Supreme Court remands case for retrial due to unequal comparison of public hospital and ministry employees regarding salary equality claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial after finding the lower court's dismissal of the hospital's appeal based on an invalid comparison of employee categories. The hospital argued that its specialized doctors were denied equal pay under Article 35 of Law 3329/2005 compared to ministry staff, citing constitutional equality principles. The court rejected this comparison because the two groups had different employers, employment terms, and total compensation structures, rendering the lower court's reasoning legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution; Article 35 of Law 3329/2005: A claim for equal pay based on constitutional equality requires a valid comparison of employees, which is impossible when the groups differ in employer, employment terms, and total remuneration packages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 565 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 565/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 22α Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος- καλούντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΘΕΑΓΕΝΕΙΟ", το οποίο εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διοικητή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάρκο Παπαζήση.
Των αναιρεσιβλήτων -καθ' ων κλήση: 1)… και 49)…. Δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1211/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 16813/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε το αναιρεσείον με την από 24-9-2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 250/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει το αναιρεσείον με την από 15-6-2010 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 29-9-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 16813/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - καλούντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 13.10.2009 (μετά δε την κατ'εκείνη τη δικάσιμο συζήτηση της υποθέσεως κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση με τη 250/2010 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού), καθώς και της από 23.7.2010 κλήσεως προς νέας συζήτηση με πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επεδόθησαν νομίμως και εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από τις παρακάτω αναφερόμενες εκθέσεις επιδόσεως των οικείων δικαστικών επιμελητών, σε ένα έκαστο των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως:
Α) Εκθέσεις επιδόσεως της κλήσεως : α) 8800/25.11.2010, 8790/24.11.2010, 8734/18.11.2010, 8709/17.11.2010, 8764/23.11.2010, 8871/2.12.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Θ. Σ., β) 15135/30.11.2010 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως Ε. Τ., γ) 8695/17.11.2010, 8738/18.11.2010, 8705/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., δ) 8247Β/25.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Α.
Φ., ε)8715/17.11.2010, 8742/18.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., στ)8589/30.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βεροίας Σ. Γ., ζ 8792/24.11.2010, 8802/25.11.2010, 8729/18.11.2010, 8750/22.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., ζ1)21695/30.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ., η)6952Α/1.12.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Β.
Β., θ)8726/18.11.2010, 8740/18.11.2010, 8647/17.11.2010, 8721/17.11.2010, 8728/18.11.2010, 8732/18.11.2010, 8724/18.11.2010, 8736/18.11.2010, 8812/26.11.2010, 8877/3.12.2010, 8711/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., ι)1556Γ/9.12.2010 της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Ε. Τ., ια)8766/23.11.2010, 8762/23.11.2010, 8804/25.11.2010, 8707/17.11.2010, του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., ιβ) 10842β/26.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου Π.
Κ., ιγ) 8713/17.11.2010, 8699/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., ιδ) 1112Β/30.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Π. Λ., ιε) 8701/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., ιστ) 94775/24.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Α. Ζ., ιζ) 6949Α/1.12.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Β. Β., ιη) 8703/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ.
Σ., ιθ) 7378Γ/29.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας Ν. Κ. και κ) 8719/17.11.2010, 8717/17.11.2010, 8752/22.11.2010 και 8834/30.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ.. Β) Εκθέσεις επιδόσεως της αιτήσεως αναιρέσεως: α)8799/25.11.2010, 8789/24.11.2010, 8733/18.11.2010, 8708/17.11.2010, 8763/23.11.2010, 8870/2.12.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Θ.
Σ., β)15125/30.11.2010 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως Ε. Τ., γ) 8694/17.11.2010, 8737/18.11.2010, 8704/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Θ. Σ., δ)8246Β/25.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Α. Φ., ε) 8714/17.11.2010, 8741/18.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., στ)8588/30.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βεροίας Σ.
Γ., ζ)8791/24.11.2010, 8801/25.11.2010, 8730/18.11.2010, 8749/22.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Θ. Σ., ζ1)2168Γ/30.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ., η)6951Α/1.12.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Β. Β., θ)8725/18.11.2010, 8739/18.11.2010, 8696/17.11.2010, 8720/17.11.2010, 8727/18.11.2010, 8731/18.11.2010, 8723/18.11.2010, 8735/18.11.2010, 8811/26.11.2010, 8876/3.12.2010, 8710/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ.
Σ., ι)1555Γ/9.12.2010 της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Ε. Τ., ια) 8765/23.11.2010, ιβ)8761/23.11.2010, 8803/25.11.2010, 8706/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Κιλκίς Θ. Σ., ιβ) 10843Β/26.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου Π. Κ., ιγ) 8712/17.11.2010, 8698/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., ιδ)1113Β/30.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Π.
Λ., ιε)8700/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., ιστ)9478Γ/24.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Α. Ζ., ιζ) 8710/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Β. Β., ιη) 8701/17.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ. Σ., ιθ) 7377Γ/29.11.2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας Ν. Κ. και κ) 8718/17.11.2010, 8716/17.11.2010, 8751/22.11.2010, 8833/30.11.2010 του ως άνω δικαστικού επιμελητή Θ.
Σ.. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσαν, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσης κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία των.
Επειδή, από την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντ., προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.
Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα.
Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών.
Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του Ν. 3229/2005 "Εθνικό Σύστημα Υγείας-Κοινωνικής Αλληλεγγύης και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "...1). Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτήν και στο μετακλητό προσωπικό χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής. 2) Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003...
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Στην αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005 προκύπτει ότι η θέσπιση του επιδόματος της ειδικής απασχόλησης υπαγόρευσε ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο ΕΣΥ με την κατάργηση των ΠΕΣΥΠ και τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ΝΠΔΔ.
Ειδικότερα, αναφέρεται ότι μετά τις παραπάνω δομικές αλλαγές στον χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου έχουν αναλάβει έναν συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στον συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωσή τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας και ότι ο συντονιστικός και επιτελικός αυτός ρόλος συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες και υποχρεώσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης.
Επισημαίνεται ακόμη στην αιτιολογική έκθεση ότι οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου είχαν ήδη επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στον χώρο της υγείας με τους Νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.Σ.Υ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι", υπαγωγή των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), ότι η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των Νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικούς μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζομένους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και ότι για όλους τους παραπάνω λόγους επιβάλλεται χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία και στους αποσπασμένους σε αυτή. (Με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν. 3627/2007 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών).
Από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης και την επ' αυτής αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου αυτού για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει και γι' αυτό επεκτείνει την καταβολή του και σε όσους υπαλλήλους έχουν αποσπασθεί στην Κεντρική Υπηρεσία, κατέχουν όμως οργανική θέση σε άλλο Υπουργείο ή φορέα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπηρετούν ως ειδικευόμενοι ιατροί στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Υπάγονται στο μισθολογικό πλαίσιο του Ν. 1397/1983 "περί μισθοδοσίας ιατρών ΕΣΥ κ.λ.π.", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.2606/1998 και ισχύει σήμερα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. 1, 2, 4 και 8 του Ν. 123/1975 και Ν.Δ. 2592/1953, που αφορούν ειδικότερα τους ειδικευόμενους ιατρούς, ανήκουν οργανικά στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Έτσι, έχουν νόμιμο δικαίωμα σε απολαβή κάθε μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, άλλως επεκτείνει κάθε αντίστοιχη μισθολογική παροχή, η οποία ήδη προβλέπεται και χορηγείται σε συναδέλφους τους, υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δυνάμει του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, ήτοι του επιδόματος "ειδικής απασχόλησης", το οποίο χορηγήθηκε σ' αυτούς για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 και εφεξής.
Και αυτό, διότι η αιτιολόγηση της χορήγησης του εν λόγω επιδόματος κατά την αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου η οποία είναι "...ο αυξημένος φόρτος εργασίας....και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο Ε.Σ.Υ., με τη μετονομασία των "ΠΕΣΥ" σε "ΔΥΠΕ" και την επικαλούμενη αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ν.π.δ.δ.
κλπ" και επιπλέον ότι "...με τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της Υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει έναν επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και το συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας", είναι πολύ γενική και αφορά, επομένως και τα Νοσοκομεία, τα οποία είναι πρωτίστως επιφορτισμένα με την υλοποίηση του παραπάνω σκοπού.
Περαιτέρω, το παραπάνω επίδομα χορηγείται σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δηλαδή η επίδικη μισθολογική παροχή, προφανώς ουδόλως συναρτάται με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης των δικαιούχων αυτής μισθωτών (ιατρών και υπαλλήλων), γεγονός το οποίο προκύπτει από τη γενικόλογη διατύπωση της σχετικής διατάξεως που την καθιερώνει χορηγώντας την σε αυτούς ανεξάρτητα από την υπηρεσιακή τους θέση και τα κατ' ιδίαν υπαλληλικά τους καθήκοντα με μοναδικό κριτήριο την οργανική τους ένταξη στο εν γένει "προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης".
Η ίδια όμως αιτιολογία απολήψεως του ενδίκου επιδόματος ισχύει και για τους απασχολούμενους στα Νοσοκομεία ιατρούς (μόνιμους και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου), οι οποίοι ούτως ή άλλως είναι οργανικά ενταγμένοι στο επόπτευαν τα Νοσοκομεία, Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ασφαλώς τυγχάνουν αποδέκτες, σε εργασιακό επίπεδο, των όποιων συνεπειών των επιδιωκόμενων διαρθρωτικών αλλαγών στον τομέα της Υγείας, ακριβώς όπως και οι ρητώς κατονομαζόμενοι στην επίδικη διάταξη ως δικαιούχοι του ενδίκου επιδόματος.
Οι παραπάνω δηλαδή "αιτίες" και "προϋποθέσεις", οι οποίες επέβαλαν τη χορήγηση του ένδικου επιδόματος ειδικής απασχόλησης, αντιστοιχούν και με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των αναιρεσιβλήτων ειδικευόμενων ιατρών, εφόσον ο επιδιωκόμενος "συντονισμός των δραστηριοτήτων" ενός εποπτευόμενου φορέα, όπως είναι εν προκειμένω το αναιρεσείον Νοσοκομείο, συνεπάγεται αναγκαία και την αντίστοιχη δική τους συμμετοχή και συμβολή, δηλαδή τον αντίστοιχο δικό τους αυξημένο φόρτο απασχόλησης και τις δικές τους αντίστοιχες αυξημένες ευθύνες, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση, αξιοποίηση και αναβάθμισή του, προς όφελος εν τέλει των πολιτών που έχουν ανάγκη των υπηρεσιών υγείας, έργο (επιτελικός ρόλος, συντονισμός δραστηριοτήτων και άλλα αναφερόμενα στην ως άνω αιτιολογική έκθεση του νόμου) που δεν έχει αφεθεί μόνο στα χέρια του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσία του Υπουργείου (ιατρικού και υπαλληλικού) συμπεριλαμβανομένων των κλητήρων, νυκτοφυλάκων, ηλεκτρολόγων, υδραυλικών, οδηγών, κηπουρών και λοιπών εργαζομένων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου.
Η ως άνω διάταξη αναφέρεται συλλήβδην στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και ως εκ τούτου συνάγεται ότι εάν πράγματι ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει ή να διαφοροποιήσει κάποια κατηγορία εξ αυτών, ρητώς θα το κατέγραφε, αν και τότε θα έπρεπε να αιτιολογήσει την όποια διαφοροποίηση και την ενδεχόμενη εξαίρεση κάποιων από τη γενική αυτή καταβολή.
Η επίδικη επιδοματική παροχή, είπε το Δικαστήριο της ουσίας, ούτε προβλέπεται μόνο για κάποια συγκεκριμένη κατηγορία ή ειδικότητα του προσωπικού που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας ούτε συναρτάται από την ύπαρξη ειδικότερων προσόντων ή την παροχή συγκεκριμένων καθηκόντων ή υπηρεσιών μέρους ή όλου του προσωπικού αυτού, γεγονός το οποίο προδήλως σημαίνει ότι τη δικαιούνται άπαντες οι εργαζόμενοι εκεί, ανεξαρτήτως ιεραρχικής θέσης ή ειδικότητας, επομένως και ανεξάρτητα αν εργάζονται με βάση σύμβαση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.
Από τα προεκτεθέντα, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείου, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι υπάγονται στο ίδιο μισθολογικό πλαίσιο με τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αν παραληφθούν από τη χορήγηση του επιδόματος "ειδικής απασχόλησης", που προβλέπεται για αυτούς με τη διάταξη του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, παραβιάζεται η μισθολογική ισότητα, εφόσον αυτή η επιλεκτική χορήγηση της παραπάνω χρηματικής επιδοματικής παροχής έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τις υπερκείμενες των διατάξεων αυτών συνταγματικές διατάξεις και συγκεκριμένα εκείνες των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ. 1 εδ.
β του ισχύοντος Συντάγματος, εφόσον αν γίνει όπως εν προκειμένω, με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή αδικαιολόγητα άλλη κατηγορία προσώπων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη η οποία εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Για την αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκρίση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση.
Συνεπώς, κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, οι αναιρεσίβλητοι ειδικευόμενοι ιατροί του αναιρεσείοντος νοσηλευτικού ιδρύματος, που εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, νομίμως ζητούν την επιδίκαση της πιο πάνω μισθολογικής παροχής του άρθρ. 35 του Ν.3329/2005, επικαλούμενοι ως μέτρο σύγκρισης συναδέλφους των υπαλλήλους του ίδιου Υπουργείου.
Ακολούθως δε απέρριψε κατά το μέρος αυτό την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε κατά τούτο την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 β' του Συντ. και 35 του Ν. 3329/2005, οι οποίες δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην ένδικη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που έχουν διαφορετικό εργοδότη (δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι το αναιρεσείον Νοσοκομείο και οι προς σύγκριση εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το Ελληνικό Δημόσιο), δεν παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τους αυτούς όρους απασχόλησης ούτε μπορούσε σύμφωνα μετά προεκτεθέντα να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη ειδική παροχή, χωρίς συσχετισμό με το εκατέρωθεν σύνολο απολαβών, μη αρκούντος του γεγονότος ότι το αναιρεσείον ανήκει στο ΕΣΥ και διασυνδέεται λειτουργικά με το οικείο ΠΕΣΥ.
Επομένως, ο από το άρθρο 560 παρ.1 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 16813/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ