Legislator Case Law & Legislation
798/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over personality rights, ruling facts were already established by lower court.

Case Number 798/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the ELGA organization against the Thessaloniki Regional Court of First Instance's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence regarding personality rights violations and moral damages. The court rejected these claims, finding that the lower court had already thoroughly examined the evidence and explicitly stated it considered all submitted documents, making the appeal arguments inadmissible and unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the facts are already established by the lower court's decision, and unfounded if the appellate court has explicitly verified that it considered all evidence presented by the parties.

Keywords

AI generated
labor dispute personality rights moral damages inadmissible appeal evidence consideration

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 147(7) of the Code of Civil Procedure
Article 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 111(2) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 680 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 798 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 798 / 2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλεία Πομπιέρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12942/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1375/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 28/2/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28.02.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1375/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος κατά της 1465/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 20.03.2012 αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ακολούθως διακρατήθηκε η υπόθεση, και έγινε δεκτή η αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Από το συνδυασμό των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4, 216 παρ. 1 και 680 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής που εισάγεται κατά τη διαδικασία των διαφορών από παροχή εργασίας (άρθρ. 678 - 681 ΚΠολΔ) πρέπει να περιέχει, εκτός από άλλα, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, η οποία συντελείται με την έκθεση εκείνων των πραγματικών περιστατικών τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος που με αυτή ασκείται (AΠ 101/2006 ΤΝΠ Νόμος).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013). Tο ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης. (AΠ 443/2011 Νόμος). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 217/2005).

Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/01, ΑΠ 12/00, ΑΠ 2001/09).Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τόπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 373/2004), δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2000).

Μέσω του παρόντος λόγου (άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ) ελέγχεται, πλην άλλων, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, της ένστασης ή της αντέντασης (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 480/2010, βλ. και Ολ. ΑΠ 112/2008, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1697/2013 Νόμος).

Στη προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι κατέχοντας από το έτος 2005 τη θέση του Προϊσταμένου του υποκαταστήματος ... υπέβαλε κατά την 25.01.2011 υποψηφιότητα για την επανατοποθέτηση στη θέση που ήδη κατείχε, ενόψει του ότι ο εναγόμενος με σχετική προκήρυξη είχε καλέσει τους ενδιαφερομένους για την υποβολή υποψηφιοτήτων για την κατάληψη της εν λόγω θέσης.

Ότι ο εναγόμενος με την υπ' αριθ. 2.902/21-2-2011 απόφαση του Προέδρου του, τοποθέτησε στη ως άνω θέση τον αναφερόμενο συνάδελφό του, Ε. Λ., έναντι του οποίου, όμως, ο παραλειφθείς ενάγων υπερείχε, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, καταφανώς στα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, χωρίς αυτό να υπαγορεύεται από το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά και κατά παράβαση της διαδικασίας που προβλέπει ο κανονισμός, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή.

Ότι επιπλέον της αντικατάστασής του τον μετακίνησε και από την ως άνω θέση σε θέση απλού υπαλλήλου, χωρίς, όμως, να του αναθέσει και ουσιαστικά καθήκοντα υποβαθμίζοντας τον μισθολογικά προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητά του και οδηγώντας τον σε αποχώρηση από την υπηρεσία, αφού με την 1.896/20-9-2011 δήλωση παραίτησης, παραιτήθηκε της υπηρεσίας του, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί από τον ΟΓΑ, θεωρώντας την μη ανάθεση των καθηκόντων σ' αυτόν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, εκ μέρους του εργοδότη οργανισμού.

Ότι από την άνω συμπεριφορά υπέστη και ηθική βλάβη για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του. Ενόψει αυτών, επικαλούμενος ότι από τη μη τοποθέτησή του στη θέση του προϊσταμένου, ζημιώθηκε κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά, τα οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα λάμβανε εάν είχε προαχθεί και δη:

α) το ποσό των 7.602,40 ευρώ, ποσό που μειώθηκε το εφάπαξ βοήθημά του λόγω συνταξιοδότησής του και δη λόγω υπολογισμού του χωρίς να ληφθεί υπόψη το επίδομα θέσης, β) το ποσό των 3.130 ευρώ και 1.341,60 ευρώ για την για τον ίδιο λόγο μείωση των δεδουλευμένων αποδοχών του κατά τους μήνες Μάρτιο έως και Σεπτέμβριο του έτους 2011 και για τη μείωση των τρίμηνων αποδοχών αντίστοιχα, μετά την παραίτηση και μέχρι τη λήψη της σύνταξης, γ) κατά το ποσό των 4.485 ευρώ για τη μείωση των εξόδων κινήσεων εκτός έδρας που δεν έλαβε και τέλος, δ) κατά το ποσό των 1.120,20 ευρώ για τη μείωση των εκτός έδρας αποζημιώσεων που δεν έλαβε, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η παράλειψη της επιλογής του σε θέση προϊσταμένου της διεύθυνσης υποκαταστήματος ...

είναι παράνομη και καταχρηστική, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τον απασχολήσει στη ως άνω θέση με απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του και τέλος να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 27.680 ευρώ, νομιμότοκα από την κατάθεση της προγενέστερης υπ' αριθ. 18.713/2011 αγωγής του, από την οποία παραιτήθηκε του δικογράφου της.

Στη προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, όπως εκτίθεται παραπάνω, είναι κατά είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη. Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων εκθέτει σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν: α) την καταχρηστική συμπεριφορά της εναγόμενης κατά τη επιλογή στη θέση Προϊσταμένων του Υποκαταστήματος του ..., τοποθετώντας αντ' αυτού άλλον έναντι του οποίου ο παραλειφθείς ενάγων υπερείχε καταφανώς σε ουσιαστικά και τυπικά προσόντα χωρίς αυτό να υπαγορεύται από το συμφέρον της υπηρεσίας, β) την αδικοπραξία και την ζημία που υπέστη από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγόμενου, γ) την προσβολή της τιμής και υπολήψεως που απορρέει από την άνω αδικοπραξία και την πρόκληση ηθικής βλάβης. Επομένως, το Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας ορθά εφήρμοσε το νόμο και συνεπώς με το να μη κηρύξει την αγωγή αόριστη και απαράδεκτη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ (όπως εκτιμάται) και κατ' ακολουθία ο δεύτερος σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, το τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι` αυτή κριτήρια. Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικά.

Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος η ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Για να είναι καταχρηστική, στη περίπτωση αυτή, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1/2012). Προκειμένου όμως περί απομακρύνσεως συγκεκριμένου από την θέση προϊσταμένου τμήματος της επιχειρήσεως που κατέχει, της αναθέσεως σ` αυτόν υποδεέστερης ειδικότητας καθηκόντων και της τοποθετήσεως στην θέση του άλλου μισθωτού, για να είναι καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, κατά την έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, αρκεί η συνδρομή οποιωνδήποτε περιστάσεων, που καθιστούν την μεταβολή αυτή προφανώς αντίθετη προς την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αποτελεί και μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του μισθωτού (άρθρ. 7 ν. 2112/1920), που παρέχει σ` αυτόν το δικαίωμα να ζητήσει την δια της επαναφοράς του στην θέση αυτή, άρση της παρανομίας και εφόσον με την μετακίνηση αυτή προσβάλλεται η προσωπικότητά του ως προς την επαγγελματική του αξία και εκτίθεται στους συναδέλφους του και γενικά στο κοινωνικό του περιβάλλον, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό του κατά τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ (ΑΠ 48/2011, ΑΠ 589/2012).

Επίσης, η ως άνω καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ παράλειψη της τοποθέτησης υπαλλήλου σε θέση προϊσταμένου ως πράξη παράνομη συνιστά και αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Εντεύθεν δημιουργείται, εκτός των άλλων, δικαίωμα του παραλειφθέντος σε αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη από την παράλειψη (ΟλΑΠ 11/2007).

Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του μισθωτού, όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών, που ελάμβανε ο μισθωτός στην προηγούμενη θέση, και εκείνων, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα λαμβάνει εάν είχε προαχθεί στην νέα θέση στην οποία δεν τοποθετήθηκε από τη παράνομη και υπαίτια παράλειψη του εργοδότη του αλλά και την επίπτωση της μείωσης αυτής στις λοιπές αξιώσεις του (βλ.

ΑΠ 1050/2008, ΑΠ 1872/2005 ).

Τέλος, κατά το άρθρο 40 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του ΝΠΙΔ με την επωνυμία Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.), ο οποίος εκδόθηκε σε εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 1.790/1988 "Οργάνωση και Λειτουργία Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων ( ΦΕΚ 134/Α/20-6-1988) και εγκρίθηκε με την κοινή υπουργική απόφαση των υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με αριθμό 287.813, δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 1.163 τ.Β/22-8-2005 και επομένως έχει ισχύ νόμου ορίζεται ότι "1.

Η θητεία των Προϊσταμένων είναι τριετής. 2. Η επιλογή και τοποθέτηση στις θέσεις των Προϊσταμένων της Γενικής Διεύθυνσης, των Διευθύνσεων και Τμημάτων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων, εκτός της Νομικής Υπηρεσίας, των αυτοτελών Γραφείων Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γραμματείας Διοικητικού Συμβουλίου και Επικοινωνιακής Πολιτικής και Δημοσίων Σχέσεων, γίνεται για τριετή θητεία με την ακόλουθη διαδικασία:

α) Προκήρυξη των θέσεων από τον Πρόεδρο του ΕΛ.Γ.Α. τουλάχιστον δύο μήνες προ της λήξης της θητείας. Για τη Γενική διεύθυνση, τις Διευθύνσεις και τις αντιστοίχου επιπέδου οργανικές μονάδες η προκήρυξη των θέσεων γίνεται συγχρόνως. Για τα Τμήματα η προκήρυξη των θέσεων γίνεται μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης, των Προϊσταμένων των Διευθύνσεων και των αντιστοίχου επιπέδου οργανικών μονάδων.

Η διαδικασία επιλογής ολοκληρώνεται το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της προκήρυξης, β) Υποβολή, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, από την ημερομηνία ανάρτησης της προκήρυξης στην υπηρεσία του ενδιαφερομένου, αίτησης μετά βιογραφικού σημειώματος από τους ενδιαφερομένους υπαλλήλους Δικαίωμα υποβολής αιτήσεων έχουν, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 88 - 89 του κανονισμού αυτού, όλοι οι τακτικοί υπάλληλοι του ΕΛ.Γ.Α., ως κάτωθι: ..

Για την επιλογή Προϊσταμένων οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης, υπάλληλοι με 1ο και 2ο βαθμούς γ) Αξιολόγηση των υποψηφίων για την επιλογή του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης, των Προϊσταμένων των Διευθύνσεων και των Τμημάτων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων, από το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο.

Για την αξιολόγηση των υποψηφίων το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη την ετήσια αξιολόγηση των πέντε (5) τελευταίων ετών και κατατάσσει τους υποψήφιους με βάση τον ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ή ΤΟΝ ΤΕΛΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ σε δύο (2) κατηγορίες ως εξής: Τους έχοντες ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ή ΤΟΝ ΤΕΛΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ "ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ" και "ΠΟΛΥ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ" - Τους έχοντες ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ή ΤΟΝ ΤΕΛΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ " ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ", "ΜΕΤΡΙΑ" και "ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ", δ) Σύνταξη και υποβολή Πινάκων Επιλεγμένων και Μη Επιλεγμένων.

Το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο συντάσσει και υποβάλει τους κάτωθι Πίνακες:- Πίνακας Επιλεγμένων, ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αλφαβητική σειρά τους υποψηφίους με ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ή ΤΟΝ ΤΕΛΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ "ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ" και "ΠΟΛΥ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ" ως πληρούντες τα προσόντα να ασκήσουν τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της συγκεκριμένης οργανικής μονάδας. - Πίνακας Μη Επιλεγμένων, ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αλφαβητική σειρά τους υποψηφίους με ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ή ΤΟΝ ΤΕΛΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ "ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ", "ΜΕΤΡΙΑ" και "ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ" ως μη πληρούντες τα προσόντα να ασκήσουν τα καθήκοντα του Προϊσταμένου οργανικής μονάδας, ε) Επιλογή και τοποθέτηση, με τριετή θητεία, από τον Πρόεδρο του ΕΛ.Γ.Α.

του Προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας από τον Πίνακα Επιλεγμένων της εν λόγω οργανικής μονάδας. Οι τοποθετούμενοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους μέχρι την τοποθέτηση νέων Προϊσταμένων."

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Σημειώνεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα : "Από την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος, που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατάθεση που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία παρακάτω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς, λαμβανόμενα υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 παρ. 1 εδ.

α ΚΠολΔ) και τέλος από τις ομολογίες των διαδίκων αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.)" είναι Ν.Π.Ι.Δ που ιδρύθηκε με το Ν. 1790/20-6-88, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1- 11-88, με την υπ' αρ. 290371/88 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, έχει δε ως σκοπό την οργάνωση και την εφαρμογή προγραμμάτων ενεργητικής προστασίας και την ασφάλιση της παραγωγής και του κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Με την υπ' αρ. 464/28-5-1984 απόφαση του Διοικητή του ΟΓΑ, ο ενάγων προσλήφθηκε στην τελευταία υπηρεσία (ΟΓΑ) και έκτοτε απασχολήθηκε σ' αυτήν σε θέση που στη συνέχεια καταργήθηκε οπότε και μετατάχθηκε αυτοδίκαια στον ΕΛ.Γ.Α. Ο ενάγων αυτός, γεννηθείς το έτος 1951, το έτος 1975 αποφοίτησε ως γεωπόνος από την γεωπονική σχολή του ΑΠΘ, ενώ από το έτος 1988 απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην ειδίκευση ζωοτεχνίας και διατροφής αγροτικών ζώων του τμήματος γεωπονίας της σχολής γεωτεχνικών επιστημών του Α.Π.Θ.

Όσον αφορά την προϋπηρεσία του στην ειδικότητά του , πριν τον διορισμό του, αυτή ανερχόταν σε 3 έτη , 8 μήνες και 21 ημέρες. Από 1-6- 1984 έως 21-3-2001 εργάστηκε ως εκτιμητής - επανεκτιμητής φυτικής παραγωγής και ζωικού κεφαλαίου και σε ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα ως επόπτης φυτικής παραγωγής και ζωικού κεφαλαίου στο υποκατάστημα ..., από 22-03-2001 έως 23-07- 2002 ως προϊστάμενος του τμήματος Εκτιμήσεων και Αποζημιώσεων του υποκαταστήματος ...

και παράλληλα ως προϊστάμενος του γραφείου εποπτείας Νομού Καβάλας ,από 24-07- 2002 έως 26-11-2003 ως εκτιμητής - επανεκτιμητής φυτικής παραγωγής και στον έλεγχο αποκατάστασης παγίου κεφαλαίου ΠΣΕΑ, από 27-11-2003 έως 26-11-2004 ως προϊστάμενος του τμήματος εφαρμογών τεχνικής υποστήριξης και επικοινωνίας στο υποκατάστημα ..., από 28-11-2003 έως 26-11-2004 ως αναπληρωτής προϊστάμενος του υποκαταστήματος ..., από 29-11-2004 έως 5-2-2006 ως προϊστάμενος του γραφείου εποπτείας φυτικού τομέα Νομού ..., και κατά εφαρμογή του άρθρου 40 του Κανονισμού προσωπικού του εναγομένου , από 21-11-2005 έως 15-1-2009, στη θέση του προϊσταμένου του υποκαταστήματος (τμήματος) ΕΛ.Γ.Α Θεσσαλονίκης, θέση στην οποία επανατοποθετήθηκε εκ νέου, με την ίδια διαδικασία, στις 15-1-2009, όπου και εργάστηκε ως 28-2-2011.

Με τη δημοσίευση του νόμου 3877/2010 " σύστημα προστασίας και ασφάλισης της αγροτικής δραστηριότητας" και βάσει του άρθρου 24 του νόμου αυτού έληξε υποχρεωτικά η θητεία των προϊσταμένων των τμημάτων των υπηρεσιών του ΕΛΓΑ και μεταξύ αυτών και του εναγομένου και μάλιστα πριν την ορισμένη λήξη της τριετίας κατά την οποία θα διαρκούσε η προαναφερόμενη θητεία του, και για τον λόγο αυτό, σύμφωνα και με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης, ο εναγόμενος κίνησε τη διαδικασία αντικατάστασής του κατά τη διάταξη του άρθρου 40 του Κανονισμού προσωπικού του.

Έτσι λοιπόν, με την υπ' αρ. 225/11-1-2011 προκήρυξη θέσεων οργανικών μονάδων του ΕΛΓΑ, επιπέδου Διεύθυνσης, προκηρύχθηκαν οι θέσεις Διευθυντών των οργανικών μονάδων και υποβλήθηκαν οι υποψηφιότητες των ενδιαφερομένων, συνοδευόμενες από το βιογραφικό των υποψηφίων και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, μεταξύ δε αυτών ήταν και η από 25-1-2011 αίτηση του ενάγοντος συνοδευόμενη από το σχετικό βιογραφικό του σημείωμα.

Οι αιτήσεις όλων των υποψηφίων αξιολογήθηκαν από το Α βάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του ΕΛ.Γ.Α και με την υπ' αρ. 80/7-2-2011 γνωμοδότηση - απόφαση αξιολόγησης υποψηφίων για επιλογή προϊσταμένων επιπέδου διεύθυνσης του ως άνω συμβουλίου, καταρτίστηκαν οι πίνακες, που περιελάμβαναν, με αλφαβητική σειρά, τους υποψηφίους, διακρίνοντάς τους, σε "επιλεγμένους" και "μη επιλεγμένους", όπως προβλέπεται στο άρθρο 40.

Το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο έλαβε υπόψη για τον τελικό χαρακτηρισμό κατάταξης των υποψηφίων, τις εκθέσεις αξιολόγησης της τελευταίας πενταετίας που όσον αφορά τον ενάγοντα αφορούσαν τα έτη 2005 - 2009, μη περιλαμβάνοντας, δικαιολογημένα βέβαια, την έκθεση του έτους 2010 , αφού αυτή δεν είχε ακόμη συνταχθεί από τον αρμόδιο αξιολογητή και δεν είχε αποσταλεί στο ως άνω συμβούλιο, δεδομένου ότι αυτή υποβλήθηκε στις 10-10-2011.

Επομένως, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα, ουδεμία παράβαση υπήρξε της διαδικασίας κατά τον προαναφερθέντα κανονισμό, αφού το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του τις εκθέσεις των τελευταίων πέντε ετών, που όσον αφορά τον ενάγοντα, εκ των πραγμάτων, τα έτη αυτά ήταν τα έτη από το έτος 2005 έως 2009.Στη συνέχεια το ως άνω Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη τις εκθέσεις αξιολόγησης για τους υποψηφίους κατήρτισε τους πίνακες που περιελάμβαναν με αλφαβητική σειρά τους υποψηφίους διακρίνοντάς τους σε επιλεγμένους (δηλαδή τους έχοντες χαρακτηρισμό κατάταξης εξαιρετική και πολύ ικανοποιητική) και μη επιλεγμένους κατά τους ορισμούς του άρθρου 40.Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2.902/21-2-2011 απόφαση του Προέδρου του ΕΛΓΑ, επιλέχθηκε από όλους τους υποψηφίους που συγκέντρωναν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ως προϊστάμενος του υποκαταστήματος του ..., ο ομοιόβαθμος του ενάγοντος υπάλληλος, Ε.

Λ. , επίσης υπάλληλος του εναγομένου που έφερε (όπως και ο ενάγων) τον πρώτο βαθμό, δηλαδή ως πτυχιούχοι γεωπόνοι και οι δύο. Πλην όμως, η ως άνω επιλογή, που πραγματοποιήθηκε από το αρμόδιο όργανο του εναγομένου στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος για επιλογή των προϊσταμένων στα πλαίσια του άρθρου 40 του Κανονισμού του Προσωπικού, ήταν καταχρηστική, διότι υπερέβη τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτού, αφού ....με την εν λόγω ενέργειά του ο εναγόμενος παρέλειψε να τοποθετήσει στη θέση προϊσταμένου τον ενάγοντα, ήτοι υπάλληλό του ικανό και αντ' αυτού τοποθέτησε άλλον, έναντι του οποίου ο ως άνω παραλειφθείς υπερείχε καταφανώς σε ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, χωρίς αυτό να υπαγορεύεται από το συμφέρον της υπηρεσίας του.

Ειδικότερα, όπως προέκυψε, ο τοποθετηθείς υπάλληλος, Ευθύμιος Λόγιας, ήταν και αυτός υπάλληλος πρώτου βαθμού, ήτοι πτυχιούχος γεωπόνος και με βαθμολογία, όπως και ο ενάγων, ήτοι εξαιρετική, πλην όμως, υστερούσε καταφανώς σε σχέση με τον τελευταίο, αφού πέραν από το μικρό προβάδισμά του στην αρχαιότητα (σύνολο υπηρεσίας του 27 έτη και 12 ημέρες έναντι 26 ετών 8 μηνών και 21 ημερών του ενάγοντος, ο οποίος όμως είχε μεγαλύτερη προϋπηρεσία κατά 1 έτος, 1 μήνα και 26 ημερών) , υστερούσε α) ως προς τη γενική αρχαιότητα των γεωπόνων του ΕΛΓΑ (β)στους τίτλους σπουδών, δεδομένου ότι δεν ήταν κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου και γ) στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων , αφού ο ως άνω τοποθετηθείς άσκησε καθήκοντα μόνο προϊσταμένου τμήματος (από 21-3-2001 έως 20-3-2002 και από 17-4-2003 έως 8-3-2011) που είναι οργανική μονάδα κατώτερης στάθμης σε σχέση με τα ασκηθέντα καθήκοντα από τον ενάγοντα, ως προϊσταμένου διεύθυνσης, αφού αυτός (παραληφθείς) από το έτος 2001 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου οργανικών μονάδων εκ των οποίων το διάστημα από 21-11-2005 έως 28-2-2011 ως διευθυντής στο υποκατάστημα Θεσσαλονίκης επιλεχθείς στη θέση αυτή για δύο συνεχόμενες θητείες, αλλά και το διάστημα από 28-11-2003 έως 26-11-2004 ως αναπληρωτής διευθυντής του υποκαταστήματος ....

Ακόμη αυτός, λόγω της εναλλαγής στην άσκησης καθηκόντων απέκτησε μεγαλύτερη εμπειρία και γνώση του αντικειμένου. Είναι χαρακτηριστικό της καταφανούς υπεροχής και στάθμης του ενάγοντος το γεγονός ότι ο τελευταίος , αν και διορίσθηκε λίγο αργότερα από τον τοποθετηθέντα σε θέση προϊσταμένου συνάδελφό του ( 10-4-1984 έναντι 19-12-1983), έλαβε τον πρώτο βαθμό, λόγω ακριβώς της υπεροχής του, νωρίτερα από τον συνυποψήφιο του αυτόν και δη στις 19-7-1995 έναντι 24-5-1998.

Αλλά σύμφωνα και με την άποψη της ΟλΑΠ 25/2003, η επιλογή αυτή ήταν και πάλι καταχρηστική, δεδομένου ότι πέραν της ως άνω καταφανούς υπεροχής συνέτρεχαν και ειδικές περιστάσεις που σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του ενάγοντος παραλειφθέντος, θεμελίωναν προφανή υπέρβαση από μέρους του εναγομένου των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ειδικότερα, πέραν την ως άνω καταφανή υπεροχή, ο ενάγων διέθετε καταλληλότητα, μεγαλύτερη εμπειρία και πλήρη γνώση του αντικειμένου εργασιών και ευθύνης της ανωτέρω θέσης , για την οποία είχε υποβάλει υποψηφιότητα, εμπειρία και γνώση, την οποία δεν διέθετε ο επιλεγείς συνάδελφός του, που δεν είχε ασκήσει ποτέ καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης, υπηρετούσε δε μάλιστα ως υφιστάμενός του στην εν λόγω μονάδα.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δηλαδή η πολύχρονη εμπειρία του ενάγοντος σε θέση ευθύνης (προϊσταμένου διεύθυνσης) και η επιτυχής, για αρκετό χρονικό διάστημα, άσκηση από αυτόν των καθηκόντων του ως προϊσταμένου, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του έναντι του παραπάνω τοποθετηθέντος συναδέλφου του, δεν αμφισβητούνται ειδικώς από τον εναγόμενο και επομένως υφίσταται πλήρης απόδειξη (άρθρο 352 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση αποδεικνύονται αβίαστα και από τα ως άνω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, καθιστούν δε αυτά τα περιστατικά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου ως εργοδότη, καταχρηστική κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας έννοια και επομένως ...

συνέτρεχε περίπτωση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, πέραν του γεγονότος ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο για απομάκρυνση λόγω πρόωρης λήξης της θητείας του εν λόγω ενάγοντος με την ανάθεση σ' αυτόν υποδεέστερων καθηκόντων και θέση του σε αργομισθία και επομένως δεν απαιτείτο η συνδρομή ειδικών περιστάσεων που, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση.

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, αμέσως μετά την απομάκρυνση του ενάγοντα, με το αριθ. πρωτ. 3342/28-2-2011 έγγραφο του προέδρου του Θ. Σ., καθόρισε τα νέα υπηρεσιακά καθήκοντα του ενάγοντος με την τοποθέτησή του στο τμήμα εκτιμήσεων του υποκαταστήματος ..., παραλείποντας έστω να του αναθέσει καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος ή γραφείου εποπτείας, στη συνέχεια δε ο εναγόμενος, δια του αρμοδίου του οργάνου και δη του νεοτοποθετηθέντος διευθυντή του, παρέλειπε συστηματικά να του αναθέτει καθήκοντα εκτιμητικών έργων, που αποτελούσαν το κατεξοχήν αντικείμενο της εργασίας του και στη νέα θέση, καθιστώντας ουσιαστικά αργόμισθο, στερώντας του δε και σημαντικό μέρος των αποδοχών του, δεδομένου ότι η άσκηση του εν λόγω έργου συνδεόταν με σημαντική επαύξηση των αποδοχών του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, πριν την απομάκρυνση και τον υποβιβασμό του, οι αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 4.383 ευρώ καθαρών και μετά απ' αυτόν, στο ποσό των 2.561,48 ευρώ καθαρών. Οι υπαίτιες αυτές ενέργειες του εναγομένου, έναντι των οποίων ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε άμεσα, ακόμη και με προσφυγή, στις 1-4-2011, στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με αίτηση που είχε αίτημα να του ανατεθούν τα προγενέστερα καθήκοντα, αίτηση που εν τέλει απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 20.662/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αποτελούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, αφού έθιξαν ανεπανόρθωτα την επαγγελματική του αξία και υπόληψη, διότι δημιουργήθηκε η ψευδής εντύπωση στον υπηρεσιακό και κοινωνικό του περίγυρο, ότι δεν χρησιμοποιείται από τον εναγόμενο για λόγους υπηρεσιακής ανεπάρκειας και τον εξέθεσαν στους συναδέλφους του, προσέτι δε του προκάλεσαν ιδιαίτερη στενοχώρια και λύπη, ώστε να αναγκασθεί στο τέλος, μετά από υπηρεσία 7 μηνών σε καθεστώς παροπλισμού, να υποβάλει την παραίτησή του από την υπηρεσία, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί από τον ΟΓΑ και να λάβει τις τρίμηνες αποδοχές που καταβάλει ο εργοδότης μέχρι να λάβει τη λήψη της σύνταξης του.

Η προσβολή αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης (των οργάνων της), που έλαβε την παραπάνω απόφαση, παρόλο που γνώριζε την υπηρεσιακή κατάρτιση, την υπεροχή και τις ικανότητες του ενάγοντος. Επιπλέον, δεδομένου ότι η σύνταξή του και οι τρίμηνες αποδοχές υπολογίζονται με τον μισθό της παραίτησης του , ο οποίος από υπαιτιότητα της εναγομένης, λόγω της υπαίτιας παράλειψης τοποθέτησής του ως προϊσταμένου, δεν περιελάμβανε το επίδομα θέσης, ο ενάγων έλαβε μικρότερο εφάπαξ βοήθημα λόγω συνταξιοδότησης 17 μηνιαίων μισθών υπολογισμένων χωρίς το επίδομα θέσης , μικρότερο μισθό για το διάστημα από τον υποβιβασμό του έως την παραίτησή του (3° έως 9° του 2011) και μικρότερες τρίμηνες αποδοχές.

Επειδή η ως άνω υπαίτια παράλειψη της τοποθέτησης του σε θέση προϊσταμένου, ως πράξη παράνομη, συνιστά, σύμφωνα και με τις παραδοχές μείζονας σκέψης αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, ο ενάγων δικαιούται αποζημίωσης τόσο για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη από την παράλειψη όσο και για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την άνω αδικοπραξία.

Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του μισθωτού, όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή, μεταξύ άλλων, τη διαφορά του μισθού που ελάμβανε κατά το ποσό του επιδόματος θέσης που στερήθηκε, αλλά και την επίπτωση της αδικαιολόγητης μείωσης των αποδοχών στις λοιπές αξιώσεις του και δη του μη υπολογισμού του επιδόματος θέσης στο υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος και των τρίμηνων αποδοχών του, δεδομένου ότι εάν ο εναγόμενος τον είχε τοποθετήσει σε θέση προϊσταμένου , θα ελάμβανε το ως άνω επίδομα θέσης, το οποίο με τη σειρά του, κατά τη συνταξιοδότησή του, θα λαμβανόταν υπόψη για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος και των τρίμηνων αποδοχών του.

Ειδικότερα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν ο ενάγων είχε τοποθετηθεί προϊστάμενος, θα λάμβανε το επίδομα θέσης και έτσι θα ελάμβανε επιπλέον εφάπαξ βοήθημα 17 μηνιαίων μισθών, υπέρτερων αυτών που έλαβε, κατά το ποσό του επιδόματος θέσης ήτοι 17 χ 447,20 = 7602,4 ευρώ. Ακόμη, θα ελάμβανε το ποσό αυτό (επίδομα θέσης) για τους μήνες 3° έως 9° /2011, 447,20 χ 7 = 3130 ευρώ και στις τρίμηνες αποδοχές του ύψους 447,20 χ 3 = 1.341,6 ευρώ και συνολικά ζημιώθηκε έτσι το ποσό των 12.074 ευρώ.

Δεν δικαιούται, όμως, αποζημίωσης για τη στέρηση των εξόδων, δαπανών και εποπτείας εκτός έδρας κίνησής του , διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης, αφού αυτά ,ως προορισμένα να αναλωθούν για τις παραπάνω ανάγκες, δεν επρόκειτο κατά πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν με την απόληψή τους επαύξηση της περιουσίας αυτού.

Τέλος, ως χρηματική του ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του δικαιούται ο ενάγων, αφού ληφθούν υπόψη το μέγεθος και το είδος της προσβολής, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε αυτή, η διάρκειά της, οι δυσμενείς συνέπειές της σε βάρος του ενάγοντος, ο βαθμός πταίσματος του εναγομένου , καθώς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, από τους οποίους ο εναγόμενος αποτελεί ΝΠΙΔ, ελεγχόμενο και υπαγόμενο στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση δημοσιονομικής κρίσης και ελλειμμάτων, ο δε ενάγων είναι πλέον συνταξιούχος του Ελληνικού Δημοσίου , το εύλογο ποσό των 3.000 ευρώ.

Συνολικά, λοιπόν, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 15.074 ευρώ. Συνακόλουθα όλων των προαναφερθέντων η αγωγή, η οποία παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα ήταν επαρκώς ορισμένη ως αναφέρουσα όλα τα κατά το νόμο αναγκαία στοιχεία , όπως αυτά προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το δε εσφαλμένο αιτούμενο ποσό, όσον αφορά τις αποδοχές (17.608,26 ευρώ αντί του ορθού 17.679,2 ευρώ), οφειλόταν σε απλό αριθμητικό λάθος της πρόσθεσης των κατ' ιδία αιτούμενων κονδυλίων από τον συντάκτη της, που δεν καθιστά τούτη αόριστη, και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί ότι η παράλειψη του εναγομένου, με την υπ' αριθ. 2.902/21-2-2011 απόφαση του Προέδρου του, να επιλέξει τον ενάγοντα ως προϊστάμενο του υποκαταστήματος του ...

είναι παράνομη ως καταχρηστική και να επιδικαστεί το προαναφερόμενο ποσό με το νόμιμο επιτόκιο του 6% ετησίως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, δεδομένου ότι με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 1790/1988, ο εναγόμενος ως ΝΠΙΔ απολαμβάνει των απαλλαγών, ατελειών, δικαστικών και δικονομικών προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και αυτό της παρ 2 άρθρου 21 του ν.

δ/τος της 26.6/10.7.1944 του "Κώδικα περί δικών του Δημοσίου"".

Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 ΑΚ, 40 παρ.7 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του ΕΛ.Γ.Α, που εκδόθηκε σε εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 1790/1988, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, την αδικοπραξία καθώς και την επελθούσα ηθική βλάβη που προκλήθηκε από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, που συντελέσθηκε με την προσβολή της προσωπικότητας.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος αναιρετικός λόγος (όπως αυτός εκτιμάται) είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν οτη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 841/2017, 638/2016, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/ 2006).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά που δεν είχε συμπεριλάβει στην αγωγή για τη στοιχειοθέτηση της προσβολής της προσωπικότητας. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του συνόλου του δικογράφου της αγωγής ο ενάγων επικαλέσθηκε ότι από την καταχρηστική συμπεριφορά του εναγομένου, που θεμελιώνει και αδικοπραξία, κατά την έννοια του 914 ΑΚ, προσβλήθηκε παράνομα η τιμή και η υπόληψη του ως άτομο και ως εργαζόμενος και ότι κατά συνέπεια δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το Εφετείο με τις παραπάνω εκτιθέμενες παραδοχές του αξιολόγησε τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και διευκρίνισε ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος συνεπεία της οποίας επήλθε ηθική βλάβη, χωρίς να επέρχεται μεταβολής της βάσης αγωγής. Επομένως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, τα όσα ισχυρίζεται δεν αποτελούν "πράγματα" και συνεπώς ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 11 περ. γ` του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 193/2012). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 156/2012, 739/2011).

Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο προβάλλει, κατ'εκτίμηση των όσων διαλαμβάνει το δικόγραφο της αναίρεσης, την αιτίαση από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το με α.α 1/27.07.2011 υπηρεσιακό σημείωμα από το οποίο προκύπτει ότι ο νέος Προϊστάμενος του Υποκαταστήματος κ.

Λ. του ζήτησε να τον ενημερώσει αν επιθυμεί να μετέχει σε εκτιμητικό έργο εκτός γραφείου ή αν επιθυμεί να μετέχει σε εκτιμητικό έργο εκτός γραφείου ή αν επιθυμεί την ανάθεση άλλου έργου του υποκαταστήματος...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε όλα τα ανεξαιρέτως αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση μείωσης των δικαστικών εξόδων, μολονότι ο αναιρεσείων απολαμβάνει των απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρο 15 παρ.2 του Ν.1790/1988) διότι η νομική του υπηρεσία δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.02.2017 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1375/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (3ου Τμήματος), διαδικασίας εργατικών διαφορών, Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ