Legislator Case Law & Legislation
792/2022 AI generated

Appeal dismissed because the appealed judgment was not final regarding a necessary co-litigant partner company.

Case Number 792/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court judgment as inadmissible. The appellants argued the judgment was final, but the court found it was not final regarding a necessary co-litigant, the anonymous partnership firm. Consequently, the judgment remained subject to a nullity appeal, rendering the current appeal procedurally invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553 para. 1b, 309 para. 1, 321, 495 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal lies against a final judgment only if it is final vis-à-vis all necessary co-litigants, and a judgment rendered in absentia by a necessary co-litigant remains subject to a nullity appeal until finality is established.

Keywords

AI generated
finality of judgment necessary co-litigant nullity appeal partnership firm inadmissible appeal joint litigation procedural standing

Cited Legislation

AI generated
Article 553 para. 1b of the Code of Civil Procedure
Article 309 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 792 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 792/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ε. Α. του Κ., κατοίκου ... και 2) Π. Α. του Γ., συζ. Ν. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Αμμάρι με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Χ. Γ. του Π. και 2) Β. συζ. Χ. Γ., το γένος Π. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τζινιέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1377/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2018 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 679/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-6-2021 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16-06-2021 κλήση των αναιρεσειόντων φέρεται προς συζήτηση η από 10-09-2018 αίτηση αναίρεσης αυτών κατά της υπ' αριθμ. 57/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς μετά την έκδοση της 679/2020 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, επειδή δεν είχε κληθεί για να παρασταθεί η πρώτη εφεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ως αναγκαία ομόδικος των αναιρεσειόντων, ομορρύθμων εταίρων της. Για το παραδεκτό της παρούσας συζήτησης, η ανωτέρω αναγκαία ομόδικος κλητεύθηκε για να παρασταθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 11520Δ/27-07-2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ν. Π..

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β', 309 εδάφ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είναι τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, κατά το χρόνο, δηλαδή, κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή και δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε διότι ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, είτε διότι η ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου, ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 18/2001). Εξάλλου, από τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 503 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι στις ερήμην αποφάσεις του δευτέρου βαθμού, οι γνήσιες προθεσμίες άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και αναίρεσης είναι διαδοχικές και, επομένως, η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού υπόκειται σε αναίρεση μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της, εκτός αν ο αναιρεσείων, που ήταν ερήμην στο δεύτερο βαθμό, παραιτηθεί του δικαιώματος άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ακόμη και με το δικόγραφο της αναίρεσης.

Αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 530/2018). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.

Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 658/2012). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501, 502 παρ. 1 και 321 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας εξαρτάται από την πραγματική ή πλασματική απουσία του διαδίκου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε και όχι από το αν η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών (τεκμηρίων) ερημοδικίας, καθώς και, γενικότερα, από το αν η ερημοδικία παράγει βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάσθηκε.

Στερείται, επίσης, σημασίας, για το χαρακτηρισμό της απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας. Ακόμη, ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας και, επομένως, το επιτρεπτό της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της, δεν έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής, δηλαδή με την εγκυρότητα της ερημοδικίας ή με το αν συνέτρεξε πράγματι λόγος ανώτερης βίας, που απέκλεισε την παρουσία του διαδίκου που ερημοδικάσθηκε, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του (ΟλΑΠ 15/2001).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος, που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, θεωρήθηκε, ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 241/2015).

Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει, αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).

Σε περίπτωση που αποδεικνύεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 597/2021, ΑΠ 239/2020, ΑΠ 1052/2018, 1340/2017, 658/2012). Εξάλλου, περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει και μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρίας και των ομορρύθμων εταίρων, όταν ενάγονται για εταιρικές υποχρεώσεις (ΑΠ 970/2019, ΑΠ 262/2015, ΑΠ 1240/2011, ΑΠ 1103/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 57/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, ήτοι των αναιρεσειόντων-δεύτερου και τρίτης εφεσίβλητων, Ε.

Α. και Π. Α. αντίστοιχα, και των αναιρεσίβλητων - εκκαλούντων, Χ. Γ. και Β. Λ. αντίστοιχα, η από 11-07-2014 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 1377/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και, αφού εξαφανίσθηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή η από 26-07-2012 αγωγή των αναιρεσίβλητων και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, ήτοι η μισθώτρια ομόρρυθμη εταιρεία και οι ομόρρυθμοι εταίροι της, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα ποσά για οφειλόμενα μισθώματα από τη σύμβαση εμπορικής μίσθωσης μεταξύ των τελευταίων και της ομόρρυθμης εταιρείας.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η απολειπομένη πρώτη εφεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία, λόγω της αναγκαστικής, κατά τα παραπάνω, ομοδικίας της, με τους παραστάντες δεύτερο και τρίτη εφεσίβλητους - αναιρεσείοντες, θεωρήθηκε, ότι αντιπροσωπεύεται από αυτούς και ότι η δίκη διεξάγεται αντιμωλία και εκείνης, ενώ δεν ορίσθηκε γι' αυτήν παράβολο ερημοδικίας.

Σύμφωνα, όμως, με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η εν λόγω απόφαση είναι ερήμην ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και, συνεπώς, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από μέρους της, ενώ δεν αποδεικνύεται, ότι έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτήν, αφού δεν γίνεται σχετική επίκληση από τους παρισταμένους διαδίκους ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, είτε επίδοση προς αυτήν της προσβαλλόμενης απόφασης και παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, είτε παραίτησή της από το σχετικό δικαίωμα.

Επομένως, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, αφού ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-09-2018 και με αριθμό κατάθεσης 105/01-10-2018 αίτηση για αναίρεση της 57/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ