Legislator Case Law & Legislation
790/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank contract rejection due to unclear disclosure of investment risks to investor.

Case Number 790/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for damages. The appellant argued that the bank failed to clearly disclose the risks associated with the investment instruments he purchased. The court found that the contract documents lacked sufficient clarity regarding these risks, violating the duty of care required under civil law. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 330, 914 of the Civil Code; Articles 579, 581 of the Code of Civil Procedure: A contract term is invalid if the essential facts regarding risks are not clearly and reasonably understood by the other party, and an appeal based on procedural error regarding the rejection of a claim necessitates the annulment of the entire judgment and remittal for retrial.

Keywords

AI generated
tort liability duty of care contract clarity procedural error annulment of judgment remittal for retrial investment risk disclosure

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330, 914 of the Civil Code
Articles 579 and 581 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 790 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 790/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυράκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. A. M. Α. Ε. Δ. Α. Κ.", ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Υ. Α. Ε. Π. Ε. Υ.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2986/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2043/2020 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. (ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σ' αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 161/2022, ΑΠ 1266/2022, ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 1339/2022, ΑΠ 297/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 536/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ244/2016, ΑΠ1738/2013).

Η υποχρέωση των τραπεζών προς ενημέρωση των πελατών τους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα προβλέπονται και με τις διατάξεις της 2501/2002 Πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) σχετικά με την "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (ΦΕΚ Α', 277), που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1185/2021, 459/2021, ΑΠ2123/2009), ανεξαρτήτως αν αυτή αναφέρεται στις κυρώσεις, που επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος σε αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα σε περιπτώσεις παραβίασης αυτών των υποχρεώσεών τους.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντας τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015).

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει επίσης ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή". Αυτή η υποχρέωση επιβάλλεται και στις τράπεζες ως "προμηθευτές" ιδιωτών επενδυτών, ώστε αυτοί να λαμβάνουν τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής, χωρίς να παραπλανώνται, αποφασίζοντας να ενεργήσουν συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζαν να ενεργήσουν.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής τους.

Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι επομένως αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 874/2022, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1229/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 856/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ831/2022, ΑΠ1383/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο ενάγων είναι απόφοιτος δημοτικού και σε ηλικία 18 ετών μετανάστευσε στη ..., όπου εργάσθηκε αρχικά ως μάγειρας και σερβιτόρος και από το έτος 1985 ως ιδιοκτήτης εστιατορίου μέχρι το έτος 1995 που πούλησε την επιχείρησή του και επέστρεψε με την οικογένειά του στο ....

Έκτοτε ασχολήθηκε με αγροτοκτηνοτροφικές εργασίες, και συγκεκριμένα με την εκμετάλλευση ελαιόδενδρων και ενός αγροκτήματος, ενώ είχε την πρόθεση να ανεγείρει διώροφη οικοδομή σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας αυτού και της συζύγου του στην περιοχή ... επί της ..., στο ισόγειο της οποίας προτίθετο να λειτουργήσει επιχείρηση αρτοποιείου.

Για τον λόγο αυτό εκδόθηκε κατόπιν αίτησής του η από 13.03.2006 απόφαση του Νομάρχη ... με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση της χρήσης γης στο Ο. Τ. 177 επί της ..., με καθορισμό επιπλέον της χρήσης αρτοποιείου για την κάλυψη των αναγκών της περιοχής, καθώς και η από 05.03.2007 υπ' αριθ. πρωτ. 1826/06 απόφαση του Νομάρχη ...

με την οποία χορηγήθηκε στον ενάγοντα η άδεια ίδρυσης αρτοποιείου και πώλησης ειδών ζαχαροπλαστικής και τυποποιημένων γαλακτοκομικών. Επίσης, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος εκδόθηκε από την Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου της Νομαρχίας ... η υπ' αριθ. 35/2008 άδεια για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο επί της ..., ενώ με το από 28.08.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρεία μεταξύ του ενάγοντος και του υιού του Β.

Ν., με την επωνυμία "Α. Ν. Κ. Σ. Ο..Ε.." και σκοπό τη λειτουργία μονάδας παραγωγής άρτου και εκμετάλλευσης αρτοποιείου, στην οποία μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του ως άνω ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθ. 36924/2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Παύλου Κιντή. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ.... απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ηπείρου εγκρίθηκε η υπαγωγή στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 της επένδυσης της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας συνολικής δαπάνης 243.850 ευρώ, με ποσοστό επιχορήγησης 48% επί του παραγωγικού κόστους, ήτοι ποσό 117.048 ευρώ και ίδια συμμετοχή 52%, ήτοι 126.802 ευρώ.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων από την επαγγελματική του δραστηριότητα στην ... και τη λειτουργία επιχείρησης εστιατορίου, είχε αποταμιεύσει σημαντικά κεφάλαια, τα οποία τοποθετούσε σε προθεσμιακές καταθέσεις, τις οποίες τηρούσε σε ελληνικές τράπεζες στη ..., διότι προσέφεραν υψηλότερα επιτόκια σε σχέση με τις γερμανικές Τράπεζες, με αποτέλεσμα να αποκερδαίνει υψηλούς τόκους, ανερχόμενους στο ένα τρίτο των καταθέσεών του, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 22.09.2003 βεβαίωση της Εθνικής Τράπεζας ως καθολικής διαδόχου της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία τηρούνταν ο υπ' αριθ. ...

λογαριασμός ταμιευτηρίου στο όνομα του ενάγοντος και της συζύγου του με καταθέσεις από την 25.11.1986 μέχρι την 09.07.1998 ύψους 1.201.500 γερμανικών μάρκων πλέον τόκων ύψους 678. 273, 89 γερμανικών μάρκων, και συνολικά ύψους 1.879.773, 89 γερμανικών μάρκων. Την 14.07.1998 ο ενάγων μετέφερε το ποσό των 1.873.000 γερμανικών μάρκων στον τηρούμενο στην πρώτη εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Α.

Τ. Α. Ε.", υπ' αριθ. ... λογαριασμό συναλλάγματος σύμφωνα με την Απόφαση ΑΝΕ 12496/68 Ελλήνων Εργαζόμενων Εξωτερικού..., ενώ από την 14.07.1998 έως τον Ιανουάριο του έτους 2001 τοποθετούσε τις ανωτέρω αποταμιεύσεις του σε προθεσμιακές καταθέσεις σε συνάλλαγμα.... Από το έτος 2001 μέχρι το έτος 2003 ο ενάγων μετέφερε το κεφάλαιό του σε προθεσμιακές καταθέσεις τηρούμενες στη θυγατρική της πρώτης εναγόμενης και εδρεύουσα στο ...

Τράπεζα "...", προκειμένου να επιτύχει υψηλότερα επιτόκια,.... Τον Νοέμβριο του έτους 2004 ο ενάγων εντάχθηκε στο τμήμα των πελατών της πρώτης εναγόμενης που δικαιούνταν να έχουν εξατομικευμένη εξυπηρέτηση ("private banking"), ενώ ως υπάλληλος που θα αναλάμβανε εφεξής την εξυπηρέτησή του ορίστηκε ο Παντελής Τσίτος, ο οποίος εργαζόταν στο κατάστημα ...

της πρώτης εναγόμενης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αυτή η υπηρεσία (ιδιωτική τραπεζική) παρεχόταν σε πελάτες που διέθεταν υψηλά χρηματικά διαθέσιμα, όπως ο ενάγων, προκειμένου να εξυπηρετούνται καλύτερα στις τραπεζικές τους συναλλαγές και να ενημερώνονται για τις προσφερόμενες επενδυτικές δυνατότητες σε διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, δεδομένου ότι οι συνήθεις επενδύσεις σε προθεσμιακές καταθέσεις ή σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου μπορούσαν ευχερώς να πραγματοποιηθούν μέσω του δικτύου όλων των καταστημάτων της πρώτης εναγόμενης.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι την 24.11.2004 καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Υ. Α. Ε. Π. Ε. Υ.", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση κατέστη η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Δ. Α. Κ.", ως εταιρειών παρεχουσών επενδυτικών υπηρεσιών, και του ενάγοντος και της συζύγου του ως επενδυτών, η προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...

σύμβαση περιορισμένης εντολής αορίστου χρόνου, με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, έναντι αμοιβής που προσδιορίσθηκε στο παράρτημα Β της σύμβασης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον όρο 2 της σύμβασης οι εναγόμενες αναλαμβάνουν την κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου του επενδυτή, σύμφωνα με τις εντολές που λαμβάνουν από αυτόν, επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στην παρ. 1 α (Ι) του άρθρου 2 του Ν. 2396/1996, όπως επίσης και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών μετά από εντολή του επενδυτή, ενώ οι συναλλαγές επί παραγώγων θα διενεργούνται μόνο εφόσον ο επενδυτής έχει υπογράψει ειδική προς τούτο σύμβαση.

Με τον όρο 8.1 της σύμβασης ρητά συμφωνήθηκε ότι, λόγω των μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, οι εναγόμενες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής του επενδυτή και δεν ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία αυτού, ενώ με τον όρο 8.2 ορίσθηκε ότι οι εναγόμενες δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημιά που τυχόν υποστεί ο επενδυτής από συναλλαγή που καταρτίστηκε ως αποτέλεσμα εκτελέσεως εντολής του, o δε επενδυτής ρητά δηλώνει ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις εναγόμενες είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής του χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των εναγόμενων.

Σύμφωνα δε με τον όρο 8.6 η ευθύνη των εναγόμενων, των προστηθέντων υπαλλήλων ή των βοηθών εκπλήρωσης και των τρίτων με τους οποίους αυτές συνεργάζονται ως προς την παροχή των υπηρεσιών τους στον επενδυτή, περιορίζεται στις περιπτώσεις δόλου και βαριάς αμέλειας, οπότε και μόνο μπορεί να απαιτηθεί η αποκατάσταση τυχόν ζημίας από διαφυγόν κέρδος, εφόσον συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις του νόμου, ενώ σύμφωνα με τον όρο 16.1 ο επενδυτής δηλώνει ότι μελέτησε το παράρτημα Γ' "Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής", ότι έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται η επένδυση σε κινητές αξίες, καθώς και σε παράγωγα αυτών, και ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθει σε τυχόν ολοκληρωτική απώλεια των επενδύσεων αυτών.

Η υπ' αριθ. ... σύμβαση συνοδευόταν από το παράρτημα Α' "Επενδυτικό Ερωτηματολόγιο Προφίλ (Συμπληρώνεται προαιρετικά)", στο οποίο ο ενάγων δήλωσε στο ερώτημα επενδυτικός στόχος ότι είναι η επίτευξη κυρίως σταθερού εισοδήματος και μικρής κεφαλαιακής υπεραξίας σε βάθος χρόνου, ενώ στο ερώτημα τι θα έκανε αν η αξία της επένδυσής του σε μετοχές είχε αυξηθεί κατά 20%, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και αναμενόταν περαιτέρω άνοδος, απάντησε ότι θα ρευστοποιούσε ένα μέρος της επένδυσης.

Στην ερώτηση τι θα έκανε στην περίπτωση που η αξία της επένδυσής του του παρουσιάζει σημαντική μείωση σε σύντομο χρονικό διάστημα, απάντησε ότι θα ρευστοποιούσε ένα σημαντικό μέρος της επένδυσης και θα επένδυε το ποσό της ρευστοποίησης σε ένα άλλο προϊόν με μικρότερο επενδυτικό κίνδυνο, ενώ δήλωσε ότι προτιμά ένα συνδυασμό επενδύσεων με βαρύτητα κυρίως στα χαμηλότερα επίπεδα κινδύνου, γνωρίζοντας ωστόσο ότι η αξία των επενδύσεών του μπορεί να παρουσιάζει μικρές διακυμάνσεις ζημιών - κερδών.

Επίσης δήλωσε στο ως άνω ερωτηματολόγιο ότι είχε προηγούμενη επενδυτική εμπειρία με επενδύσεις σε ομόλογα ή/και Α/Κ ομολόγων και ότι o επιθυμητός χρονικός ορίζοντας της επένδυσής του ήταν από 1 έως 3 χρόνια. Τέλος, στην ερώτηση εάν σκοπεύει να ρευστοποιήσει μέρος των επενδύσεών του (πάνω από το 30%) στα επόμενα χρόνια, αυτός απάντησε θετικά εντός έτους.

Οι ως άνω απαντήσεις του ενάγοντος στο ερωτηματολόγιο τον κατέτασσαν σε συντηρητικό επενδυτή, ο οποίος στοχεύει στην επίτευξη εισοδήματος από τοκομερίδια και μερίσματα, καθώς και σε περιορισμένη κεφαλαιακή υπεραξία σε βάθος χρόνου, με αποδοχή ενός σχετικά χαμηλού επενδυτικού κινδύνου, το δε χαρτοφυλάκιο του απαρτίζεται κυρίως από βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις, τίτλους σταθερού εισοδήματος και σε μικρό βαθμό από μετοχικές αξίες.

Επιπλέον ο ενάγων υπέγραψε το παράρτημα Γ' "Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής", στο οποίο δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι ως επενδυτής αναλαμβάνει και τον πιστωτικό κίνδυνο, ο οποίος προκαλείται, εφόσον η εκδότρια των αξιών εταιρεία ή ο αντισυμβαλλόμενος κατά περίπτωση, ενδέχεται να μην εκπληρώσουν τις αναληφθείσες υποχρεώσεις τους (ενδεικτικά πληρωμή μερίσματος, τοκομεριδίων κλπ).

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ίδιος και η σύζυγός του δεν αντιλήφθηκαν ότι συμβαλλόμενη στην υπ' αριθ. ... σύμβαση ήταν και η δεύτερη εναγόμενη και ότι ενώ αυτοί είχαν δηλώσει στο επενδυτικό ερωτηματολόγιο του παραρτήματος Α' ότι ήθελαν ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιούν το κεφάλαιό τους, η απάντησή τους στην ερώτηση χρονικός ορίζοντας επένδυσης από 1 έως 3 χρόνια τροποποιήθηκε από τον προστηθέντα υπάλληλο των εναγόμενων Π.

Τ.. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και η σύζυγός του αφενός έθεσαν την υπογραφή τους σε όλα τα φύλλα της υπ' αριθ. ... σύμβασης, στο προοίμιο της οποίας ρητώς αναγραφόταν ως αντισυμβαλλόμενη η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Ε. Υ. Α. Ε. Π. Ε. Υ.", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση κατέστη η δεύτερη εναγομένη, αφετέρου συμπλήρωσαν οι ίδιοι το ως άνω επενδυτικό ερωτηματολόγιο με απαντήσεις που συμβάδιζαν με το επικαλούμενο από αυτούς συντηρητικό επενδυτικό προφίλ τους, η δε απάντηση στο ερώτημα χρονικός ορίζοντας της επένδυσης από 1 έως 3 χρόνια συνδυάζεται με την απάντηση στο επόμενο ερώτημα εάν σκοπεύουν να ρευστοποιήσουν μέρος των επενδύσεων (πάνω από το 30%) στα επόμενα χρόνια, στο οποίο απάντησαν θετικά εντός έτους.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι την 12.01.2005 καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος, της συζύγου του και των εναγόμενων εταιρειών η υπ' αριθ. ... σύμβαση απεριορίστου εντολής αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε στις τελευταίες, έναντι αμοιβής που προσδιορίσθηκε στο παράρτημα Β της σύμβασης, η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και ειδικότερα η διαχείριση του χαρτοφυλακίου κατά την κρίση τους και επιδιώκοντας την επωφελέστερη για τον επενδυτή τοποθέτηση των αξιών που συγκροτούν το χαρτοφυλάκιό του, εκτός αν υπάρχει ειδική έγγραφη εντολή του, με τη διενέργεια πράξεων σύμφωνα με το N. 2396/1996.

H υπ' αριθ. ... σύμβαση συνοδευόταν από το παράρτημα Α "Έπενδυτικό Ερωτηματολόγιο - Προφίλ - Ειδικές Εντολές", στο οποίο ο ενάγων δήλωσε στο ερώτημα επενδυτικός στόχος ότι είναι η επίτευξη κυρίως σταθερού εισοδήματος και μικρής κεφαλαιακής υπεραξίας σε βάθος χρόνου, ενώ στο ερώτημα τι θα έκανε αν η αξία της επένδυσής του σε μετοχές είχε αυξηθεί κατά 20%, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και αναμενόταν περαιτέρω άνοδος, απάντησε ότι θα ρευστοποιούσε ένα μέρος της επένδυσης.

Στην ερώτηση τι θα έκανε στην περίπτωση που η αξία της επένδυσής του παρουσιάζει σημαντική μείωση σε σύντομο χρονικό διάστημα, απάντησε ότι θα ρευστοποιούσε ένα μεγάλο μέρος ή όλη την επένδυση διασφαλίζοντας την τρέχουσα αξία, ενώ δήλωσε ότι προτιμά χαμηλά επίπεδα κινδύνου με στόχο την ελάχιστη διακύμανση της αρχικής αξίας της επένδυσης.

Επίσης δήλωσε στο ως άνω ερωτηματολόγιο ότι είχε προηγούμενη επενδυτική εμπειρία με επενδύσεις σε καταθέσεις ή/και ΑΚ διαθεσίμων και ότι ο επιθυμητός χρονικός ορίζοντας της επένδυσής του ήταν μέχρι ένα έτος. Τέλος, στην ερώτηση εάν σκοπεύει να ρευστοποιήσει μέρος των επενδύσεών του (πάνω από το 30%) στα επόμενα χρόνια, αυτός απάντησε θετικά εντός έτους.

Οι ως άνω απαντήσεις του ενάγοντος στο ερωτηματολόγιο τον κατέτασσαν σε συντηρητικό επενδυτή, ο οποίος στοχεύει στην επίτευξη εισοδήματος από τοκομερίδια και μερίσματα, καθώς και σε περιορισμένη κεφαλαιακή υπεραξία σε βάθος χρόνου, με αποδοχή ενός σχετικά χαμηλού επενδυτικού κινδύνου, το δε χαρτοφυλάκιο του απαρτίζεται κυρίως από βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις, τίτλους σταθερού εισοδήματος και σε μικρό βαθμό από μετοχικές αξίες.

Επιπλέον ο ενάγων υπέγραψε το παράρτημα Γ Ι "Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής", στο οποίο δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι ως επενδυτής αναλαμβάνει και τον πιστωτικό κίνδυνο, ο οποίος προκαλείται, εφόσον η εκδότρια των αξιών εταιρεία ή ο αντισυμβαλλόμενος κατά περίπτωση, ενδέχεται να μην εκπληρώσουν τις αναληφθείσες υποχρεώσεις τους (ενδεικτικά πληρωμή μερίσματος, τοκομεριδίων κλπ).

Η υπ' αριθ. ... σύμβαση απεριορίστου εντολής έληξε την 9.01.2007, μετά από αίτημα του ίδιου του ενάγοντος, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 01.03.2007 επιστολή του προς τις εναγόμενες, στη" οποία αναφέρει ότι αναγνωρίζει ότι η σύμβαση και όλες οι πρόσθετες πράξεις και τα παραρτήματά της καταρτίσθηκαν και λειτούργησαν μέχρι σήμερα νομίμως και σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν σε αυτά, ότι έλεγξε όλες τις χρεωπιστώσεις και τις αιτίες του τηρηθέντος στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης λογαριασμού και ότι αναγνωρίζει και αποδέχεται στο σύνολό τους ρητά και ανεπιφύλακτα όλες τις κινήσεις του λογαριασμού και τις πράξεις τους ως νόμιμες, βάσιμες και σύμφωνες με τις εντολές του, παραιτούμενος από κάθε δικαίωμα προβολής οιασδήποτε αντιρρήσεως κατ' αυτών.

Όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 30.07.2008 επιστολή του ενάγοντος προς τις εναγόμενες, η αριθ. ... σύμβαση περιορισμένης εντολής έληξε την 30.07.2008, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος, ο οποίος επίσης δήλωσε ότι αναγνωρίζει ότι η σύμβαση και όλες οι πρόσθετες πράξεις και τα παραρτήματά της καταρτίσθηκαν και λειτούργησαν μέχρι σήμερα νομίμως και σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν σε αυτά, ότι έλεγξε όλες τις χρεωπιστώσεις και τις αιτίες του τηρηθέντος στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης λογαριασμού και ότι αναγνωρίζει και αποδέχεται στο σύνολό τους ρητά και ανεπιφύλακτα όλες τις κινήσεις του λογαριασμού και τις πράξεις τους ως νόμιμες, βάσιμες και σύμφωνες με τις εντολές του, παραιτούμενος από κάθε δικαίωμα προβολής οιασδήποτε αντιρρήσεως κατ' αυτών.

Πρέπει δε να επισημανθεί αναφορικά με τις ανωτέρω απαλλακτικές της ευθύνης των εναγόμενων ρήτρες που εμπεριέχονται στις υπ' αριθ. ... και ... συμβάσεις, ανεξαρτήτως της εγκυρότητας ή μη αυτών ως αντικειμένων στην από τα άρθρα 332, 729 του ΑΚ και 6 παρ. 12 του Ν. 2251/1994 προβλεπόμενη ακυρότητα "κάθε εκ των προτέρων συμφωνίας περιορισμού του παρέχοντος υπηρεσίες από την ευθύνη" (βλ.

ΑΠ 2212/2014...), ότι οι εναγόμενες δεν προβάλλουν σχετικό ισχυρισμό περί έλλειψης της ευθύνης αυτών, κατ' εφαρμογή των εν λόγω απαλλακτικών ρητρών στις συνδέουσες τους διαδίκους συμβάσεις. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το σύνολο του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος μεταφέρθηκε, κατόπιν εντολής αυτού, στη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων υπ' αριθ. ...

σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας o ενάγων και η σύζυγός του ανέθεσαν στις εναγόμενες, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, ενώ στη συνέχεια καταρτίσθηκαν οι αριθ. ... και ... συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των εναγόμενων αφενός, του ενάγοντος και της συζύγου του αφετέρου, δυνάμει των οποίων ανατέθηκε στις εναγόμενες η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.

Σημειωτέον δε ότι στο επενδυτικό ερωτηματολόγιο, και ειδικότερα στο παράρτημα Β1 της προσκομιζόμενης υπ' αριθ. ... σύμβασης στην ερώτηση μορφωτικό επίπεδο επάγγελμα δόθηκε η ανακριβής απάντηση ότι ο ενάγων ήταν απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ωστόσο, η ανακρίβεια αυτή δεν σχετίζεται με την επένδυση του ενάγοντος στο επίδικο, αναφερόμενο κατωτέρω ομόλογο, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της προγενέστερης υπ' αριθ. ...

σύμβασης περιορισμένης εντολής, της οποίας το επενδυτικό ερωτηματολόγιο είχε συμπληρωθεί από τον ίδιο τον ενάγοντα με απαντήσεις που συμβάδιζαν με το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ του, κατά τα προαναφερθέντα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος των υπ' αριθ. ... και ... συμβάσεων και μέχρι την ανωτέρω λήξη αυτών, τα κεφάλαια του ενάγοντος επενδύθηκαν τόσο σε ομόλογα και αμοιβαία κεφάλαια πάσης φύσεως, μεταξύ των οποίων τα ομόλογα A.

C. G. P., Α. F. P., E. G. F., A. H. E. F. F., A. 100, A. M. I. F. B. F., P. G. F. P., A. G. F. E. F., A. E. C. B. F., A. F. B. F., A. E. G. B. F., A. C. S. E.(+) F. Β., όσο και σε διάφορες μετοχές του ελληνικού χρηματιστηρίου, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αναλυτικές καταστάσεις κινήσεων αξιογράφων που εκδόθηκαν από την πρώτη εναγόμενη. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι τα κεφάλαιά του επενδύονταν στα ανωτέρω ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές, ότι είχε την πεποίθηση ότι επενδύονταν σε προθεσμιακές καταθέσεις και ότι μόλις αντιλήφθηκε αυτές τις επενδυτικές συναλλαγές στην κίνηση των λογαριασμών του, σε χρόνο, πάντως, που ουδόλως προσδιορίζεται στην αγωγή του, διαμαρτυρήθηκε έντονα στον προστηθέντα υπάλληλο των εναγόμενων Π.

και ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων του σε προθεσμιακές καταθέσεις. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγω είχε πλήρη γνώση των εν λόγω επενδύσεων, αφού αφενός λάμβανε αναλυτική μηναία κίνηση των τηρούμενων στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων λογαριασμών αφετέρου ο ίδιος υπέγραφε τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά εντολής συναλλαγής (αγορά ή πώληση), στα οποία ρητώς αναγραφόταν ότι πρόκειται για ομόλογα, και επιπλέον αναφερόταν ο εκδότης αυτών, o τίτλος, το νόμισμα, η διάρκεια, η ονομαστική αξία, η καθαρή τιμή, το ποσό διακανονισμού και το τρέχον κουπόνι με το επιτόκιο και το χρόνο πληρωμής αυτού.

Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά συναλλαγών που καταρτίσθηκα στα πλαίσια της υπ' αριθ. ... σύμβασης και φέρουν την υπογραφή ενάγοντος στη θέση του πελάτη, προκύπτει με σαφήνεια ότι πρόκειται για συναλλαγές σε ομόλογα και όχι για αιτήσεις προθεσμιακής κατάθεσης, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο ενάγων.

Άλλωστε, δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αιτήσεις προθεσμιακής κατάθεσης ακόμη και από τον πλέον αδαή περί των οικονομικών, αφού στην επικεφαλίδα αυτών αναγράφεται με έντονα γράμματα "Αποδεικτικό εντολής συναλλαγής (Ομόλογα)", και ως εκ τούτου αποκλείεται να είχε εκφύγει της προσοχής του ενάγοντος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί της γνώσης του ενάγοντος αναφορικά με την επένδυση των χρημάτων του σε ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος στις αρχές του έτους 2007 υπέβαλε αίτημα στις εναγόμενες ζητώντας τη λήξη της υπ' αριθ. ...

σύμβασης απεριορίστου εντολής, διότι δεν επιθυμούσε πλέον να επιβαρύνεται με τα υψηλά διαχειριστικά έξοδα που συνεπαγόταν η ανωτέρω διαχείριση του χαρτοφυλακίου του από τις εναγόμενες και η παροχή επενδυτικών συμβουλών στα πλαίσια της εν λόγω σύμβασης, επιλέγοντας τη διατήρηση της υπ' αριθ. ... σύμβασης περιορισμένης εντολής που προέβλεπε χαμηλότερη αμοιβή των εναγόμενων για την παροχή των επενδυτικών και των συμβουλευτικών τους υπηρεσιών.

Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα Παραρτήματα Β των υπ' αριθ. ... και ..., αντίστοιχα, συμβάσεων στα οποία ορίζεται η ετήσια αμοιβή διαχειρίσεως των εναγόμενων ανά κατηγορία επενδύσεως, προκύπτει ότι στην υπ' αριθ. ... σύμβαση προβλεπόταν αμοιβή 0,20 για ομόλογα, 0 για αμοιβαία κεφάλαια ομολογιακά, 1,40 για μετοχές και μετοχές εξωτερικού, 0,45 για αμοιβαία κεφάλαια μικτά, 0,45 για αμοιβαία κεφάλαια μετοχικά και 0 για Α.

C. G., ενώ στην αριθ. ... σύμβαση προβλεπόταν αμοιβή 0,35 για ομόλογα, 0,25 για αμοιβαία κεφάλαια ομολογιακά, 1,70 για μετοχές και μετοχές εξωτερικού, 0,80 για αμοιβαία κεφάλαια μικτά, 0,80 για αμοιβαία κεφάλαια μετοχικά και 0,35 για Α. C. G.. Κατόπιν τούτων αποδείχθηκε ότι κύριος στόχος του ενάγοντος ήταν η καλύτερη δυνατή απόδοση του επενδυμένου κεφαλαίου του, χωρίς επιβάρυνση του ιδίου με διαχειριστικά έξοδα συνεπεία της παροχής επενδυτικών συμβουλών από τις εναγόμενες, και για τον λόγο αυτό επέλεξε στα πλαίσια των υπ' αριθ. ...

και ... συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών να διαχειρίζεται ο ίδιος το χαρτοφυλάκιό του, καθόσον διέθετε τη σχετική επενδυτική εμπειρία, και να τοποθετεί αυτό σε ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές, αντί των προθεσμιακών καταθέσεων που προσέφεραν πολύ χαμηλότερα επιτόκια. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι την 27.02.2007, στα πλαίσια της υπ' αριθ. ...

σύμβασης περιορισμένης εντολής, ο ενάγων έδωσε εντολή για την αγορά ομολόγου της Τράπεζας ...υ "Β. 0F C. L." ... ονομαστικής αξίας 250.000 ευρώ, αντί τιμήματος 251.344,93 ευρώ, μέρος του οποίου ονομαστικής αξίας 150.000 ευρώ πωλήθηκε την 26.07.2007 και πιστώθηκε στο λογαριασμό του ενάγοντος το ποσό των 152.046,41 ευρώ, αποκομίζοντας το σχετικό κέρδος, ενώ το υπόλοιπο μέρος κατατέθηκε στο λογαριασμό του ενάγοντος με την ανάκληση του ομολόγου την 04.05.2011.

Την ίδια ως άνω ημερομηνία, κατόπιν τηλεφωνικής εντολής του ενάγοντος στους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγόμενων, αγοράσθηκε το επίδικο ομόλογο της Λαϊκής Τράπεζας ...υ "C. P. Β. 26.05.2006-26.05.2016", ονομαστικής αξίας 535.000 ευρώ, αντί τιμήματος 537.743,26 ευρώ και εκδόθηκε το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 26.02.2007 "Αποδεικτικό εντολής συναλλαγής (Ομόλογα)", το οποίο φέρει την υπογραφή του ενάγοντος στη θέση του πελάτη, καθώς και τις υπογραφές των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγόμενων Νικολάου Γκάσιου και Π.

Τ.υ και παραδόθηκε στον ενάγοντα αμέσως μετά την πραγματοποίηση της συναλλαγής σε επίσκεψή του στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης στα Ιωάννινα, και στο οποίο αναγράφονταν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Πράξη: Αγορά, Εκδότης: C. P. Β., ομόλογο: C. P. Β. 26.05.2016 EUR, ISIN: ΧS0255675794, Νόμισμα: EUR, Τρέχον κουπόνι: 4,593, valeur: 27/02/07, Ονομαστική Αξία, 535.000,00, Καθ.

τιμή: 100,50, Ποσό Διακανονισμού: 537.743,26, Παρατηρήσεις: Τρέχον κουπόνι 4,593%, πληρωτέο τις 29/05/07". Από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι το συγκεκριμένο ομόλογο "Cyprus Popular Bank Public Co Ltd callable Step - up Floating Rate Subordinated Notes due 2016" και ISIN XS 0255675794 που εκδόθηκε από την Λαϊκή Τράπεζα ...υ, με ημερομηνία έκδοσης την 26.05.2006 και λήξης την 26.05.2016, ήταν κοινή ομολογία μειωμένης εξασφάλισης σε ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο, εγγυημένου κεφαλαίου κατά την ημερομηνία λήξης του ομολόγου από την εκδότρια αυτού Λαϊκή Τράπεζα ...υ, ενώ η μορφή του ομολόγου ήταν απλή, δηλαδή δεν ήταν σύνθετο - δομημένο ομόλογο, καθώς το τοκομερίδιο αυτού υπολογιζόταν και πληρωνόταν ανά τρίμηνο επί τη βάση του τρίμηνου επιτοκίου Euribor, πλέον περιθωρίου 0 75% μέχρι την πιθανή ανάκλησή του με απόφαση της εκδότριας Τράπεζας, τον Μάιο του έτους 2011, και εφόσον αυτή δεν λάμβανε χώρα και παρατεινόταν η διάρκειά του για μία επιπλέον πενταετία, με περιθώριο 1,75%, χωρίς άλλη προϋπόθεση και χωρίς να έχει ενσωματωθεί σε αυτό κάποιο στοιχείο παραγώγου.

Η λειτουργία και η απόδοσή του δεν εξαρτιόταν από αστάθμητους παράγοντες και σε συνθήκες ομαλής πορείας της παγκόσμιας οικονομίας, τα επιτόκια των Κεντρικών Τραπεζών της Ευρώπης και της Αμερικής δεν αναμένονταν να παρουσιάσουν απότομες διακυμάνσεις, το γεγονός δε αυτό έδινε τη δυνατότητα σε όσους επένδυαν στο επίδικο ομόλογο με κυμαινόμενο επιτόκιο, να εισπράττουν το προβλεπόμενο τοκομερίδιο καθ' όλη τη διάρκεια της επένδυσης και στη λήξη του ομολόγου την ονομαστική του αξία, εφόσον, βεβαίως, δεν συνέτρεχε περίπτωση συνδρομής πιστωτικού κινδύνου.

Για τους λόγους αυτούς κατατασσόταν στην κατηγορία των ομολόγων σταθερού εισοδήματος, τα οποία θεωρούνται ομόλογα εγγυημένου κεφαλαίου,... αφού είχε προκαθορισμένη σταθερή απόδοση και καθ' όλη τη διάρκειά του ο επενδυτής θα εισέπραττε το προβλεπόμενο ως άνω τοκομερίδιο, ενώ στη λήξη του θα εισέπραττε την ονομαστική του αξία.

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο αγοράς του από τον ενάγοντα, η διαβάθμιση του επίδικου ομολόγου από τον διεθνή πιστωτικό οίκο Moody's ήταν "Baa1", ήτοι ανήκε στην ανώτερη βαθμίδα της κατηγορίας των προϊόντων μεσαίας διαβάθμισης, των οποίων οι πληρωμές τόκων και κεφαλαίου θεωρούνται άμεσα καταβλητέες.

Όπως δε προκύπτει από τον προσκομιζόμενο "Οδηγό για Επενδυτές, Εταιρικά Ομόλογα στο Χρηματιστήριο ..., Έκδοση 1.0 - Μάρτιος 2014" που εξέδωσαν τα Ελληνικά Χρηματιστήρια Χρηματιστήριο ..., το επίδικο ομόλογο κατατασσόταν, κατά τον χρόνο αγοράς του, στη χαμηλή κατηγορία επιπέδου κινδύνου, με όρια πιθανοτήτων ασυνέπειας από 0,13% έως 0,56%.

Ως αντιστάθμισμα δε στη μακρά (δεκαετή) διάρκεια της επένδυσης και στην αβεβαιότητα που αυτή συνεπαγόταν λόγω των μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, προσφερόταν στους επενδυτές το ανωτέρω υψηλό επιτόκιο, σε σύγκριση με τα απλά καταθετικά προϊόντα, και ιδίως τις προθεσμιακές καταθέσεις, οι οποίες προσέφεραν πολύ χαμηλότερα επιτόκια κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, κυμαινόμενα από 3,48% τον Ιανουάριο του έτους 2007 έως 2,24% τον Ιανουάριο του έτους 2009....

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το επίδικο ομόλογο είχε πτωτική πορεία, γεγονός που τελούσε σε γνώση του ενάγοντος, αφού αυτός ελάμβανε συνεχώς μηνιαίες αποτιμήσεις του χαρτοφυλακίου του, την παραλαβή των οποίων δεν αμφισβητεί, και στις οποίες απεικονιζόταν αναλυτικά η κίνηση του επενδυτικού του λογαριασμού στα πλαίσια των συμβάσεων υπ' αριθ..., νν570371 Ρ57215Ο, αντίστοιχα.

Το περιεχόμενο των ανωτέρω ενημερωτικών μηνιαίων αναλύσεων των επενδυτικών λογαριασμών του ενάγοντος, στις οποίες γίνεται χρήση των όρων "συνοπτική κατανομή χαρτοφυλακίου ανά κατηγορία επένδυσης: ρευστότητα, ομόλογα & ομολογιακά Α/Κ, μετοχές & μετοχικά ΑΙ Κ" και 'ομόλογα αναδυόμενων αγορών, ομόλογα υψηλής αποδόσεως", ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η επένδυση του ενάγοντος στο επίδικο ομόλογο δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως προϊόν παρεμφερές με προθεσμιακή κατάθεση, ακόμη και από τον πλέον αδαή περί των οικονομικών, πολλώ δε μάλλον από τον ενάγοντα που δεν ήταν άπειρος περί τις τραπεζικές συναλλαγές ή στερούμενος γνώσεων, αλλά αντιθέτως, παρά το χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο, είχε μεγάλη συναλλακτική και τραπεζική εμπειρία ως πετυχημένος επιχειρηματίας - ιδιοκτήτης εστιατορίου και αγροκτήματος, ο οποίος σκόπευε να λειτουργήσει μονάδα παραγωγής άρτου και εκμετάλλευσης αρτοποιείου, έχοντας συστήσει για τον σκοπό αυτό ομόρρυθμη εταιρεία και πετυχαίνοντας την ένταξη της επένδυσής της σε πρόγραμμα επιχορήγησης κατά το Ν. 3299/2004.

Επιπλέον από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες αναλύσεις του επενδυτικού λογαριασμού των υπ' αριθ... και Ρ57215Ο συμβάσεων, χρονικού διαστήματος από την 31.10.2004 έως την 31.08.2016, προκύπτει ότι ο ενάγων ήταν διαρκώς ενήμερος για την απομείωση του επενδυμένου κεφαλαίου του, γεγονός που επίσης δεν συνάδει με την τοποθέτηση χρημάτων σε προθεσμιακή κατάθεση, όπως και η μακρόχρονη (δεκαετής) διάρκεια του επίδικου ομολόγου, δεδομένου ότι οι προθεσμιακές καταθέσεις έχουν συνήθως μικρότερη διάρκεια.

Ειδικότερα, στις μηνιαίες αναλύσεις εμφαινόταν η πτωτική πορεία της αξίας του επίδικου ομολόγου, δεδομένου ότι ήδη από την 31.12.2008 τα κτηθέντα από τον ενάγοντα ομόλογα ονομαστικής αξίας 535.000 ευρώ, είχαν απομειωθεί κατά ποσοστό -22,39% και η αποτίμησή τους ανερχόταν στο ποσό των 417.300 ευρώ, την 31.12.2009 είχαν απομειωθεί κατά ποσοστό -13,43% και η αποτίμησή τους ανερχόταν στο ποσό των 465.450 ευρώ, την 31.12.2010 είχαν απομειωθεί κατά ποσοστό -33,96% και η αποτίμησή τους ανερχόταν στο ποσό των 355.106,25 ευρώ, ενώ την 31.12.2011 είχαν απομειωθεί κατά ποσοστό -75,12% και η αποτίμησή τους ανερχόταν στο ποσό των 133.750 ευρώ.

Τον Ιούλιο του έτους 2011, η πρώτη εναγόμενη απέστειλε στον ενάγοντα την προσκομιζόμενη από 07.07.2011 επιστολή της, σε απάντηση προφορικού αιτήματός του, με την οποία τον πληροφορούσε ότι η εκδότρια του επίδικου ομολόγου λήξεως την 26.5.2016, ασκώντας σχετικό της δικαίωμα, δεν προέβη σε πρόωρη ανάκληση αυτού , την 26.05.2011 διατηρώντας το δικαίωμα πρόωρης ανάκλησής του κάθε επόμενη ημερομηνία πληρωμής τοκομεριδίου, ήτοι ανά ημερολογιακό τρίμηνο μέχρι την λήξη του ή την τυχόν ανάκλησή του, και εφιστώντας την προσοχή του στο γεγονός λαμβάνει τακτική ενημέρωση αναφορικά με το εν λόγω ομόλογο, τα χαρακτηριστικά και τις αποδόσεις αυτού, είτε μέσω της έγγραφης μηνιαίας κίνησης του επενδυτικού του λογαριασμού είτε μέσω του επενδυτικού του συμβούλου.

Τον Μαϊο του έτους 2012 και ενώ οι δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις στις Κυπριακές Τράπεζες ήταν ευρέως γνωστές, και συνεπώς τελούσαν και σε γνώση του ενάγοντος λόγω της επενδυτικής του δραστηριότητας, η πρώτη εναγομένη τον ενημέρωσε ότι η εκδότρια του επίδικου ομολόγου είχε εκδώσει το προσκομιζόμενο από 14.05.2012 δελτίο τύπου, σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων - κάτοχος ομολόγων είχε τις ακόλουθες επιλογές:

είτε η εκδότρια θα επαναγόραζε μέρος ή το σύνολο των ομολόγων σε τιμή που ανερχόταν σε ποσοστό 55% της ονομαστικής τους αξίας με την καταβολή σε αυτόν μετρητών, είτε ο ενάγων θα αντάλλασσε τα ως άνω ομόλογα με ομόλογα υψηλής εξασφάλισης με σταθερό επιτόκιο 8%, σε ποσοστό 72,50% της ονομαστικής τους αξίας, είτε συνδυασμό των δύο ως άνω επιλογών, αφού ο ενάγων είχε το σχετικό δικαίωμα κατέχοντας ομόλογα άνω των 188.000 ευρώ.

Ακολούθως ο ενάγων αποφάσισε να μην προβεί σε επαναγορά των επίδικων ομολόγων από την εκδότρια εταιρεία, αλλά να αντικαταστήσει τους τίτλους που κατείχε, ονομαστικής αξίας 535.000 ευρώ, με νέους τίτλους "C. P. Β. PCL 12.06.2012-01 06.2016", αξίας 387.000 ευρώ, προσπαθώντας κατ' αυτόν τον τρόπο να κερδίσει σε τόκους, το ποσό που είχε απωλέσει από το κεφάλαιό του, και να μειώσει έτσι τη ζημιά του ή στην καλύτερη περίπτωση να πετύχει κάποιο κέρδος, συνυπολογιζομένων και των τόκων που θα εισέπραττε κατά τη διάρκεια της επένδυσης.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ποσοστό 76% των επενδυτών αποδέχθηκε την πρόταση επαναγοράς των επίδικων ομολόγων από την εκδότρια αυτών σε τιμή που ανερχόταν σε ποσοστό 55% της ονομαστικής τους αξίας, ενόψει και της προαναφερόμενης σημαντικής απομείωσης της ονομαστικής τους αξίας ήδη από την 31.12.2011, η οποία τελούσε σε γνώση του ενάγοντος, κατά τα προαναφερθέντα.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο προστηθείς υπάλληλος των εναγόμενων Παντελής Τσίτος, ο οποίος από το έτος 2011 είχε μετατεθεί σε κατάστημα της πρώτης εναγόμενης στην ..., τον έπεισε τηλεφωνικώς να μην αποδεχθεί την πρόταση επαναγοράς των επίδικων ομολόγων από την εκδότρια αυτών και να προβεί σε ανταλλαγή αυτών με νέα ομόλογα, παρουσιάζοντας αυτά ως απολύτως ασφαλή και με εγγυημένη ετήσια απόδοση τόκων και διαβεβαιώνοντας αυτόν ότι το κεφάλαιό του ήταν εξασφαλισμένο.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι o ίδιος ο ενάγων, χωρίς να έχει προηγηθεί ουδεμία παρότρυνση ή καθοδήγηση των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγόμενων, επέλεξε, μεταξύ των άλλων επιλογών που είχε στη διάθεση του, την ανταλλαγή των επίδικων ομολόγων με νέα ομόλογα υψηλής εξασφάλισης με σταθερό επιτόκιο σε ποσοστό 72,50% της ονομαστικής τους αξίας, συνεκτιμώντας το γεγονός ότι η εκδότρια των ομολόγων του προσέφερε υψηλότερο επιτόκιο και θεωρώντας, για τον λόγο αυτό, συμφέρουσα την απόκτηση των νέων ομολόγων.

Επιπλέον η απόφαση αυτή του ενάγοντος υπαγορεύθηκε από την επιθυμία του να μην απωλέσει, μέσω της επαναγοράς των επίδικων ομολόγων, το ανωτέρω τμήμα του κεφαλαίου του που είχε επενδυθεί σε αυτά, αλλά και από την προσδοκία αυτού ότι η εκδότρια Τράπεζα θα ήταν σε θέση να καταβάλει την αξία των νέων ομολόγων κατά τη λήξη τους, ενόψει και της κρατικής ενίσχυσης που αυτή έλαβε από την ...

Δημοκρατία κατά το ως άνω χρονικό διάστημα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά την κορύφωση, τον Μάρτιο του έτους 2013, της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε την ... Δημοκρατία και είχε ως αποτέλεσμα την ένταξή της στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, η Λαϊκή Τράπεζα ...υ (C. P. Β.) τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης από την 26.03.2013, ως προς τη διάσωσή της με ίδια μέσα, ένεκα της δεινής οικονομικής της κατάστασης και προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια, δυνάμει του υπ' αριθ. 103/2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της ...υ που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 17 (1)/2013 που συνιστά προσαρμογή της ...ς Νομοθεσίας στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2001/24 "σχετικά με την αναδιοργάνωση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων".

Το δε Διάταγμα υπ' αριθ. 104/2013 προέβλεπε την πώληση ορισμένων εργασιών στην ... της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα ...υ, μεταξύ των οποίων, όμως, δεν συμπεριλαμβανόταν το ομόλογο "C. P. Β. PCL ...", με αποτέλεσμα τα κτηθέντα από τον ενάγοντα ομόλογα ονομαστικής αξίας 387.000 ευρώ να απομειωθούν κατά ποσοστό -95% και η αποτίμησή τους να ανέλθει στο ποσό των 19.350 ευρώ την 31.12.2013.

Από τα αποδειχθέντα ως άγω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι ο ενάγων έχοντας επενδυτική εμπειρία, λόγω της τοποθέτησης των κεφαλαίων του στους προαναφερόμενους ομολογιακούς τίτλους ήδη από το έτος 2004 που καταρτίσθηκε η υπ' αριθ... σύμβαση, επέλεξε την επένδυση στο επίδικο ομόλογο, το οποίο ήταν απολύτως συμβατό με το δεδηλωμένο επενδυτικά του προφίλ, αφού κατατασσόταν στην κατηγορία των ομολόγων σταθερού εισοδήματος τα οποία θεωρούνται ομόλογα εγγυημένου κεφαλαίου, ενώ τον χρόνο αγοράς του στη χαμηλή κατηγορία επιπέδου κινδύνου κατά τα προαναφερθέντα.

Καθοριστικό δε στοιχείο στην εν λόγω απόφασή του που ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης επιλογής του, ήταν η επιθυμία του για επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους μέσω της απόδοσης τόκων υψηλότερων σύγκριση με τους τόκους που απέδιδαν τα απλά καταθετικά προϊόντα, κσι ιδίως οι προθεσμιακές καταθέσεις, και όχι οι προτροπές του προστηθέντα υπαλλήλου των εναγόμενων Π.

Τ.υ, όπως o ίδιος αβασίμως υποστηρίζει. Ομοίως δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ίδιος επιθυμούσε να προβεί αποκλειστικώς σε επένδυση εγγυημένης απόδοσης κεφαλαίου και ότι είχε γνωστοποιήσει αυτή την επιθυμία του στον προστηθέντα υπάλληλο των εναγόμενων, αφού, όπως καταδεικνύεται από την προηγούμενη επενδυτική του δραστηριότητα, είχε ήδη επιλέξει τις επενδύσεις σε ομόλογα και αμοιβαία κεφάλαια πάσης φύσεως, καθώς και σε διάφορες μετοχές του ελληνικού χρηματιστηρίου, ενώ κατά την ίδια ημερομηνία που έδωσε εντολή για την αγορά του επίδικου ομολόγου, προέβη στην αγορά και έτερου ομολόγου της Τράπεζας ...υ "Β. 0F C.

L. 04.05.2006-04.05.2011", ονομαστικής αξίας 250.000 ευρώ, χωρίς ουδέποτε να διαμαρτυρηθεί στις εναγόμενες για την εν λόγω επένδυση, η οποία μόνο κέρδη απέφερε σε αυτόν, κατά τα προαναφερθέντα. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι ο ανωτέρω υπάλληλος της πρώτης εναγόμενης αφενός τον ενημέρωσε ελλιπώς σχετικά με τα χαρακτηριστικά του επίδικου ομολόγου και τη διαφορά αυτού από τις προθεσμιακές καταθέσεις, αποκρύπτοντας σε αυτόν τους κινδύνους που εγκυμονούσε καθώς και τον κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου σε περίπτωση πρόωρης ρευστοποίησης, διαβεβαιώνοντάς τον ότι τα επενδυόμενα χρήματά του θα είναι ασφαλή και η επένδυσή του στο επίδικο ομόλογο θα είναι διασφαλισμένη, αφετέρου παρέλειψε να ερευνήσει επαρκώς και να αναλύσει τις ανάγκες του ως πελάτη και δεν έλαβε υπόψη το επενδυτικό του προφίλ ώστε να του προτείνει το κατάλληλο επενδυτικό προϊόν.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο προστηθείς υπάλληλος των εναγόμενων, πέραν της παρουσίασης των εκάστοτε διαθέσιμων επενδυτικών προϊόντων, υπήρξε πιεστικός ως προς την πραγματοποίηση της επίδικης συναλλαγής και απέκρυψε σκοπίμως σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους της εν λόγω επένδυσης, τους οποίους ο ίδιος γνώριζε.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενημερώθηκε επαρκώς από τον ανωτέρω υπάλληλο της πρώτης εναγόμενης σχετικά με το είδος, τις αποδόσεις και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου προϊόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2251/1994, αλλά και του εφαρμοστέου κατά τον χρόνο συνομολόγησης της υπ' αριθ ...

σύμβασης Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, και στη συνέχεια αποφάσισε ο ίδιος να αγοράσει το επίδικο επενδυτικό προϊόν, διότι έκρινε αυτό ως περισσότερο συμφέρον σε σύγκριση με τις προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις που πρόσφεραν χαμηλότερο επιτόκιο και χαμηλότερη απόδοση. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν υποτεθεί αληθής o ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν είχε αντιληφθεί τη φύση του επίδικου ομολόγου κατά την αγορά αυτού και ότι είχε την εσφαλμένη πεποίθηση ότι επρόκειτο για προθεσμιακή κατάθεση, λόγω της εσκεμμένης παραπληροφόρησης και της ελλιπούς ενημέρωσης εκ μέρους του υπαλλήλου της πρώτης εναγόμενης, προκύπτει με σαφήνεια ότι ήταν σε θέση εκ των υστέρων να αντιληφθεί τα χαρακτηριστικά αυτού, μετά την παραλαβή των μηνιαίων αναλύσεων του επενδυτικού του λογαριασμού, τις οποίες απέστελνε σε αυτόν ανελλιπώς η πρώτη εναγομένη.

Ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου ότι o ενάγων είχε ενημερωθεί επαρκώς και ότι είχε αντιληφθεί πλήρως τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου ομολόγου, αποτελεί το γεγονός ότι μέχρι το έτος 2011 που η εκδότρια του ομολόγου δεν προέβη σε πρόωρη ανάκληση αυτού, ουδέποτε είχε διαμαρτυρηθεί στις εναγόμενες βλέποντας τη συνεχή απομείωση του κεφαλαίου του, όπως θα έπραττε εάν πίστευε ότι είχαν τοποθετηθεί τα χρήματά του σε προθεσμιακά καταθετικά προϊόντα, συνεπεία των παραπλανητικών διαβεβαιώσεων του προστηθέντος υπαλλήλου των εναγόμενων, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται.

Επιπλέον, παρά τη συνεχή μείωση της αξίας του επίδικου ομολόγου, ο ενάγων ουδέποτε έδωσε εντολή ρευστοποίησης αυτού, όπως θα έπραττε ο μέσος συντηρητικός αποταμιευτής σε μία απομείωση της περιουσίας του τέτοιας έκτασης, αλλά αντιθέτως ενέμεινε επί έξι έτη στην επένδυσή του, εξαιτίας των υψηλών τόκων που αυτός εισέπραττε ανά τρίμηνο, θεωρώντας ταυτόχρονα είτε ότι η αξία της επένδυσής του θα ανέβαινε στο μέλλον, είτε ότι θα ελάμβανε στο ακέραιο το επενδυμένο κεφάλαιό του κατά τη λήξη του ομολόγου, παραβλέποντας τον πιστωτικό κίνδυνο η εκδότρια αυτού να μην εκπληρώσει την αναληφθείσα υποχρέωσή της.

Ομοίως δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο προστηθείς υπάλληλος των εναγομένων κατά την αγορά του επίδικου προϊόντος παρείχε στον ενάγοντα τη διαβεβαίωση ότι η επένδυσή του σε αυτό ήταν διασφαλισμένη, ότι το κεφάλαιο του ομολόγου ήταν εγγυημένο κατά τη λήξη του και ότι θα μπορούσε οποτεδήποτε να το ρευστοποιήσει στην ονομαστική του αξία, ούτε ότι αυτός τον Μάιο του έτους 2012 παρότρυνε τον ενάγοντα να λάβει τα ανωτέρω ομόλογα, σε αντικατάσταση των τίτλων που κατείχε, παρουσιάζοντας αυτά ως απολύτως ασφαλή και παρέχοντας τη διαβεβαίωση ότι το κεφάλαιό του ήταν εξασφαλισμένο.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τόσο κατά το χρόνο που προέβη στην ένδικη επένδυση, όσο και κατά το επόμενο χρονικό διάστημα γνώριζε πολύ καλά τα βασικά χαρακτηριστικά των ομολόγων, λόγω και της προηγούμενης επενδυτικής του εμπειρίας και ήταν απολύτως κατανοητό σε αυτόν ότι οι ομολογιακοί τίτλοι έχουν μόνο την εγγύηση του εκδότη τους και τυχόν αφερεγγυότητα αυτού μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια μέρους ή ολοκλήρου του κεφαλαίου, καθώς και ότι οι τιμές τους μεταβάλλονται καθημερινά και μπορούν είτε να υπερβαίνουν, είτε να υπολείπονται της ονομαστικής τους αξίας.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι και στον όρο 8.1 της υπ' αριθ. ... σύμβασης περιορισμένης εντολής, στα πλαίσια της οποίας πραγματοποιήθηκε η ένδικη επένδυση, ρητά αναγραφόταν ότι, λόγω των μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, οι εναγόμενες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής του επενδυτή.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε o ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι εναγόμενες είχαν συμφέρον να τον οδηγήσουν στην αγορά του επίδικου ομολόγου προκειμένου οι ίδιες να εισπράξουν προμήθεια, την οποία του απέκρυψαν. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι συνεπεία της αγοράς του ενδίκου ομολόγου, το ανωτέρω κεφάλαιο εκταμιεύθηκε από τον λογαριασμό που τηρούσε ο ενάγων στην πρώτη εναγομένη και τοποθετήθηκε στο εν λόγω ομόλογο συμφερόντων άλλης Τράπεζας, χωρίς να προκύπτει ότι οι εναγόμενες εισέπραξαν προμήθεια για αυτή τη συναλλαγή, πλέον της οριζόμενης στην υπ' αριθ. ...

σύμβαση ετήσιας αμοιβής διαχειρίσεως ύψους 0,20.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες προσδοκούσαν κάποιο ιδιαίτερο όφελος ώστε να προτρέψουν τον ενάγοντα να προβεί στην αγορά του επίδικου ομολόγου, αντί ενός άλλου αντίστοιχου προϊόντος εκδόσεως της πρώτης εναγομένης ή άλλης εταιρείας. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η εκδότρια του ομολόγου ως άνω Τράπεζα, κατά το χρόνο αγοράς του επίδικου προϊόντος από τον ενάγοντα, ήταν μία ισχυρή τραπεζική εταιρεία με έντονη παρουσία στην Ελλάδα και στην ..., διατηρώντας 295 καταστήματα σε πλείονες χώρες, όπως η Ρωσία, η Ουκρανία, η Ρουμανία, η Σερβία, η Μάλτα και το Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα ρευστότητας, αλλά αντιθέτως είχε ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενα κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της (βλ.

Το προσκομιζόμενο ετήσιο δελτίο της χρήσης που έληξε 31.12.2007 που εξέδωσε η ανωτέρω Τράπεζα, το προσκομιζόμενο δημοσίευμα της ηλεκτρονικής οικονομικής εφημερίδας WWW.CAPITAL.GR σχετικά με τη διανομή αυξημένου μερίσματος στους μετόχους της Τράπεζας ύψους 0,31 ευρώ για το έτος 2006, καθώς και το δημοσίευμα αυτής σχετικά με την αξιολόγηση της Τράπεζας από την D.

B. μεταξύ των 6 top picks σε έκθεσή της για τις ευρωπαϊκές τράπεζες). Επομένως, κατά τον χρόνο αγοράς του επίδικου ομολόγου το έτος 2007, o κίνδυνος απώλειας της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου του ενάγοντος λόγω αδυναμίας του εκδότη του ομολόγου να καλύψει την εγγυητική του ευθύνη κατά το χρόνο λήξης της έκδοσης του ομολογιακού τίτλου, εξαιτίας της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του και της θέσης του σε εκκαθάριση, θεωρείτο όχι απλά απομακρυσμένος, αλλά σχεδόν μηδαμινός, τόσο στους τραπεζικούς κύκλους, όσο και στην ευρύτερη κοινή γνώμη.

Κατόπιν τούτων, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα, ότι οι εναγόμενες είχαν θετική γνώση συγκεκριμένων οικονομικών στοιχείων, τα οποία έθεταν υπό αμφισβήτηση την ασφάλεια της επίμαχης επένδυσής του και τα οποία όφειλαν να γνωστοποιήσουν σε αυτόν, με βάση την καλή πίστη και συναλλακτικά ήθη, ούτε ότι αυτές γνώριζαν το ενδεχόμενο της αφερεγγυότητας ή της πτώχευσης της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας, και μάλιστα το έτος 2007, ήτοι έξι έτη πριν την ανάκληση της άδειας λειτουργίας αυτής και η θέση της σε καθεστώς εκκαθάρισης το έτος 2013.

Αντιθέτως προέκυψε ότι κατά τον χρόνο αγοράς του επίδικου ομολόγου το έτος 2007, οι εναγόμενες ήταν αδύνατο να προβλέψουν ότι η επένδυση σε αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει ζημιά στον ενάγοντα, αποδεχόμενες το ενδεχόμενο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας και θέσης σε εκκαθάριση της εκδότριας αυτού Τράπεζας.

Επιπλέον η κατάρρευση της εκδότριας του ομολόγου τραπεζικής εταιρείας με έδρα την ..., συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε την ... Δημοκρατία τα έτη 2012-2013, ήταν γεγονός έκτακτο και απρόβλεπτο ακόμη και για τους τραπεζικούς κύκλους, ενόψει του ότι στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της τότε ...ς Κυβέρνησης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των αρμοδίων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχαν προταθεί περισσότερα σχέδια αντιμετώπισης της κρίσης, αλλά το ...

Κοινοβούλιο ψήφισε την 22.03.2013 τον ανωτέρω Νόμο 17 (1)/2013 "περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων". Κατόπιν τούτων, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η συμπεριφορά των εναγομένων αναφορικά με την κτήση των επίδικων ομολόγων από τον ενάγοντα φέρει για οποιοδήποτε λόγο τα στοιχεία του παρανόμου, εφόσον εκδηλώθηκε κατά το έτος 2007, δεν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση, κατά τον Ιούλιο του 2013, της νομοθετικής παρέμβασης της ...ς Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας, που αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα, εντελώς, έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενη τότε στην ...

έννομη τάξη και εντεύθεν, μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά ως άνω χρόνο της αγοράς του επίδικου επενδυτικού προϊόντος από το μέσο, λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο (...). Επομένως, οι εναγόμενες δεν παρέβησαν, στα πλαίσια της συναλλακτικής τους δραστηριότητας, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας έναντι του πελάτη τους ενάγοντος, όπως αυτή απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, ενώ εκτέλεσαν την υπ' αριθ. ...

σύμβαση κατά τρόπο σύμφωνο προς τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Επιπλέον η συμπεριφορά των εναγόμενων ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ήτοι στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τον ενάγοντα, ο οποίος εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή και υπάγεται στην προστασία του Ν. 2251/1994, καθόσον δεν υπερβαίνει το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, ενόψει του ότι το επενδυόμενο από αυτόν ως άνω ποσό δεν ήταν υπερβολικά υψηλό, ούτε αποδείχθηκε συστηματική ενασχόληση αυτού με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, ούτε γνώση και εμπειρία του από συναφείς συναλλαγές υπερβαίνουσα τον μέσο όρο των καταναλωτών.

Κατόπιν των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών προέκυψε ότι η ζημία που υπέστη ο ενάγων δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά των εναγόμενων, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή αυτού, διότι τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης, γεγονός που οι εναγόμενες δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν, με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσομένου.

Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε παράβαση εκ μέρους των εναγόμενων των υποχρεώσεων επιμέλειας έναντι του ενάγοντος σχετικά με την πληροφόρησή του, ούτε υπαιτιότητα αυτών για την απώλεια του κεφαλαίου του ενάγοντος, δεν γεννάται ευθύνη των εναγόμενων ούτε κατά τις κοινές περί αδικοπραξίας διατάξεις (άρθρα 281 , 288, 914 ΑΚ), ούτε κατά τις διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή του Ν. 2251/1994, ούτε κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια για όλα τα ανωτέρω και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες την κύρια και την επικουρική βάση της αγωγής, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος ενάγοντος που αποτελούν τον πρώτο, τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή του. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ασαφείς, ανεπαρκείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ενδεδειγμένης ή μη πληροφόρησης του ενάγοντος από τους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης σε σχέση με το επίμαχο ομόλογο πριν την αγορά του, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, του άρθρου 8 του ν.2251/1994, καθώς και εκείνων του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα: α) δεν αναφέρει αν η εκδότρια εταιρία συνόδευσε το επίδικο ομολογιακό δάνειο με σχετικό πληροφοριακό σημείωμα και σε καταφατική περίπτωση, αν σύμφωνα με το περιεχόμενό του, απευθυνόταν ή όχι μόνο σε έμπειρους και θεσμικούς επενδυτές, β) δεν αναφέρει τους όρους αναδοχής του ομολόγου από την αναιρεσίβλητη και δη αν μπορούσε αυτό να προσφερθεί ή πωληθεί δημοσίως σε κατοίκους Ελλάδος και αν υπήρξε εγκεκριμένο ενημερωτικό δελτίο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, γ) διαλαμβάνει ελλιπή αιτιολογία όσον αφορά τη μορφή του ομολόγου δεχόμενο ότι αυτή ήταν απλή, δηλαδή δεν ήταν σύνθετο - δομημένο ομόλογο, καθόσον δεν αξιολογεί ως προς το ζήτημα αυτό, το γεγονός ότι ήταν, όπως δέχεται, μειωμένης εξασφάλισης καθώς και τη σύνδεσή του με το δείκτη euribor, αλλά και τη διαβάθμισή του από τον οίκο Moody's στην κατηγορία των προϊόντων μεσαίας διαβάθμισης, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει, αν η διαβάθμιση αυτή σήμαινε ή όχι σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο, ιδίως σε συνθήκες μη ομαλής πορείας της παγκόσμιας οικονομίας, ενόψει και του ότι στη μείζονα σκέψη αναφέρει, ότι σύμφωνα με την εν λόγω πιστωτική βαθμίδα "ο οφειλέτης διαθέτει επαρκή ικανότητα να ανταποκριθεί στις χρηματοπιστωτικές υποχρεώσεις του, ωστόσο σε δυσμενείς οικονομικές συνθήκες ή αρνητικές εξελίξεις είναι πιθανότερο να οδηγήσουν σε μειωμένη ικανότητα του οφειλέτη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του", δ) δέχεται ότι το επίδικο ομόλογο κατατασσόταν, κατά τον χρόνο αγοράς του, στη χαμηλή κατηγορία επιπέδου κινδύνου, με όρια πιθανοτήτων ασυνέπειας από 0,13% έως 0,56%, χωρίς να προσδιορίζει σχετικό κριτήριο και δη αν η κατάταξη έγινε με βάση εταιρικά ομόλογα εισηγμένα στο Χρηματιστήριο ...

ή με βάση ομόλογα εκδόσεως αλλοδαπών εταιριών - τραπεζών εισηγμένων σε Χρηματιστήρια του εξωτερικού, ε) ενόψει της ανωτέρω παραδοχής ότι το ένδικο ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης αλλά και της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αναφορικά με τη μορφή αυτού χαμηλού ή υψηλού κινδύνου, καθίσταται ασαφές, αν το συγκεκριμένο ομόλογο απευθύνονταν ή όχι σε επενδυτές με το προφίλ του αναιρεσείοντος, ενός δηλαδή αποταμιευτή με συντηρητικό προφίλ και αν αυτός έλαβε την κατάλληλη πληροφόρηση, ε) ενώ διαλαμβάνει παραδοχές ότι ο αναιρεσείων μέχρι και το έτος 2003 τοποθετούσε τις οικονομίες του σε προθεσμιακές καταθέσεις, δηλαδή σε πράξεις που δεν περιέκλειαν κινδύνους για το κεφάλαιό του, ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις του κατά τη σύναψη της από 24-11-2004 (επίμαχης) σύμβασης κατατάχθηκε στην κατηγορία του συντηρητικού επενδυτή με χαμηλό επενδυτικό προφίλ, αποβλέποντας στην επίτευξη σταθερού εισοδήματος και μικρής κεφαλαιακής υπεραξίας σε βάθος χρόνου, με προτίμηση στα χαμηλότερα επίπεδα επενδυτικού κινδύνου, στις μικρές διακυμάνσεις ζημιών- κερδών, και στις βραχυπρόθεσμες επενδύσεις, με δηλωθείσα επιλογή εκείνη της ρευστοποίηση της επένδυσής του κατά προτίμηση εντός έτους ακόμη και στην περίπτωση αύξησης της επένδυσης κατά 20%, καθώς και ότι το χαρτοφυλάκιό του απαρτίζεται κυρίως από βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις, τίτλους σταθερού εισοδήματος και σε μικρό βαθμό μετοχικές αξίες, στη συνέχεια δέχεται, ότι ο αναιρεσείων αποφάσισε ο ίδιος να αγοράσει το επίδικο επενδυτικό προϊόν, καίτοι, γνώριζε ότι επρόκειτο για ομόλογο μειωμένης εξασφάλισης και ότι εν γένει οι ομολογιακοί τίτλοι έχουν μόνο την εγγύηση του εκδότη τους και τυχόν αφερεγγυότητα αυτού μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια μέρους ή ολοκλήρου του κεφαλαίου, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές που να δικαιολογούν την αλλαγή αυτή της επενδυτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος με δική του πρωτοβουλία, στ) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων ήταν απόφοιτος δημοτικού, με αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας τη λειτουργία εστιατορίου στη ...

και, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, την ενασχόλησή του με αγροτοκτηνοτροφικές εργασίες, στη συνέχεια δέχεται, ότι παρά το χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο, είχε μεγάλη συναλλακτική και τραπεζική εμπειρία ως πετυχημένος επιχειρηματίας - ιδιοκτήτης εστιατορίου και αγροκτήματος χωρίς να διευκρινίζει κατά ποιο τρόπο οι εν γένει τραπεζικές συναλλαγές ταυτίζονται με την εμπειρία στον τομέα των επενδύσεων σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ζ) δέχεται ότι ο αναιρεσείων διέθετε και επενδυτική εμπειρία, λόγω της τοποθέτησης των κεφαλαίων του στους προαναφερόμενους ομολογιακούς τίτλους ήδη από το έτος 2004, χωρίς να διευκρινίζει, αν οι προηγούμενες αυτές τοποθετήσεις των κεφαλαίων του στους αναφερόμενους στην απόφαση ομολογιακούς τίτλους, έγιναν με δική του πρωτοβουλία ή ύστερα από συμβουλή των προστηθέντων υπαλλήλων των αναιρεσιβλήτων, αφού, με βάση τις παραδοχές του, ο αναιρεσείων δεν διέθετε οποιασδήποτε μορφής ειδικότερη εκπαίδευση ή εμπειρία, η οποία θα του επέτρεπε να επιλέγει ο ίδιος τις μορφές επωφελούς τοποθέτησης των κεφαλαίων του, με αποτέλεσμα να προκύπτει ασάφεια σχετικά με το αν ο αναιρεσείων, προκειμένου να προβεί και στην επιλογή τοποθέτησης στο επίδικο ομόλογο, είχε ανάγκη την αποφασιστική συνδρομή των υπαλλήλων της διεύθυνσης "P. B." της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι φέρονταν ότι διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία επί των χρηματοπιστωτικών ζητημάτων, η) διαλαμβάνει ότι ο αναιρεσείων ενημερώθηκε επαρκώς από τον ανωτέρω υπάλληλο της πρώτης αναιρεσίβλητης σχετικά με το είδος, τις αποδόσεις και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου προϊόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2251/1994, αλλά και του εφαρμοστέου κατά τον χρόνο συνομολόγησης της υπ' αριθ. ...

σύμβασης Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, χωρίς να διαλάβει συγκεκριμένα περιστατικά που αποτέλεσαν αντικείμενο της ενημέρωσης, προκειμένου να κριθεί ότι ο ανωτέρω υπάλληλος εκπλήρωσε προσηκόντως την υποχρέωσή του, να προβεί σε ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση του αναιρεσείοντος για τη φύση και λειτουργία του επιδίκου επενδυτικού προϊόντος, αλλά και για την εγγυήτρια και εκδότρια αυτού Τράπεζα C.

P. B., καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του και, ειδικότερα, σε τί συνίστανται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ως άνω προϊόντος τα οποία ο ανωτέρω γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα προς ενημέρωσή του πριν ο τελευταίος προβεί στην αγορά του ομολόγου, ούτε αναφέρει κατά ποιο τρόπο (με ποιες ενέργειες) τηρήθηκαν οι όροι του ν.2251/1994 και του άρθρου 6 του Κώδικα Δεοντολογίας, αφού παραλείπει να παραθέσει περιστατικά αναγόμενα στις υποχρεώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά τις παρατιθέμενες ως άνω διατάξεις περί του ελέγχου της καταλληλότητας του προϊόντος σε σχέση με το συγκεκριμένο επενδυτικό προφίλ του αναιρεσείοντος και τη συμβατότητα του προσώπου του πελάτη της με το αντικείμενο της επίμαχης επένδυσης και της αντίστοιχης ενημέρωσής του επί των πληροφοριών (δεδομένων) αυτών και των κινδύνων που συνεπαγόταν η συγκεκριμένη επένδυση, ενόψει μάλιστα των παραδοχών της απόφασης ότι επρόκειτο για ομόλογο χαμηλής (μειωμένης) εξασφάλισης του κατόχου του, με δυνατότητα είσπραξης στη λήξη του της ονομαστικής του αξίας, υπό την προϋπόθεση της μη συνδρομής πιστωτικού κινδύνου, και μακροπρόθεσμης (10ετούς) διάρκειας, που συνεπαγόταν αβεβαιότητα λόγω των μη προβλέψιμων διακυμάνσεων στην επενδυτική αγορά, θ) δέχεται ότι ήταν απολύτως κατανοητό στον αναιρεσείοντα ότι οι ομολογιακοί τίτλοι έχουν μόνο την εγγύηση του εκδότη τους και τυχόν αφερεγγυότητα αυτού μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια μέρους ή ολοκλήρου του κεφαλαίου, χωρίς να διαλαμβάνει σαφή παραδοχή, ότι το κρίσιμο αυτό γεγονός επισημάνθηκε ρητά και με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια στον αναιρεσείοντα και αν αποτυπώθηκε αυτό στο με ημερομηνία 26.02.2007 "Αποδεικτικό εντολής συναλλαγής (Ομόλογα)" είτε σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο.

Έτσι, εξ αιτίας των ως άνω ελλείψεων και ασαφειών δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των εφαρμοστέων ως άνω διατάξεων.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 19 πλημμέλεια, (αλλά και ο συναφής λόγος αναίρεσης, αναφορικά με την επικουρική αγωγική βάση) είναι βάσιμοι, καθόσον από τα άρθρα 579 και 581 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης καθώς και εκείνα του συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, με συνέπεια, η αναίρεση της απόφασης του Εφετείου κατά το κεφάλαιο της με το οποίο είχε απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος επεκτείνεται και έχει ως αναγκαίο δικονομικό παρεπόμενο την αναίρεση της ίδιας απόφασης και κατά το συμπροσβαλλόμενο με την αναίρεση κεφάλαιό της, που είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής, που είχε ερευνήσει και απορρίψει επίσης το Εφετείο, αφού η έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής προϋποθέτει απόρριψη της κύριας βάσης, η οποία μετά την αναίρεση της απόφασης κατά το μέρος της που την απέρριψε, παραμένει εκκρεμής, η δε πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία ερευνήθηκε η επικουρική ανατρέπεται εκ των υστέρων, (πρβλ.

ΟλΑΠ 15/2015, βλ. ΑΠ 546/2009, ΑΠ 293/2008, ΑΠ 1308/2004 και ΑΠ 866/1976) Μετά ταύτα, κατά παραδοχή των άνω λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 2043/2020 απόφαση του Εφετείου ...

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ