον, ενόψει των προαναφερόμενων, δεν πλήττεται το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης των αναιρεσιβλήτων.
Τέλος, δεν είναι αντίθετη προς τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 22 παρ.1, προστασίας δικαιώματος εργασίας, τούτο διότι η επίμαχη ρύθμιση δεν πλήττει την προστασία του πυρήνα του σχετικού δικαιώματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 16 του Ν. 4024/2011 και της υποπαραγράφου Γ.1 παρ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η ολοσχερής κατάργηση με την τελευταία διάταξη των επιδομάτων δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1 και 25 παρ.1-4 του Συντάγματος και ότι ως εκ τούτου τύγχαναν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω επιδομάτων στο ποσό των 500 ευρώ για το επίδομα των Χριστουγέννων και το ποσό των 250 ευρώ για τα επιδόματα Πάσχα και αδείας.
Και τούτο διότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Γ.1 παρ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 δεν ήταν αντίθετη με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και ότι το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως που είχε περιέλθει η Χώρα, συνέβαλε στην δημοσιονομική πειθαρχία στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη χώρα μας από αποφάσεις του Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, αφού αναφέρονται επαρκώς στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που κατά τις προσαπτόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις παραβιάσθηκαν και δη η διάταξη της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 σε συνδυασμό με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και της αξίας του ανθρώπου, καθώς και οι έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις των διεθνών συμβάσεων και ειδικά του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- ΕΣΔΑ (σελ. 9), το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης (σελ. 3 - 5), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι με τις από 20.10.2020 έγγραφες προτάσεις τους περί αοριστίας του ως άνω λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ότι η διάταξη της υποπαράγραφου Γ1 περ. 1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι αντισυνταγματική και ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2015 και 2016, εορτής Πάσχα των ετών 2015 και 2016 και αδείας των ετών 2015 και 2016, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ. 1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν.4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα αφού με τη ως άνω διάταξη του Ν. 4093/2012 καταργούνταν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, ΟΤΑ και ευρύτερο δημόσιο τομέα που είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και επομένως και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011.
Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος ως βάσιμος και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 18.10.2017 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 1115/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την από 9.12.2016 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2015 και 2016, εορτής Πάσχα των ετών 2015 και 2016 και αδείας των ετών 2015 και 2016 το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ (οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων που αφορούσαν τα επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας για το έτος 2014 κρίθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ότι έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή και με την έφεση δεν προσβλήθηκε το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμέμης), κατά παραδοχή του λόγου της έφεσης, που αναφέρεται στο νόμω αβάσιμο της αγωγής και να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων κατά το ως άνω μέρος ως μη νόμιμη.
Τέλος, η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, για τον πρώτο και το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της, γιατί η ερμηνεία των διατάξεων του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθρ. 179 ΚΠολΔ, ΑΠ899/2021)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 805/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 18.10.2017 με αριθμ. καταθ. 32/11.6.2018 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Δέχεται την έφεση κατ` ουσία.
Εξαφανίζει την με αριθμ. 1115/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που κατά μερική παραδοχή της από 9.12.2016 αγωγής υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2015 και 2016, εορτής Πάσχα των ετών 2015 και 2016 και αδείας των ετών 2015 και 2016 το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 9.12.2016 με αριθ. κατ. 53794/1173/2016 αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ