Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding forged invoices and signature authenticity under Art. 559(8) CPD.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court failed to consider alleged forged invoices and a fake signature, but the court found these grounds legally vague and unsupported by specific facts. Consequently, the appeal was rejected because the appellant did not define the precise content of the alleged irregularities or demonstrate how they affected the trial's outcome.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) ΚΠολΔ; For an appeal ground to be admissible under Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure, the appellant must specify the actual circumstances constituting the ground and explain the legal manner of its presentation in the first and second instance, detailing the specific impact on the trial's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 786 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 786/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κρυσταλλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ντινόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2077/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί της νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση του έργου ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Κατά την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως από δικονομική άποψη, με την έννοια του ορισμένου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της αγωγής, ο ενάγων για την καταβολή της αμοιβής εργολάβος οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφο αυτής τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και ότι εκτέλεσε προσηκόντως την υποχρέωση που τον βαρύνει με την παράδοση του έργου.
Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση της συμβάσεως με πολλούς τρόπους: κατ' αποκοπή, κατά μονάδα έργου, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικά, χρονικά, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού. Κατά το σύστημα καθορισμού της αμοιβής απολογιστικά, η αμοιβή του εργολάβου υπολογίζεται σε ποσοστό επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων του έργου (cost plus) (ΑΠ 682/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 18.12.2013 ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης περί καταβολής σ' αυτήν του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής της συνολικού ύψους 578.186,42 ευρώ, σαφώς προσδιορίζεται το συμφωνηθέν και προσηκόντως παραδοθέν έργο της αποκαταστάσεως ενός διατηρητέου κτιρίου με τις αναγκαίες οικοδομικές και ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες, καθώς και το τελικό ύψος της εργολαβικής αμοιβής, το οποίο είχε προσδιορισθεί απολογιστικά επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων του έργου προσαυξημένο κατά 20% λόγω εργολαβικού οφέλους πλέον ΦΠΑ.
Προ τούτο αναφέρονται σε προσαρτημένους στην αγωγή πίνακες οι γενόμενες κατά την πρόοδο του έργου εργασίες και το κόστος κάθε μίας.
Συνεπώς, το δικόγραφο αυτό πληροί τους όρους των άρθρων 681, 694 του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ σχετικά με την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την άσκησή της κατά της εναγομένης, την ακριβή περιγραφή του συμφωνηθέντος και εκτελεσθέντος έργου, καθώς και την συμφωνηθείσα αμοιβή και δεν είναι άκυρο, ούτε ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της αγωγής, όπως η αναιρεσείουσα εσφαλμένα ισχυρίζεται, ο χρόνος εκτελέσεως κάθε μερικότερης εργασίας, ο χρόνος προμήθειας των υλικών και οι αριθμοί των παραστατικών αγοράς, τα στοιχεία εκείνων που προσλήφθηκαν για να εκτελέσουν με ημερομίσθιο ή κατ' αποκοπή και τα στοιχεία των μηχανικών και του προσωπικού που προσλήφθηκαν από την ενάγουσα για την εκτέλεση του έργου, διότι τα στοιχεία αυτά είναι διευκρινιστικά των θεμελιωτικών της ένδικης αξιώσεως γεγονότων και είναι δυνατόν να συμπληρωθούν, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, από τις αποδείξεις.
Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι στην αγωγή δεν προσδιορίζονται οι πρόσθετες εργασίες που η ενάγουσα εκτέλεσε και δεν είχαν συμπεριληφθεί στο συμβατικό προϋπολογισμό του έργου, ούτε αναφέρεται ότι η ενάγουσα εργολάβος ειδοποίησε κατά τους όρους του άρθρου 697 ΑΚ την εναγομένη για την ουσιώδη υπέρβαση του προϋπολογισμού, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, διότι στην αγωγή δεν περιέχεται αξίωση αμοιβής με βάση κάποιο συμβατικό προϋπολογισμό αλλά απολογιστικά, ούτε ζητείται αμοιβή για πρόσθετες των συμφωνημένων εργασίες.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κήρυξε το δικόγραφο της αγωγής άκυρο λόγω αοριστίας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και οι πρώτος και έβδομος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, συναφείς λόγοι, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
2.- Σύμφωνα με το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Τα άρθρα 696-697 του ΑΚ ρυθμίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, όταν το ύψος της εργολαβικής αμοιβής καθορίσθηκε επί τη βάσει προϋπολογισμού, ο οποίος ως εκ τούτου αποτελεί περιεχόμενο της συμβάσεως.
Η διαφορά έγκειται στο ότι στην πρώτη περίπτωση (696 ΑΚ) ο εργολάβος εγγυήθηκε ρητά την ακρίβεια του προϋπολογισμού, ενώ στη δεύτερη (697 ΑΚ) ο εργολάβος συνέταξε απλώς ενδεικτικό προϋπολογισμό και δεν εγγυήθηκε την ακρίβεια αυτού. Ο προϋπολογισμός είναι πίνακας (συνήθως έγγραφος, αλλά μπορεί να είναι και προφορικός) που καταρτίζεται πριν από την εκτέλεση του έργου και περιέχει υπολογισμό του κόστους αυτού, λεπτομερή έκθεση των εργασιών που πρέπει να εκτελεσθούν και των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή του έργου και καθορίζει τις κατ` ιδίαν τιμές αυτών σε συμβατικά καθορισμένες κατηγορίες μονάδων μήκους, επιφάνειας, όγκου, κ.λπ.
Στις αξίες αυτές περιλαμβάνονται τόσο οι δαπάνες, όσο και η καθαρή αμοιβή του εργολάβου. Η συνολική εκτίμηση για το κόστος του έργου δεν αρκεί και δεν συνιστά προϋπολογισμό κατά την έννοια των άνω διατάξεων (ΑΠ 316/2014, ΑΠ 1773/2006). Εάν ο εργολάβος δεν εγγυήθηκε την ακρίβεια του προϋπολογισμού και προκύπτει ανάγκη να γίνει ουσιώδης υπέρβασή του, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση παρέχοντας στον εργολάβο αμοιβή για τις εργασίες που εκτελέστηκαν έως την υπαναχώρηση (697 ΑΚ).
Ο εργολάβος οφείλει να ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον εργοδότη ότι εμφανίζεται ανάγκη να γίνει υπέρβαση του προϋπολογισμού, διαφορετικά χάνει κάθε αξίωση για την επί πλέον δαπάνη ή εργασία. Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού προκύπτει ότι σε περίπτωση που καταρτίστηκε σύμβαση έργου με βάση ενδεικτικό προϋπολογισμό την ακρίβεια του οποίου επομένως δεν εγγυήθηκε ο εργολάβος, για να δικαιούται ο τελευταίος να προβάλλει αξιώσεις για επιπλέον δαπάνη ή εργασία για ουσιώδη υπέρβασή του αναγκαία προϋπόθεση είναι να είχε ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον εργοδότη για την εμφανιζόμενη ανάγκη υπέρβασης του προϋπολογισμού.
Η ειδοποίηση αυτή, που σκοπό έχει να λάβει γνώση ο εργοδότης για την εμφανιζόμενη ανάγκη υπέρβασης του προϋπολογισμού ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να σταθμίσει τα συμφέροντά του και ν` αποφασίσει αν θα ασκήσει η όχι το δικαίωμα της υπαναχώρησης που του παρέχεται από την ίδια διάταξη, αποτελεί προϋπόθεση της αξιώσεως για την εργολαβική αμοιβή για την εργασία που έγινε καθ' υπέρβαση του προϋπολογισμού (ΑΠ 27/2009).
Όταν όμως με την αγωγή του εργολάβου ζητείται αμοιβή που καθορίσθηκε με την σύμβαση έργου απολογιστικά, δηλαδή σε ποσοστό επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων του έργου (cost plus), έστω και αν στην εργολαβική σύμβαση περιλήφθηκε και ένας τέτοιος ενδεικτικός προϋπολογισμός, η διάταξη του άρθρου 697 ΑΚ δεν εφαρμόζεται και ο εργολάβος δεν έχει την ανωτέρω υποχρέωση ενημερώσεως, διότι η αμοιβή του δεν συναρτήθηκε με τον προϋπολογισμό.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρο 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρο 173 και 200 του ΑΚ.
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρο 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Ωστόσο, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να την πλήττει κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ότι η εργολαβική αμοιβή για το ένδικο έργο συμφωνήθηκε όχι απολογιστικά, αλλά με βάση προϋπολογισμό, την ακρίβεια του οποίου εγγυήθηκε ο εργολάβος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι κατασκευαστική εταιρεία, η οποία αναλαμβάνει την κατασκευή δημοσίων και ιδιωτικών έργων.
Στις 7-6-2007 συνήφθη μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε να εκτελέσει τις οικοδομικές και Η/Μ εργασίες για την ολοκλήρωση της αποκατάστασης του διατηρητέου κτιρίου "..." το οποίο βρίσκεται επί των οδών ... στην ….. ιδιοκτησίας της εναγομένης. Το έργο περιελάμβανε εργασίες αποκατάστασης, τόσο οικοδομικών εργασιών (όπως αποξηλώσεις, επιχώσεις και καθαιρέσεις, σκυρόδεση, τοιχοποιίες, επενδύσεις τοίχων και επιχρίσματα, επιστρώσεις δαπέδων, προμήθεια και επεξεργασία οροφών, ξυλουργικές εργασίες, βαφές, ειδικές κατασκευές κ.λπ.) όσο και Η/Μ εργασίες (όπως προμήθεια και εγκατάσταση υλικών ύδρευσης, αποχέτευσης, ειδών υγιεινής, κλιματισμού, ηλεκτρικών κ.λπ.).
Μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε ρητά ότι οι απαιτούμενες για την ολοκλήρωση του έργου εργασίες, θα συγκεκριμενοποιούνταν και θα εκτελούνταν σταδιακά, με βάση μελέτες, σχέδια και προδιαγραφές που θα παραδίδονταν τμηματικά από τους μελετητές (άρθρα 3.1 και 3.2 της σύμβασης). Η έγκαιρη εκπόνηση και παράδοση στην ενάγουσα άρτιων και κατάλληλων μελετών και η έγκαιρη λήψη των πάσης φύσεως απαιτούμενων αδειών του έργου, αποτελούσαν ρητή συμβατική υποχρέωση της εναγομένης.
Με το άρθρο 3 της ως άνω σύμβασης, ορίστηκε ενδεικτικός προϋπολογισμός - αμοιβή εργολάβου, σύμφωνα με τον οποίο το συνολικό κόστος του έργου θα ανερχόταν στο ποσό των 1.200.000 ευρώ, περιλαμβανομένων Γενικών Εξόδων (Γ.Ε.) και Εργολαβικού Οφέλους (Ε.0.) εργολάβου και μη περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. Όπως προαναφέρεται, ο προϋπολογισμός αυτός, ήταν ενδεικτικός, επειδή κατά την υπογραφή της ως άνω σύμβασης έργου, οι μελέτες βρίσκονταν σε στάδιο τέτοιο που δεν εξασφάλιζαν τον ακριβή προσδιορισμό του.
Ορίστηκε δε ρητά, με την ως άνω σύμβαση, ότι η εργολαβική αμοιβή, θα καθορίζεται βάσει μηνιαίων απολογιστικών αποτιμήσεων των δαπανών του έργου που θα προέκυπταν κατά την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών και ειδικότερα, με τη μέθοδο "κόστος" (δαπάνες) πλέον γενικών εξόδων και "εργολαβικού οφέλους". Δηλαδή, ορίστηκε ότι η αμοιβή της ενάγουσας, θα συνίσταται στο συνολικό κόστος κατασκευής που θα προέκυπτε από την εκτέλεση των οποιωνδήποτε εργασιών τελικώς θα απαιτούνταν, προσαυξημένο κατά ενιαίο ποσοστό 20% για την κάλυψη των Γενικών Εξόδων (Γ.Ε.) και του Εργολαβικού Οφέλους (Ε.Ο.) της ενάγουσας, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. (άρθρα 3.3.
και 4 της σύμβασης). Το γεγονός ότι ο περιεχόμενος στην από 7-6-2007 σύμβαση έργου προϋπολογισμός του κόστους των εργασιών που θα έπρεπε να γίνουν ύψους 1.200.000 ευρώ, είναι ενδεικτικός και η ενάγουσα - εργολάβος δεν εγγυήθηκε ρητά την ακρίβεια του προϋπολογισμού αυτού, όπως η εναγομένη - εργολάβος ανώνυμη εταιρεία υποστηρίζει, προκύπτει άνευ άλλου τινός από το περιεχόμενο της από 7-6-2007 έγγραφης συμφωνίας των συμβαλλομένων που προηγήθηκε της εκτέλεσης του έργου, όπου γίνεται ρητή αναφορά περί του ότι ο προϋπολογισμός αυτός είναι ενδεικτικός και περί του τρόπου καθορισμού της συνολικής αμοιβής της ενάγουσας - εργολάβου.
Αν η ενάγουσα - εργολάβος είχε εγγυηθεί την ακρίβεια του προϋπολογισμού αυτού, δεν θα υπήρχε λόγος στο ως άνω συμφωνητικό να γίνει αναφορά ότι ο προϋπολογισμός αυτός είναι ενδεικτικός και περί του τρόπου επιμέτρησης των εργασιών.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της έφεσης της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, με την οποία υποστηρίζει ότι ο εργολάβος εγγυήθηκε ρητά την ακρίβεια του από 7-6-2007 προϋπολογισμού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος... Απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται περαιτέρω και ο λόγος της έφεσης της εργοδότριας - εναγομένης, ότι η ίδια δεν ενημερώθηκε για την υπέρβαση του συμφωνηθέντος προϋπολογισμού, διότι, όπως προαναφέρεται, ο προϋπολογισμός αυτός ήταν ενδεικτικός, ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί υπέρβασης προϋπολογισμού, όπως η εργοδότρια διατείνεται.
Το κό¬στος των εργασιών υπολογίστηκε με βάση την επιμέτρηση που έκανε ο εργολάβος μετά την περάτωση τους, αφού βεβαίως αφαιρέθηκε η αξία των συμβατικών εργασιών, όπως είχε προβλεφθεί και από το σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό." Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών διότι, αν και η έννοια του όρου "ενδεικτικός", που υπάρχει στην ένδικη σύμβαση εργολαβίας για τον χαρακτηρισμό του περιεχόμενου σ' αυτήν προϋπολογισμού, είναι αντιφατικός "γιατί δεν νοείται αφενός το συμφωνητικό να κάνει λόγο για ενδεικτικό προϋπολογισμό και αφετέρου να εσωκλείει πίνακα με συγκεκριμένες εργασίες, δαπάνες και τιμές μονάδας", εν τούτοις παρέλειψε να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής έννοιάς του.
Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος διότι από τις προπαρατιθέμενες, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στην ένδικη εργολαβική σύμβαση αναφορικά με τον τρόπο καθορισμού της εργολαβικής αμοιβής, για την οποία δέχθηκε ότι σαφώς και αναμφιβόλως συμφωνήθηκε ότι θα προσδιοριστεί απολογιστικά και όχι με βάση κάποιο εγγυημένο από τον εργολάβο προϋπολογισμό, όπως η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υποστήριζε.
Ομοίως, σαφώς κα αναμφιβόλως δέχεται ότι ο εμπεριεχόμενος στην εργολαβική σύμβαση προϋπολογισμός ήταν, για τους παρατιθέμενους στην απόφαση λόγους, ενδεικτικός, όπως ρητά και με σαφήνεια προσδιορίζεται και στη σύμβαση. Επομένως, με βάση τις παραδοχές αυτές, δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι διαφορετική ήταν η βούληση των μερών, στην πραγματικότητα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Επίσης, αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο παρατιθέμενος στην εργολαβική σύμβαση προϋπολογισμός είναι ενδεικτικός, το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει αν η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εργολάβος είχε, ενόψει της ουσιώδους (κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας) υπερβάσεως του ύψους του, υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης αυτής ώστε να δικαιούται επί πλέον αμοιβή για την εργασία που έγινε καθ' υπέρβαση του προϋπολογισμού και επομένως παραβίασε, με τη μη εφαρμογή της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 697 ΑΚ.
Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός διότι, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη εργολαβική αμοιβή συμφωνήθηκε να προσδιοριστεί στο τέλος του έργου απολογιστικά, δηλαδή σε ποσοστό 20% επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων του έργου (cost plus), έστω και αν στην εργολαβική σύμβαση περιλήφθηκε ένας τέτοιος ενδεικτικός προϋπολογισμός, με τον οποίο πάντως δεν συναρτήθηκε η αμοιβή.
Επομένως, με βάση τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, η διάταξη του άρθρου 697 ΑΚ δεν ήταν εφαρμοστέα και η ανωτέρω αιτίαση στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση.
3.- Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: " ... η πληρωμή της ως άνω καθοριζόμενης εργολαβικής αμοιβής, συμφωνήθηκε να γίνεται τμηματικά κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου και συγκεκριμένα, επί τη βάσει περιοδικών λογαριασμών (πιστοποιήσεων) που θα εξέδιδε η ενάγουσα εργολάβος εταιρία και θα περιέγραφαν τις αντίστοιχες δαπάνες του έργου προσαυξημένες κατά το συμφωνημένο ποσοστό 20% για Γ.Ε.
και Ε.Ο... Ημερομηνία έναρξης των εργασιών ορίστηκε ο Ιούνιος του έτους 2007 με διάρκεια αποπεράτωσης του έργου τους πέντε μήνες, με την προϋπόθεση της έγκαιρης αδειοδότησης, της προσήκουσας εκπόνησης και παράδοσης στην εργολάβο των σχετικών μελετών αλλά και της σύμφωνης με τους όρους της σύμβασης πληρωμής των λογαριασμών του έργου (άρθρο 6 της σύμβασης).
Επίσης, ορίστηκαν και τα ακόλουθα: Υποχρέωση της εναγομένης να εγκρίνει κάθε λογαριασμό εντός 15 ημερών από την έκδοσή του και να τον εξοφλεί πλήρως εντός 15 ημερών από την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου (άρθρο 16.1 της σύμβασης). Δικαίωμα της εναγομένης να ορίσει ειδικά εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της για να την εκπροσωπεί σε όλα τα θέματα που αφορούσαν την εκτέλεση του έργου και να ελέγχει και επιβλέπει την πρόοδο των εργασιών (άρθρο 7 της σύμβασης Δικαίωμα της εναγομένης να επιφέρει πάσης φύσεως τροποποιήσεις στις εργασίες κατά την εκτέλεση του έργου, ως προς τις οποίες επίσης θα ίσχυε ο συμφωνημένος τρόπος υπολογισμού της αμοιβής της ενάγουσας - εργολάβου (δαπάνες του έργου προσαυξημένες κατά 20% για Γ.Ε.
και Ε.Ο - άρθρο 15 της σύμβασης). Προβλέφθηκε, δε, ότι για κάθε ημερολογιακή ημέρα υπέρβασης, με υπαιτιότητα της ενάγουσας - εργολάβου της συνολικής προθεσμίας περάτωσης του όλου έργου, επιβάλλεται ποινική ρήτρα ίση προς πεντακόσια (500) ευρώ για κάθε ημέρα του πρώτου δεκαπενθημέρου μετά τη λήξη της προθεσμίας και χίλια (1.000) ευρώ για κάθε ημέρα των επόμενων δέκα πέντε ημερών.
Επίσης προβλέφτηκε δικαίωμα της εργολάβου, σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης λογαριασμού άνω των 30 ημερών, να διακόψει τις εργασίες μέχρι την εξόφληση, οπότε και θα παρατείνονταν ισόχρονα οι προθεσμίες παράδοσης του έργου (άρθρο 16.1.2 της σύμβασης) ... η εκτέλεση των εργασιών εκ μέρους της ενάγουσας ξεκίνησε περί τα μέσα Ιουνίου 2007.
Η εναγομένη όρισε ως ειδικά εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της στο έργο τον αρχιτέκτονα Α. Κ., ο οποίος παρακολουθούσε την εκτέλεση των εργασιών παρέχοντας στην εργολάβο σχετικές εντολές, οδηγίες και εγκρίσεις. Επίσης, ανέθεσε στους Σ. και Χ. Τ. την εκπόνηση των στατικών και Η/Μ μελετών, αντίστοιχα, θα ακολουθούσε δε η εκπόνηση και η παράδοση στην εργολάβο της αρχιτεκτονικής μελέτης, με την ευθύνη της εργοδότριας - εναγομένης.
Τον Ιούνιο του έτους 2007, η ενάγουσα άρχισε την εκτέλεση του έργου, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί οι μελέτες του έργου και η αδειοδότηση αυτού, οι οποίες υπάγονταν στη σφαίρα ευθύνης της εργοδότριας - εναγομένης, αλλά οι αρχικές εργασίες εκτελούνταν βάσει προϋφισταμένης άδειας οικοδομής, η οποία είχε εκδοθεί το έτος 2000 και αφορούσε εργασίες αποκατάστασης περιορισμένης εμβέλειας.
Τον Αύγουστο του έτους 2007, οι εργασίες διακόπηκαν μετά από αυτοψία που διενήργησε η αρμόδια για διατηρητέα κτίρια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, λόγω εκτέλεσης εργασιών κατά παρέκκλιση της προαναφερόμενης οικοδομικής άδειας. Η εναγομένη ανέλαβε, όπως είχε υποχρέωση από τη σύμβαση, να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την έκδοση συμπληρωματικής άδειας οικοδομής προκειμένου να καταστεί δυνατή η επανεκκίνηση των εργασιών.
Τον Σεπτέμβριο του έτους 2008, χορηγήθηκε στην εναγομένη νέα άδεια οικοδομής για έγκριση συμπληρωματικών εργασιών, νομιμοποίησης εργασιών, αποκατάστασης και βιωσιμότητας και αλλαγή χρήσης. Αμέσως μετά, κατ' εντολή της εναγομένης, η ενάγουσα ξανάρχισε τις εργασίες αποκατάστασης του κτιρίου βάσει της σύμβασης.
Ακόμη και μετά την επανεκκίνηση των εργασιών, γινόταν διαρκώς προσαρμογές στις μελέτες του έργου, ιδίως δε στην αρχιτεκτονική μελέτη, καθ' υπόδειξη και με βάση σχετικές εντολές και οδηγίες της εναγομένης και των συμβούλων της. Αυτό, ήταν συμβατό, τόσο με τη γενική περιγραφή του αντικειμένου του έργου στη σύμβαση (οι επί μέρους εργασίες του οποίου έμελλε να εξειδικευθούν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής του) όσο και με τον προαναφερθέντα τρόπο υπολογισμού της εργολαβικής αμοιβής της ενάγουσας - εργολάβου κατά τη μέθοδο cost plus που προαναφέρθηκε.
Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, όλες οι δαπάνες του έργου περιγράφονταν λεπτομερώς στους λογαριασμούς (πιστοποιήσεις), τους οποίους η ενάγουσα εξέδιδε περιοδικώς ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Ειδικότερα, η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα και η τελευταία εκτέλεσε, τις εργασίες που περιγράφονται στις πιστοποιήσεις ανά κατηγορία, ποσότητα και αξία, οι οποίες απαιτήθηκαν για την αποπεράτωση του έργου.
Η ενάγουσα, εκτέλεσε το ανατεθέν σ' αυτήν έργο, σύμφωνα με τις υποδείξεις των μελετητών, του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και του ειδικώς εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου της και επιβλέποντος το έργο Α. Κ., υπό την επίβλεψη του τελευταίου, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, τους ισχύοντες κανονισμούς και προδιαγραφές.
Καθ' όλη τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, η ενάγουσα ενημέρωνε την εναγομένη και λάμβανε όλες τις απαραίτητες εντολές, οδηγίες και εγκρίσεις από αυτήν και ιδίως, από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της Α. Κ., για κάθε προμήθεια υλικών και μηχανημάτων, εκτέλεση εργασίας ή άλλη απαιτούμενη δαπάνη στο έργο, υποβάλλοντας, πέραν των περιοδικών λογαριασμών - πιστοποιήσεων και αναλυτικούς συγκριτικούς πίνακες προσφορών.
Ως εκ τούτου, η εναγομένη είχε ανά πάσα στιγμή πλήρη επίγνωση για το ποιές και τι αξίας εργασίες εκτελούνταν στο έργο. Το συνολικό έργο που ανατέθηκε στην ενάγουσα και αυτή εκτέλεσε στο πλαίσιο της σύμβασης, όπως οι επί μέρους εργασίες και αντίστοιχες δαπάνες αυτού διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκειας της εκτέλεσης του, βάσει των μελετών και των προφορικών και γραπτών υποδείξεων, εντολών, οδηγιών και εγκρίσεων της εναγομένης, ολοκληρώθηκε στις αρχές Αυγούστου 2009, οπότε και το έργο παραδόθηκε περατωμένο στην εναγομένη και υπογράφηκε το από 7-8-2009 Πρωτόκολλο Περαίωσης Έργου και Διοικητικής Παραλαβής Προς Χρήση.
Κατά την ως άνω παραλαβή του έργου, η εναγομένη δεν διατύπωσε οποιεσδήποτε αντιρρήσεις, ενστάσεις ή επιφυλάξεις. Καθόλη της διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, η ενάγουσα εξέδιδε περιοδικά λογαριασμούς και αντίστοιχα τιμολόγια βάσει των εργασιών οι οποίες εκτελούνταν κατά τα συμφωνηθέντα, πλην όμως η εναγομένη καθυστερούσε την εξόφληση των περιοδικά εκδιδόμενων αυτών λογαριασμών και αντίστοιχων τιμολογίων, συνήθιζε δε να καταβάλει σε άτακτα χρονικά διαστήματα διάφορα ποσά "έναντι" της δεδουλευμένης και καταβλητέας εργολαβικής αμοιβής της.
Μετά την περάτωση των εργασιών και την παράδοση του έργου, η εναγομένη προέβη στην εξόφληση μέρους των οφειλομένων με "έναντι" τμηματικές καταβολές, μέχρι και τον Φεβρουάριο του έτους 2010, έκτοτε όμως, έχει σταματήσει οποιαδήποτε καταβολή. Την 17-3- 2011, η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη την από 2-3-2011 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση ζητώντας να της καταβάλει άμεσα το ανεξόφλητο υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής...
πλην όμως η εναγομένη, δεν της κατέβαλε το ποσό αυτό. Ειδικότερα, η ενάγουσα εξέδωσε τα κάτωθι τιμολόγια: ... Ήτοι, συνολικά η εναγομένη, όφειλε να της καταβάλει ως αμοιβή της για το σύνολο του εκτελεσθέντος έργου, μετά την αφαίρεση των ποσών που αντιστοιχούν σε παρακρατήσεις φόρου εργολάβου (ήτοι, συνολικά 37.324,35 ευρώ) το συνολικό ποσό των 2.051.821,97 ευρώ (2.089.146,32 ευρώ - 37.324,35 ευρώ), βάσει των εκδοθέντων τιμολογίων συν ποσό 134.804,15 ευρώ, βάσει του τελικού λογαριασμού και συνολικά το ποσό των 2.186.626,12 ευρώ (2.051.821,97 ευρώ + 134.804,15 ευρώ).
Ωστόσο, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα, έναντι της οφειλόμενης αμοιβής της, το συνολικό ποσό των 1.645.764,05 ευρώ και συγκεκριμένα, αφενός το συνολικό ποσό των 37.324,35 ευρώ για παρακρατήσεις φόρου εργολάβου επί των εκδοθέντων τιμολογίων, αφετέρου το συνολικό ποσό των 1.608.439,70 ευρώ σε εξόφληση της οφειλόμενης αμοιβής της ενάγουσας, όπως το ύψος του ποσού της καταβολής δεν αμφισβητείται από την εναγομένη.
Δεδομένου ότι οι καταβολές της εναγομένης έγιναν χωρίς να γίνεται καταλογισμός σε συγκεκριμένα οφειλόμενα ποσά βάσει τιμολογίων, οι καταβολές αυτές καταλογίζονται δυνάμει του άρθρου 422 του Α.Κ., πρώτα στα αρχαιότερα χρέη. Ως εκ τούτου, έχουν μεν εξοφληθεί στο σύνολο τους τα υπ' αριθμ. ….40/2007, …89/2007, …4/2009, …3/2009 και ….7/2009 τιμολόγια συνολικού ποσού 1.381.328,80 ευρώ και εν μέρει (μέχρι ποσού 264.435,25 ευρώ) το υπ' αριθμ.
….0/12-6-2009 τιμολόγιο, αλλά εξακολουθεί η εναγομένη να οφείλει στην ενάγουσα: 1) το υπόλοιπο τμήμα του υπ' αριθμ. ….0/12-6-2009 τιμολογίου (χωρίς την Π.Φ.Ε.) ποσού 2.918,71 ευρώ (267.353,96 ευρώ - 264.435,25 ευρώ), το οποίο ήταν καταβλητέο 15 ημέρες μετά την έκδοση του ως άνω τιμολογίου, ήτοι την 27-6-2009, 2) ολόκληρο το ποσό του υπ' αριθμ.
….14/16-7-2009 τιμολογίου (χωρίς την Π.Φ.Ε.) ποσού 207.037,75 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο 15 ημέρες μετά την έκδοση του ως άνω τιμολογίου, ήτοι την 31-7-2009, 3) ολόκληρο το ποσό του υπ' αριθμ. ….43/3-9-2009 τιμολογίου (χωρίς της Π.Φ.Ε.) ποσού 229.724,43 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο 15 ημέρες μετά την έκδοση του ως άνω τιμολογίου, ήτοι την 18-9-2009 και 4) το ποσό των 134.804,15 ευρώ βάσει του τελικού λογαριασμού που δεν έχει ακόμη τιμολογηθεί, πλέον του ποσού των 1.754,56 ευρώ και του ποσού των 1.946,82 ευρώ, που αφορούν τον παρακρατηθέντα από την εναγομένη φόρου εργολάβου του υπ' αριθμ.
….14/16-7-2009 και 143/3-9-2009 τιμολογίου, ήτοι, 138.505,53 ευρώ (134.804,15 ευρώ + 1.754,56 ευρώ + 1.946,82 ευρώ), τα οποία ήταν καταβλητέα από την επίδοση της από 2-3-2011 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης της ενάγουσας προς την εναγομένη, ήτοι την 17-3-2011..." Δέχθηκε επίσης και τα ακόλουθα: ""Η εναγόμενη εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία με τον πέμπτο λόγο της έφεσης της προτείνει επικουρικά, ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησης που η ίδια διατηρεί κατά της ενάγουσας - εργολάβου, λόγω κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας των 500 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην εκτέλεση του έργου, για τις πρώτες δέκα πέντε ημέρες και 1.000 ευρώ για τις μετά τις δέκα πέντε ημέρες συνεπεία της καθυστέρησης εκτέλεσης αυτού και ανέρχεται κατά τους υπολογισμούς της σε 616.500 ευρώ, έναντι της οιασδήποτε απαίτησης για καταβολή υπολοίπου εργολαβικού ανταλλάγματος ήθελε κριθεί ότι υφίσταται εναντίον της.
Ο λόγος αυτός έφεσης αποδεικνύεται αβάσιμος κατ ουσία. Και τούτο, διότι, κατά το άρθρο 6 και 10 του από 7-6-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε ότι αναφερόμενο σ" αυτό έργο θα έπρεπε να αποπερατωθεί και παραδοθεί εντός πέντε μηνών, με την προϋπόθεση της έγκαιρης αδειοδότησης, της προσήκουσας, εκπόνησης και παράδοσης στην εργολάβο των σχετικών μελετών αλλά και της σύμφωνης με τους όρους της σύμβασης πληρωμής των λογαριασμών του έργου, προβλέφθηκε δε, η καταβολή ποινικής ρήτρας εκ μέρους της ενάγουσας - εργολάβου, εφόσον αυτή θα οφείλονταν σε υπαιτιότητά της (εργολάβου).
Όμως, υπαιτιότητα της ενάγουσας - εργολάβου στην οιαδήποτε καθυστέρηση εκτέλεσης των συμφωνημένων εργασιών δεν αποδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, τον Αύγουστο του έτους 2007, οι εργασίες διακόπηκαν μετά από αυτοψία που διενήργησε η αρμόδια για διατηρητέα κτίρια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, λόγω εκτέλεσης εργασιών κατά παρέκκλιση της προαναφερόμενης οικοδομικής άδειας.
Η διακοπή αυτή, διήρκεσε μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2008, οπότε και χορηγήθηκε στην εναγομένη νέα άδεια οικοδομής για έγκριση συμπληρωματικών εργασιών, νομιμοποίησης εργασιών, αποκατάστασης και βιωσιμότητας και αλλαγή χρήσης, ακόμη δε και μετά την επανεκκίνηση των εργασιών, γινόταν διαρκώς προσαρμογές στις μελέτες του έργου, ιδίως δε στην αρχιτεκτονική μελέτη, καθ' υπόδειξη και με βάση σχετικές εντολές και οδηγίες της εναγομένης και των συμβούλων της, με αποτέλεσμα να μην είναι υπαίτια η ενάγουσα - εργολάβος για την πέραν της αρχικώς συμφωνηθείσας ημερομηνίας παράδοσης του έργου.
Συνεπώς, η ως άνω ένσταση συμψηφισμού, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και συμψηφισμού που είχε προβάλλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος, έχοντας προηγουμένως εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης.
Με τους τέταρτο και όγδοο λόγους της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' ορθή υπαγωγή) πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς την απόρριψη αντίστοιχα των ανωτέρω ενστάσεων καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και συμψηφισμού που είχε προβάλλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατά της αγωγικής αξιώσεως.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι -υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους- πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου για την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ και της καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας (καθυστέρηση και υπαιτιότητα), χωρίς περαιτέρω να αποδίδεται άλλη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 4.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.
β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ενστάσεώς της περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε από τα οποία "προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το ακίνητο στερούνταν νομίμων οικοδομικών αδειών γενικής αποκατάστασης διατηρητέου..." Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι όπως προεκτέθηκε τα αποδεικτικά μέσα, άρα και τα ως άνω αορίστως επικαλούμενα έγγραφα, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης.
Αν πάλι ο λόγος αυτός εκτιμηθεί ότι υπάγεται ορθά στην πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πάλι πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει, όπως απαιτείται για την πληρότητα προβολής μίας τέτοιας πλημμέλειας, τα στοιχεία που εξατομικεύουν αυτά τα έγγραφα. 5.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία που σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.
Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Και στις δύο περιπτώσεις (της παρά το νόμο λήψης ή μη λήψης υπόψη) πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 748/2013).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη α) την απ' αυτήν προσβολή ως πλαστών τιμολογίων εικονικών προμηθευτών της αναιρεσίβλητης και β) την άρνηση γνησιότητας της υπογραφής του διευθύνοντος συμβούλου της επί του επιδειχθέντος σ' αυτόν εγγράφου στο ακροατήριο του Εφετείου. Σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει το ακριβές περιεχόμενο των ανωτέρω ενστάσεων, αναφερόμενη αόριστα σε πλαστά τιμολόγια και σε επιδειχθέν έγγραφο χωρίς να παραθέτει άλλα στοιχεία εξατομικεύσεως των εγγράφων αυτών, ούτε τον τρόπο και το χρόνο με τον οποίο προτάθηκαν οι εν λόγω ενστάσεις. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της εφέσεως της αναιρεσείουσας, των προτάσεών της στο Εφετείο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού προκύπτει ότι δεν προβλήθηκαν τέτοιες ενστάσεις.
6.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιουνίου 2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2077/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ