Legislator Case Law & Legislation
669/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on investment loss case, ruling factual evaluation escapes appellate review.

Case Number 669/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding their investment losses. The appellants argued the lower court distorted evidence concerning bank officials' warnings about investment risks. The court held that the appeal challenged the factual assessment of evidence rather than a legal error, which falls outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 20 and 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a court's evaluation of facts and evidence regarding liability is inadmissible as it escapes appellate review.

Keywords

AI generated
appellate review scope factual evaluation error investment loss liability evidence distortion claim civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 669 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 669/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Λ. του Χ. και 2) Ζ. Κ. συζύγου Δ. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δούμα.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Π., κατοίκου ..., 3) Ν. Κ. Τ., κατοίκου ... και 4) Θ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αχιλλέα Κανελλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2010 μη οριστική και 121/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 17-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι την 27-5-2005, παραπλανηθέντες από τους δεύτερο , τρίτο και τέταρτο των εναγομένων και ήδη ταυτάριθμων αναιρεσιβλήτων, υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που ενεργούσαν εντός των ανατεθειμένων σ’ αυτούς αρμοδιοτήτων, προέβησαν στην επένδυση ποσού 500.000 ευρώ, με την αγορά δέκα ομολογιών δεκαετούς διάρκειας, τις οποίες όμως εν συνεχεία αναγκάσθηκαν, λόγω μηδαμινής αποδόσεως τους να ρευστοποιήσουν προώρως, αντί του ποσού των 380.000 ευρώ, ζημιωθέντες κατά το επί πλέον ποσό των 120.000 ευρώ.

Ζήτησαν δε κατόπιν αυτού με την αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος προς αυτούς το χρηματικό ποσό των 165.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας, που προκλήθηκε από την απώλεια του ανωτέρω ποσού και των τόκων από της αγοράς έως της πωλήσεως των ομολογιών και επί πλέον το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ σε καθένα εξ αυτών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την τελεσθείσα εις βάρος τους αδικοπραξία.

Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, η έφεση δε που ασκήθηκε κατά της εν λόγω αποφάσεως από τους ενάγοντες απερρίφθη κατ’ ουσίαν με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από τους ενάγοντες με την κρινομένη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν και εξετάζονται ειδικότερα κατωτέρω.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη προς εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ιδίου Κωδικός, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενεργείας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητος των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσης υποχρέωσης λήψεως ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι είναι νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας στη αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στην ένδικη περίπτωση η συγκεκριμένη πράξη ή η παράλειψη απετέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., "ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του".

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως "προστηθείς" για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται "ο κύριος" ή "ο προστήσας", είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου και υπό τις οδηγίες και εντολές αυτού, ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς με τη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικώς με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού.

Από την αυτή ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προεξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ’ αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, ήτοι κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ’ αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια (Α.Π. 926/2004).

Περαιτέρω, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3587/2007, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1), "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ.2εδ.

β’ ), "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α), "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:

α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.

β’ ) και "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ.5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτου της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στο πλαίσιο ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος αποδείξεως της ελλείψεως της.

Ως κριτήρια για την εκτίμηση της υπάρξεως υπαιτιότητος αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν’ ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.

Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").

Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφαλείας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, υπό την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου αυτής με την ζημία είτε τη συνδρομή λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 2257/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνας δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998 και 28/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος, δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) και αφού προηγήθηκαν διαδοχικές συναντήσεις τους, με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων (ήδη ταυτάριθμοι αναιρεσίβλητοι), οι οποίοι είναι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τράπεζα ...

Ανώνυμη Εταιρία" (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) υπέβαλαν προς την τελευταία την από 24 Μαΐου 2005 αίτηση τους, η οποία εγκρίθηκε αυθημερόν... και... προέβησαν στην αγορά δέκα (10) ομολογιών ..., έκδοσης της εταιρίας ... Ltd, συνολικής ονομαστικής αξίας 500.000 ευρώ. Οι ομολογίες αυτές τελούσαν υπό την εγγύηση της πρώτης εναγομένης, ήταν διάρκειας 10 ετών, με ημερομηνία εκδόσεως 27 Μαΐου 2005 και ημερομηνία λήξεως την 27 Μαΐου 2015.

Οι περίοδοι λογισμού τόκου είχαν ορισθεί ανά τρίμηνο.... Για την κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως αγοράς ο πρώτος ενάγων, εκπροσωπώντας όμως και την δεύτερη εναγομένη-σύζυγό του, συμπλήρωσε τα στοιχεία του και υπέγραψε το σχετικό έντυπο με τίτλο "αίτηση αγοράς ομολόγων εκδόσεως της εταιρίας .... Σ’ αυτό περιλαμβάνονταν και τα ακόλουθα: "Δηλώνω ότι:

Γνωρίζω πλήρως, κατανοώ και αποδέχομαι τους όρους των ομολογιών. Οι ομολογίες συνεπάγονται κινδύνους για εμένα, οι οποίοι περιγράφονται ειδικότερα στο επισυναπτόμενο παράρτημα, το οποίο κατενόησα πλήρως πριν από την υποβολή της παρούσας. Συμφωνώ, αποδέχομαι και αναγνωρίζω ότι η Τράπεζα σας δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε ζημία, απώλεια ή δαπάνη ενδεχομένως θα υποστώ λόγω της αγοράς των ομολογιών, κάθε κινδύνου αναλαμβανομένου αποκλειστικά από εμένα".

Ταυτόχρονα και κατά την υποβολή της αιτήσεως, ο πρώτος ενάγων υπέγραψε στην τελευταία σελίδα του, το με ταυτάριθμη ημερομηνία, 24-5-2005, απαρτιζόμενο δε από τέσσερεις (4) σελίδες έντυπο με τον τίτλο "Συνοπτικό Πληροφοριακό Έντυπο-Μάιος 2005" - "Παράρτημα" επισυναπτόμενο στην πιο πάνω αίτηση αγοράς ομολογιών, στο οποίο περιλαμβάνονται οι γραπτοί όροι του ανωτέρω επενδυτικού προγράμματος.

Το Παράρτημα αυτό είχε δοθεί στους εκκαλούντες προς μελέτη και ενημέρωση πριν την αγορά των ένδικων ομολογιών, λαμβάνοντας έτσι αυτοί (εκκαλούντες), γνώση του περιεχομένου αυτού. Στο εν λόγω έντυπο αναφέρονται : α)στην πρώτη σελίδα αυτού: " Τόκος : για τις πρώτες τέσσερεις περιόδους λογισμού τόκου, το επιτόκιο ισούται με 6,00% ετησίως.

Για κάθε επόμενη περίοδο λογισμού τόκου και έως την ημερομηνία λήξης, το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο και σε ετήσια βάση υπολογίζεται από το επιτόκιο της προηγούμενης περιόδου λογισμού τόκου συν ένα όρο πολλαπλασιασμού επί 2. Ο όρος αυτός ισούται με την διαφορά Swap επιτοκίων R μείον το περιθώριο που αντιστοιχεί στην παρούσα περίοδο λογισμού τόκου και αντιστοιχούντων επιτοκίων".

Για οποιαδήποτε περίοδο λογισμού τόκου που το επιτόκιο που προκύπτει με βάση τον ανωτέρω υπολογισμό είναι αρνητικό ή ίσο με 0,00%, ο επενδυτής δεν λαμβάνει τόκο για την περίοδο αυτή, β) στην δεύτερη σελίδα αυτού υπάρχει πίνακας περιόδων λογισμού τόκου και αντιστοιχούντων επιτοκίων διακυμάνσεως αναλόγως με το εύρος διακυμάνσεως του ..., γ) στην τρίτη σελίδα αυτού ορίζεται ότι : "ο εκδότης διατηρεί το δικαίωμα να εξοφλήσει πρόωρα τις ομολογίες στο σύνολο της έκδοσης κατά την ημερομηνία λήξης κάθε περιόδου λογισμού τόκου, καταβάλλοντος στους επενδυτές το 100% της ονομαστικής αξίας της ομολογίας καθώς και τυχόν δεδουλευμένους τόκους.

Οι ομολογίες δεν θα εισαχθούν στο Χρηματιστήριο. Η Τράπεζα θα προτείνει τιμές αγοράς και πώλησης των Ομολογιών, λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε οικονομικές συνθήκες και τις συνθήκες των χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών. Οι τιμές αγοράς και πώλησης των Ομολογιών στη δευτερογενή αγορά ενδέχεται να είναι χαμηλότερες από την ονομαστική αξία των Ομολογιών.

Το 100% της ονομαστικής αξίας των Ομολογιών είναι εγγυημένο στην ημερομηνία λήξης των Ομολογιών δ) στην τέταρτη σελίδα εκτίθεται πίνακας με ενδεικτικά παραδείγματα αποδόσεως των Ομολογιών με την διακύμανση των τόκων αυτών ανά τρίμηνο, οι οποίοι μπορούν να φθάσουν και σε μηδενική απόδοση μετά την έβδομη περίοδο".

Στην τελευταία αυτή σελίδα ο πρώτος ενάγων έθεσε την υπογραφή του, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η υπογραφή αυτή καλύπτει ολόκληρο το έντυπο ως ενιαίο κείμενο, ενώ όπως προαναφέρθηκε, τούτο, είχε δοθεί ολόκληρο στον πρώτο ενάγοντα για ενημέρωση και μελέτη, από κοινού με την δεύτερη ενάγουσα-σύζυγό του, απορριπτόμενου ως αβασίμου του λόγου της έφεσης ότι δόθηκε σ’ αυτούς (εκκαλούντες), κατά την στιγμή της αγοράς, μόνο η τελευταία (4η) σελίδα για υπογραφή και όχι και οι ενδιάμεσες σελίδες, οι οποίες περιέχουν τους όρους υπό τους οποίους αγοράσθηκαν οι ομολογίες, αφού τούτο αντίκειται στη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αν δηλαδή είχε δοθεί προς μελέτη στους εκκαλούντες, μόνο η τέταρτη (4η) σελίδα του παραρτήματος και όχι και οι ενδιάμεσες σελίδες αυτού, στις οποίες περιλαμβάνονται με λεπτομέρεια όλοι οι όροι για την αγορά και την εξέλιξη των ένδικων ομολογιών και οι οποίες (σελίδες) σημειωτέον είναι αριθμημένες στο κάτω μέρος κάθε σελίδας, τότε ο πρώτος ενάγων και η σύζυγος του, οι οποίοι σημειωτέον είναι γιατροί στο επάγγελμα, άνθρωποι δηλαδή με ανώτερο μορφωτικό επίπεδο και όχι με απλές γραμματικές γνώσεις, δεν θα καταλάβαιναν τίποτα σχετικά με τους όρους αγοράς του ανωτέρω επενδυτικού προϊόντος και θα ζητούσαν από την πρώτη εναγομένη τράπεζα διευκρινήσεις, χωρίς να υπογράψουν πριν την παροχή των διευκρινήσεων, την αγορά των ένδικων ομολογιών.

Άρα, όσα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, οι οποίοι προσπαθούν να αντλήσουν επιχείρημα από το γεγονός ότι οι ενδιάμεσες σελίδες του Παραρτήματος δεν φέρουν υπογραφή του πρώτου εξ αυτών, με τους σχετικούς λόγους της έφεσης τους, περί του ότι δηλαδή δεν τους δόθηκαν οι ενδιάμεσες σελίδες του παραρτήματος για ενημέρωση, θα πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, με βάση την πορεία των υποκειμένων δεικτών που επηρέαζαν τις ομολογίες, ήτοι το διατραπεζικό επιτόκιο ευρώ εξαμήνου ..., και την ισοτιμία EUR/USD, οι τελευταίες, δεν απέδωσαν τον αναμενόμενο τόκο, ενώ στη συνέχεια, μετά τις 27/2/2007, έπαυσαν να αποδίδουν τόκο, δεδομένου ότι το ποσοστό του διατραπεζικού επιτοκίου ευρώ εξαμήνου (...) βρίσκονταν εκτός των συμβατικώς προκαθορισμένων ορίων.

Λόγω της χαμηλής αποδόσεως του συγκεκριμένου τραπεζικού προϊόντος οι εκκαλούντες αποφάσισαν να πωλήσουν τις ομολογίες, πράγμα το οποίο έπραξαν, κατόπιν αιτήσεως που υποβλήθηκε από την δεύτερη ενάγουσα, στις 3-10-2008 και τους επεστράφη ποσό 380.000 ευρώ. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται με την αγωγή τους, ότι κατά την διάρκεια των διαδοχικών διαπραγματεύσεων και συζητήσεων τους με τους εναγομένους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρίας, οι εν λόγω υπάλληλοι τους διαβεβαίωσαν και παραπειστικά τους εξέθεσαν προφορικά ότι η απόδοση των ομολογιών ήταν μεγάλη και σίγουρη και ότι σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης των Ομολογιών, η επιβάρυνση τους δεν θα υπερέβαινε το 1%-1,5% του επενδυθέντος κεφαλαίου.

Όμως λόγω του μεγάλου ύψους του επενδυθέντος ποσού, τέτοιου είδους συμφωνία, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, θα περιλαμβάνονταν και στα σχετικά έγγραφα και δεν θα παρέμενε στα επίπεδα των προφορικών διαβεβαιώσεων. Κατά συνέπεια, αν όντως υπήρχε τέτοια διαβεβαίωση των εναγομένων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρίας προς τους ενάγοντες για την διασφάλιση και των δύο μερών, λογικά η συμφωνία αυτή θα καταρτίζονταν εγγράφως, πράγμα το οποίο, όμως δεν έλαβε χώρα και το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ουδεμία τέτοια συμφωνία καταρτίστηκε ούτε προφορικά και επομένως ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ισχυρίζονται, ακόμη, ότι πριν την αγορά των ομολογιών οι εναγόμενοι δεν τους ενημέρωσαν πλήρως για τους κινδύνους από την αγορά τους, ότι μπορεί η απόδοση τους να καταστεί και μηδενική και ότι αυτές δεν θα εισαχθούν στο Χρηματιστήριο, αλλά σε δευτερογενή αγορά, γεγονότα τα οποία πληροφορήθηκαν μετά την αγορά τους και μετά την αντίδραση τους και την χαμηλή απόδοση των τόκων κατά το πρώτο τρίμηνο.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ειδικότερα, με την αγωγή τους, ότι μετά την αγορά των ομολογιών και αφού η απόδοση των τόκων των Ομολογιών τους, από την αρχή ήταν χαμηλή, πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά, αφού τότε οι εναγόμενοι υπάλληλοι τους χορήγησαν το πρώτον, πλήρες το προαναφερθέν τετρασέλιδο έντυπο, ότι :

α)η τιμή εκδόσεως του 100% της ονομαστικής αξίας των Ομολογιών είναι εγγυημένη μόνο στην ημερομηνία λήξεως του, β)αυτές δεν θα εισαχθούν σε Χρηματιστήριο, αλλά η Τράπεζα θα προτείνει τιμές αγοράς και πωλήσεως τους, λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε οικονομικές συνθήκες και τις συνθήκες των χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών, με αποτέλεσμα, οι τιμές αγοράς και πωλήσεως τους ενδέχεται να είναι χαμηλότερες από την ονομαστική αξία των Ομολογιών και γ) η τιμή πωλήσεως τους προσδιορίζονταν σύμφωνα με τον προαναφερθέντα υπολογισμό.

Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων, οι οποίοι επιχειρούν να τον στηρίξουν στο γεγονός ότι η υπογραφή του πρώτου εξ αυτών έχει τεθεί μόνο στην τέταρτη και τελευταία σελίδα του προαναφερομένου τετρασέλιδου εντύπου Παραρτήματος και όχι σε κάθε σελίδα αυτού, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν βρίσκει έρεισμα σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε κάποια παραβατική συμπεριφορά των εναγομένων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο συνεργάσθηκαν με τους ενάγοντες για την αγορά των ένδικων Ομολογιών και την σχετική ενημέρωση τους, ώστε να καταλήξουν στην απόφαση περί αγοράς αυτών.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης, υπέδειξαν στους ενάγοντες την πιθανώς αυξημένη απόδοση του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, ενώ τους επεσήμαναν και τους ενδεχομένους κινδύνους από την αγορά αυτή.

Εν κατακλείδι και με βάση κυρίως το πιο πάνω τετρασέλιδο έντυπο Παράρτημα το οποίο είχε δοθεί ολόκληρο στους εκκαλούντες προς ανάγνωση, μελέτη και ενημέρωση πριν την υπογραφή της αίτησης αγοράς των ομολογιών, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρίας ενημέρωσαν τους ενάγοντες ότι οι τιμές αγοράς και πώλησης των ένδικων Ομολογιών στη δευτερογενή αγορά ενδέχεται να είναι χαμηλότερες από την ονομαστική αξία των Ομολογιών.

Περαιτέρω, δε από το ίδιο ως άνω Παράρτημα προκύπτει ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν σχετικά με το ότι το 100% της ονομαστικής αξίας των ομολογιών είναι εγγυημένο στην ημερομηνία λήξης των ομολογιών. Από το συνδυασμό των δύο αυτών όρων προκύπτει ότι η ενημέρωση των εναγόντων ήταν πλήρης σχετικά με την επικινδυνότητα της ένδικης επένδυσης και του ενδεχομένου να υπάρξει απώλεια του κεφαλαίου τους σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης των ένδικων ομολογιών, αφού, (εξ) αντιδιαστολής από τον τελευταίο ως άνω ιδίως όρο προκύπτει ότι αν οι εκκαλούντες ζητούσαν την πρόωρη εξόφληση του κεφαλαίου θα είχαν απώλεια αυτού, χωρίς βέβαια να προκύπτει και το ύψος αυτής, πράγμα το οποίο, όμως, ανάγονταν στην σφαίρα ευθύνης των εκκαλούντων, οι οποίοι θα έπρεπε με κατάλληλες ερωτήσεις να ζητήσουν από τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης να τους διευκρινίσουν το ζήτημα τούτο καταχωρώντας και τη σχετική απάντηση στο έγγραφο Παράρτημα.

Άλλωστε και οι ίδιοι οι ενάγοντες - εκκαλούντες, με την υπό κρίση έφεση τους διατείνονται ότι αν είχαν παραλάβει ολόκληρο το τετρασέλιδο ως άνω "Παράρτημα" και ιδίως, όπως επί λέξει εκθέτουν, την "κρίσιμη 3η σελίδα αυτού, όπου υπάρχει η αναφορά, το 100% της ονομαστικής αξίας των Ομολογιών είναι εγγυημένο στην ημερομηνία λήξης των ομολογιών", δεν θα προέβαιναν στην ένδικη επένδυση του κεφαλαίου τους, εννοώντας προδήλως ότι θα ενεργούσαν έτσι, γιατί θα είχαν ενημερωθεί πλήρως για το ρίσκο της ένδικης επένδυσης.

Όπως όμως αποδεικνύεται οι εκκαλούντες παρέλαβαν προς μελέτη όχι μόνο την τέταρτη σελίδα του ανωτέρω Παραρτήματος, αλλά ολόκληρο το τετρασέλιδο έντυπο του εν λόγω Παραρτήματος, στο οποίο περιέχονταν όλοι οι προαναφερόμενοι όροι που αφορούσαν την ένδικη επένδυση και άρα και ό όρος περί του ότι "το 100% της ονομαστικής αξίας των Ομολογιών είναι εγγυημένο στην ημερομηνία λήξης των Ομολογιών" και επομένως υπήρξε πλήρης ενημέρωση αυτών περί της υπάρξεως περιπτώσεως απώλειας του κεφαλαίου τους, εξοφλώντας, με αίτημα των ιδίων, πρόωρα τις ένδικες ομολογίες και παρόλα αυτά, προέβησαν στην ένδικη επένδυση και άρα οι ίδιοι ανέλαβαν τον κίνδυνο αυτής και την περίπτωση να ζημιωθούν.

Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εκκαλούντες, όταν ο πρώτος εξ αυτών, υπέγραψε την από 24/5/2005 αίτηση αγοράς ομολογιών, έχοντας προηγουμένως δοθεί σ’ αυτούς ολόκληρο το τετρασέλιδο Παράρτημα προς ενημέρωση και μελέτη, μπορούσαν σε κάθε περίπτωση να ζητήσουν επιμέρους διευκρινήσεις για κάθε τι, που δεν ήταν κατανοητό, καθώς και ποιο είναι το ποσό που τους επιστρέφεται σε περίπτωση που ο αγοραστής και όχι ο επενδυτής εξοφλήσει πρόωρα τις ομολογίες, αφού οι ίδιοι συνομολογούν ότι αν τους είχε δοθεί ολόκληρο το τετρασέλιδο Παράρτημα θα υπήρχε πλήρης ενημέρωση αυτών και δεν θα προέβαιναν στην ένδικη επένδυση.

Το τετρασέλιδο αυτό όμως "Παράρτημα" τους δόθηκε ολόκληρο και άρα ενημερώθηκαν πλήρως για την επικινδυνότητα του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος, αναλαμβάνοντας περαιτέρω το "ρίσκο" της επένδυσης αυτής τυχόν δε επιμέρους διευκρινήσεις δεν ανάγονταν στην σφαίρα ευθύνης των εναγομένων, αλλά στην πρωτοβουλία των εναγόντων με την μορφή ερωτήσεων στους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης, κάτι όμως που δεν έγινε.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες, μετά την ανωτέρω αγορά των ένδικων ομολογιών στη συνέχεια προέβησαν στις 27-8-2005 στην αγορά και άλλων ομολογιών και συγκεκριμένα αγόρασαν ομολογίες αξίας 300.000 ευρώ, επταετούς διάρκειας με την ονομασία ..., οι οποίες επίσης είχαν εγγυημένο κεφάλαιο κατά τη λήξη τους.

Εξ αφορμής των ομολογιών, οι οποίες έπαυσαν να αποδίδουν τόκο, οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αγωγή τους, η οποία είχε παρόμοια όπως και η υπό κρίση αγωγή, ιστορική βάση ζητώντας, ως αποζημίωση το ποσό των 52.000 ευρώ, άλλως το ποσό των 47.500 ευρώ, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις αυτής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.81/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη με την υπ’ 62/2014 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, το οποίο επικύρωσε την Πρωτόδικη απόφαση. Εξάλλου εξ αφορμής της αμέσως προαναφερόμενης αγοράς και κατόπιν σχετικής καταγγελίας των εναγόντων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ...-5-2007 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Διευθύνσεως Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία επιβλήθηκε στην πρώτη εναγομένη, όχι πρόστιμο ποσού 4.000.000 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά άτοκη κατάθεση για ένα εξάμηνο στην Τράπεζα της Ελλάδος με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού που τηρεί σ’ αυτήν, συνολικού ποσού 4.000.000 ευρώ.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης ".. ενώ παρασχέθηκε επαρκής πληροφόρηση για τα γενικά χαρακτηριστικά των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων και τις βασικές εκδοχές της πιθανής μελλοντικής απόδοσης τους, δεν παρασχέθηκε επαρκής πληροφόρηση όσον αφορά την έκταση απομείωσης του κεφαλαίου από την ενδεχομένη πρόωρη ρευστοποίηση τους.

Η Επιτροπή εξέτασε το επιχείρημα τραπεζών ότι το μέγεθος των κεφαλαίων που επενδύονται σε προϊόντα αυτής της κατηγορίας συνεπάγεται και επίδειξη αντίστοιχης επιμέλειας από τους ιδιώτες πελάτες αλλά δεν το έκανε αποδεκτό κατά το βαθμό που αφορά την τεκμαιρόμενη γνώση των ιδιωτών πελατών για τις επιπτώσεις της πρόωρης ρευστοποίησης".

Ήδη οι εκκαλούντες επικαλούνται την πιο πάνω απόφαση ως επιχείρημα, για την βασιμότητα των δικών τους ισχυρισμών. Πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση τους προαναφερθέντες όρους του παραδοθέντος στους ενάγοντες τετρασέλιδου παραρτήματος... υπήρξε πλήρης ενημέρωση των εναγόντων για το ότι η επένδυση τους ήταν "ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη" και παρόλα αυτά οι ίδιοι οι ενάγοντες ανέλαβαν το ρίσκο αυτής...Εξάλλου θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά της ανωτέρω...απόφασης της ως άνω Επιτροπής η πρώτη εναγομένη Τράπεζα άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Σ.Τ.Ε., το οποίο με την υπ’ αριθμ. 3423/2014 απόφαση του, απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως, με το σκεπτικό ότι "...

εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο περί απλών συναλλασσομένων (εννοούνται οι ενάγοντες) με την αιτούσα (εννοείται η πρώτη εναγομένη) οι οποίοι (ενάγοντες) προέβησαν στην αγορά ομολογιών σημαντικού ύψους υφίστατο αυξημένη υποχρέωση ενημερώσεως τους, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αγοράς (των ένδικων ομολογιών), ιδίως ως προς τους κινδύνους σε περίπτωση προώρου εξοφλήσεως-ήτοι προ του χρόνου εξοφλήσεως των ομολογιών - μη επαρκούσης της απλής αναφοράς στο σχετικό πληροφοριακό έντυπο ότι οι τιμές αγοράς και πωλήσεως των ομολογιών στην δευτερογενή αγορά ενδέχεται να είναι χαμηλότερες από την ονομαστική τους αξία, αφού αυτή δεν καλύπτει την περίπτωση αυτή της πρόωρης εξοφλήσεως".

Ούτε όμως και από την εν λόγω απόφαση του Σ.Τ.Ε, από το σκεπτικό του οποίου θα πρέπει να σημειωθεί ότι προκύπτει ότι γίνεται δεκτό ότι το τετρασέλιδο έντυπο Παράρτημα επιδόθηκε ολόκληρο στους ενάγοντες και ότι δεν παραδόθηκε η 4η σελίδα αυτού, μπορεί να συναχθεί αντίθετη κρίση σε σχέση με όσα πιο πάνω γίνονται δεκτά, αφού αποδείχθηκε ότι εκτός του ανωτέρω όρου που το Σ.Τ.Ε δέχεται ότι υπήρχε στο Παράρτημα που δόθηκε στους εκκαλούντες, υπήρχε και ο όρος περί του ότι "το 100% της ονομαστικής αξίας των Ομολογιών είναι εγγυημένο στην ημερομηνία λήξης των Ομολογιών", όρος για τον οποίο ουδεμία μνεία γίνεται στην ανωτέρω απόφαση του Σ.Τ.Ε και επομένως υπήρξε πλήρης ενημέρωση των εναγόντων για το ριψοκίνδυνο του ένδικου επενδυτικού προϊόντος και παρόλα αυτά, αυτοί ανέλαβαν το ρίσκο να υποστούν ζημία εξ αυτού, την οποία και υπέστησαν, η πλήρης δε αυτών ενημέρωση προκύπτει από την παραδοχή των ιδίων περί του ότι αν είχαν παραλάβει τις ενδιάμεσες σελίδες του παραρτήματος, τις οποίες όμως και σε αντίθεση με όσα αυτοί ισχυρίζονται αποδείχθηκε ότι τις παρέλαβαν, δεν θα προέβαιναν στην ένδικη επένδυση, λόγω του ότι θα είχαν ενημερωθεί πλήρως για το ρίσκο της επένδυσης.

Πλην όμως αν και ενημερώθηκαν με την παράδοση του τετρασέλιδου εντύπου πλήρως προέβησαν στην επένδυση αναλαμβάνοντας, τον κίνδυνο της ένδικης επένδυσης. Αντίθετα από το πιο πάνω Παράρτημα προκύπτει ότι οι εναγόμενοι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρίας ενημέρωσαν τους ενάγοντες ότι οι τιμές αγοράς και πώλησης των Ομολογιών στη δευτερογενή αγορά ενδέχεται να είναι χαμηλότερες από την ονομαστική αξία των Ομολογιών, το 100% δε της ονομαστικής αξίας των Ομολογιών ήταν εγγυημένο στην ημερομηνία λήξης των Ομολογιών.

Εξάλλου το αβάσιμο του αγωγικού ισχυρισμού των εναγόντων ότι δήθεν, δεν ενημερώθηκαν περί του ότι το ένδικο επενδυτικό προϊόν ενδέχεται να έχει μηδενικό επιτόκιο, προκύπτει και από το ότι ενώ με την αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι η 4η σελίδα του παραρτήματος που δήθεν μόνο συνόδευε την αίτηση αγοράς των ομολογιών, είχε ενδεικτικά παραδείγματα και περιείχε δύο πίνακες περιόδων λογισμού τόκων και συγκεκριμένα α)ένα πίνακα περιόδων 1-6 με ετησιοποιημένο επιτόκιο που κυμαίνονταν σταθερά ανοδικά από 6,5-6,6 % και β) έτερο πίνακα περιόδων 1-11 και 12-40 με επιτόκιο από 6%, προκύπτει ότι τούτο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού όπως προκύπτει στην εν λόγω σελίδα του Παραρτήματος, την οποία οι ενάγοντες δέχονται ότι δόθηκε για υπογραφή στον πρώτο εξ αυτών, για το υποθετικό παράδειγμα της περιόδου από 7 έως 40, το επιτόκιο των περιόδων αυτών, εκτίθεται ότι μπορεί να είναι και 0%.

Επομένως με βάση τα προαναφερόμενα δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρίας εκμεταλλεύτηκαν την εμπιστοσύνη, που τους έδειξαν οι ενάγοντες, αντίθετα μάλιστα αποδείχθηκε ότι αυτοί τους συμπεριφέρθηκαν κατά τρόπο, που αρμόζει σε επενδυτές μεγάλων κεφαλαίων και συγκεκριμένα τους επισκέφθηκαν στο χώρος τους, στο Ιατρείο τους ..., ενώ όσον αφορά τον τέταρτο εναγόμενο, προκύπτει ότι αυτός υπηρετεί στο τμήμα ...

πρώτης εναγομένης εταιρίας, το οποίο ασχολείται με ιδιάζουσες λόγου ποσού επενδύσεις και εξ αυτού προκύπτει η ιδιαίτερη ενημέρωση των εναγόντων, όσον αφορά την ένδικη επένδυση, δόθηκε δε στους ενάγοντες για μελέτη το τετρασέλιδο ως άνω Παράρτημα και όχι μόνο η τελευταία (4η) σελίδα αυτού, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με την αγωγή τους οι ενάγοντες και επομένως υπήρξε πλήρης ενημέρωση των τελευταίων για την υπόψη επένδυση.

Και βέβαια κατόπιν των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε κάποιος δόλος των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης... Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω δεν αποδεικνύεται αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων σε βάρος των εναγόντων και κατόπιν τούτου η υπό κρίση αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη......

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση των εναγόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία, κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει επίσης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.

β’ , 914, 932 Α.Κ. και 8 του ν. 2251/1994, και δεν παρεβίασε αυτές με την μη εφαρμογή τους, αφού τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, δεδομένου ότι δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσεσιβλήτων, προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης αναιρεσίβλητες και εντεύθεν δεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική ή εκ του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 ευθύνη τούτων και συνακολούθως αξίωση των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ’ αυτή, την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της κρίσεως του περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι αναιρεσείοντες, όταν προέβησαν στην επίμαχη επένδυση είχαν πλήρη γνώση των όρων και του τρόπου λειτουργίας του αντιστοίχου επενδυτικού προϊόντος, αφού είχαν προηγουμένως ενημερωθεί σχετικώς τόσο προφορικώς από τους υπαλλήλους της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αναιρεσιβλήτους, όσο και κυρίως από το εγχειρισθέν σ’ αυτούς και επισυναπτόμενο στην αίτηση τους προς την πρώτη αναιρεσίβλητη για την αγορά των ομολογιών τετρασέλιδο παράρτημα της συμβάσεως, στο οποίο περιέχονται αναλυτικώς οι όροι λειτουργίας της επενδυτικής συμβάσεως και ιδιαιτέρως οι αποτελέσαντες την αιτία της ένδικης διαφοράς τοιούτοι, ότι δηλαδή η ονομαστική αξία των ομολογιών ήταν πλήρως εγγυημένη από την πρώτη αναιρεσίβλητη, μόνο κατά την συμφωνημένη ημεροχρονολογία λήξεως αυτών, ενώ σε περίπτωση που οι αναιρεσείοντες ζητούσαν, όπως είχαν δικαίωμα, την πρόωρη εξόφληση τους, η ρηθείσα εγγύηση δεν θα υπήρχε , και οι τιμές πωλήσεως των ομολογιών που δεν προβλεπόταν η εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο, θα καθορίζονταν με βάση τις οικονομικές και τις επικρατούσες στις χρηματαγορές συνθήκες και ενδεχομένως να ήταν κατώτερες της ονομαστικής τους αξίας.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο υπό τις ως άνω παραδοχές του παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σε συνδυασμό και προς την υπ’ αριθμ. 2501/2002 κανονιστικής φύσεως Πράξη του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, περί ενημερώσεως των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, αρνούμενο, με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες την εφαρμογή τους, μολονότι συνέτρεξαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Αξίζει άλλωστε να σημειωθεί ότι με τους λόγους αυτούς και υπό την επίκληση των ως είρηται αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται κατ’ ουσίαν η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, ως αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων, και καθοριστική για την διάγνωση της ένδικης διαφοράς παραδοχή του Εφετείου, ότι το προαναφερόμενο τετρασέλιδο παράρτημα της συμβάσεως που περιείχε τους επίμαχους όρους της επενδύσεως είχε εκδοθεί στους αναιρεσείοντες πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, ενώ οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι τους είχε δοθεί μόνο η τελευταία σελίδα αυτού, η οποία και μόνο φέρει την υπογραφή του πρώτου εξ αυτών και στην οποία δεν περιλαβάνονται οι ρηθέντες όροι.

Επειδή, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ως προς το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, τον προσδιορισμό δηλαδή από το δικαστήριο του διαδίκου που βαρύνεται με την προσκομιδή του αποδεικτικού υλικού προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αξιώσεως του γεγονότων, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με τον ν. 2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή σε όλες τις υποθέσεις της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.

Κατά συνέπειαν, δεν τίθεται πλέον και θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος αποδείξεως και συνακολούθως δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., σχετικός λόγος αναιρέσεως. Τον λόγο αυτό αναιρέσεως όμως μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, υπό την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστού ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επιδίκου εννόμου συνεπείας (Α.Π. 447/2015, 76/2013, 1710/2012, 233/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, λόγω εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, υπό την έννοια ότι το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, παρά το υφιστάμενο υπέρ αυτών τεκμήριο περί της εκ του άρθρου 8 του ν. 22451/1994 ευθύνης των αναιρεσιβλήτων και μολονότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ανταποκρίθηκαν στο εκ της καθιερουμένης συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, βάρος αποδείξεως της ανυπαρξίας παράνομης και υπαιτίας συμπεριφοράς τους ή της ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου αυτής με την ζημία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αγωγή απερρίφθη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, διότι κρίθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι προς ανατροπή της τεκμαιρόμενης σχετικής ευθύνης τους. Η εκτίμηση δε των ως άνω αποδείξεων , που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, πλήττεται κυρίως και με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, κατά την εκτίμηση του νοηματικού αυτού περιεχομένου.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της αγωγής, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Έτσι, οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη, αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής εξ αφορμής άλλης, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται στην τελευταία γενικώς, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων (Α.Π. 774/2012, 1118/2011, 1291/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και έκτο λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα : 1) Την υπ’ αριθμ. .../25-11-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Λαμίας Κ.

Κ. των μαρτύρων Π. Τ. και Δ. συζ. Π. Τ., η οποία δεν μνημονεύεται ειδικώς στην απόφαση, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, 2) το υπ’ αριθμ. 29/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας, 3) το υπ’ αριθμ. 122/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, 4) την ενσωματωμένη στο υπ’ αριθμ. 25/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας υπ’ αριθμ. 31/2010 εισαγγελική πρόταση, 5) το υπ’ αριθμ. 67/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας, 6) το υπ’ αριθμ. 91/2011 παρεμπίπτον βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, και 7) το υπ’ αριθμ. 100/2011 βούλευμα του του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, αλλά και από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία αποδεικνύονται με τα εν λόγω έγγραφα δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Καθόσον αφορά δε τις ένορκες βεβαιώσεις (ανωτέρω υπό στοιχείο α’ ) οποία αναφέρεται ειδικότερα ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να λεχθεί ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση τους αυτές είχαν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης που αφορούσε την από 10-9-2007 αγωγή του (μη διαδίκου) Χ. Κ. και την από 10-9-2007 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων και συνεπώς δεν αποτελούσαν, κατά τα προλεχθέντα, ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, προβλεπόμενο από το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.

β’ Κ.Πολ.Δ., ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά απλά έγγραφα συνεκτιμώμενα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ως τοιαύτα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π. 1/1999,2/2008, Α.Π. 896/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του προδιαληφθέντος καταλυτικού για την διάγνωση της ένδικης διαφοράς πορίσματος του ότι πριν οι αναιρεσείοντες προβούν στην επίμαχη επένδυση, είχαν πλήρως ενημερωθεί περί του τρόπου λειτουργίας της και των ενδεχομένων κινδύνων της, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προειρημένων υπ’ αριθμ. ...-5-2077 αποφάσεως της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Διευθύνσεως Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τραπέζης της Ελλάδος και υπ’ αριθμ. 3423/2014 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες αφορούσαν την τελεσιδίκως απορριφθείσα ετέρα ως άνω αγωγή των αναιρεσειόντων και επέβαλαν κύρωση στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, διότι έκριναν μη επαρκή την εκ μέρους της ενημέρωση των αναιρεσειόντων περί της εκτάσεως της απομειώσεως του κεφαλαίου σε περίπτωση προώρου ρευστοποιήσεως των ομολογιών, μολονότι τους είχε επιδώσει σχετικώς το προαναφερόμενο παράρτημα με τους όρους της επενδύσεως.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το ιστορικό του περιεχόμενο, δεν προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση για διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή απόδοση στις ρηθείσες αποφάσεις περιεχομένου διαφορετικού από εκείνο που πράγματι έχουν, αλλά για εκτιμητικό τοιούτο, δηλαδή για συναγωγή, με βάση το ορθώς διαγνωσθέν περιεχόμενο των αποφάσεων, αποδεικτικού πορίσματος ως προς την επάρκεια της ενημερώσεως και την επ’ αυτής ερειδομένη ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, διαφορετικού από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Πρόκειται συνεπώς για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν αυτοί ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2015 αίτηση των: 1)Δ. Λ. του Χ. και 2) Ζ. Κ., συζ. Δ. Λ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 53/2015 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ