Supreme Court dismisses public hospital's appeal against lower court awarding equal pay to hospital staff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the General Hospital of Volos's appeal against a final judgment awarding equal pay to hospital employees. The lower court incorrectly applied constitutional equality principles and specific statutes to grant the bonus to staff in decentralized units who lacked the specific qualifications required for those in the central ministry. The Court ruled that since the legal conditions for the bonus were not met for the appellants, the lower court's decision was erroneous and the appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 and 22(1)β of the Constitution; Article 35 of Law 3329/2005: The principle of equal treatment does not mandate identical remuneration for public servants working in different branches of the same ministry unless specific statutory conditions are met, and the absence of such conditions precludes the application of equality arguments to grant benefits to one group over another.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 799 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 799/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΒΟΛΟΥ- ΑΧΙΛΛΟΠΟΥΛΕΙΟ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αποστολάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ., 2) Ν. Σ., 3) Σ. Δ., 4) Τ. Α., 5) Ε. Κ., 6) Α. Δ., 7) Π. Τ., 8) Α. Ο., 9) Σ. Π., 10) Α. Κ., 11) Θ. Σ., 12) Ε. Κ., 13) Δ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 163/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/11/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 5/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθμ. 4603Δ/20-11-2013, 4602Δ/20-11-2013, 4624Δ/25-11-2013, 4615Δ/21-11-2013, 4605Δ/20-11-2013, 4601Δ/20-11-2013, 4596Δ/19-11-2013, 4604Δ/20-11-2013, 4599Δ/ 19-11-2013, 4597Δ/19-11-2013, 4598Δ/19-11-2013, 4600Δ/19-11-2013, 4687Δ/2-12-2013, 9799Γ/11-5-2011, 9759Γ/5-5-2011, 9697Γ/29-4-2011, 9548Γ/ 14-4-2011, 9544Γ/ 14-4-2011, 9698Γ/29-4-2011, 9545Γ/ 14-4-2011, 9670Γ/ 15-4-2011, 9546Γ/ 14-4-2011, 9547Γ/ 14-4-2011, 9550Γ/ 14-4-2011 και 9888Γ/20-5-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου, προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης του Γενικού Νοσοκομείου Βόλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 163/2010 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο καθώς και της κλήσης για συζήτηση αυτής κατά την παρούσα δικάσιμο, που νόμιμα ορίσθηκε, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, να χωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 22 παράγραφος 1 β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλεται στον νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.ΑΠ 13/2003).
Δεν αντίκειται, συνεπώς στη συνταγματική αρχή της ισότητας και δεν αποκλείει στον νομοθέτη τη δυνατότητα διαφορετικής ρύθμισης περιπτώσεων που τελούν υπό διαφορετικές ή ειδικές συνθήκες, δηλαδή περιπτώσεων ανόμοιων, καθώς και όταν άλλος είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων, αφού η ρύθμιση του πιο πάνω θέματος από τον ένα παράγοντα, μη δυναμένη να υπερβεί το πεδίο ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί με την παράλειψη ρύθμισης του ίδιου θέματος άλλης κατηγορίας ως παραβιάζουσα την αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 13/1997).
Περαιτέρω, το άρθρο 35 του Ν. 3329/2005 ορίζει ότι: "1. Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής. - 2.
Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003. - 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Περαιτέρω, με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 3627/2007, ορίσθηκε ότι "Δικαιούχοι του επιδόματος ειδικής απασχόλησης του άρθρου 35 του ν. 3329/2005, όπως αυτό ισχύει, είναι και όσοι υπηρετούν στις Κεντρικές Υπηρεσίες των Υγειονομικών Περιφερειών".
Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ως άνω νόμου 3329/2005, η χορήγηση του παραπάνω βοηθήματος αιτιολογείται ως εξής: "Προτείνεται η χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Τακτικό προσωπικό και μετακλητοί υπάλληλοι) και στους αποσπασμένους σε αυτή, λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών που τους αναλογούν μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, με την κατάργηση των Πε.ΣΥ.Π., τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Π.Ε.) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Συγκεκριμένα, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει έναν συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας.
Είναι σαφές ότι ο συντονιστικός και επιτελικός αυτός ρόλος συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες και υποχρεώσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης. Εξάλλου, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης είχαν ήδη επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας με τους νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.ΣΥ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι", υπαγωγή των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης).
Περαιτέρω, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για όλα τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζομένους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους προτείνεται η χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και στο αποσπασμένους σε αυτή" (βλ. την άνω ΕισΕκθ σε ΚωδΝοΒ 2005, 560). Η χορήγηση δηλαδή του επιδόματος ειδικής απασχόλησης του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005 συνάπτεται ευθέως και αμέσως με την προϋπόθεση οι αξιούντες αυτό να απασχολούνται πραγματικά στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (η οποία έχει και βάρος της υλοποίησης των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων στον χώρο της υγείας) και όχι απλώς να κατέχουν οργανική θέση στο εν λόγω Υπουργείο (Γνωμ.ΝΣΚ 44/2006 ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, οι Υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων των Ν. 2470/1997 και 3205/2003, Μέρος Α (άρθρα 1 - 28). Τέλος, κατά το άρθρο 6 του Π.Δ. 95/2000 (Οργανισμός του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας), "Το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας περιλαμβάνει την Κεντρική Υπηρεσία και τις Αποκεντρωμένες Υπηρεσίες.
Η Κεντρική Υπηρεσία διαρθρώνεται σε Γενικές Διευθύνσεις, Τμήματα, Γραφεία και Αυτοτελείς Υπηρεσίες, ως εξής: ...". Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα εξής: Ότι οι αναιρεσίβλητοι υπηρετούν ως υπάλληλοι στο ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο, δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου και ότι, συνεπώς, δικαιούνται και αυτοί να λάβουν το ανωτέρω επίδομα, το οποίο χορηγήθηκε στου υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας, δυνάμει του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, καθόσον "η μισθολογική κατάσταση των εναγόντων μέχρι και την 31-12-2007 τελούσε σε απόλυτη αναλογία με το ανωτέρω προσωπικό".
Με βάση τις παραδοχές αυτές και κατ' επίκληση της αρχής της ισότητας, δέχθηκε το δικαστήριο, ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν και αυτοί το με άρθρο 35 Ν. 3329/2005 παρεχόμενο επίδομα, στη συνέχεια δε απέρριψε την έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου), με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Έτσι όμως, που έκρινε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 35 Ν. 3329/2005 καθώς και αυτές των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού πρόκειται περί υπαλλήλων, που εργάζονται κάτω από ανόμοιες συνθήκες και ειδικότερα οι μεν προς τους οποίους χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα, υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας, οι δε αναιρεσίβλητοι σε αποκεντρωμένη υπηρεσία, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, το εν λόγω δε επίδομα χορηγήθηκε στους πρώτους, για τους αναφερομένους στην εισηγητική έκθεση, κατά τα άνω, ειδικούς λόγους, οι οποίοι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτοί υπηρετούν σε διαφορετική υπηρεσία ούτε γίνεται δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και για τους αναιρεσιβλήτους, πλην του ότι "η μισθολογική κατάσταση των εναγόντων τελούσε σε απόλυτη αναλογία με το ανωτέρω προσωπικό" (της Κεντρικής Υπηρεσίας).
Συνεπώς δε μπορεί να γίνει δεκτό ότι το επίδικο επίδομα, που χορηγήθηκε στους υπαλλήλους, που εργάζονται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δικαιούνται να λάβουν και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, κατ' επίκληση της αρχής της ίσης μεταχείρισης (πρβλ. Α.Π. 133/2013, Α.Π. 565/2011, Α.Π. 189/2011), αλλά και ούτε κατ' εφαρμογή των άρθρων 105 και 106 του Εισ. ΝΑΚ, αφού δεν συντρέχει εν προκειμένω παρανομία των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος, με το να αρνηθούν να χορηγήσουν στους αναιρεσιβλήτους τον εν λόγω επίδομα, το οποίο αυτοί, όπως αναφέρθηκε, δεν δικαιούνται να λάβουν. Επομένως και κατά παραδοχή της ένδικης αίτησης, στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά από αυτά και εφόσον δεν απαιτείται περαιτέρω διευκρίνιση της υπόθεσης, πρέπει να κρατηθεί αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, να δικασθεί η υπόθεση στην ουσία της και αφού γίνει δεκτή η από 27-2-2009 έφεση του (ήδη) αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 224/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου και, στη συνέχεια, να απορριφθεί, ως μη νόμιμη η ένδικη αγωγή και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 163/2010 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο,
Κρατεί την υπόθεση,
Δικάζοντας επί της ουσίας,
Δέχεται την από 27-2-2009 έφεση του Γενικού Νοσοκομείου Βόλου κατά της υπ' αριθμ. 224/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου,
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 224/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου,
Δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής,
Απορρίπτει αυτήν και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, εξ εξακοσίων (600) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ