Supreme Court dismisses appeal on procedural error claim due to lack of clear contradiction in appellate judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Third Instance Court's decision, finding the alleged procedural error invalid. The appellant argued that the judgment contained contradictory statements regarding the dismissal of a specific claim, citing Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that the judgment was clear and consistent, as the appellate court re-examined and rejected the entire claim, including the disputed fourth request, thereby resolving any ambiguity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 562 of the Code of Civil Procedure; A procedural error alleging contradiction is inadmissible if the contested judgment contains only one operative provision and the alleged inconsistency does not create legal uncertainty regarding the established facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 785 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 785/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Ι.. Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως σύμφωνα με την ιδιότητά της δικηγόρου,.
Της αναιρεσιβλήτης: Ανωνύμου Εταιρείας υπό την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...." ή "...." νομίμως εκπροσωπουμένης υπό του Διευθύνοντος αυτήν Σύμβουλο που εδρεύει στο Αμαρούσιον Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο - Δανιήλ Παπαλουκά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-07-2024 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1408/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 667/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-01-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Με τις διατάξεις αυτές προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις και εκφάνσεις (πλευρές) του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων, 914, 919, 920, 932 Α.Κ., είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 Α.Κ.
και 25 § 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 292/ 2020) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.
Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της, σωματική, πνευματική, ηθική κ.λπ. (Α.Π. 1813/2022). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (Α.Π. 777/2023, Α.Π. 1180/2022, Α.Π. 972/2020).
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 197 Α.Κ., κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 198 § 1 του ίδιου Κώδικα, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλον ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.
Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι το στάδιο των διαπραγματεύσεων αρχίζει από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής, και λήγει είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων, είτε με τη σύναψη της σύμβασης (προσυμφώνου ή της κυρίας σύμβασης).
Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, που διαφέρει από την ευθύνη από αδικοπραξία (Α.Π. 2049/2022, Α.Π. 1435/2015, Α.Π. 1302/2010), έχει εφαρμογή και επί ματαίωσης κατάρτισης της σύμβασης σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βέβαιη.
Ως πταίσμα δε, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, νοείται η μη τήρηση της συμπεριφοράς που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Το πταίσμα κρίνεται κατά το άρθρο 330 του ΑΚ και έτσι αρκεί και αμέλεια. Η ζημία πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη συμπεριφορά του άλλου προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Η αποζημίωση περιλαμβάνει το αρνητικό διαφέρον της σύμβασης, δηλαδή τη ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα απέφευγε αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση. Το αρνητικό αυτό διαφέρον, εκτός των άλλων, περιλαμβάνει την περιουσιακή μείωση, όπως τις δαπάνες για τη σύναψη της σύμβασης και την προκαταβολή, εφόσον αυτή είναι επακόλουθο του προσυμβατικού πταίσματος (Α.Π. 2049/2022, Α.Π. 920/2021, Α.Π. 741/2018).
Αν κάποιος κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, τότε παράλληλα με την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις θεμελιώνεται κατ' αυτού και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 919 και 914 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 10/1991, Α.Π. 2049/2022, Α.Π. 223/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (Α.Π. 5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (Α.Π. 18/2018).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1005/2022, Α.Π. 916/2022, Α.Π. 473/2022).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1β' ΚΠολΔ).
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα πραγματικά γεγονότα ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020).
Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1112/2021, Α.Π. 842/2021). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος (Α.Π. 305/2021, Α.Π. 2050/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αποτελεί η εξέταση της υπόθεσης από το δικαστήριο κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια, αντιφατικότητα ή παντελή έλλειψη των οποίων γεννάται η πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, η οποία επομένως δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως αόριστο ή μη νόμιμο (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 728/2023, Α.Π. 555/2023, Α.Π. 1935/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 31-1-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 667/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 31-7-2014 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία είναι δικηγόρος, ανέφερε ότι η εναγόμενη-αναιρεσίβλητη εταιρία παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών διέκοψε τη λειτουργία και κατήγγειλε τις συμβάσεις τριών τηλεφωνικών συνδέσεών της λόγω μη πληρωμής των λογαριασμών τους και βάσει συμβατικού όρου, κατά τον οποίο η εναγόμενη δικαιούται να διακόψει προσωρινά τη σύνδεση λόγω μη πληρωμής του λογαριασμού μετά την πάροδο 15 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής, και να διακόψει αυτήν οριστικά και να καταγγείλει τη σύμβαση μετά την πάροδο 60 ημερών από την προσωρινή διακοπή, όμως ο όρος αυτός αποτελεί γενικό όρο των συναλλαγών και είναι άκυρος ως καταχρηστικός κατ' άρθρο 2 § 6 ν. 2251/1994, άλλως ενεργώντας κατά κατάχρηση δικαιώματος, δεδομένου ότι η ενάγουσα χρησιμοποιούσε δύο από τις τηλεφωνικές συνδέσεις για τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις, είναι συνδρομήτρια των υπηρεσιών της εναγόμενης επί 35ετία και το συνολικό ποσό της οφειλής της δεν ήταν υψηλό, ανερχόμενο σε 969,61 ευρώ, και ότι ακολούθως η ενάγουσα προσέφερε στην εναγόμενη την οφειλή της για μία από τις ανωτέρω συνδέσεις, που εξυπηρετούσε το δικηγορικό της γραφείο, προκειμένου να γίνει επαναλειτουργία αυτής, όμως η εναγόμενη αρνήθηκε να παραλάβει το ποσό και να προβεί στην επανασύνδεση της τηλεφωνικής γραμμής, εμμένοντας στη εξόφληση της συνολικής οφειλής, και ότι εν συνεχεία η ενάγουσα συνήψε με την εναγόμενη σύμβαση περί διακανονισμού της εξόφλησης του συνολικού χρέους με προκαταβολή μέρους του και αποπληρωμή του υπολοίπου σε μηνιαίες δόσεις, όμως στη συνέχεια η εναγόμενη δεν αναγνώρισε την ύπαρξη της σύμβασης και δεν προέβη στην επαναλειτουργία των τηλεφωνικών συνδέσεων, άλλως επικουρικώς ότι η ενάγουσα διαπραγματεύθηκε με την εναγόμενη τη σύναψη σύμβασης με το ανωτέρω περιεχόμενο (διακανονισμό της εξόφλησης της οφειλής), που τελικά δεν συνήφθη με ευθύνη της εναγόμενης, και τέλος ότι η εναγόμενη προέβη στη διακοπή της λειτουργίας και τέταρτης τηλεφωνικής σύνδεσης της ενάγουσας, για την οποία δεν υπήρχε οφειλή της, όμως την επόμενη ημέρα αναγνώρισε το σφάλμα της και προέβη στην επαναλειτουργία της.
Ζήτησε δε, όπως παραδεκτώς περιόρισε τα αρχικά αιτήματα της αγωγής της με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και προφορική δήλωσή της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει 20.000 ευρώ για τη διακοπή κάθε μίας από τις τρεις τηλεφωνικές συνδέσεις, και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να της καταβάλει επιπλέον 80.000 ευρώ για κάθε σύνδεση, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της εξαιτίας της διακοπής λειτουργίας των συνδέσεων, και να αναγνωρισθεί ότι η συνολική οφειλή της έναντι της εναγόμενης για τις ανωτέρω συνδέσεις ανέρχεται σε 969,61 ευρώ και όχι σε μεγαλύτερο ποσό, όπως αυτή ισχυρίζεται, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει 100.000 ευρώ, και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει επιπλέον 140.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητας εξαιτίας της άρνησής της να εισπράξει την οφειλή της ενάγουσας για μία από τις ανωτέρω συνδέσεις και να επαναλειτουργήσει αυτήν, γ) να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει 100.000 ευρώ, και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει επιπλέον 200.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της άρνησής της να αναγνωρίσει την ύπαρξη της συμφωνίας τους περί διακανονισμού της εξόφλησης της συνολικής οφειλής της, άλλως επικουρικώς επειδή η εναγόμενη κατά τις σχετικές διαπραγματεύσεις δεν επέδειξε συμπεριφορά σύμφωνη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και δ) να υποχρεωθεί να της καταβάλει 100.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς της εξαιτίας της διακοπής λειτουργίας της τέταρτης τηλεφωνικής σύνδεσης, για την οποία η ενάγουσα δεν είχε καθυστερημένη οφειλή.
Η αγωγή απορρίφθηκε με την 1408/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το τέταρτο αίτημά της ως αόριστη, ως προς τα πρώτο και δεύτερο ως μη νόμιμη, και ως προς το τρίτο ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η ενάγουσα άσκησε έφεση προσβάλλοντας την πρωτόδικη απόφαση καθ' όλα τα κεφάλαιά της, πλην εκείνου, με το οποίο απορρίφθηκε το αίτημά της περί αναγνώρισης ότι η οφειλή της προς την εναγόμενη ανέρχεται σε 969,61 ευρώ, και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 667/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία 1) το τέταρτο αίτημα κρίθηκε απορριπτέο ως αόριστο με την αιτιολογία ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν αδικοπραξία, ούτε παράνομη προσβολή προσωπικότητας, επειδή η διακοπή της τέταρτης τηλεφωνικής σύνδεσης της ενάγουσας, για την οποία δεν υπήρχε καθυστερημένη οφειλή, συνιστά μόνο αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης, 2) το πρώτο αίτημα κρίθηκε απορριπτέο ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η διακοπή των τριών τηλεφωνικών συνδέσεων, που έγινε σύμφωνα με συμβατική πρόβλεψη, δεν αποτελεί παράνομη προσβολή προσωπικότητας, ενώ από τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν προκύπτει ότι ο σχετικός γενικός όρος συναλλαγών είναι άκυρος ως καταχρηστικός, ούτε συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, 3) το δεύτερο αίτημα κρίθηκε απορριπτέο ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι η επαναλειτουργία τηλεφωνικής σύνδεσης, μετά την καταγγελία της σχετικής σύμβασης από την εναγόμενη, απαιτούσε τη σύναψη νέας σύμβασης, για την οποία (σύναψη) δεν υπήρχε υποχρέωση της εναγόμενης, και 4) το τρίτο αίτημα κρίθηκε απορριπτέο ως μη νόμιμο, κατά την κύρια βάση του με την αιτιολογία ότι η επικαλούμενη συμπεριφορά δεν συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, επειδή οι δυσμενείς συνέπειες επήλθαν με την καταγγελία των συμβάσεων των τηλεφωνικών συνδέσεων και δεν συνδέονται με το διακανονισμό της οφειλής, και κατά την επικουρική, επειδή η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις δεν περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση, ενόψει του ότι η απορριπτική κρίση του για το τρίτο αγωγικό αίτημα ήταν διαφορετική από την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο, και δημιουργούσε διαφορετικό δεδικασμένο, ευμενέστερο για την ενάγουσα-εκκαλούσα, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν κατά τα ανωτέρω.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε το τέταρτο αίτημα (στο αναιρετήριο αναφέρεται εσφαλμένα ως τρίτο) της αγωγής ως αόριστο και τα πρώτο, δεύτερο και τρίτο αιτήματα ως μη νόμιμα, απορρίπτοντας στο σύνολό της την αγωγή περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λογω ηθικής βλάβης εξαιτίας παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 173, 185, 189, 197, 198, 200, 281, 299, 914, 919, 920, 932 Α.Κ.
και 2 του ν. 2251/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ούτε αυτές των άρθρων 165, 168, 175, 178, 371, 372, 374 επ. Α.Κ., 285, 331, 361, 362, 363, 386 Π.Κ. και 6 της Ε.Σ.Δ.Α., οι οποίες δεν τυγχάνουν καθόλου εφαρμογής, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και δη η προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας με παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη της εναγόμενης, αφού 1) μόνη η εσφαλμένη διακοπή εκ μέρους αυτής της λειτουργίας της τέταρτης τηλεφωνικής γραμμής της ενάγουσας επί μία ημέρα, παρόλο που δεν υπήρχε καθυστερούμενη οφειλή της, χωρίς την προσθήκη περαιτέρω περιστατικών, αποτελεί απλή παράβαση της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και δεν επαρκεί για να θεμελιώσει παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, επομένως το τέταρτο αίτημα της αγωγής είναι αόριστο (νομική αοριστία), 2) η διακοπή λειτουργίας και ακολούθως η καταγγελία των τριών τηλεφωνικών συνδέσεων της ενάγουσας λόγω καθυστέρησης στην εξόφληση των λογαριασμών έγινε κατ' ενάσκηση συμβατικού δικαιώματος της εναγόμενης, το οποίο α) δεν προβλέπεται από καταχρηστικό και συνεπώς άκυρο γενικό όρο συναλλαγών και συνεπώς η άσκησή του δεν συνιστά παράνομη πράξη, εφόσον ο όρος αυτός, με το περιεχόμενο που εκτίθεται στην αγωγή, ενόψει της φύσης των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, του σκοπού της και των λοιπών συνθηκών, δεν έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος της ενάγουσας και δεν είναι καταχρηστικός, και δεν είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης από το συμβατικό δικαίωμα της ενάγουσας, και β) δεν ασκήθηκε υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, αφού τα περιστατικά, που επικαλείται σχετικώς η ενάγουσα, αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγόμενης, επομένως τα αναφερόμενα στην αγωγή δεν θεμελιώνουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης για παράνομη προσβολή προσωπικότητας και το πρώτο αίτημα της αγωγής δεν είναι νόμιμο, 3) η επικαλούμενη άρνηση της εναγόμενης να επανασυνδέσει μία από τις τηλεφωνικές γραμμές εισπράττοντας τη σχετική οφειλή, που της προσέφερε η ενάγουσα, δεν αποτελεί παράνομη πράξη, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η εναγόμενη είχε ήδη καταγγείλει τη σύμβαση για τη γραμμή αυτή και συνεπώς για την επανασύνδεσή της απαιτείτο η σύναψη νέας σύμβασης, στην οποία η εναγόμενη δεν ήταν υποχρεωμένη να συμπράξει στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που περιλαμβάνει την ελευθερία σύναψης της σύμβασης, τη διαμορφωση του περιεχομένου της και την επιλογή του αντισυμβαλλομένου, καθιερώνεται δε με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ.
ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος (Ολ.Α.Π. 6/2015, Ολ.Α.Π. 4/1998), ούτε τίθεται ζήτημα παράβασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., προεχόντως επειδή η εφαρμογή τους προϋποθέτει εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, δηλαδή κρίση επί της ουσίας, η οποία δεν υπάρχει εν προκειμένω, επομένως δεν στοιχειοθετείται παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας για την ανωτέρω αιτία και το δεύτερο αίτημα της αγωγής δεν είναι νόμιμο, και 4) η άρνηση της εναγόμενης να αναγνωρίσει την ύπαρξη συμφωνίας περί διακανονισμού της συνολικής οφειλής της ενάγουσας αποτελεί απλή παράβαση συμβατικής υποχρέωσης και δεν συνιστά αφ' εαυτής παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, ενώ η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις διαφέρει από την ευθύνη από αδικοπραξία και δεν περιλαμβάνει την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, ούτε τα περιστατικά, που αναφέρονται στην αγωγή, συνιστούν συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 Α.Κ., ενώ δεν τίθεται ζήτημα παράβασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
κατά τα ανωτέρω (υπό 3), επομένως το τρίτο αίτημα της αγωγής δεν είναι νόμιμο. Κατ' ακολουθία είναι αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 (ο πρώτος λόγος αναφέρεται εσφαλμένα στο αναιρετήριο ως λόγος από τον αρ. 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Οι πρώτος, τρίτος και έκτος λόγοι, ως προς τα σκέλη τους, με τα οποία η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου από τον αρ. 19 αποτελεί η εξέταση της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια, αντιφατικότητα ή παντελή έλλειψη των οποίων γεννάται η πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, η οποία επομένως δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τους κρίσιμους ισχυρισμούς, αλλά απέρριψε αυτούς λόγω αοριστίας και ως μη νόμιμους, όπως εν προκειμένω.
Επίσης, ο τέταρτος λόγος, ως προς το σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, επειδή στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, όπως απαιτείται, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, και σε τί συνίσταται η παράβαση.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 536 ΚΠολΔ, εκδίδοντας απόφαση επιβλαβέστερη για την αναιρεσείουσα-εκκαλούσα χωρίς η αναιρεσίβλητη να ασκήσει δική της έφεση. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται μόνον όταν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι η προαναφερθείσα διάταξη (Α.Π. 394/2002).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.
Αντίθετα, ο λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (Ολ.Α.Π. 13/1995, Α.Π. 1336/2023, Α.Π. 1144/2021, Α.Π. 570/2020).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση κατ' άρθρο 562 § 2 περ. β' ΚΠολΔ. Δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης, όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει μία μόνο διάταξη (Α.Π. 1336/2023, Α.Π. 1144/2021, Α.Π. 158/2019).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (Ολ.Α.Π. 13/1995, Α.Π. 1336/2023, Α.Π. 130/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, επειδή στο αιτιολογικό της αναφέρει ότι η εκκαλούμενη απόφαση ορθώς απέρριψε το τέταρτο αίτημα της αγωγής, όμως στο διατακτικό αναφέρει ότι εξαφανίζει αυτήν.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή οι διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και με τις οποίες το Εφετείο δέχεται την έφεση, εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση, δικάζει την αγωγή και απορρίπτει αυτήν, είναι σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, και δεν δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς το δεδικασμένο, ενώ η παραδοχή στο αιτιολογικό ότι η πρωτόδικη απόφαση ορθώς απέρριψε το τέταρτο αίτημα της αγωγής ως αόριστο, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι έρχεται σε αντίφαση με τα ανωτέρω, δεν θεμελιώνει τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η εν λόγω παραδοχή δεν αντιφάσκει με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού το Εφετείο, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή και απορρίπτοντας αυτήν στο σύνολό της με διάταξη, που διαλαμβάνεται στο διατακτικό του, για τους λόγους που αναφέρονται στο αιτιολογικό, εκφέρει την ίδια κρίση ως προς το τέταρτο αγωγικό αίτημα, δηλαδή απορρίπτει αυτό ως αόριστο.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2022 αίτηση της αναιρεσείουσας Π. Χ. για αναίρεση της 667/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ