Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility, remands case for retrial due to factual error regarding statutory salary progression rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision declaring the plaintiff's claim inadmissible due to lack of a vacant position. The court found the lower court erred by ignoring specific statutory provisions stating that prior service time counts for salary progression regardless of vacancy status. Consequently, the case was remanded for retrial before a different judge, and the defendant was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure; The lower court must examine defects in the complaint's statement of facts sua sponte and dismiss the claim as inadmissible if the complaint fails to meet statutory requirements, but such dismissal cannot be based on a factual error regarding the application of specific laws governing the subject matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 570 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 570/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Θ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου από 1/5/2012 της Α.Ε. Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ Α.Ε.)και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κώστα Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 372/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4929/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2016 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 479/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ίδιο ζήτημα. Κατόπιν εκδόσεως της 10/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επανέφερε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση, με την από 10-7-2018 κλήση της η αναιρεσείουσα.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 862/2015, ΑΠ 291/2015). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011). 2.
Επειδή, με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4-10-1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ) Προσωπικού ΔΕΗ, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 1274/25-10-1973 με την 2842/442/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, καθορίζονται οι όροι εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ.
Με το άρθρο 2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, το προσωπικό διακρίνεται σε τακτικό, που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Κανονισμού, και σε έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης. Στο άρθρο 4 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ορίζεται ότι το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες και σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ορισμένος αριθμός οργανικών θέσεων.
Κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο, σε πλήρωση οργανικής θέσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.1 και 2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, το τακτικό προσωπικό δύναται να μετατάσσεται από κατηγορία σε κατηγορία του αυτού ή ετέρου κλάδου, είτε για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών είτε για λόγους υγείας, εφ' όσον ο μισθωτός που μετατάσσεται έχει τα προσόντα που απαιτούνται για την κατηγορία της μετάταξης και για το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής, στο οποίο εντάσσεται.
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 3 και 4 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ο χρόνος ενάρξεως της μετατάξεως καθορίζεται στην απόφαση του οργάνου, που την αποφασίζει και η μετάταξη γίνεται στο εισαγωγικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας, εφ' όσον ο μισθωτός είχε μισθολογικό κλιμάκιο κατώτερο από αυτό. Άλλως, γίνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο, που ήδη κατείχε ο μισθωτός και ο χρόνος που διανύθηκε σ' αυτό προσμετράται για τη μισθολογική προαγωγή του σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στη νέα κατηγορία.
Στο άρθρο 5 παρ. 1, 2, 3 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ορίζεται ότι ουδείς προσλαμβάνεται απευθείας ως τακτικός, ότι η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση, που μπορεί να ανανεωθεί μέχρι συμπληρώσεως χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου προσωπικού στο τακτικό και ότι η ένταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ η μισθολογική προαγωγή του τακτικού προσωπικού γίνεται με τη συμπλήρωση τριετίας στο εκάστοτε κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο. Στο άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ορίζεται ότι ο χρόνος υπηρεσίας μισθωτού ως εκτάκτου, ο οποίος διανύθηκε πριν από την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο, ο οποίος απαιτείται κατά το άρθρο 22 αυτού, για την πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή, θεωρούμενος ως διανυθείς στο μισθολογικό κλιμάκιο της εντάξεως.
Αντίστοιχα, στο άρθρο 9 παρ.1 της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ ορίστηκε, ότι "ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, που διανύθηκε στην επιχείρηση οποτεδήποτε και με οποιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας (συνεχή ή διακοπτόμενη) προσμετράται για τη μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη του μισθωτού, εφ' όσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο".
Επίσης, με το άρθρο 9 παρ. 3 της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ ορίστηκε ότι "η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου για τους τακτικούς κατά την 1-1-1986 μισθωτούς θα γίνεται με ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορηγήσεως του μισθολογικού κλιμακίου, που κατείχαν κατά την ως άνω χρονολογία, μετατιθέμενης αναλόγως και της ημερομηνίας χορηγήσεως και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία εν τω μεταξύ έχουν προαχθεί, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή όχι οργανικών θέσεων, ως και της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των άρθρων 4, 22 και 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ" (ΑΠ 1241/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 30-9-2009 και με αριθ. καταθ. 177463/4862/30-9-2009 αγωγής, που ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του οικείου αναιρετικού λόγου (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει ότι προσελήφθη από την αρχικώς εναγομένη "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ", της οποίας καθολικός διάδοχος τυγχάνει η ήδη αναιρεσίβλητη, ως δακτυλογράφος την 17-9-1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει δε διαδοχικώς ανανεούμενων ομοίων συμβάσεων προσέφερε έκτοτε τις ανωτέρω υπηρεσίες της σ' αυτήν, ενταχθείσα τελικά στο τακτικό προσωπικό της στην Κατηγορία/Ειδικότητα ΔΟ2/Γ και στο μισθολογικό κλιμάκιο (μ.κ) 12 της βαθμίδας ε από την 1-7-1983.
Ότι την 7-4-1988 κατέθεσε τον τίτλο σπουδών της (πτυχίο της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών), κατόπιν δε αυτού η εναγομένη προέβη στην μετάταξή της στην Κατηγορία/Ειδικότητα ΔΟ1/Α (Πτυχιούχοι Διοικητικό-οικονομικής κατεύθυνσης) και την κατέταξε εσφαλμένα, αρχικά από 1-7-1989 και στη συνέχεια αναδρομικά από 7-6-1988 στο μισθολογικό κλιμάκιο (μ.κ) 8 της βαθμίδας ε δίχως όμως να της αναγνωρίσει κατά την μετάταξή της τον συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας της που ανερχόταν σε 3 έτη, 4 μήνες και 12 ημέρες.
Ζητεί δε με την αγωγή της αυτή, όπως το αίτημά της περιορίσθηκε παραδεκτά 1) να αναγνωρισθεί το δικαίωμά της προς ορθή ένταξη στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης με την προσμέτρηση του ανωτέρω χρόνου προϋπηρεσίας της βάσει της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ με μετακίνησή της στα ανάλογα μισθολογικά κλιμάκια, όπως αναλυτικά τα παραθέτει χρονικά στην αγωγή της, ώστε τελικά να θεωρηθεί ότι κατέχει το μισθολογικό κλιμάκιο 1β από την 25-1-2009 και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 25.011,40 ευρώ για μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-8-2009 ως διαφορά από την ορθή ένταξή της στα ανάλογα μισθολογικά κλιμάκια μετά την προσμέτρηση του ως άνω χρόνου προϋπηρεσίας της, επικουρικά δε ζητεί το ως άνω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού απέρριψε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής ως αόριστο ως προς την κύρια βάση της αγωγής και μη νόμιμο ως προς την επικουρική, δέχθηκε την αγωγή ως προς το πρώτο αίτημά της ήτοι της αναγνώρισης της ως άνω προϋπηρεσίας της ενάγουσας και της υποχρέωσης της εναγομένης να προσμετρήσει τον χρόνο αυτό κατά τον χρόνο ένταξης της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της.
Επί ασκηθείσης εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης ως καθολικής διαδόχου της εναγομένης εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με την οποία αφού έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν και εξαφανίσθηκε η ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ακολούθως απερρίφθη η αγωγή ως αόριστη και ως προς το πρώτο αίτημά της.
Συγκεκριμένα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και πρέπει να εκπληρώνεται από αυτήν όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288) ..............
Περαιτέρω, όμως, συνάγεται με σαφήνεια ότι κατά την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης, κενής οργανικής θέσης.................
Συνεπώς, στο δικόγραφο αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα μισθωτό αυτής σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η ορθή κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη ..............................
Εξάλλου, αν η αγωγή, η οποία ήταν νόμω αβάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ' ουσίαν (εν όλω ή εν μέρει), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τις άνω ελλείψεις και ένεκα αυτών να την απορρίψει, αρκεί να ζητεί την απόρριψη της ο εναγόμενος και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη γι' αυτόν απόφαση, χωρίς έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον επέρχεται αλλαγή του διατακτικού, εξαφανίζεται προηγουμένως η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ.........................
Στην προκειμένη περίπτωση, από το αναλυτικά προαναφερόμενο στο οικείο κεφάλαιο της παρούσας περιεχόμενο της υπό κρίση αγωγής, όπως αυτή περιορίστηκε με την προσθήκη των ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεών της, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, κατά τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, για τους εξής λόγους :
Καθόσον με δεδομένο το ότι για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε κάποια από τις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού της εναγομένης και για την εν συνεχεία προαγωγή ή εξέλιξή του απαιτείται η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, που είναι θεμελιωτική του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς.
Το γεγονός ότι η εναγομένη επιχείρηση είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες της ενάγουσας - εργαζόμενης, διότι την απασχολούσε ως έκτακτη υπάλληλο, δεν υποδηλώνει και την ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης, αφού σύμφωνα με τον ΚΚΠ/ΔΕΗ το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της εναγομένης, για τις οποίες δεν επαρκεί το προσωπικό που καλύπτει τις οργανικές θέσεις.
Και το γεγονός ότι αργότερα η εναγομένη επιχείρηση κατέταξε την ενάγουσα - εργαζόμενη στην συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο, δεν σημαίνει, επίσης, ότι υπήρχε αντιστοίχως κενή οργανική θέση και κατά την προγενέστερη ημερομηνία από την οποία η ενάγουσα εργαζόμενη επιδιώκει την κατάταξη που αναφέρεται στην αγωγή.
Γι' αυτό, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην αγωγή, ώστε να αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, ότι κατά την ημερομηνία της ένταξης, της οποίας η ορθότητα αμφισβητείται, υπήρχε κενή οργανική θέση, στην οποία η διοίκηση της επιχείρησης παρέλειψε να κατατάξει την εργαζόμενη - ενάγουσα. Τα ανωτέρω δεν εκτίθενται στην υπό κρίση αγωγή και ειδικότερα δεν εκτίθεται σ' αυτή αν κατά τον συγκεκριμένο αναφερόμενο στην αγωγή χρόνο που έλαβε χώρα η ένταξη της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης (1.7.1983), υπήρχε κενή οργανική θέση στην κατηγορία ΔΟ1 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 9 της βαθμίδας ε', στην οποία η ενάγουσα κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, θα έπρεπε τότε να έχει ενταχθεί, ενώ δεν εντάχθηκε.
Ως εκ της αοριστίας αυτής καθίστανται αόριστα και τα λοιπά, αφορώντα τα μετέπειτα μισθολογικά κλιμάκια, αιτήματα της αγωγής. Συνακόλουθα, κατά τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της. Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, κατά το μέρος που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε άλλως και ειδικότερα κατά το μέρος που Α) έκρινε ότι η αγωγή (όπως περιορίστηκε) είναι ορισμένη κατά το αίτημά της να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να κατατάξει την ενάγουσα μισθωτή αυτής στην συγκεκριμένη κατηγορία ΔΟ1 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 9 της βαθμίδας ε', του τακτικού προσωπικού της, κατά τον χρόνο της ένταξης της στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης (1-7-1983), με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και της ΕΣΣΕ 1990, και στη συνέχεια Β) δέχθηκε την αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη κατά το ως άνω αίτημά της και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα κατά τον χρόνο της ένταξης της στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης (1-7-1983), είχε συνολική προϋπηρεσία 3 ετών, 4 μηνών και 12 ημερών, και ότι αυτός ο χρόνος προϋπηρεσίας της προσμετράται, σύμφωνα με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της εναγομένης και τις διατάξεις της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ, ώστε να ανήκει στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο από 25-1-1985, στο 7° μ.κ.
από 25-1-1988, στο 6° μ.κ. από 25-1-1988, στο 5° μ.κ. από 25-1-1991, στο 4° μ.κ. από 25-1-1994, στο 3° μ.κ. από 25-1-1997, στο 2° μ.κ. από 25-1- 2000, στο Γ μ.κ. από 25-1-2003. στο Ια μ.κ. από 25-1-2006, και στο 1 β μ.κ. από 25-1-2009, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης. Κατά συνέπεια, κατά τα στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, αφού η ένδικη αγωγή, [ της οποίας την απόρριψη στο σύνολό της ζητεί η εναγομένη - εκκαλούσα ], έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ' ουσίαν κατά το προαναφερόμενο αίτημά της, ενώ ήταν αόριστη, όπως ανωτέρω εξετέθη, το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου από την εναγομένη - εκκαλούσα που ζητεί την απόρριψη της αγωγής, πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τις άνω ελλείψεις και ένεκα αυτών να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη κατά το προαναφερόμενο αίτημά της ...........".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή είναι αόριστη ως προς το πρώτο αίτημά της για αναγνώριση του δικαιώματος της ενάγουσας προς ένταξη στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης και στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας ΔΟ1/Α με προσμετρούμενο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας την προϋπηρεσία της ως υπαλλήλου εκτάκτου προσωπικού απασχολούμενου με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έσφαλε υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου με συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναίρεσης να είναι βάσιμος.
Και τούτο διότι έκρινε ότι κατά την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης στοιχείο το οποίο δεν περιέχεται στην αγωγή αφού δεν εκτίθεται σ' αυτήν ότι την 1-7-1983 (χρόνος ένταξης της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης) υπήρχε κενή οργανική θέση στην κατηγορία ΔΟ1.
Πλην όμως εν προκειμένω το ως άνω πραγματικό περιστατικό (ύπαρξη κενής οργανικής θέσης) και η ύπαρξη του ως στοιχείου ουδόλως ενδιαφέρει και ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με την διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ ορίζεται ότι ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας που διανύθηκε στην επιχείρηση οποτεδήποτε και με οποιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας ...
προσμετράται για την μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη του μισθωτού ... και με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 της αυτής ως άνω ΕΣΣΕ ορίζεται ρητά ότι "η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου για τους τακτικούς κατά την 1-1-1986 μισθωτούς θα γίνεται με ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορηγήσεως του μισθολογικού κλιμακίου, που κατείχαν κατά την ως άνω χρονολογία ..........ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή όχι οργανικών θέσεων, ως και της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως ........".
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που την εξέδωσε.
Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (αρθ. 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4929/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ