Legislator Case Law & Legislation
786/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to prove document possession requirements.

Case Number 786/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the second-instance court's ruling regarding agricultural status and tax declarations. The appellant argued the lower court violated legal rules on evidence and failed to order the production of tax documents. The court rejected these claims because the appeal grounds were vague and the request for document production was indefinite, lacking the necessary proof of possession required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 450 and 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to meet statutory prerequisites for document production, such as proving the opposing party's possession of the document.

Keywords

AI generated
vague appeal grounds document production order proof of document possession inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 450 of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 786 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 786/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Α. Λ. ΚΑΙ Κ. Λ. - ΑΝΘΟΚΟΜΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΕΝΤΙΦΙΟΡΙ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Λ. του Σ., 3) Κ. Λ. του Σ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 296/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα με την από 23/8/2011 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 680/2013 απόφαση του παρόντος τμήματος που παρέπεμψε την υπόθεση στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατά τον αναφερόμενο στο σκεπτικό, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Εκδόθηκε η 4/2014 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, που απέρριψε τον πρώτο λόγο της από 20/8/2011 αίτησης της ως άνω αναιρεσείουσας για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 296/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, και ανέπεμψε την υπόθεση στο Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφαση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/8/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12-5-2014 κλήση της αναιρεσείουσας φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου η από 23-8-2011 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 296/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 4/2014 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία είχε παραπεμφθεί ο πρώτος λόγος αυτής, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 680/2013 απόφασης του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και με την οποία απορρίφθηκε ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, που αφορούσε την υπαγωγή των αναιρεσιβλήτων ως αγροτών στο ευνοϊκό καθεστώς της παρ. 5 του αρ. 39 του Ν. 3529/2004, αναπέμφθηκε δε η υπόθεση ενώπιον του Τμήματος τούτου για την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ... και ...1-8-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αιγίου Θ. Τ., που προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της ανωτέρω κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την ορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκαν αυτοί στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 576 § 2).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί της από 25-9-2007 έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθμ. 21/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η από 7-7-2005 αγωγή των τελευταίων. Με το άρθρο 30 του Ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου" όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ.1 και 3 Ν. 2912/2001, ορίζονται στις παραγράφους 1, 2 εδ.

α και 8 εδ. τελευταίο τα εξής: "1. Κατ’ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ’ ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρις τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". 2 εδ. α: "Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος". 8 εδ.

τελευταίο: "Κατ’ εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος.

Το δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση. Ποσά που έχουν καταβληθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν αναζητούνται. Υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο ρύθμισης χρεών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με διάταξη νόμου δεν θίγονται".

Ακολούθως, σχετικά με την ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής, με το άρθρο 42 § 4 ν. 2912/2001 ορίσθηκε, ότι "η προβλεπομένη στην παράγραφο 8 του παραπάνω άρθρου προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής εκ μέρους των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών παρατείνεται αφότου έληξε μέχρι 30- 9-2001".

Ακολούθησε ο ν. 3259/2004, ο οποίος στις παραγράφους 1, 2, 3, 5, 6 και 12 του άρθρου 39 ορίζει τα εξής: "1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση....3.Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. 5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.

Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.

Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου... 6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζόμενης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει. ... 12.

Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2520/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 13 του Ν. 2601/1998, "ως αγρότες θεωρούνται οι ασχολούμενοι με τη γεωργία, κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σηροτροφία, αλιεία και δασοπονία.

Επίσης και όσοι από αυτούς ασχολούνται συμπληρωματικά και με τον αγροτουρισμό, αγροτοβιομηχανία, παραδοσιακή βιοτεχνία και προστασία του φυσικού χώρου, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης και στα πλαίσια του εγκεκριμένου προγράμματος του Υπουργείου Γεωργίας".

Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθ. 3374/23-10-1998 (ΦΕΚ Β’ 1108/23-10-1998) κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Γεωργίας, "για την εφαρμογή του Ν. 2520/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2601/1998", ορίστηκε ότι, ως αγροτική εκμετάλλευση νοείται η μονάδα παραγωγής προς πώληση ενός ή περισσοτέρων προϊόντων των κλάδων του αγροτικού τομέα, υπό ενιαία διοίκηση και διαχείριση.

Στις δραστηριότητες της αγροτικής εκμετάλλευσης (αγροτικές δραστηριότητες) εκτός από τις δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, περιλαμβάνοντα και οι εξής δραστηριότητες: αα) η διοίκηση, μεταφορά, τυποποίηση, συσκευασία, μεταποίηση, αποθήκευση μέχρι του σταδίου της χονδρικής πώλησης αποκλειστικά των προϊόντων που παράγει η εκμετάλλευση, ββ) οι αγροτουριστικές, αγροτοβιοτεχνικές, δασικές δραστηριότητες και οι δραστηριότητες παραδοσιακής βιοτεχνίας και διατήρησης του φυσικού χώρου, γγ) η λιανική ή χονδρική πώληση των προϊόντων της πρωτογενούς παραγωγής και της πρώτης μεταποίησης.

Ακολούθως, ως κλάδοι του αγροτικού τομέα, σύμφωνα με την ως άνω κοινή Υπουργική Απόφαση, νοούνται: αα) η γεωργία και ως γεωργία νοείται: η φυτική παραγωγή, ζωϊκή παραγωγή, η οποία περιλαμβάνει την κτηνοτροφία κλπ, η υδατοκαλλιέργεια σε δεξαμενές ξηράς, εφόσον ασκείται από αγρότες στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης, ββ) η δασοπονία, γγ) η αλιεία κλπ.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο δεύτερος και τρίτος των εναγόντων, οι οποίοι είναι αδέλφια, από το έτος 1984 διατηρούσαν ανθοκομική αγροτική Εκμετάλλευση σε ποτιστικό αγρό 4,557 τ.μ., ιδιοκτησίας τους, στη θέση "..." της Κοινότητας ...

του Δήμου Συμπολιτείας. Οι εν λόγω ενάγοντες, προκειμένου να υπαχθούν στον αναπτυξιακό νόμο 1262/1982, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 1360/1983 και να λάβουν άδεια λειτουργίας θερμοκηπιακής αγροτικής μονάδας σύγχρονης τεχνολογίας παραγωγής δρεπτών λουλουδιών (τριαντάφυλλα) στον ως άνω ποτιστικό αγρό τους, συνέστησαν σύμφωνα με τους όρους της υπ' αριθμ.

ΙΕ 11896/20575/13.8.1984 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας με την υπ’ αριθμ. ...28.3.1986 πράξη μετατροπής ατομικής επιχείρησης σε Ε.Π.Ε, του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Κων/νου Γκιούσα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την πρώτη ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. ΚΑΙ Κ. Λ. -Ανθοκομικές Επιχειρήσεις - Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", με έδρα το Δήμο Αιγίου.

Σκοπός της εταιρείας αυτής, σύμφωνα με τη συστατική της πράξη, είναι αποκλειστικά η ανάπτυξη δραστηριότητας άσκησης γεωργίας, με την ίδρυση και εκμετάλλευση θερμοκηπιακής μονάδας παραγωγής δρεπτών λουλουδιών (τριαντάφυλλων) στο ως άνω αγροτικό ακίνητο των δύο εταίρων, οι οποίοι από κοινού εισέφεραν στην εταιρεία αυτή και η πώληση των παραγομένων προϊόντων.

Διαχειριστής της εταιρείας ορίσθηκε ο δεύτερος των εναγόντων Α. Λ., ο οποίος συμμετέχει στην εταιρεία με 92 εταιρικά μερίδια, δηλαδή κατά ποσοστό 80% ,ενώ ο τρίτος εξ αυτών συμμετέχει στην εταιρεία με 23 εταιρικά μερίδια, δηλαδή κατά ποσοστό 20%. Στην εταιρεία αυτή μεταβιβάστηκαν και αυτή αναδέχθηκε το σύνολο των απαιτήσεων και υποχρεώσεων των φυσικών προσώπων εταίρων της από την άσκηση της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας - γεωργικής εκμετάλλευσης.

Κατόπιν αυτού, σύμφωνα με την προαναφερόμενη Υπουργική Απόφαση, εγκρίθηκε και χορηγήθηκε στους ενάγοντες για την ίδρυση και λειτουργία της ως άνω γεωργικής εκμετάλλευσης επιχορήγηση από το Ελληνικό Δημόσιο ύψους 4.946.000 δραχμών και επιδότηση επιτοκίου 29%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ’ αριθμ. ...1984 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό μεταξύ της εναγομένης, της Παναιγιαλείου Ένωσης Συνεταιρισμών (ΠΕΣ) και του Αγροτικού Συνεταιρισμού ...

της ομώνυμου πρώην Κοινότητας Ν. Αχαΐας, ο οποίος ασκούσε τότε την αγροτική πίστη, ο Σ. Λ., πατέρας του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων, έλαβε ως μέλος του ως άνω Συνεταιρισμού, τα εξής βραχυπρόθεσμα καλλιεργητικά δάνεια: 1) στις 1.6.1984 100.000 δρχ., 2) στις 17.7.1984 40.000 δρχ. και 3) στις 12.3.1985 50.000 δρχ., ήτοι δάνεια συνολικού ποσού 190.000 δρχ, που αντιστοιχεί σε 557,79 ευρώ με επιτόκιο 12% ετησίως.

Επίσης, ο Σ. Λ. έλαβε στις 25.11.1985 μεσοπρόθεσμο δάνειο για αρδευτικό έργο ποσού 240.000 δρχ. που αντιστοιχεί σε 704,33 ευρώ με επιτόκιο 15,25% (βλ. υπ’ αριθμ. ...11.11,1985 σύμβαση χρεωλυτικών δανείων). Το υπόλοιπο των εν λόγω δανείων, με λογιστικό 4.8.2004, διαμορφώθηκε στο ποσό των 542,09 ευρώ. Εξάλλου ο δεύτερος και τρίτος των εναγόντων δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...1984 συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και των από 17.9.1984, 17.9.1984 και 15.9.1988 προσθέτων πράξεων αυτής, που συνήψαν με την εναγομένη, έλαβαν από την τελευταία μεσοπρόθεσμο δάνειο, ποσού 14.172.000 δρχ., δεκαετούς διάρκειας, με επιτόκιο 15%, για τη δημιουργία θερμοκηπίου.

Επίσης με την υπ’ αριθμ. ...1985 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και της από 12.9.1985 προσθέτου πράξεως αυτής, μεταξύ της εναγομένης και των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων, καθώς και του πατρός τους Σ. Λ., οι τελευταίοι έλαβαν μεσοπρόθεσμο δάνειο, ποσού 5.350.000 δρχ., με επιτόκιο 15,25%, διάρκειας 15 ετών, για τη βελτίωση των θερμοκηπίων και την αντιμετώπιση των δαπανών που προέκυψαν από την ανατίμηση των υλικών και εργατικών για την κατασκευή θερμοκηπίου.

Με την υπ’ αριθμ. ...11.1.1985 σύμβαση δανείου μεταξύ της εναγομένης και των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων, οι τελευταίοι έλαβαν αρδευτικό δάνειο ποσού 11.470 δρχ., με επιτόκιο 15%, διάρκειας 12 ετών. Με την υπ’ αριθμ. ...11.11.1985 σύμβαση παροχής πιστώσεως χρεωλυτικών δανείων, ο πατέρας τον δευτέρου και τρίτου των εναγόντων, ως μέλος της αρδευτικής ομάδας ..., έλαβε από την εναγόμενη δάνειο, ποσού 240.000 δρχ.

με επιτόκιο 15,25%, διαρκείας 18 ετών, για την κατασκευή αρδευτικού έργου. Επίσης στις 5.7.1988 η πρώτη ενάγουσα, με εγγύηση του 2ου και 3ου των εναγόντων, έλαβε μεσοπρόθεσμο δάνειο από την εναγόμενη ποσού 800.000 δρχ. ή 2.347,76 ευρώ, με επιτόκιο 17,25% διαρκείας 15 ετών, για την κατασκευή υδατοδεξαμενής του θερμοκηπίου και στις 27.8.1988 βραχυπρόθεσμο δάνειο, ποσού 1.600.000 ευρώ, ή 4,695,52 ευρώ, με επιτόκιο 18% (βλ.

υπ’ αριθμ....27.6.1988 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό)..... Έναντι των ως άνω οφειλών οι ενάγοντες κατέβαλαν στην εναγόμενη σε μετρητά, στις 2.10.1985 310.570 δρχ., στις 2.3.1986 19.600 δρχ, στις 6.3.1990 1.500,000 δρχ, στις 19.6.1990 500.000 δρχ., στις 20.7.1990 738.000 δρχ., στις 19.9.1990 3.050 δρχ., στις 29.10.1990 982.141 δρχ., στις 19.11.1990 50.000 δρχ., στις 4.12.1990 100.000 δρχ, στις 7.1.1991 100.000 δρχ., στις 27.5.1992 1.000.000 δρχ.

Οι καταβολές, στις 24.6.1988, 75.000 δρχ., εισπράχθηκε σε πίστωση οφειλής του βραχυπρόθεσμου δανείου με αριθμό συμβάσεως ...17.9.1984, στις 9.5.1988, 300.000 δρχ. εισπράχθηκε σε πίστωση οφειλής: α) του βραχυπρόθεσμου δανείου με αριθμό συμβάσεως ...17.9.1984 (226.224 δρχ.), β) για ασφάλιστρα (69.304 δρχ.) και γ) για το μεσοπρόθεσμο αρδευτικό δάνειο με αριθμό συμβάσεως ...1985 (4.472 δρχ.), στις 21.6.1988 2.000.000 δρχ.

εισπράχθηκε σε πίστωση οφειλής του βραχυπρόθεσμου δανείου με αριθμό συμβάσεως ...17.9.1984, στις 12.11.2002, ποσού 2.148.000 δρχ. ή 6.304 ευρώ, τακτοποιημένου λογιστικώς στις 23.12.2004, αφού υπολογίσθηκαν τόκοι 1.244,09 ευρώ, εισπράχθηκε ως εξής: α) ποσό 549 ευρώ σε πίστωση οφειλής του βραχυπρόθεσμου δανείου με αριθμό συμβάσεως ...1984, β) ποσό 155 ευρώ σε πίστωση οφειλής του αρδευτικού μεσοπρόθεσμου δανείου με αριθμό συμβάσεως ...1985 και γ) ποσό 6.844,09 ευρώ σε πίστωση οφειλής δανείου με αριθμό συμβάσεως ...1985, ήτοι καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των (549 + 155 + 6,844,09) 7.548,09 ευρώ από τη Βασιλική Λαμπροπούλου, κληρονόμο του αποβιώσαντος την 11.12.1986 πατρός της Σ.

Λ.. Σημειωτέον ότι με το ως άνω συνολικό ποσό των 4.523.000 δρχ. ή 13.273,66 ευρώ (75.000 + 300.000 + 2.000.000+2.148.000) πιστώθηκαν οφειλές από συμβάσεις δανείων των εναγόντων, τα οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο της ρυθμίσεως (12.10.2004) είχαν εξοφληθεί, καθώς και ληξιπρόθεσμες οφειλές του πατέρα των δύο τελευταίων εναγόντων Σ. Λ., τις οποίες αποδέχθηκαν και ρύθμισαν και το ανεξόφλητο υπόλοιπο αυτών εκ 534,09 ευρώ.

Περαιτέρω από τους υπ’ αριθμ. ...22.6.1999 και ...22.6.1999 πίνακες κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αιγίου Αγγελικής Πιστόλα, όπως ο πρώτος διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. ...28.7.1999 πράξη διόρθωσης της ιδίας συμβολαιογράφου, που συντάχθηκαν μετά από πλειστηριασμό ακινήτων του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων αντιστοίχως, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη υπερθεματίστρια κατατάχθηκε στην μεν πρώτη περίπτωση για ποσό 7.032.038 δρχ.

και στη δεύτερη για 22.005.554 δρχ, κατά τα οποία ποσά εξοφλήθηκαν μερικώς οι ένδικες οφειλές των εναγόντων, των εξόδων εκτελέσεως εκ δρχ. 542.950 και 1.100.366 αντιστοίχως, μη υπολογιζόμενων ως καταβολών, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αφού τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως βαρύνουν τους τελευταίους (αρθρ. 932 ΚΠολΔ).

Επίσης δεν θεωρούνται καταβολές τα ποσά των 982.391 δρχ. και 1.443.496 δρχ., που έλαβε η εναγόμενη στις 18.10.1999 και 5.6.1991 αντιστοίχως, συμψηφιστικά από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω επιδοτήσεως τόκων (κατά τις διατάξεις του Ν. 1262/1980) δανείων των εναγόντων, καθόσον με τις ως άνω επιδοτήσεις αναπροσαρμόσθηκαν τα δάνεια ως προς τα επιτόκια (μειώθηκαν) και η ωφέλεια των τελευταίων αναλώθηκε σε τούτο.

Επιπροσθέτως από τα ως άνω ποσά των 7.032.038 δρχ. και 22.005.554 δρχ., που προέρχονται από εκπλειστηρίαση ακινήτων του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων και θεωρήθηκαν ως καταβολές, νομίμως αφαιρέθηκαν από την εναγόμενη, στις 1.12.1999, τα έξοδα εγγραφής υποθηκών για τα ανωτέρω ακίνητα και τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, συνολικού ποσού 2.419.766 δρχ., καθόσον τούτο είχε συμφωνηθεί ρητώς στις μεταξύ τους συμβάσεις (άρθρο 5 και των συμβάσεων).

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και προσδιόρισε το ύψος των καταβολών των εναγόντων έναντι των ως άνω οφειλών τους εκ των συμβάσεων δανείων και συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, που αφορούν τους ιδίους, στο ποσό των 43.052.602 δρχ. ή 126.346,59 ευρώ, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγόντων με την από 12-10.2004 αίτηση του προς την εναγόμενη ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3249/2004 (αναπροσαρμογή των οφειλών και ρύθμιση και αποπληρωμή αυτών σε δόσεις). Η εναγόμενη με την υπ’ αριθμ. ...27.12.2004 έγγραφη απάντηση της προσδιόρισε με λογιστικό 4.8.2004, τις υπαγόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 οφειλές στο ποσό των 68.296,59 ευρώ, πολλαπλασιάζοντας το κεφάλαιο των δανειστικών συμβάσεων που αφορούσαν τους ενάγοντες με το συντέλεση τρία (3) και εκείνων που αφορούσαν τον πατέρα του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων Σ.

Λ. με το συντελεστή δύο (2), λόγω της ιδιότητας του ως αγρότη. Ειδικότερα στην υπ’ αριθμ. ...1984 σύμβαση, ποσού δανείου 14.172.000 Χ 3 =42.516.000 δρχ., αφαιρουμένων των καταβολών εκ 38.872.634 δρχ, συνολικώς, προσδιόρισε το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό σε 3.643.366 δρχ, ή 10.692,20 ευρώ, στην υπ’ αριθμ. ...1985 σύμβαση, ποσού δανείου 5.350.000 Χ 3 = 16.050.000 δρχ.

αφαιρουμένων των καταβολών εκ 4.179.968 δρχ. συνολικώς, προσδιόρισε το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό σε 11.870.032 δρχ. ή 34.835,01 ευρώ, πλέον του ποσού των 1.108 ευρώ για ασφάλιστρα της συμβάσεως, στην υπ’ αριθμ. ...1988 σύμβαση, με υπόλοιπο τελευταίας εκταμιεύσεως 1.600.843 Χ 3 = 4.802.531 δρχ, ή 14.094 ευρώ, αφού δεν έγινε καμία έναντι τούτου καταβολή, στην υπ’ αριθμ. ...1988 σύμβαση μεσοπρόθεσμου δανείου, ποσού 800.000 δρχ Χ 3 =: 2.400.000 δρχ.

ή 7.043,29 ευρώ, αφού δεν έγινε έναντι τούτου ουδεμία καταβολή, στην υπ’ αριθμ. ...1984 σύμβαση (βραχυπρόθεσμα δάνεια που έλαβε ο αποβιώσας πατέρας του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων Σ. Λ.) με υπόλοιπο τελευταίας εκταμιεύσεως 177.033 δρχ. Χ 2 = 354.065, αφαιρουμένων των καταβολών εκ 253.272 δρχ., προσδιόρισε το οφειλόμενο υπόλοιπο σε 100.793 δρχ, ή 295,8 ευρώ και στην υπ’ αριθμ. ...1985 σύμβαση (μεσοπρόθεσμο δάνειο που έλαβε ο αποβιώσας πατέρας του δευτέρου και τρίτου των εναγόντων Σ.

Λ. ) ποσού δανείου 108.000 δρχ. Χ 2 = 216.000 δρχ., αφαιρουμένων των καταβολών εκ 138.210 δρχ., προσδιόρισε το οφειλόμενο υπόλοιπο σε 77.790 δρχ. ή 228,29 ευρώ. Περαιτέρω η εναγόμενη με την προαναφερόμενη έγγραφη απάντησή της κάλεσε τους ενάγοντες, όπως εντός μηνός από τη λήψη της, προσέλθουν για υπογραφή των σχετικών πράξεων ρυθμίσεως των οφειλών τους, στο συνολικό ποσό των 68.296,59 ευρώ, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες του Ν- 3259/2004, κάνοντας μνεία ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως της προθεσμίας αυτής, θα θεωρήσει την αίτηση περί ρυθμίσεως ως μη υποβληθείσα και ότι αυτοί δεν συμφωνούν στην εν λόγω ρύθμιση της οφειλής τους, οπότε η ίδια δικαιούται να ασκήσει τα εκ του νόμου δικαιώματα της.

Με το ως άνω έγγραφο η εναγόμενη ενημέρωνε τους ενάγοντες ότι οι ίδιες οφειλές τους, χωρίς την ευνοϊκή ρύθμιση των διατάξεων του προαναφερομένου νόμου, ανέρχονται, με λογιστικό 4.8.2004, στο ποσό των 344.644,30 ευρώ.... Όμως ο ως άνω τρόπος επανακαθορισμού της οφειλής, όσον αφορά τις δανειστικές συμβάσεις των εναγόντων, είναι εσφαλμένος και η άρνηση της εναγομένης για υπαγωγή της επίδικης οφειλής στην ευνοϊκότερη ρύθμιση της παρ.5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, που προβλέπεται για τις οφειλές των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, τις σχετικές με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, δεν είναι νόμιμη.

Τούτο, διότι τόσο η πρώτη των εναγόντων εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, όσο και ο δεύτερος και τρίτος εξ αυτών έχουν την ιδιότητα του ασχολούμενου κατά κύριο έργο με τις αγροτικές δραστηριότητες, αιτία για την οποία και χορηγήθηκαν από την εναγόμενη τα ως άνω δάνεια, την ιδία δε ιδιότητα είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο συνομολογήσεως των δανείων και κατά την υποβολή της προαναφερομένης αιτήσεως (12.10.2004) περί ρυθμίσεως των οφειλών τους.

Ειδικότερα από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η πρώτη ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης πληρούσε τις προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη: α) από τη συστατική πράξη αυτής προκύπτει ότι η κύρια δραστηριότητα της είναι η άσκηση γεωργίας (καλλιέργεια ανθέων), β) είναι κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης, ήτοι της ως άνω θερμοκηπιακής μονάδας παραγωγής δρεπτών λουλουδιών, που εισφέρθηκε σε αυτή από τους παραγωγούς εταίρους της, από την οποία αγροτική εκμετάλλευση, σύμφωνα με τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος που υποβάλλει, αντλεί το σύνολο των εισοδημάτων της, ενώ για την ίδια αιτία και προς εξοπλισμό της ως άνω γεωργικής παραγωγικής μονάδας χορηγήθηκαν προς αυτή τα προαναφερόμενα δάνεια από την εναγόμενη και γ) η πλειοψηφία και συγκεκριμένα το 80% των εταιρικών μεριδίων της ανήκει στο δεύτερο των εναγόντων Α.

Λ., ο οποίος είναι κατά κύριο επάγγελμα γεωργός. Η αναφορά του τελευταίου στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη συστάσεως της εταιρείας καθώς και στη δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του πατρός του με το χαρακτηρισμό ως επιχειρηματίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη.

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι αυτός έχει ασκήσει οποιαδήποτε άλλη εμπορική δραστηριότητα, που να μπορεί να του προσδώσει την ιδιότητα του επιχειρηματία, εκτός της ενασχολήσεως του στην ως άνω γεωργική εκμετάλλευση -μονάδα παραγωγής ανθέων, στην οποία εργάζεται παρέχοντας προσωπική εργασία ως γεωργός - καλλιεργητής, η οποία είναι και η αποκλειστική απασχόληση του.

Και ναι μεν αυτός το έτος 1981 συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του Ανθυπασπιστή Λιμενικού Σώματος, με συντάξιμη υπηρεσία 13 ετών, 10 μηνών και 22 ημερών και μηνιαία σύνταξη 26.683 δρχ., πλην όμως έκτοτε ασκεί το επάγγελμα του αγρότη, κατά τα προαναφερόμενα και αντλεί το 50% και πλέον του ατομικού εισοδήματος του από τις γεωργικές δραστηριότητες της ως άνω γεωργικής εκμετάλλευσης.

Σημειωτέον ότι και η εναγόμενη συνομολογεί ότι η πρώτη των εναγόντων είναι μια από τις δύο μεγαλύτερες μονάδες θερμοκηπίου στο Νομό Αχαΐας, είναι υπερσύγχρονη, διότι έγινε με επιδοτήσεις, που ήταν και ο λόγος συστάσεως της και πραγματοποιεί μεγάλους τζίρους. Επίσης και ο τρίτος των εναγόντων είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης και αντλεί το 50% του ατομικού του εισοδήματος από τις γεωργικές του δραστηριότητες της ως άνω γεωργίας εκμετάλλευσης και αφιερώνει ετησίως για τις δραστηριότητες εκτός της εκμετάλλευσης λιγότερο από το ήμισυ του διαθέσιμου χρόνου του, εξ ουδενός δε αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι αυτός κατά τους προαναφερόμενους χρόνους ήταν τραπεζικός υπάλληλος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη.

Την ιδιότητα του τρίτου και τετάρτου των εναγόντων ως αγροτών βεβαιώνουν οι μάρτυρες Κ. Χ. και Α. Φ. στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση, οι οποίοι, ως κάτοικοι ..., έχουν ιδία αντίληψη των γεγονότων και οι καταθέσεις τους κρίνονται πειστικές. Επομένως για τον επανακαθορισμό της οφειλής των εναγόντων, από τις δανειστικές συμβάσεις, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι ο συντελεστής 3, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 39 παρ.5 του Ν. 3259/2004.

Η βάση του υπολογισμού της οφειλής των εναγόντων από τις δανειακές τους συμβάσεις θα προκύψει από το άθροισμα του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστης, χωρίς να υπολογίζονται οφειλές από τόκους και έξοδα, το άθροισμα δε αυτό θα πολλαπλασιαστεί με το συντελεστή 2. Ακολούθως από το γινόμενο που θα προκύψει θα αφαιρεθούν οι οποτεδήποτε γενόμενες καταβολές εκ μέρους των εναγόντων.

Συγκεκριμένα βάση της οφειλής των εναγόντων αποτελεί το ποσό των 21.922.843 δρχ, ή 64.337,03 ευρώ (14.172.000 + 5.350.000 + 1.600.843 + 800.000), που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό που εκταμιεύτηκε από αυτούς δυνάμει των αναφερομένων ως άνω δανειακών συμβάσεων και συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, όπως αυτές εξειδικεύονται και στο προαναφερθέν υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...27.12.2004 απαντητικό έγγραφο της εναγομένης. Το ποσό αυτό πολλαπλασιαζόμενο με το συντελεστή 2, λόγω της αγροτικής ιδιότητας των εναγόντων, θα αντιστοιχεί στην αρχική οφειλή αυτών προς την εναγόμενη, η οποία ανέρχεται σε 21.922.843 δρχ ή 64.337,03 ευρώ Χ 2 = 43.845.686 δρχ, ή 128.674,,06 ευρώ. Από το ποσό αυτό, αν αφαιρεθούν οι καταβολή εκ μέρους των εναγόντων, συνολικού ποσού 43.052.602 δρχ.

ή 126.346,59 ευρώ (38.872.634 δρχ. για την ...1984 σύμβαση και 4.179.968 δρχ. για την ...1985 σύμβαση), θα προκύψει η τελική οφειλή των εναγόντων, από τις ως άνω συμβάσεις τους, προς την εναγόμενη, η οποία διαμορφώνεται σε 2.327,47 ευρώ συν 1.108 ευρώ ασφάλιστρα της ...1985 συμβάσεως, ήτοι συνολικά στο ποσό των 3.435,47 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι στις δανειστικές συμβάσεις, που αφορούσαν τους ενάγοντες, ορθώς η εναγόμενη πολλαπλασίασε το κεφάλαιο τούτων με το συντελεστή 3, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν, 3259/2004, καθόσον οι τελευταίοι δεν ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο συνομολογήσεως των δανείων, κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, ούτε και κατά την υποβολή της ως άνω από 12.10.2004 αιτήσεως περί επανακαθορισμού της οφειλής τους και ως εκ τούτου η οφειλή τους από τις εν λόγω συμβάσεις ανέρχεται στο ποσό των 67.772,5 ευρώ έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως κατ’ ουσίαν βάσιμοι.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλουμένη...". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή.

Με τις αιτιολογίες του αυτές, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ παράλληλα παρέθεσε όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά τα αναφερόμενα στην αγροτική δραστηριότητα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατά κύριο επάγγελμα ήταν αγρότες και στο γεγονός ότι οι οφειλές τους προερχόντουσαν από την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας.

Κατόπιν τούτων ο τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 117/2013, ΑΠ 89/2013).

Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατά τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι δεν ασκούσαν κατά κύριο επάγγελμα αγροτική δραστηριότητα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ασχολήθηκε διεξοδικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό και κατέληξε σε αντίθετη κρίση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση -προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα τις φορολογικές δηλώσεις των αναιρεσιβλήτων.

Όμως, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικο". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο απόφασης, όπως αυτό αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποία είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ’ αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 700/2009). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αναφερόμενων στον λόγο αυτόν αποδεικτικών μέσων, χωρίς όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία, πέραν του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υποχρέωσε τους αναιρεσιβλήτους να προσκομίσουν όλες τις φορολογικές τους δηλώσεις.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Από το άρθρο 450 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ’ όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, διαλαμβάνουσα επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορισμό σαφή του εγγράφου και του περιεχομένου του και έκθεση των περιστατικών από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 168/2015).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση, 9 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση άφησε αδίκαστο το αίτημα να προσκομίσουν οι αναιρεσίβλητοι "όλες τις φορολογικές τους δηλώσεις" κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, το ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας υποβληθέν ως άνω αίτημα έπασχε αοριστία, απορρέουσα από τη μη επίκληση των απαιτουμένων για τη θεμελίωση αυτού προϋποθέσεων και ειδικότερα της κατοχής αυτών από τους αναιρεσιβλήτους, με αποτέλεσμα να μην ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλομένη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτίαση.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περίπτωση επιβολής δικαστικών εξόδων εις βάρος της αναιρεσείουσας δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι, ως εκ της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε δαπάνες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 296/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ