Supreme Court dismisses appeal against final court ruling on property dispute due to lack of new evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Regional Court of Ioannina regarding a property dispute. The appellant argued that the Regional Court failed to consider specific documentary evidence submitted during the trial, but the Court found this claim unfounded. The Court determined that the Regional Court had duly examined and weighed all submitted documents, and its assessment of evidence remains within the bounds of judicial discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The cassation court cannot substitute its own assessment of evidence for that of the lower court unless there is a clear error in the application of law or a failure to consider evidence that was legally admissible and relevant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 796 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 796/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Γιογλή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Λημνιώτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2020 μη οριστική, 129/2022 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, μετά της οποίας συμπροσβάλλεται αυτοδικαίως [αρθ. 553 αριθ. 2 ΚΠολΔ] και η, προηγουμένως αυτής εκδοθείσα, υπ' αριθ. 34/2020 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Η κρινόμενη από 10-6-2023 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 129/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων καθώς και η υπ' αριθμ. 34/2020 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου η οποία συμπροσβάλλεται με αυτήν κατ' άρθρο 553 αρ.2 Κ.Πολ.Δ, που εκδόθηκαν κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 1-3-2012 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε ότι τυγχάνει αποκλειστικός κύριος του περιγραφόμενου κατά έκταση, θέση και όρια ακινήτου, ήτοι ενός ιχθυοτροφείου με την τοπωνυμία "Κάτω Μάζωμα" ή "Μάζωμα" του Δήμου Πρέβεζας κείμενου ειδικότερα στη δυτική πλευρά του Αμβρακικού Κόλπου, εγγύς της πόλεως της Πρέβεζας και πλησίον της Αρχαίας Νικοπόλεως, αποτελούμενο από φυσική αβαθή λιμνοθάλασσα, επιφανείας 2.000 στρεμμάτων, μετά των παρακολουθημάτων αυτού εκτάσεως δέκα (10) περίπου στρεμμάτων και τριών (3) χερσονησίδων μήκους δύο (2) χιλιομέτρων και συνολικού εμβαδού 224.275 τ.μ., καλυπτόμενες ανέκαθεν από αλόφυτη βλάστηση, οι οποίες προστατεύουν το ιχθυοτροφείο από την πλευρά της θάλασσας, με την οποία και διαχωρίζεται, όπως τα όριά του αναφέρονται.
Ότι απέκτησε την κυριότητά του επ' αυτού λόγω αγοράς από τον Α. Τ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../1979 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, όπως τούτο διορθώθηκε με το όμοιο υπ' αριθμ. .../2000 διορθωτικό συμβόλαιο που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, στο δε δικαιοπάροχό του περιήλθε επίσης λόγω αγοράς με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. .../1959 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο από τους Μ.
χήρα Α. Τ. Μ. και Μ. Μ. υιό Α. Τ. Μ., στους οποίους και είχε περιέλθει λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στην Κωνσταντινούπολη την ...-1946 Α. Τ. Μ. υιού Μ. Τ., δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-1947 αποφάσεως της Τουρκικής Δημοκρατίας, νομίμως μεταγεγραμμένης στο Προξενείο της Ελλάδας. Ότι το εν λόγω ιχθυοτροφείο το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον άνω Οθωμανό υπήκοο (Α.
Τ. Μ. υιού Μ. Τ.) είχε εξαιρεθεί στο σύνολό του, ως μη ανταλλάξιμος γη, και ως εκ τούτου παρέμεινε στην κυριότητα και κατοχή του τελευταίου, Οθωμανού υπηκόου, χωρίς να έχει περιέλθει ποτέ στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, γεγονός που το τελευταίο είχε αναγνωρίσει στο παρελθόν και ότι αποκλειστικός κύριος τυγχάνει ο ίδιος, που απέκτησε από τους αληθείς κυρίους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι κυριαρχούσαν απόλυτα στο συγκεκριμένο χώρο που ήταν περίκλειστος, φυσικά δια τάφρων, στομίων και ξερών και δη δια ραμμάτων και διαχωρίζονταν πλήρως από το ιχθυοτροφείο με την τοπωνυμία "Άνω Μάζωμα" το οποίο ανήκε πράγματι στην ιδιοκτησία του εναγομένου, με σαφή και ανέκαθεν ισχύοντα όρια.
Ότι, επικουρικά, κατέστη κύριος του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς τόσο ο ίδιος από την προς αυτόν γενομένη κατά τα άνω μεταβίβαση, όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του, ήδη από το έτος 1929 και εντεύθεν , νεμόταν αυτό (ιχθυοτροφείο και παρακολουθήματά του) με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας τις αναφερόμενες διακατοχικές υλικές πράξεις νομής, χωρίς την εναντίωση κανενός, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του και εκείνο της νομής των δικαιοπαρόχων του.
Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, χαρακτήρισε σε άγνωστο χρονικό σημείο το ως άνω ιχθυοτροφείο ως δημόσιο κτήμα προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα της κυριότητάς του επ' αυτού, ενώ, με πρωτόκολλο αποβολής, αποπειράθηκε να τον αποβάλλει από την ιδιοκτησία του αμφισβητώντας την επ' αυτού κυριότητά του. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε (όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής) να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων την υπ' αριθμ. 101/2012 οριστική του απόφαση με την οποία αφού απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής περί κτήσεως της κυριότητας του ενάγοντος με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) ως αόριστη για το μέχρι την 11-9-1915 χρονικό διάστημα και ως μη νόμιμη για το εντεύθεν χρονικό διάστημα, στη συνέχεια αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την στο παράγωγο τρόπο κτήση κυριότητας επιστηριζόμενη κύρια βάση απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ασκηθείσης της από 29-10-2013 εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον ηττηθέντα ενάγοντα, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, εκδόθηκε επίσης κατά την ίδια διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 34/2020 μη οριστική απόφαση (συμπροσβαλλομένη) με την οποία, ενόψει και των ειδικότερων ισχυρισμών του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου ο διορισθείς πραγματογνώμονας να γνωμοδοτήσει σχετικά με το εάν το επίδικο ακίνητο όπως περιγράφεται εμπίπτει στον τίτλο κτήσης του ενάγοντος εάν η έκταση αυτή διαχωρίζεται πλήρως από το ιχθυοτροφείο "Άνω Μάζωμα" με σαφή όρια και εάν η μεταβιβασθείσα έκταση ταυτίζεται με αυτήν που στη συνέχεια απαλλοτριώθηκε με την αναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη και αν ειδικότερα αποτέλεσε το με αριθμό 4 τεμάχιο του πίνακα διανομής και τέλος εάν οι προαναφερόμενες τρεις (3) χερσονησίδες έκτασης 224.275 τ.μ.
αποτελούν τμήμα του παλαιού αιγιαλού ο οποίος έχει ήδη από το έτος 1987 χαρακτηριστεί ως παλαιός αιγιαλός από την αρμόδια διοικητική επιτροπή. Ακολούθως, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και την επαναφορά της υπόθεσης προς συζήτηση με σχετική κλήση του ενάγοντος- εκκαλούντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκδόθηκε από το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 129/2022 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του ενάγοντος- αναιρεσείοντος και κατά την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
ΙΙΙ) Όπως προκύπτει από τα άρθρα 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30-1-1923 σύμβασης της Λωζάννης "περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών", που κυρώθηκε με το από 25/25-8-1923 ν.δ., της από 21-6-1924 απόφασης της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Πληθυσμών και του άρθρου 1 της Ελληνοτουρκικής από 10-6-1930 Συμφωνίας, που συνομολογήθηκε στην Άγκυρα, και κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930, όλα τα αγροτικά και αστικά ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν στους υποκείμενους σε υποχρεωτική ανταλλαγή Έλληνες υπηκόους μουσουλμανικού θρησκεύματος, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στα ελληνικά εδάφη και εγκατέλειψαν αυτά από 28-10-1912 ή πρόκειται να τα εγκαταλείψουν εξαιτίας της παραπάνω ανταλλαγής, χάνονται γι' αυτούς και παραμένουν στη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης, για να αποζημιωθούν από το τίμημα της εκποίησης τους οι ομογενείς Τούρκοι που υπόκεινται σε αντίστοιχη ανταλλαγή.
Τα παραπάνω ακίνητα περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων (Α.Π. 180/2024, ΑΠ 87/2020). Επίσης, από τα άρθρα 21 του Ν/Δτος της 22/4-16/5/1926 και 4 του Ν. 1539/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, και το άρθρο 1 παρ. 7 του ΒΔ της 21/31-10-1940, προκύπτει ότι στα ανταλλάξιμα ακίνητα τα οποία περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων, νομέας, από τις 11-9-1939, θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ' αυτών, αποκλειόμενης της αναγνώρισης ως νομέα οποιουδήποτε τρίτου με οποιαδήποτε διαδικασία ( Α.Π. 180/2024, ΑΠ 1196/2014).
Περαιτέρω, η διοίκηση και η διαχείριση των πάσης φύσεως δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων ανατέθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με την από 5-5-1925 Σύμβαση "περί διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων", η οποία κυρώθηκε με το από 5-5-1925 Ν.Δ., όπως η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια διαδοχικά και κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ.
της 13-5/10-7-1939 "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος συμβάσεων περί διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαξίμων Μουσουλμάνων". Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 της ανωτέρω Σύμβασης, το σύνολο των ακινήτων που περιήλθαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος έπρεπε να καταχωριστεί σε τηρούμενο στο Κεντρικό Κατάστημα αυτής και να βρίσκεται στη διάθεση του κοινού "Γενικό Κτηματολόγιο", όπου το κάθε κτήμα έπρεπε να κατέχει δική του σελίδα με τη θέση, τα όρια, την έκτασή του, καθώς και τα τυχόν βάρη και δουλείες επ' αυτού.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του Α.Ν. 1909/1939, η διοίκηση και η διαχείριση των πάσης φύσεως δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων επανήλθε από 11-9-1939 αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικό διάδοχο της Εθνικής Τράπεζας, ενώ με το άρθρο 2 συστήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ), αποκεντρωμένες υπηρεσίες της οποίας ήταν τα Γραφεία Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (γραφεία ΔΑΠ) στις έδρες των νομών των Νέων Χωρών.
Για την οργάνωση και λειτουργία της ΥΔΑΜΚ εκδόθηκε το από 29-9-1939 Β.Δ., το οποίο τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24/31-10-1940. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του τελευταίου αυτού Β.Δ., ορίστηκε ότι στη αρμοδιότητα της ειδικής επιτροπής διαχείρισης ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.) υπάγεται η διοίκηση, διαχείριση και εκκαθάριση όλων των ευρισκομένων στην Ελλάδα περιουσιακών στοιχείων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων και των βακουφίων, που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της ως άνω από 30 Ιανουαρίου 1923 σύμβασης ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών της από 21 Ιουνίου 1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και των ελληνοτουρκικών από 10 Ιουνίου 1930 συμφωνιών που κυρώθηκαν με το νόμο 4793/1930.
Με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου η καταχώρηση στο κτηματολόγιο της ΥΔΑΜΚ των περιελθόντων ή περιερχομένων στη δικαιοδοσία της κτημάτων και περιουσιακών εν γένει στοιχείων, αποτελεί αμάχητο τεκμήριο της ανταλλαξιμότητάς τους, μη επιτρεπομένης αμφισβήτησης από οποιονδήποτε, παρά μόνο όπως με το διάταγμα αυτό ορίζεται.
Εξ άλλου, στην παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι, επί των υπαγομένων στη διαχείριση της ΥΔΑΜΚ ακινήτων, νομέας θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν καμία πράξη νομής δεν ενήργησε πάνω σε αυτά και ότι τα δικαιώματα επί των ακινήτων αυτών του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή (Α.Π.180/2024).
Περαιτέρω το άρθρο 17 του Συντάγματος αναγνωρίζει και προστατεύει το ατομικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου τούτου, η αναγκαστική αφαίρεση της ιδιοκτησίας από την ιδιωτική κτήση δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την συνδρομή των εγγυήσεων και των προϋποθέσεων που τάσσονται σ' αυτό.
Έτσι, για την στέρηση της ατομικής ιδιοκτησίας απαιτείται η συνδρομή λόγων δημόσιας ωφέλειας, που έχουν καθορισθεί από το νομοθέτη και η προηγούμενη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, που ορίζεται πάντοτε από τα πολιτικά δικαστήρια. Ο νομοθέτης (κοινός ή κανονιστικός) είναι ελεύθερος να καθορίσει το περιεχόμενο της ιδιοκτησίας, δηλαδή την έκταση των εξουσιών που απορρέουν από το δικαίωμα αυτό, δεν μπορεί όμως κατά τη θέσπιση όρων και περιορισμών να υπερβεί ένα όριο, πέραν του οποίου πλήττεται ο πυρήνας δικαιώματος έτσι ώστε στην ουσία να αδρανοποιείται.
Εξάλλου, ο συντακτικός νομοθέτης, αποβλέποντας στη φύση, τον χαρακτήρα και την σπουδαιότητα ορισμένων αγαθών, που αποτελούν σημαντικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους της χώρας και σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέονται με την κοινοχρησία, όπου κατ' εξαίρεση αναγνωρίζεται η ιδιωτική κτήση, καθιέρωσε στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 18 του Συντάγματος την δυνατότητα θεσπίσεως αποκλίσεων από τις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 17 με ειδικούς νόμους.
Έτσι, στην μεν παράγραφο 1 ορίζεται ότι "ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την ιδιοκτησία και τη διάθεση των μεταλλείων, ορυχείων, σπηλαίων, αρχαιολογικών χώρων και θησαυρών, ιαματικών, ρεόντων και υπόγειων υδάτων και γενικά του υπόγειου πλούτου", στην δε παράγραφο 2 ότι "με νόμο ρυθμίζονται τα σχετικά με την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση και διαχείριση των λιμνοθαλασσών και των μεγάλων λιμνών, καθώς και τα σχετικά με τη διάθεση γενικά των εκτάσεων που προκύπτουν από αποξήρανσή τους".
Οι ειδικοί αυτοί νόμοι μπορούν να καθιερώσουν ρυθμίσεις που να αποκλίνουν από το άρθρο 17 του Συντάγματος τόσο σχετικά με την δυνατότητα απαλλοτριώσεως των ως άνω πλουτοπαραγωγικών πηγών χωρίς την τήρηση ή την πλήρη τήρηση των εγγυήσεων του άρθρου τούτου, όσο και αναφορικά με τον καθορισμό του περιεχομένου της ιδιοκτησίας και την έκταση των περιορισμών της που μπορούν να υπερβούν τα πιο πάνω όρια.
Επί τη βάσει της τελευταίας αυτής συνταγματικής διατάξεως (άρθρ. 18 παρ. 2) θεσπίσθηκε το άρθρο 3του Ν. 1740/1987 (ΦΕΚ 221), στο οποίο ορίζονται τα εξής: " 1. Το άρθρο 3 του ν.δ. 420/1970 (ΦΕΚ 27) αντικαθίσταται ως εξής: "Άρθρο 3. Δημιουργία και βελτίωση ιχθυοτροφείων κλπ. 1. Για τη δημιουργία, επέκταση και βελτίωση των ιχθυοτροφείων, θυννείων και άλλων εγκαταστάσεων που αφορούν την αλιεία καθώς και για τη δημιουργία σταθμών παραγωγής γόνου ψαριών και άλλων υδρόβιων οργανισμών, ερευνητικών ιδρυμάτων αλιείας και εγκαταστάσεων επεξεργασίας, διακίνησης και εμπορίας αλιευμάτων, επιτρέπεται, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, να απαλλοτριώνονται αναγκαστικά υπέρ του δημοσίου:
α) ..... β) ιδανικά μερίδια σε ιχθυοτροφεία του δημοσίου που ανήκουν στην κυριότητα φυσικών ή νομικών προσώπων και κρίνονται απαραίτητα για την ορθολογική οργάνωση και εκμετάλλευση των ιχθυοτροφείων αυτών". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης εν όψει των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, ανάγεται σε σκοπό δημόσιας ωφέλειας η δημιουργία, επέκταση και βελτίωση των ιχθυοτροφείων χάριν των οποίων επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδανικών μεριδίων ιδιωτών σε ιχθυοτροφεία του Δημοσίου και μάλιστα τόσο σε πράγμα, όσο και στην συναφή εκμετάλλευση, που συνέχεται άρρηκτα με αυτό (Σ.Τ.Ε. 2705/1991).
Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8 παρ.5 και 9 παρ.3 του ν.δ.797/1971, που έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 29 παρ.2 του ν.2882/2001, ως εκ του χρόνου της συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης) συνάγεται ότι στην περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η παρακατάθεση της αποζημίωσης που καθορίστηκε προσωρινά ή οριστικά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και η δημοσίευση της γενόμενης κατάθεσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης ή η είσπραξη αυτής με οποιοδήποτε τρόπο από εκείνον που με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου αναγνωρίστηκε δικαιούχος αυτής επιφέρει συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ανεξάρτητα από το αν ο αναγραφόμενος ως δικαιούχος στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου είναι ή όχι ο πραγματικός κύριος του απαλλοτριωθέντος.
Με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης επέρχεται με πρωτότυπο τρόπο η κτήση της κυριότητας του πράγματος από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση και αντίστοιχα, η απόσβεση κάθε δικαιώματος του ιδιοκτήτη ή οποιουδήποτε τρίτου πάνω στο πράγμα. Ο αληθινός κύριος, αν δεν συμπίπτει με το δικαιούχο, έχει ενοχική αξίωση κατά του τελευταίου που εισέπραξε την αποζημίωση (Ολ.Α.Π. 7/2007, Α.Π. 1082/2020, Α.Π. 1753/2011, Α.Π. 1241/2006).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 967 Α.Κ. μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί, κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή, αυτές, για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρα 967, 968 ΑΚ).
Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν, κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους, τα κύματα της θάλασσας. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες.
Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνητά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός.
Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού με απόφαση της διοικητικής επιτροπής, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, και με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο δεν έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά.
Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και, σε κάθε τοπική περίπτωση, ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός με πρόσχωση, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια.
Ο αιγιαλός ανήκει ως προελέχθη κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις ισχύουσες ως άνω διατάξεις των άρθρων 1 του α.ν. 2344/1940, 967 και 968 ΑΚ, η δε κυριότητα, στην οποία ο Α.Κ. υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι εκείνη του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.
Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απολέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου (όταν παύσει να περιβρέχεται από τις συνηθισμένες μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμερίου κύματος), αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων και, επομένως, αυτός, έστω και αν απολέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου χωρίς να συντρέχει ανάγκη, μετά από την αλλαγή αυτή, να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία.
Ο ισχυρισμός δε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα αιγιαλού και ότι, επομένως, δεν μπορεί να περιέλθει στην κυριότητα ιδιώτη συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση ότι το διεκδικούμενο είναι αιγιαλός (ΟλΑΠ 24/2000, Α.Π.1406/2019, 1141/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.
Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 343/2020).
Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, Α.Π. 483/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017).
IV) Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ....1979 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας, Α.
Φ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας, στον τόμο 232 και με αύξοντα αριθμό 34, ο ενάγων, Ν. Π. απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή χίλια τριακόσια τριάντα τέσσερα (1.334) ιδανικά μερίδια εκ του συνόλου των έξι χιλιάδων τριάντα οκτώ (6.038) ιδανικών μεριδίων του ιχθυοτροφείου με την τοπωνυμία "Κάτω Μάζωμα", το οποίο βρίσκεται σε λιμνοθάλασσα κείμενη στον Αμβρακικό κόλπο της περιφέρειας του Δήμου Πρέβεζας, μετά του παρακολουθήματος αυτού (ιχθυοτροφείου), ήτοι του υπ' αριθμόν (4) αγροτεμαχίου, που αποτελεί συνεχόμενη υφάλμυρη χερσαία γη (ράμμα), συνολικής εκτάσεως δέκα (10) περίπου στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως πλέον ή έλαττον και αν είναι, και συνορεύει γύρωθεν και εν όλω, με λειβάδι των αδελφών Χ.
Κ. (πρώην κληρονόμων Κ. Ν.), με αγρούς ιδιοκτησίας κατοίκων ... εκ δυο μερών, με αγρούς ιδιοκτησίας κατοίκων ... (όπως μετονομάσθηκε η Κοινότητα Σμυρτούλα) και κοινόχρηστη έκταση Κοινότητας Νικοπόλεως και με το υπό την τοπωνυμία "Άνω Μάζωμα" ιχθυοτροφείο. Το ανωτέρω ακίνητο αγόρασε από τον Α. Τ. του Ν. Στο ανωτέρω δε δικαιοπάροχο του ενάγοντος τα ανωτέρω ιδανικά μερίδια (ήτοι 1334/6038) είχαν περιέλθει εξ αγοράς από τους Μ.
χήρα Α. Τ. Μ., Μ. - Φ. σύζυγο Τ. - Σ. Α., Α. Τ. υιό Α. Τ. Μ. και Μ. Μ. υιό Α. Τ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. ....1959 πωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου Πρέβεζας, Α. Φ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, στον τόμο 12 και με αύξοντα αριθμό 7764, στους προαναφερόμενους δε δικαιοπαρόχους τα ως άνω ιδανικά μερίδια (1334/6038) είχαν περιέλθει εκ κληρονομιάς του κατά την 31.07.1946 αποβιώσαντος στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, Α.
Τ. Μ. υιού Μ. Τ., σε συνδυασμό προς την διά του υπ' αριθ. ημερ. 1.1608 βασικού 309 και αποφάσεως ....1947 κληρονομητηρίου εγγράφου του Αστικού Πρωτοδικείου Μπεϊπαζάρ, νομίμως μεταγραμμένου στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο 17 και με αύξοντα αριθμό 7763. Το επίδικο ιχθυοτροφείο κείται στην αρχαία Νικόπολη (Σμυρτούλα) του Νομού Πρέβεζας, στην οποία υφίσταται και έτερο ιχθυοτροφείο με την τοπωνυμία "Άνω Μάζωμα", αποτελούν δε και τα δυο ιχθυοτροφεία Άνω και Κάτω Μάζωμα, τμήματα της ίδιας λιμνοθάλασσας, συνολικού εμβαδού αυτής , σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις, όπως αυτές απεικονίζονται στο από ... 1981 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξαν οι Κ.
Μ., τοπογράφος μηχανικός και Σ. Π., τοπογράφος εργοδηγός του Υπουργείου Γεωργίας - Περιφερειακή Υπηρεσία Γεωργίας Ηπείρου - Περιφερειακή Διεύθυνση Ε.Β. Εποπτεία Ε.Β. Πρεβέζης - και θεωρήθηκε, στις 26.09.1989, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της ως άνω Υπηρεσίας, Ι. Κ., και το Διευθυντή των Τεχνικών Υπηρεσιών της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας, Δ.
Η. - κατά τη χειμερινή περίοδο 1810 στρεμμάτων και κατά τη θερινή περίοδο και δη τον μήνα Αύγουστο 1981 1773 στρεμμάτων. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, η λίμνη έχει δυο εισοδευτικά και εξαλιευτικά στόμια, το μεν ένα στο βόρειο μέρος που ανήκει στο "Άνω Μάζωμα" και το δεύτερο στο νότιο μέρος της λίμνης που ανήκει στο "Κάτω Μάζωμα", μεταξύ δε της λίμνης και του Αμβρακικού κόλπου υπάρχει ξέρα που λέγεται ράμμα, καθώς και περιφερειακός χάνδρακας.
Την ανωτέρω προσμέτρηση επιβεβαιώνει και η ανωτέρω συνταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με την οποία ολόκληρη η επιφάνεια της λιμνοθάλασσας έχει εμβαδόν 1.810,385 στρέμματα. Από το περιεχόμενο εξάλλου της ως άνω πραγματογνωμοσύνης συνάγεται ότι εντός της λιμνοθάλασσας δεν υπάρχει κάποιος διαχωρισμός φυσικός ή τεχνητός, ο οποίος να την διαχωρίζει σε δύο τμήματα και δη " Άνω Μάζωμα" και "Κάτω Μάζωμα".
Σύμφωνα με το υπόμνημα της επιτροπής που συγκροτήθηκε με την υπ' αρ. 4925/26-2-1983 απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας, για να προσδιορίσει την θέση και την έκταση των δύο ιχθυοτροφείων από μελέτες που στηρίζονται κυρίως στο μέγεθος των αλιευμάτων των δυο ιχθυοτροφείων, το νοητό όριο μεταξύ των δύο ιχθυοτροφείων είναι η γραμμή, η οποία αρχίζει από τη μέση περίπου της θέσης των δυο παλαιών στομίων του ιχθυοτροφείου και από ανατολάς προς δυσμάς περίπου χωρίζει τα δυο ιχθυοτροφεία σε "Άνω Μάζωμα" προς βορρά και το "Κάτω Μάζωμα" προς νότο, με το Άνω Μάζωμα να καταλαμβάνει τμήμα της λιμνοθάλασσας μεγαλύτερο κατά 30% περίπου από το τμήμα της λιμνοθάλασσας που καταλαμβάνει το Κάτω Μάζωμα.
Το γεγονός ότι δεν υπάρχει φυσικό ή τεχνητό όριο μεταξύ των δύο ιχθυοτροφείων επιβεβαιώνεται και από την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη. Εξάλλου σύμφωνα με την ίδια πραγματογνωμοσύνη, προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με αυτό που περιγράφεται στα υπ' αρ. .../1959 και .../1979 συμβόλαια, στα οποία πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει προσαρτηθεί σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, πλην όμως η έκταση του, όπως αποδεικνύεται δεν ανέρχεται σε 2.000 στρέμματα, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων.
Κι αυτό γιατί στους τίτλους ιδιοκτησίας του, αναφέρεται ότι το μεταβιβασθέν ιχθυοτροφείο "Κάτω Μάζωμα" συνορεύει με το έτερο υπό την τοπωνυμία "Άνω Μάζωμα" ιχθυοτροφείο, και συνεπώς τούτο δεν μπορεί να καταλαμβάνει όλη την έκταση της λίμνης, η οποία είναι 1.800 περίπου στρέμματα. Το παρακολούθημα των 10 στρεμμάτων που αναφέρεται στο υπ' αρ. .../1979 συμβόλαιο, ταυτίζεται με το αρ. 4 τεμάχιο, στην υπ' αρ. .../2000 πράξη διόρθωσης συμβολαίου του συμβ/φου Πρέβεζας Ι.
Ρ., ενώ οι αναφερόμενες χερσονησίδες έχουν συνολικό εμβαδόν 128.540 μ2 και αναφέρονται για πρώτη φορά σαν παρακολουθήματα στο ανωτέρω συμβόλαιο διόρθωσης. Αποδείχθηκε επίσης ότι το ιχθυοτροφείο με την τοπωνυμία "Άνω Μάζωμα" ανήκει στην αποκλειστική και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αποκτήθηκε δε από το Ελληνικό Δημόσιο, αιτία πολέμου, ως διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, από την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, μεταξύ των οποίων και η Ήπειρος, από το έτος 1913, όταν τα εδάφη των Νέων Χωρών προσαρτήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος, δυνάμει της από 17/30.05.1913 Συνθήκης του Λονδίνου, μεταξύ Βαλκανίων και Τουρκίας και του ν.
ΔΣΙΓ/1913 "Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης της 14.11.1913", έχει δε καταγραφεί η έκταση αυτή στο Κτηματολόγιο Δημοσίων Κτημάτων της Επαρχίας Πρέβεζας με αριθμό κτηματολογίου 25 και μάλιστα ως όριο αυτού ορίζεται το επίδικο ιχθυοτροφείο, με την τοπωνυμία "Κάτω Μάζωμα". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ιχθυοτροφείο, υπό την τοπωνυμία "Κάτω Μάζωμα", ανήκει στις ανταλλάξιμες εκτάσεις του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το εναγόμενο δε απέκτησε αυτό κατά κυριότητα και δη κατά πρωτότυπο τρόπο, δυνάμει της μεταξύ της Ελλάδος και Τουρκίας από 30 Ιανουάριου 1923 Σύμβασης Ανταλλαγής Πληθυσμών και της από 21 Ιουνίου 1924 αποφάσεως της Μικτής Επιτροπής και της από 10 Ιουνίου 1930 Ελληνοτουρκικής Συμφωνίας κυρωθείσας διά του ν. 4793/1930.
Στη συνέχεια και δη κατά το έτος 1927 από το σύνολο των 6.038 ιδανικών μεριδίων, από τα οποία αποτελείται στο σύνολό του το εν λόγω ιχθυοτροφείο, τα 1334/6038 ιδανικά μερίδια εξαιρέθηκαν της ανταλλαγής, ως ιδιοκτησία του Τούρκου υπηκόου και απώτατου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Α. Τ. Μ. υιού Μ. Τ., δυνάμει της υπ' αριθ. ....1927 απόφασης της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών με έδρα την Κωνσταντινούπολη, διότι, σύμφωνα με την αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως, την 01 ... 1927 τα εν λόγω ιδανικά μερίδια ευρίσκοντο υπό την κατοχή και νομή του στην Ελλάδα διά του νομίμου πληρεξουσίου του (βλ.
το υπ' αριθ. πρωτ.272039/9170/17.10.1958 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο προσάγει μετ' επικλήσεως το εναγόμενο). Το επίδικο ιχθυοτροφείο καταλήφθηκε το έτος 1929 από το Ελληνικό Δημόσιο ως ανταλλάξιμη έκταση κατά τα εναπομείναντα 4704/6038 ιδανικά του μερίδια (ήτοι 6038/6038 - 1334/6038) και καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο ανταλλαξίμων γαιών, με αριθμό 1505 και αργότερα με αριθμό 5115/1505.
Στις 05.05.1925 υπεγράφη μεταξύ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" σύμβαση, δυνάμει της οποίας η ανταλλάξιμος περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθε στη διαχείριση της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος". Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής και δυνάμει του από 27 Σεπτεμβρίου 1929 Πρωτοκόλλου Παράδοσης Παραλαβής ανταλλάξιμων μουσουλμανικών και βανκουφικών κτημάτων Ηπείρου του Υπουργείου Γεωργίας (Διεύθυνση Ανταλλαγής), το επίδικο ιχθυοτροφείο περιήλθε κατά τα εναπομείναντα 4704/6038 ιδανικά μερίδια (των 1334/6038 μεριδίων ανηκόντων κατά τα προαναφερόμενα στον Οθωμανό υπήκοο Α.
Τ. Μ. ή Τ.) στη διαχείριση της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", της κυριότητας ανηκούσης στο Ελληνικό Δημόσιο. Ακολούθως, στις 18.02.1937, δυνάμει της υπ' αριθ. 18/06.06.1936 συνεδρίας του Συμβουλίου της Ανταλλαγής, εξαιρέθηκαν της ανταλλαγής και τα έτερα 448/6038 ιδανικά μερίδια, τα οποία αποδόθηκαν στους κληρονόμους της Αλβανίδας υπηκόου Ν.
χήρας Σ. Β. Φ. και παραδόθηκαν στον πληρεξούσιό της. Τα μερίδια αυτά (448/6038), το έτος 1940, ως περιουσιακά στοιχεία υπηκόων πρώην εχθρικού κράτους (Αλβανία), σύμφωνα με το άρθρο 6 του α.ν. 2636/1940, τέθηκαν υπό τη μεσεγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, της κυριότητας ανηκούσης στην προαναφερόμενη κυρία της περιουσίας - εχθρού (.......).
Έτσι απέμειναν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο τα 4256/6038 ιδανικά μερίδια του επιδίκου ιχθυοτροφείου "Κάτω Μάζωμα", τα οποία συνέχιζε να διαχειρίζεται η "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος". Μετά όμως την ισχύ του α.ν. 1909/1939, με τον οποίο η διαχείριση των ανταλλαξίμων κτημάτων περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, το επίδικο ιχθυοτροφείο υπό την ονομασία "Κάτω Μάζωμα" περιήλθε στη διαχείριση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Το εναγόμενο από το έτος 1974 και εφεξής, διά πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής, παρέδωσε για διαχείριση στο Τμήμα Αλιείας του Υπουργείου Γεωργίας τα ανήκοντα σ' αυτό 4256/6038 ιδανικά μερίδια του ιχθυοτροφείου, τα οποία το τελευταίο εκμίσθωσε εν συνεχεία στον Αλιευτικό Συνεταιρισμό Πρέβεζας. Από τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται εξάλλου ότι το επίδικο ιχθυοτροφείο δεν αποτελείται στο σύνολό του από 1334 ιδανικά μερίδια, όπως εσφαλμένα διατείνεται ο ενάγων στην ένδικη αγωγή του, αλλά από 6038 ιδανικά μερίδια, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των οποίων εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω.
Τούτο καταδεικνύεται πρωτίστως από τον ίδιο τον τίτλο κτήσεως του ενάγοντος και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, στους οποίους γίνεται λόγος "για μεταβίβαση 1334 ιδανικών μεριδίων επί του συνόλου των 6038 ιδανικών μεριδίων του ιχθυοτροφείου Κάτω Μάζωμα". Άλλωστε και ο ίδιος ο ενάγων, στην από 12.10.1982 αίτηση που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία αιτούνταν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, συνομολογεί την ύπαρξη δικαιωμάτων (κατά τον χρόνο άσκησης της αιτήσεως) των υπολοίπων συγκυριών στο επίδικο ιχθυοτροφείο, αφού εκθέτει σ' αυτήν ότι: "ο ίδιος, το καθ' ου, Ελληνικό Δημόσιο, και η καθ' ης, Ν.
χήρα Σ. Β. Φ. είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του επιδίκου ιχθυοτροφείου και δη κατά ποσοστό 1334/6038 ο ίδιος, 4256/6038 το Ελληνικό Δημόσιο και 448/6038 η προαναφερομένη συγκυρία". Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι με την υπ' αριθ. 1485/02.11.1988 απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο υπ' αριθ. 811/14.11.1988 ΦΕΚ (τεύχος Δ'), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά η ιδιοκτησία του ενάγοντος στο επίδικο ιχθυοτροφείο και συγκεκριμένα τα 1334/6038 ιδανικά μερίδια μετά του παρακολουθήματος τους, ήτοι συνεχόμενης υφάλμυρης χέρσας γης συνολικής εκτάσεως δέκα (10) περίπου στρεμμάτων.
Σύμφωνα με την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, η έκταση που απαλλοτριώθηκε ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται στο επικαλούμενο από τον ενάγοντα τίτλο κτήσης του ήτοι το υπ' αρ. .../1979 συμβόλαιο. Με την υπ' αριθ. 250/1989 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος για την αποζημίωσή του η δε ειδοποίηση της γενόμενης παρακατάθεσης της αποζημίωσης πραγματοποιήθηκε με το υπ' αριθ. 12040/20.12.1990 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 738/31.12.1990 ΦΕΚ (τεύχος Δ'), οπότε κατά τον χρόνο αυτό συντελέστηκε η απαλλοτρίωση (βλ.
άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 797/1971) και το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη ιδιοκτήτης και δη, κατά πρωτότυπο τρόπο, των 1334/6038 ιδανικών μεριδίων του ενάγοντος στο επίδικο. Εν συνεχεία η εν λόγω έκταση καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα ΒΚ 140. Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας αίτηση ακυρώσεως αιτούμενος την ακύρωση της προαναφερόμενης απόφασης του Νομάρχη Πρέβεζας, πλην όμως η αίτησή του απερρίφθη με την υπ' αριθ. 2705/1991 απόφαση του δικάσαντος αυτήν Δικαστηρίου, το οποίο απεφάνθη ότι η κηρυχθείσα απαλλοτρίωση ήταν καθόλα νόμιμη.
Εν συνεχεία και για το λόγο ότι ο ενάγων αρνούνταν να αποδώσει την έκταση που είχε αναγκαστικά απαλλοτριωθεί στο υπέρ ου η απαλλοτρίωση, Ελληνικό Δημόσιο, παρά το γεγονός ότι είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση και έχει προηγηθεί η σχετική πρόσκληση προς αυτόν (άρθρο 9 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971), το εναγόμενο αιτήθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας την αποβολή του, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 18 του ν.δ. 797/1971, επί της αιτήσεώς δε αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 132/1992 απόφαση του δικάσαντος αυτήν Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε να αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο την απαλλοτριωθείσα έκταση και το παρακολούθημά της, εν συνεχεία δε συντάχθηκε η υπ' αριθ. ....1993 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρεβέζης, Π.
Κ., με την οποία ο ενάγων αποβλήθηκε αναγκαστικά από την έκταση αυτή. Ενόψει όλων των ανωτέρω, είναι προφανές ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι στην λιμνοθάλασσα όπου κείται το επίδικο, δεν βρίσκονται δυο (2) αλλά ένα (1) ιχθυοτροφείο με την τοπωνυμία "Κάτω Μάζωμα" ή "Μάζωμα" και ότι τα μερίδια της ιδιοκτησίας του σ' αυτήν αντιστοιχούν σε 2.000 περίπου στρέμματα εδαφική έκταση, ότι του ανήκει στο σύνολό του το ιχθυοτροφείο με την τοπωνυμία "Κάτω Μάζωμα", το οποίο αποτελείται μόνο από 1334 ιδανικά μερίδια καθώς κι ότι στο εν λόγω ιχθυοτροφείο ανήκουν ως παρακολούθημα, εκτός από την συνεχόμενη υφάλμυρη χέρση γη συνολικής εκτάσεως δέκα (10) περίπου στρεμμάτων και έτερες τρεις (3) χερσονησίδες συνολικής εκτάσεως 224.275 τ.μ., οι οποίες του είχαν μεταβιβαστεί με το προρρηθέν μεταβιβαστικό συμβόλαιο, όπως αυτό διορθώθηκε με το υπ' αριθ. ....2000 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας, Ι.
Ρ., είναι αβάσιμοι κι απορριπτέοι. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει και ο Επιθεωρητής της Επιθεώρησης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, Γ. Κ., στην από 19.10.1982 έκθεσή του "σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ιχθυοτροφείων "Άνω Μάζωμα" και "Κάτω Μάζωμα" του Αμβρακικού Κόλπου" - η οποία εκδόθηκε επί της από 04.05.1982 αίτησης θεραπείας του ενάγοντος του άρθρου 8 παρ. 4 του α.ν. 1539/1938, στην οποία ο ενάγων επανέλαβε τους ίδιους ισχυρισμούς και συγκεκριμένα ότι η λίμνη αποτελεί το ιχθυοτροφείο "Κάτω Μάζωμα", είναι εκτάσεως 2000 στρεμμάτων και προς βορράν της λίμνης και σε απόσταση 500 μέτρων υπάρχει ένα ιχθυοτροφείο το οποίο μετωνομάσθη σε "Τσοπέλι" και οι Τούρκοι το έλεγαν "Μάζωμα", πιθανολογώντας ότι το Τσοπέλι είναι το "Άνω Μάζωμα" - και τα δυο ιχθυοτροφεία "Άνω Μάζωμα" και "Κάτω Μάζωμα" βρίσκονται εντός της ίδιας λίμνης με δυο ανοίγματα προς τη θάλασσα του πρώτου προς βορράν της λίμνης και του δεύτερου προς το νότιο μέρος αυτής, το δε ιχθυοτροφείο "Κάτω Μάζωμα", όπως προκύπτει και από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιό του, συνορεύει προς βορράν με το ιχθυοτροφείο "Άνω Μάζωμα".
Ο ίδιος Επιθεωρητής, προκειμένου να καταδείξει στην ως άνω έκθεσή του τη διαφορετικότητα των δυο (2) ιχθυοτροφείων και να ανατρέψει τους αβάσιμους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί "άγνοιας εκ μέρους του της υπάρξεως και λειτουργικότητας του ιχθυοτροφείου "Άνω Μάζωμα" που κείται στην αυτή λιμνοθάλασσα", εκθέτει ότι το ιχθυοτροφείο "Άνω Μάζωμα" - κατά τον χρόνο που ο ίδιος επισκέφθηκε την λιμνοθάλασσα - ήταν το μόνο εν λειτουργία ιχθυοτροφείο, επί του οποίου είχαν γίνει σοβαρές εγκαταστάσεις και δαπάνες από το Ελληνικό Δημόσιο - διότι ήταν της απολύτου κυριότητάς του - ενώ στο ιχθυοτροφείο "Κάτω Μάζωμα", στο οποίο είχε δικαιώματα ο ενάγων, δεν είχε γίνει καμία απολύτως εγκατάσταση, ενώ τα ανήκοντά στον ενάγοντα μερίδια (1334/6038) δεν είχαν ενοικιασθεί στον Αλιευτικό Συνεταιρισμό Πρέβεζας.
Επίσης εκθέτει ότι τα δυο ιχθυοτροφεία "Άνω Μάζωμα" και "Κάτω Μάζωμα" ενοικιάζονταν κεχωρισμένα και πολλές φορές σε διαφορετικούς ενοικιαστές. Από την εποχή που ενοικιάσθηκαν στον Αλιευτικό Συνεταιρισμό Πρέβεζας, η παραγωγή των ιχθυοτροφείων παρακολουθούνταν χωριστά. Επίσης στην ίδια έκθεση εκτίθεται ότι σε παλαιότερο χρόνο τα δυο ιχθυοτροφεία εκτίθεντο σε δημοπρασία ξεχωριστά.
Ειδικότερα, είχε προκηρυχθεί δημοπρασία με την υπ' αριθ. ....1976 απόφαση του Οικονομικού Εφόρου Πρεβέζης για τη μίσθωση του ιχθυοτροφείου "Άνω Μάζωμα" και για διάρκεια από 01.03.1977 έως 28.02.1982 και με την υπ' αριθ. 6092/07.12.1976 απόφαση του Οικονομικού Εφόρου Πρεβέζης για τα 4256/6038 ιδανικά μερίδια του άλλοτε ανταλλάξιμου κτήματος 1505 "Κάτω Μάζωμα" για τη χρονική περίοδο από 01.03.1977 έως 28.02.1982.
Επακολούθησε η από 25.02.1977 σύμβαση μισθώσεως του Αλιευτικού Συνεταιρισμού Πρεβέζης, που μίσθωσε τα ιχθυοτροφεία "Άνω Μάζωμα", "Κάτω Μάζωμα", Πωγωνίτσα και άλλες θέσεις. Περαιτέρω, ο ενάγων προς απόδειξη των αγωγικών του ισχυρισμών ότι στο επίδικο δεν υφίσταται μεσεγγυημένη εχθρική περιουσία και ότι του ανήκει κατά πλήρη κυριότητα το σύνολο του ιχθυοτροφείου, προσάγει και επικαλείται το από 27.03.1996 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πρέβεζας.
Από την ορθή ερμηνεία του εγγράφου αυτού όμως προκύπτει ότι δεν υπάρχει μεσεγγυημένη εχθρική περιουσία στο επίδικο επ' ονόματι συγκεκριμένου προσώπου και δη επ' ονόματι "Χ. Ν." και όχι γενικώς επ' ονόματι κάθε άλλου προσώπου και δη της "Ν. χήρα Σ. Β. Φ. ή των κληρονόμων αυτής". Άλλωστε με το υπ' αριθ. 296/20.02.1996 έγγραφό της, η ίδια υπηρεσία απαντά στον ενάγοντα ότι διαχειρίζεται και εκμισθώνει στον Αλιευτικό Συνεταιρισμό Πρέβεζας τα 448/6038 ιδανικά μερίδια που αποτελούν μεσεγγυημένη εχθρική περιουσία των κληρονόμων της προαναφερομένης ιδιοκτήτριας Ν.
Φ. Το γεγονός άλλωστε ότι από την αρχική ανταλλάξιμη έκταση, εξαιρέθηκαν μεταγενεστέρα μόνο τα 1334/6038 ιδανικά μερίδια υπέρ του απώτατου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Α. Τ. υιού Μ. Τ., προκύπτει και από το μισθωτήριο προς τον Π. Γ. Κ., ιχθυοτρόφο, των 1334/6038 ιδανικών μεριδίων που του ανήκαν (βλ. προσαγόμενο έγγραφο εκ του βιβλίου Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας, στο οποίο ενεγράφη στον τόμο 24 και με αύξοντα αριθμό 1189 το καταρτισθέν προς τούτο μισθωτήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας, Π.
Κ.). Ομοίως από το προσαγόμενο από τον ενάγοντα υπ' αριθ. ....1929 έγγραφο, με το οποίο ο Οικονομικός Έφορος Νικοπόλεως και Πρεβέζης γνωστοποιεί στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ότι "εφόσον διαπιστώθηκε ότι τα διεκδικούμενα μερίδια επί του ιχθυοτροφείου "Κάτω Μάζωμα" από τον Α. Τ. Μ. αναγνωρισθέντα ως μη ανταλλάξιμα παρά της μικτής επιτροπής τελούν υπό την κατοχή και κάρπωση αυτού κατά την 08.08.1929 και διαχειρίζονται από τον πληρεξούσιο αυτού Γ.
Γ., δεν είναι δυνατόν να καταληφθούν υπέρ του Δημοσίου ή της Εθνικής Τραπέζης", αποδεικνύεται ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος διεκδικούσε τα προαναφερόμενα ιδανικά μερίδια (1334/6038) και όχι το σύνολο του ιχθυοτροφείου, όπως άλλωστε τα εν λόγω ιδανικά μερίδια αναγνωρίστηκε ότι του ανήκουν με την προαναφερόμενη απόφαση της μικτής Επιτροπής, γεγονός το οποίο ομοίως μνημονεύεται στο εν λόγω έγγραφο.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει το Δικαστήριο βασιζόμενο επιπλέον στα κατωτέρω : α) το από 14.11.1939 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Νικοπόλεως προς τον Α. Τ. ή Τ., με το οποίο ο τελευταίος καλείται να καταβάλει φόρο 7.025 εκ της φορολογητέας προσόδου του εκ της εκμισθώσεως γαιών οικονομικού έτους 1939 - 1940 και συγκεκριμένα για τα 1334/6038 ιδανικά μερίδια του ιχθυοτροφείου "Κάτω Μάζωμα" (βλ.
στο προσαγόμενο έγγραφο την στήλη "είδος γαιών"), β) το υπ' αριθ. 27.590/07.08.1958 ειδικό πληρεξούσιο των κληρονόμων του Α. Τ. Μ. που συνετάγη ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, δυνάμει του οποίου οι προαναφερόμενοι δικαιούχοι - κληρονόμοι του παρέχουν την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα προς τον Τ.
Τ., όπως προβεί στην πώληση όχι ολόκληρου του ιχθυοτροφείου "Κάτω Μάζωμα", αλλά όπως επί λέξει περιγράφεται στο συμβόλαιο ".. όπως πωλήσει και μεταβιβάσει προς οιονδήποτε ... τα εις αυτούς ανήκοντα και εκ κληρονομιάς του ενταύθα εν έτει 1946 αποβιώσαντος συζύγου της πρώτης των εντολέων και πατρός των λοιπών Α.
Τ. Μ., περιελθόντα εξ αδιαιρέτου μερίδια επί ενός ιχθυοτροφείου (ταλανίου) υπό την επωνυμία "Κάτω Μάζωμα" κειμένου εν τω Αβρακικώ Κόλπω...", γ) Την υπ' αριθ. 5795/157Δ/20.03.1959 απόφαση, με την οποία ο Νομάρχης Πρεβέζης, επιτρέπει στους προαναφερόμενους κληρονόμους του Α. Τ. Μ., να μεταβιβάσουν όχι το σύνολο των ιδανικών μεριδίων του ιχθυοτροφείου, αφού αυτό δεν τους ανήκε, αλλά τα 1334/6038 μερίδια επί του επιδίκου μετά της συνεχόμενης χερσαίας γης και δ) Το από 29.02.1971 μισθωτήριο συμβόλαιο του Τ.
Τ., πληρεξουσίου του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Α. Τ., δυνάμει του οποίου και κατ' ακριβή περιγραφή αυτού, "ο πρώτος των συμβαλλομένων υπό την ιδιότητά του εκμισθοί προς τον δεύτερον .... τα 1334 επί των 6038 εξ αδιαιρέτου μερίδια του επί τη θέσει Αμβρακικώ Κόλπω Ιχθυοτροφείου υπό την ονομασίαν "Μάζωμα" μετά της συνεχόμενης χέρσου γης "ράμμα" υπό τους εξής όρους ...".
Από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Α. Τ., εκμίσθωνε μόνον τα ιδανικά μερίδια που του ανήκαν κατά κυριότητα και όχι το σύνολο του ιχθυοτροφείου. Στο έγγραφο αυτό άλλωστε δεν αναφέρεται ούτε η έκταση του ιχθυοτροφείου "Κάτω Μάζωμα", η οποία προσδιορίζεται αυθαίρετα σε 2000 στρέμματα για πρώτη φορά στο πωλητήριο προς τον ενάγοντα συμβόλαιο και πολύ περισσότερο δεν αναφέρονται οι τρεις χερσονησίδες που διεκδικεί ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, αλλά μόνον η συνεχόμενη αυτού προπεριγραφείσα χερσαία έκταση (ράμμα).
Περαιτέρω με το υπ' αριθ. ....2000 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας, Ι. Ρ., ο ενάγων διόρθωσε τον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας του, ήτοι το υπ' αριθ. ....1979 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Α. Φ., ως προς την περιγραφή και τα όρια του ιχθυοτροφείου και συμπεριέλαβε στην έκταση του επιδίκου ιχθυοτροφείου που μεταβιβάστηκε σ' αυτόν και τρεις (3) χερσονησίδες, οι οποίες εμφαίνονται στο από 22.03.2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Δ.
Ν., υπό τα στοιχεία 1, 2 και 3, εμβαδού η πρώτη 36.625 τ.μ., η δεύτερη 82.200 τ.μ. και η τρίτη 105.450 τ.μ. και συνολικής επιφάνειας 224.275 τ.μ. Η ανωτέρω έκταση όπως ήδη ειπώθηκε αναφέρεται για πρώτη φορά ως τμήμα του επίδικου ακινήτου στο ανωτέρω συμβόλαιο διόρθωσης κι ουδέποτε γίνεται μνεία γι αυτήν στους τίτλους κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος.
Επομένως ο ενάγων που βασίζει την ένδικη αγωγή του σε κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο ουδέποτε απέκτησε διά μεταβιβάσεως την προρρηθείσα χερσαία έκταση και τούτο διότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί του δεν διέθεταν κυριότητα επί της εκτάσεως αυτής, όπως άλλωστε προκύπτει από το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων.
Ειδικότερα, σε κανένα προηγούμενο συμβόλαιο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος δεν αναφέρεται έκταση χερσονησίδων "υφάλμυρης γης" μεγαλύτερη των δέκα (10) περίπου στρεμμάτων και αναλογούσα έκταση της λίμνης 2.000 στρεμμάτων, όπως στο πρόσφατο διορθωτικό συμβόλαιο. Η έκταση της λίμνης του ιχθυοτροφείου και των χερσονησίδων της εισόδου του που αναλογεί στα μερίδια των ιδιοκτητών, δεν καθορίστηκε όπως ισχύει τώρα, αλλά με την υπ' αριθ. 5795/1959 απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας στην οποία αναφέρεται εσφαλμένα, όπως αποδείχτηκε, ότι η συνεχόμενη έκταση στα 1334 μερίδια της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ανέρχεται σε εβδομήντα (70) στρέμματα.
Η αποτίμηση όμως αυτή, όπως έκρινε και η υπ' αριθ. 55/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού η αναλογία του Άνω και Κάτω Μαζώματος είναι 3 προς 2 και η συνολική έκταση των χερσονησίδων μπροστά στη λίμνη ανέρχεται σε 245 περίπου στρέμματα (βλ. το από 22.03.2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Ν.). Γι' αυτό και στο συμβόλαιο του έτους 1959, με το οποίο απέκτησε τα 1334/6038 μερίδια ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Α. Τ., διορθώθηκε η αναγραφή των 70 στρεμμάτων σε 10. Σε κάθε όμως περίπτωση οι εκτάσεις αυτές έχουν υπολογιστεί χωρίς την αφαίρεση του φυσικού αιγιαλού. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι η έκταση των τριών (3) διεκδικούμενων χερσονησίδων αποτελεί τμήμα του παλαιού αιγιαλού, που κατά νομική επιταγή, ανήκει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως δημόσιο κοινόχρηστο κτήμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", όπως ισχύουν σήμερα, η οποία μάλιστα εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής και τούτο διότι ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια μπορεί να απολέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων.
Στην προκειμένη περίπτωση, προκειμένου να γίνει ο καθορισμός του αιγιαλού - παραλίας και παλαιού αιγιαλού στη θέση Ιχθυοτροφείο Μάζωμα, συγκλήθηκε η επιτροπή του άρθρου 14 του ν. 636/1977, η οποία συνέταξε τη σχετική έκθεσή της με ημερομηνία 24.08.1987, η οποία επικυρώθηκε εν συνεχεία με την υπ' αριθ. Ε.Φ. 6354/02.11.1987 απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 1105/12.11.1987, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα και συγκεκριμένα ότι έχει γίνει καθορισμός αιγιαλού παραλίας μόνο στην περιοχή "Πωγωνίτσα" και όχι στην περιοχή "Μάζωμα" τα οποία ελέγχονται ως αβάσιμα και απορριπτέα (βλ.
προσκομισθέντα έγγραφα). Η εν λόγω Επιτροπή, αφού έλαβε μεταξύ άλλων υπόψη την εκ της επιτόπιας μεταβάσεως σχηματισθείσα αντίληψη περί του πλάτους της βρεχόμενης ζώνης ξηράς και λοιπών συναφών στοιχείων, ήτοι : α) τη φύση του εδάφους της λωρίδας γης, β) τα έργα επικοινωνίας θάλασσας - λιμνοθάλασσας (στόμια) καθώς και οι εσωτερικές λεκάνες είναι τεχνικά και όχι φυσικά, γ) τις προσχώσεις και τη βλάστηση στην περιοχή, καθώς και τα έργα προστασίας των στομίων, δ) το ανάπτυγμα κυματισμού εντός κλειστού κόλπου (Αμβρακικός) για την εξωτερική ζώνη και το ανάπτυγμα μικρής λιμνοθάλασσας στο ιχθυοτροφείο Μάζωμα, ε) την ύπαρξη παλίρροιας και θαλάσσιων ρευμάτων στην περιοχή, στ) τις ενδείξεις από υλικά που μεταφέρθηκαν στην ακτή μέσω του κυματισμού, ζ) τις ήπιες καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή και η) το ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υπάρχει ιδιοκτησία προϋφιστάμενη του 1884 και ως εκ τούτου σαν στοιχείο για την ύπαρξη παλαιού αιγιαλού λαμβάνεται μόνο η εδαφική έκταση, καθόρισε τον παλαιό αιγιαλό στο μεταξύ των κίτρινων γραμμών τμήμα, όπως αυτό απεικονίζεται στο από 21.08.1987 τοπογραφικό και υψομετρικό διάγραμμα καθορισμού ορίων αιγιαλού - παραλίας του τοπογράφου - υπομηχανικού της ΔΕΒ Κ.
Μ. Το γεγονός δε ότι η οριοθέτηση του παλαιού αιγιαλού στην περιοχή "Μάζωμα" έλαβε χώρα το έτος 1987 και όχι σε προγενέστερο χρόνο, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτόν και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα ήδη ελέχθησαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.
Στο συμπέρασμα ότι η ανωτέρω έκταση είναι εντός του παλαιού αιγιαλού καταλήγει επίσης και ο ανωτέρω διορισθείς από το παρόν δικαστήριο πραγματογνώμονας, ο οποίος αφού προσδιορίζει την ολική τους έκταση σε 128.540 μ2 αναφέρει ότι το μεγαλύτερο μέρος (77154μ2) είναι τμήμα του παλαιού αιγιαλού, ένα τμήμα είναι χαρακτηρισμένο ως αιγιαλός και μόνο ένα τμήμα εμβαδού 1.4406 μ2 βόρεια της οριοθέτησης του αιγιαλού και ένα τμήμα 6742μ2 νότια της οριοθέτησης του αιγιαλού, δεν έχουν συμπεριληφθεί στην οριοθέτηση, ενώ την ανωτέρω οριοθέτηση και τον διαχωρισμό των τμημάτων δεν επικαλείται ο ενάγων.
Όλα τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από την υπ' αριθ. 328/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας, με την οποία ο ενάγων αθωώθηκε για παράβαση του άρθρου 24 παρ. 2 Α.Ν. 2344/1940, ήτοι μεταβολή του αιγιαλού, διότι σύμφωνα με την αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, ο κατηγορούμενος, νυν ενάγων, δεν αθωώθηκε για το λόγο ότι στην περιοχή "Μάζωμα" δεν είχε γίνει καθορισμός αιγιαλού στις τρεις (3) επίδικες χερσονησίδες, όπως αβασίμως διατείνεται ο ίδιος, αλλά για το λόγο ότι με τις πράξεις του αυτές ουδεμία μεταβολή επέφερε στον υφιστάμενο αιγιαλό στη θέση "Κάτω Μάζωμα" της περιφέρειας Πρέβεζας, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσκομισθείσας απόφασης.
Τα ανωτέρω αποδειχθέντα από τα προσαγόμεναι έγγραφα των διαδίκων ενισχύει η κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, Π. Κ., που περιλαμβάνεται στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε ότι το επίδικο αποτελείται από 6038 ιδανικά μερίδια, ότι το ακίνητο αυτό καταγράφηκε ως ανταλλάξιμη έκταση, από την οποία εξαιρέθηκαν 1334/6038 ιδανικά μερίδια, ότι τα 448/6038 ιδανικά μερίδια ανήκουν στην μεσεγγυημένη εχθρική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, ότι και τα δυο ιχθυοτροφεία "Άνω και Κάτω Μάζωμα" ανήκουν στην ίδια λιμνοθάλασσα και ότι τέλος, η έκταση των τριών χερσονησίδων αποτελεί παλαιό αιγιαλό και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.
Στα ανωτέρω συμπεράσματα καταλήγει επιπλέον τόσο το πόρισμα της υπ' αριθ. 48α/2007 γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας του άρθρου 90 του π.δ. 284/1988 του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε επί της από 17.12.2002 αιτήσεως θεραπείας του ενάγοντος, όσο και η από 19.10.1982 έκθεσή του Επιθεωρητή της Επιθεώρησης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, Γ.
Κ., σχετικά με το "ιδιοκτησιακό καθεστώς των ιχθυοτροφείων "Άνω Μάζωμα" και "Κάτω Μάζωμα" του Αμβρακικού Κόλπου", η οποία ομοίως εξεδόθη επί της από 04.05.1982 αίτησης θεραπείας του ενάγοντος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε κατά τον τρόπο και τον χρόνο που αναλύεται ανωτέρω, κατά πρωτότυπο τρόπο τα προαναφερόμενα ιδανικά μερίδια επί του επιδίκου ιχθυοτροφείου (ήτοι 4256/6038 + 1334/6038) και της υφάλμυρης συνεχόμενης χερσαίας γης εκτάσεως δέκα (10) περιττό στρεμμάτων, έχει δε σήμερα καταστεί αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού, ενώ οι διεκδικούμενες χερσονησίδες αποτελούν, κατά τα προαναφερόμενα, κοινόχρηστο δημόσιο κτήμα, το οποίο σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ανήκε ούτως ή άλλως στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κανένα άλλο έγγραφο απ' όσα επικαλείται ο ενάγων δεν δύναται να οδηγήσει έστω και στο έμμεσο συμπέρασμα ότι το εναγόμενο δεν διαθέτει κυριότητα επί του επιδίκου ιχθυοτροφείου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από τους προρρηθέντες χρόνους, που απέκτησε διαδοχικά τα ανωτέρω ιδανικά μερίδια επί του επίδικου ιχθυοτροφείου με την τοπωνυμία "Κάτω Μάζωμα", νεμόταν το ιχθυοτροφείο, την συνεχόμενη του ιχθυοτροφείου αυτού υφάλμυρη χέρση έκταση δέκα (10) περίπου στρεμμάτων, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, με βάση τους παραπάνω τίτλους συνεχώς από τότε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού με τα αρμόδια κρατικά όργανα το επόπτευε, το φρόντιζε, το προστάτευε από καταπατητές και το εκμίσθωνε κατά τα προαναφερόμενα, στον Αλιευτικό Συνεταιρισμό Πρέβεζας.
Από τα παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι τυγχάνουν απορριπτέοι ο δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγος έφεσης του εκκαλούντος, με τους οποίους ισχυρίζεται ότι η ολόκληρη ιδιοκτησία του απώτερου δικαιοπαρόχου του Α. Τ. δεν ήταν ανταλλάξιμη και συνεπώς μεσεγγυημένη, ότι η ως άνω συνιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο αφορά σε έτερο ακίνητο το οποίο δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την φερόμενη ως ιδιοκτησία του κι ότι στην εν λόγω λιμνοθάλασσα βρίσκεται μόνο ένα ιχθυοτροφείο, το Κάτω Μάζωμα.
Επιπλέον είναι σαφές ότι η ανωτέρω επίδικη έκταση απαλλοτριώθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, η δε απαλλοτρίωση συντελέστηκε χωρίς να υφίσταται καμία απολύτως αμφιβολία για την νομιμότητά της και συνεπώς κρίνονται απορριπτέοι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος που αμφισβητούν την ορθότητα αυτής που προβάλλονται με τον τέταρτο λόγο της έφεσης του.
Τα ίδια αφού δέχτηκε η εκκαλουμένη με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις κι επομένως απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι τυγχάνουν οι σχετικοί λόγοι έφεσης στο σύνολό τους. .....". Ακολούθως απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που εξέφερε όμοια κρίση και αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμες τις προβληθείσες ενστάσεις του εναγομένου περί θεμελίωσης ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων- αναρεσείων με το αναφερόμενο συμβόλαιο απέκτησε το έτος 1979 λόγω αγοράς 1334 εκ των 6038 ιδανικών μεριδίων του περιγραφόμενου ιχθυοτροφείου στην τοπωνυμία "Κάτω Μάζωμα" που βρίσκεται σε λιμνοθάλασσα επί του Αμβρακικού κόλπου του Δήμου Πρέβεζας μετά του παρακολουθήματος αυτού, ήτοι συνεχόμενης υφάλμυρης χερσαίας γης συνολικής εκτάσεως περίπου δέκα (10) στρεμμάτων (του υπ' αριθμ. 4 αγροτεμαχίου) το οποίο συνορεύει και με το ιχθυοτροφείο με την τοπωνυμία "Άνω Μάζωμα", από τον Α.
Τ., στον οποίο είχε περιέλθει επίσης κατά τα άνω ιδανικά μερίδια, λόγω αγοράς από τους αναφερόμενους Τούρκους υπηκόους, κληρονόμους του αρχικού κυρίου αυτού Οθωμανού υπηκόου Α. Τ. Μ. και τα οποία (ιδανικά μερίδια) δυνάμει της αναφερομένης απόφασης της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών, εξαιρέθηκαν της ανταλλαγής το 1927, ως ευρισκόμενα υπό την κατοχή και νομή του στην Ελλάδα δια του νομίμου πληρεξουσίου του, όπως εξαιρέθηκαν της ανταλλαγής και 448 ιδανικά μερίδια που αποδόθηκαν στους κληρονόμους της Αλβανίδας υπηκόου Ν.
χήρας Σ. Β. Φ. και παραδόθηκαν στον πληρεξούσιό της, τεθέντα το έτος 1940 σε μεσεγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κατ' άρθρο 6 α.ν. 2636/1940 ως περιουσιακά στοιχεία υπηκόων πρώην εχθρικού κράτους, ενώ κατά τα λοιπά 4.256 ιδανικά μερίδια το επίδικο περιήλθε ως ανταλλάξιμη έκταση στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της κυρωθείσας με το ν. 4793/1930 από 10-6-1930 Ελληνοτουρκικής συμφωνίας και καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο ανταλλάξιμων γαιών με τελικό αριθμό 5115/1505, ότι το επίδικο ιχθυοτροφείο και το όμορο αυτού με το τοπωνύμιο "Άνω Μάζωμα", το οποίο ανήκει στην αποκλειστική και αδιαφιλονίκητη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία απέκτησε ως διάδοχος του Τουρκικού Κράτους από την απελευθέρωση της Ηπείρου το έτος 1913, δυνάμει της από 17/30-5-1913 Συνθήκης του Λονδίνου και έχει καταγραφεί στο οικείο κτηματολόγιο Δημοσίων Κτημάτων με αριθμ.
κτημ. 25, αποτελούν τμήματα της ίδιας λιμνοθάλασσας, συνολικού εμβαδού περίπου 1800 στρεμμάτων (1810 στρέμματα κατά τη χειμερινή περίοδο και 1773 στρέμματα κατά τη θερινή περίοδο, και 1810,385 στρέμματα κατά τη μέτρηση του πραγματογνώμονα), ότι από το έτος 1974 τα ιδανικά μερίδια του Ελληνικού Δημοσίου παραδόθηκαν για διαχείριση στο τμήμα Αλιείας του Υπουργείου Γεωργίας που τα εκμίσθωνε στον Αλιευτικό Συνεταιρισμό Πρέβεζας, ότι με την 1485/1988 απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά η ιδιοκτησία του ενάγοντος (ιδανικά μερίδια) στο ένδικο ιχθυοτροφείο μετά του παρακολουθήματος της (συνεχόμενης υφάλμυρης χερσαίας γης 10 στρεμμάτων περίπου), καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος με την αναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, παρακατατέθηκε η αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών, εκδόθηκε το σχετικό γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης και δημοσιεύτηκε στο 783/31-12-1990 Φ.Ε.Κ.
συντελεσθείσας κατά το χρόνο αυτό της απαλλοτριώσεως, του Ελληνικού Δημοσίου καταστάντος έκτοτε ιδιοκτήτη κατά πρωτότυπο τρόπο των 1334/6.038 ιδανικών μεριδίων του ενάγοντος επί του επιδίκου, καταγραφέντος ως δημόσιο κτήμα, απαλλοτρίωση που κρίθηκε καθ' όλα νόμιμη με την 2705/1991 απόφαση του Σ.Τ.Ε. που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος περί ακυρώσεώς της και ότι ο τελευταίος λόγω της αρνήσεώς του να αποδώσει την έκταση, αποβλήθηκε απ' αυτήν με την αναφερόμενη έκθεση βίαιης αποβολής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Π.
Κ. σε εκτέλεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 18 ν.δ.797/1971, υπ' αριθμ. 132/1992 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι στη λιμνοθάλασσα που κείται το επίδικο δεν βρίσκονται δύο αλλά ένα ιχθυοτροφείο με την τοπωνυμία "Κάτω Μάζωμα" ή "Μάζωμα", ότι τα μερίδια της ιδιοκτησίας του σε αυτήν αντιστοιχούν σε 2.000 περίπου στρέμματα, ότι του ανήκει στο σύνολό του το άνω ιχθυοτροφείο, το οποίο αποτελείται μόνο από 1334 ιδανικά μερίδια καθώς και ότι στο εν λόγω ιχθυοτροφείο ανήκουν ως παρακολουθήματα εκτός από τη συνεχόμενη υφάλμυρη χέρσα γη συνολικής έκτασης δέκα (10) περίπου στρεμμάτων και έτερες τρεις (3) χερσονησίδες συνολικής εκτάσεως 224.275 τ.μ.
οι οποίες εμφαίνονται στο από 22-3-2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Ν. ως συνολικής επιφάνειας 224.275 τ.μ. και οι οποίες του είχαν μεταβιβαστεί με το ρηθέν μεταβιβασικό συμβόλαιο, όπως αυτό διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. ...-2000 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ι. Ρ., καθώς η έκταση των ρηθέντων χερσονησίδων που αναφέρεται πρώτη φορά στο άνω διορθωτικό συμβόλαιο ως τμήμα του επίδικου ακινήτου, χωρίς να γίνεται μνεία γι' αυτήν στους τίτλους κυριότητας των δικαιοπαρόχων του, ουδέποτε αποκτήθηκε από τον ενάγοντα με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, αφού οι δικαιοπάροχοί του (απώτερος και απώτατοι) δεν διέθεταν κυριότητα της εκτάσεως αυτής και επιπλέον επειδή η έκταση αυτή η οποία προσδιορίζεται σε 128.540 τ.μ.
και όχι σε 224.275 τ.μ. όπως ισχυρίζεται ο ενάγων-αναιρεσείων, κατά το μεγαλύτερο μέρος της (77.154 τ.μ.) αποτελεί τμήμα παλαιού αιγιαλού, ένα τμήμα αυτής είναι χαρακτηρισμένος αιγιαλός και μόνο ένα τμήμα εμβαδού 14.406 τ.μ. βόρεια της οριοθετήσεωςς του αιγιαλού και ένα τμήμα 6.742 τ.μ. νότια της οριοθετήσεως του αιγιαλού δεν έχουν συμπεριληφθεί στην οριοθέτηση, ενώ την ανωτέρω οριοθέτηση και το διαχωρισμό των τμημάτων δεν επικαλείται ο ενάγων, ως τμήματα δε του αιγιαλού και του παλαιού αιγιαλού, ανήκουν κατά κυριότητα νομή και κατοχή στο Ελληνικό Δημόσιο ως κοινόχρηστα κτήματα κατ' άρθρα 967, 968 Α.Κ.
και 1 α.ν. 2344/1940 "Περί αιγιαλού και παραλίας" και συνεπώς το σύνολο του επιδίκου ακινήτου (όπως περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο) ήτοι το ένδικο ιχθυοτροφείο μετά των παρακολουθημάτων αυτού και συγκεκριμένα του συνεχόμενου αγροτεμαχίου εκτάσεως δέκα (10) περίπου στρεμμάτων και των τριών (3) χερσονησίδων συνολικού εμβαδού 128.540 τ.μ.
και όχι 224.275 τ.μ. κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς δεν ανήκει στον αναιρεσείοντα- ενάγοντα, αλλά στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με αυτά που δέχθηκε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την έλλειψη κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου ιχθυοτροφείου μετά του παρακολουθήματος αυτού, ήτοι του υπ' αριθμόν 4 αγροτεμαχίου που αποτελεί υφάλμυρη χερσαία έκταση γη συνολικής εκτάσεως δέκα (10) περίπου στρεμμάτων, καθώς τα 1334 ιδανικά μερίδια εκ του συνόλου των 6.038 μεριδίων αυτού, που πράγματι απέκτησε με το ρηθέν συμβόλαιο το έτος 1979, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με την ρηθείσα απόφαση του Νομάρχη , μετά τη συντέλεση της οποίας (31-12-1990) το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητά τους κατά πρωτότυπο τρόπο , ενώ τα λοιπά ιδανικά μερίδια αυτού ανήκουν στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου που απέκτησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (ως ανταλλάξιμη περιουσία) αλλά και τη μη κτήση κυριότητας του αναιρεσείοντος επί των τριών χερσονησίδων εκτάσεως κατά την ανέλεγκτη κρίση του (Εφετείου) 128.540 τ.μ.
με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, διότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί του δεν διέθεταν κυριότητα επί της εκτάσεως αυτής, αλλά και για το λόγο ότι αυτές αποτελούν αιγιαλό και παλαιό αιγιαλό κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, ήτοι δημόσια κτήματα, κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των σχετικών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που έχουν προπαρατεθεί, και επομένως δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με τα επιχειρήματα του δικαστηρίου και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και το εξ αυτών συναγόμενο συμπέρασμα από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όσον αφορά τα κρίσιμα αυτά ζητήματα και όσα αντίθετα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τους λόγους αναίρεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Ειδικότερα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι η προσβαλλομένη απόφαση προκειμένου να καταλήξει στο άνω συμπέρασμά της διέλαβε αντιφατικές, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την συνολική έκταση των επίδικων "χερσονησίδων" και τον χαρακτήρα της έκτασης αυτών ως παλαιού αιγιαλού και αιγιαλού.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, γιατί πλήττουν μόνο την αιτιολογία της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός περί κτήσεως της κυριότητας του αναιρεσείοντος επί των ένδικων χερσονησίδων, λόγω της ιδιότητάς τους ως αιγιαλού και παλαιού αιγιαλού και συνεπώς ως δημοσίων κτημάτων ενώ ουδόλως πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία με την οποία απορρίφθηκε αυτός για το λόγο ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων απέκτησε με παράγωγο τρόπο και δη δια μεταβιβάσεως την ανωτέρω έκταση των ένδικων χερσονησίδων, την οποία ο τελευταίος προσδιορίζει σε 224.275 τ.μ., διότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί του δεν διέθεταν κυριότητα επί της εκτάσεως αυτής, όπως προκύπτει από το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων, καθώς σε κανένα προηγούμενο συμβόλαιο των δικαιοπαρόχων του δεν αναφέρεται έκταση χερσονησίδων "υφάλμυρης γης" μεγαλύτερη των δέκα (10) περίπου στρεμμάτων και αναλογούσα έκταση της λίμνης 2.000 στρεμμάτων, όπως στο πρόσφατο υπ' αριθμ. ...-2000 διορθωτικό συμβόλαιο, με το οποίο διόρθωσε τον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας του, ήτοι το υπ' αριθμ. 27639/1979 συμβόλαιο ως προς την περιγραφή και τα όρια του ιχθυοτροφείου και συμπεριέλαβε στην μεταβιβασθείσα έκταση και τις τρεις ένδικες χερσονησίδες που εμφαίνονται στο από 22-3-2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Ν., η οποία αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής (της ερειδόμενης στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του αναιρρεσείοντος) και συνεπώς και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους, εκ του αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
της κρινόμενης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 και 2 του Ν.Δ. 797/1971 και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογικών, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου (ιχθυοτροφείου μετά της συνεχόμενης υφάλμυρης γης εκτάσεως δέκα περίπου στρεμμάτων).
Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς της αναίρεσης επικαλείται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλομένη απόφαση με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες κατέληξε στο συμπέρασμα της περί απόκτησης κυριότητας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου επί του ένδικου ιχθυοτροφείου μετά της συνεχόμενης υφάλμυρης γης συνολικής έκτασης δέκα (10) στρεμμάτων περίπου με πρωτότυπο τρόπο, λόγω συντελεσθείσης απαλλοτρίωσης (1988), γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου και απορρίπτοντας κατά το σκέλος αυτό την αγωγή του, στηριζόμενη λόγω ελλιπών τεχνικών στοιχείων στη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα περί ταύτισης της ως άνω επίδικης έκτασης με την απαλλοτριωθείσα, ότι διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τη νομιμότητα της κηρυχθείσας με την ...-1988 απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας απαλλοτρίωσης σε σχέση με το σκοπό της και την εκπλήρωσή του, της έλλειψης επαρκών στοιχείων αναγομένων στο στάδιο της προδικασίας, της επιβολής της σε μεμονωμένα μερίδια, δεχόμενη τη συντέλεση αυτής (απαλλοτρίωσης), χωρίς να εξετασθεί η υλοποίηση του σκοπού της και χωρίς αναφορά της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως, της καθορισθείσης τιμής μονάδας και του παρακατατεθέντος ποσού.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προεκτεθείσες παραδοχές του αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αρνητικό για τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατέστη κύριος με πρωτότυπο τρόπο του ρηθέντος επιδίκου ακινήτου, λόγω νόμιμα συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης, κηρυχθείσας με την ...-1988 απόφαση του Νομάρχη με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης.
Ειδικότερα από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει με ενάργεια ότι η απαλλοτριωθείσα υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου έκταση ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο (ιχθυοτροφείο μετά της συνεχόμενης υφάλμυρης γης εκτάσεως δέκα περίπου στρεμμάτων), ότι γι' αυτήν εκδόθηκε η σχετική απόφαση του Νομάρχη Πρέβεζας, καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, με την αναφερόμενη δικαστική απόφαση (που κατέστη οριστική), παρακατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η αποζημίωση, εκδόθηκε το σχετικό γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ., από της οποίας δημοσιεύσεως (31-12-1990) έλαβε χώρα νόμιμη συντέλεση της απαλλοτρίωσης (και επί ιδανικών μεριδίων) ότι η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα αίτηση ακύρωσης της απόφασης του Νομάρχη περί κήρυξης της απαλλοτρίωσης απερρίφθη, εξ ου συνάγεται ότι η νομιμότητά της έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένο.
Όσον αφορά δε στην εκφερόμενη με τους άνω λόγους αναίρεσης αμφισβήτηση του χαρακτήρα της αποζημίωσης ως πλήρους, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς αφορά σε ζήτημα μη δυνάμενο να συνδιαμορφώσει την αιτιολογία της απόφασης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη.
Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.
Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας ( Ολ.Α.Π. 23/2008, Ολ.Α.Π. 2/2008,Ολ.
ΑΠ 42/2000, Α.Π.242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη 1) το με αριθμ.
πρωτ. ...-1988 έγγραφο της Διευθύνσεως του Υπουργείου Γεωργίας, 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1999 έγγραφο της Περιφέρειας Ηπείρου και 3) το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1990 έγγραφο του Γραφείου Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας. Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τον αναιρεσείοντα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.
Επομένως ο ερευνώμενος έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. V) Συνακόλουθα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 129/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και της συμπροσβαλλόμενης με αυτήν υπ' αριθμ. 34/2020 απόφασης του ίδιο δικαστηρίου και να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-6-2023 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 129/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και της συμπροσβαλλόμενης με αυτήν υπ' αριθμ. 34/2020 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ