Legislator Case Law & Legislation
77/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of a new ground regarding absolute nullity of a contract.

Case Number 77/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation, ruling that the new ground of appeal was inadmissible because it was not properly raised in the lower courts. The appellant argued that the seller's waiver of the right to rescind under Articles 178 and 179 of the Civil Code extinguished her right to claim absolute nullity after her death. The court rejected this, stating that absolute nullity is a matter of public order that cannot be waived and must be raised as a matter of course, not as a new claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562(2) and 527 of the Code of Civil Procedure; Absolute nullity of a juridical act is a matter of public order that cannot be waived by the parties and must be raised ex officio, making a new ground of appeal inadmissible if not previously proposed.

Keywords

AI generated
absolute nullity public order waiver of rights inadmissibility of appeal Civil Code provisions procedural history third party standing

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(3) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 156 of the Civil Code
Article 178 of the Civil Code
Article 179 of the Civil Code
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183(1), 192(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 77 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 77/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ. Κ. του Γ., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Αναστασία Καλατζή, η οποία, αφού έλαβε το λόγο από την Προεδρεύουσα, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Ακολούθως, ο συνήγορος του ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο ως άνω δεύτερος αναιρεσίβλητος Κ. Κ. απεβίωσε στις … σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό … πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Ά. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2017 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/5/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα Πολιτικά Δικαστήρια, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Επίσης, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται, αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, ή, σε περίπτωση που την επισπεύδει ο αντίδικός του, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.

Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως, ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την αίτηση, ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 3 ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται όπως αναφέρθηκε, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρ. 104 εδ.

β` ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 4/1994, ΟλΑΠ 2/1992, ΑΠ 459/2020, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 627/2019). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 25-5-2021 (αριθ. έκθ. Καταθ. 34/2021, αριθ. δικογρ. 1083/2021) αίτηση της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, για την αναίρεση της 23/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, παραστάθηκε νομότυπα ο πρώτος των αναιρεσίβλητων, Ά.

Κ., ενώ, όσον αφορά την αναιρεσείουσα, Ά. Κ., εμφανίσθηκε για λογαριασμό της η δικηγόρος, Αναστασία Καλατζή, η οποία υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης για μεταγενέστερη δικάσιμο και η οποία, μετά την απόρριψη του άνω αιτήματος από το Δικαστήριο, αποχώρησε χωρίς να εκπροσωπήσει την αναιρεσείουσα. Από τα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα από το ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με την επ' αυτής, από 7-7-2022, επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, Α.

Κ., που προσκομίζει ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αποδεικνύεται ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την παραπάνω δικάσιμο, επέσπευσε η απολειπόμενη αναιρεσείουσα. Από το ίδιο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης αποδεικνύεται ότι το δικόγραφο αυτής υπογράφει ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Στέργιος Παπαδηλέρης (ΑΜ 7770), ο οποίος έδωσε την εντολή στον ως άνω δικαστικό επιμελητή να επιδώσει αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά την ανωτέρω δικάσιμο στον πρώτο αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από τη σχετική έγγραφη εντολή κάτω από το προαναφερόμενο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης.

Ο εν λόγω δικηγόρος ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από το υπάρχον στη δικογραφία με αριθμό … ειδικό δικαστικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευδοκίας Στρογγύλη. Επομένως, εφόσον τη συζήτηση επισπεύδει η απολειπόμενη αναιρεσείουσα, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση αυτής, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, η οποία μπορεί να γίνει με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος αυτού (κληρονόμος του) και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας του τελευταίου, ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 6/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής:

Η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη, από 25-5-2021, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 23/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, στις 26-5-2021, με κατάθεση στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (αριθ. έκθ. Κατάθ. 34/2021), η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή.

Μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, απεβίωσε, στις… , ο αρχικός διάδικος - δεύτερος αναιρεσίβλητος, Κ. Κ., όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο, με επίκληση, με αριθμ. πρωτοκόλλου … απόσπασμα της υπ` αριθμ. … ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Θεσσαλονίκης. Ο ανωτέρω αποβιώσας, δυνάμει της από … ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε από το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με το … πρακτικό του και καταχωρίστηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (βλ.

το με αριθμό … πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης), κατέλιπε το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο στον πρώτο αναιρεσίβλητο, αδελφό του, Ά. Κ., ο οποίος δεν αποποιήθηκε την κληρονομία του. Ο τελευταίος, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του ανωτέρω αποβιώσαντος δεύτερου αναιρεσίβλητου, εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Γεώργιο Πανούση, δυνάμει του ….

πληρεξουσίου εγγράφου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Γλυκερίας Δρακοπούλου, νομίμως δήλωσε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, τη διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου του πιο πάνω αναιρεσίβλητου και την εκούσια, στο όνομά του, επανάληψη της δίκης αυτής, με τον τρόπο αυτό δε υπεισήλθε στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος και συνεχίζει τη δίκη νόμιμα, χωρίς να απαιτείται άλλη ενέργεια αυτού.

Με την κρινόμενη από 25-5-2021 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Έκθ. Κατάθ. 34/20219, Αριθ. Δικ. 1083/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 23/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε επί της από 4-11-2019 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της 35/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 24-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων περί αναγνώρισης της ακυρότητας της περιεχόμενης στο … συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Παγγαίου, Αντωνίας Σωτηργιαννίδου, συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Αυτός ο αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το αποδεικτικό μέσο δεν περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ ή περιλαμβάνεται μεν δεν επιτρέπεται, όμως, η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της φύσης της υπόθεσης ή όταν επιτρέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 88/2021, ΑΠ 639/2009).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 393 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ που ορίζουν ότι, "Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ... όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ και ότι "Δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου" συνάγεται ότι η απαγόρευση της απόδειξης με μάρτυρες (και με ένορκες βεβαιώσεις) αφορά το περιεχόμενο της έγγραφης σύμβασης, δηλαδή τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως διατυπώθηκαν στη σύμβαση, που προσάγεται προς άμεση απόδειξη δικαιοπρακτικής βούλησης και όχι σε απόδειξη πραγματικών γεγονότων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και που επιφέρουν την κατάργησή της με βάση το περιεχόμενό της, ή με τα εσωτερικά ελαττώματα των δηλώσεων βουλήσεως (ΑΠ 2298/2009, ΑΠ 588/2003, ΑΠ 737/2002).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει την προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 12 αυτού, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 393 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο και, συγκεκριμένα τις προσκομισθείσες, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, από τον αναιρεσίβλητο ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Μ.

Π. και του Σ. Ι.Μ.Α.Μ. με αριθμό…, προς ανταπόδειξη του αναφερόμενου στο επίμαχο … συμβόλαιο μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας ακινήτου, ως συμφωνηθέντος τιμήματος των 35.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η σύμφωνα με τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ αντικείμενη στα χρηστά ήθη αισχροκερδής δικαιοπραξία, με την οποία, εκμεταλλευόμενος κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή την απειρία του άλλου, πετυχαίνει να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή ζήτημα, που αποτελεί το αντικείμενο της ένδικης αγωγής, μπορεί να αποδειχθεί με όλα τα επιτρεπόμενα, από τις διατάξεις του ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα, συνεπώς και με μάρτυρες και ένορκες βεβαιώσεις.

Ειδικά δε στην επίδικη περίπτωση η απόδειξη με ένορκες βεβαιώσεις της πραγματικής εμπορικής αξίας του μεταβιβασθέντος ακινήτου σε σχέση προς το αναφερόμενο στο επίδικο συμβόλαιο ως συμφωνηθέν τίμημα, δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου του εγγράφου της άνω σύμβασης, το οποίο αναγνωρίζεται όπως έχει εξωτερικά, αλλά αφορά το πραγματικό γεγονός της διαφοράς μεταξύ της πραγματικής αξίας του ακινήτου και του αναφερόμενου στο επίμαχο συμβόλαιο τιμήματος, ώστε να αναδειχθεί η κατά προφανή δυσαναλογία προς την αξία του μεταβίβαση αυτού (ακινήτου) στην αναιρεσείουσα, η οποία επάγεται την κατά τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ακυρότητα της σύμβασης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 8/2019, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 31/2019, ΑΠ 306/2018, ΑΠ 467/2018).

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκόμισε με επίκληση στις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, και δη: (1) το με αριθμό ….

συμβόλαιο πώλησης ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Παγγαίου Αντ. Σωτηργιαννίδου, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του επίδικου καταστήματος, ποσού 35.000 ευρώ, η αναιρεσείουσα το κατέβαλε στην πωλήτρια, Μ. Θ., ενώπιον της συμβολαιογράφου κατά την υπογραφή του άνω συμβολαίου, (2) την από 18-10-2013 απόδειξη της Μ.

Θ. για την είσπραξη των οφειλομένων σ' αυτή μισθωμάτων του επίδικου καταστήματος ποσού 1.666 ευρώ, (3) το από 13-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης του επίδικου καταστήματος και (4) τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε, προς απόδειξη της έλλειψης ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας της πωλήτριας κατά το χρόνο κατάρτισης του επίμαχου συμβολαίου (…).

Ωστόσο, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης και δη από την αναφορά της, στην αρχή της ελάσσονος προτάσεως, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της και που κατά λέξη έχει ως εξής: "Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους και λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται..., τις υπ' αρ.

… ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων απόδειξης, που ελήφθησαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεανώς Μαρέτη, κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως της εναγομένης (βλ. υπ' αριθμ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης Κ. Γ.), την υπ' αριθμ. … ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων απόδειξης, που ελήφθη ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως της εναγομένης (βλ.

υπ' αριθμ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης Κ. Γ.), την υπ' αριθμ. … ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος απόδειξης, που ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης, Ελένης Κουμουλίδου, κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως της εναγομένης (βλ. υπ' αριθμ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης Κ.

Γ.), την υπ' αριθμ. … ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης, που ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης, Ελένης Κουμουλίδου, κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως της εναγομένης (βλ. υπ' αρ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης Κ. Γ.), τις υπ' αριθμ. … ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως, που ελήφθησαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καβάλας, κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως των εναγόντων (βλ.

υπ' αριθμ. … εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Ξ. Α. για έκαστο των εναγόντων αντίστοιχα) και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...", καθώς και από την αποδεικτική αξιολόγηση τους, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τόσο οι αναφερόμενες ειδικά τρεις (3) ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας, με αριθμούς…, όσο και τα υπόλοιπα διαλαμβανόμενα στον ως άνω λόγο αναίρεσης έγγραφα, ενώ, παρότι το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, στη 2η σελίδα του 13ου φύλλου αυτής, γίνεται μνεία του επίμαχου … συμβολαίου πώλησης προς την αναιρεσείουσα της ψιλής κυριότητας του επίδικου καταστήματος, από το οποίο δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα καταβολή του τιμήματος στην πωλήτρια, καθόσον, όπως αναφέρεται σ' αυτό, η θεία των εναγόντων (δηλ.

η Μ. Θ.) μεταβίβασε στην εναγομένη δια πωλήσεως την ψιλή κυριότητα αυτού (καταστήματος) έναντι φερομένου τιμήματος 35.000 ευρώ, το οποίο, κατά δήλωση των συμβαλλομένων, που διαλαμβάνεται στο εν λόγω συμβόλαιο, έλαβε η πωλήτρια από την εναγομένη αγοράστρια κατά το χρόνο σύνταξης και υπογραφής του συμβολαίου.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής κατ' άρθρ. 140 επ. ΑΚ αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (241 παρ. 1 ΑΚ), ενώ, στην περίπτωση που η πλάνη, η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα αφότου πέρασε η κατάσταση, που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή απάτης ή από την παύση της απειλής.

Η ως άνω αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σύμφωνα με το άρθρο 280 ΑΚ (ΑΠ 745/2017, ΑΠ 2/2016, ΑΠ 654/2011, ΑΠ 674/1993). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 247 ΑΚ, σε παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις και, συνεπώς, η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, αφού μ' αυτή δεν επιδιώκεται αξίωση.

Αν, όμως, έχει παραγραφεί η αξίωση, την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει η εν λόγω αγωγή, λείπει πλέον το έννομο συμφέρον για την άσκησή της και, στην περίπτωση αυτή, η αγωγή αυτή απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 68/2021, ΑΠ 221/2019, ΑΠ 180/2018, ΑΠ 1041/2017, ΑΠ 72/2013), αφού, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας (ΑΠ 772/2014) και, συνεπώς, προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε αίτησης παροχής έννομης προστασίας και πρέπει να υπάρχει, τόσο κατά την έναρξη της δίκης, όσο και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση (ΑΠ 221/2019, ΑΠ 1406/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 157 ΑΚ, απέρριψε τον προβληθέντα παραδεκτά για πρώτη φορά με τον πρώτο λόγο έφεσης και λαμβανόμενο υπόψη αυτεπαγγέλτως ισχυρισμό της, περί αποσβεστικής παραγραφής της ένδικης αγωγής, καθόσον από τη σύνταξη της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας (…), άλλως από το θάνατο της πωλήτριας (…), μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (24-11-2017), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα εξής: "Με τον πρώτο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα - εναγομένη ισχυρίζεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλλε, διότι δεν απέρριψε την υπό κρίση αγωγή, ως όφειλε, λαμβάνοντας υπόψη αυτεπαγγέλτως, την παρέλευση της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 157 ΑΚ, από την σύνταξη της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας (…), άλλως από το θάνατο της πωλήτριας - κληρονομουμένης των εναγόντων (…), μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (24-11-2017).

Εν προκειμένω, κατ' αρχήν πρέπει να σημειωθεί, ότι η εκκαλούσα προβάλλει τον αμέσως ως άνω ισχυρισμό, το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ενόψει, όμως, του ότι η τιθέμενη με τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ διετής αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται κατ' άρθρο 280 ΑΚ αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, δύναται να προταθεί από την εκκαλούσα - εναγομένη το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την προαναφερόμενη στην ως άνω νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1 περ. 3 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός της εκκαλούσας είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθότι στηρίζεται σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση. Ειδικότερα, η υπό κρίση αγωγή δεν συνιστά αγωγή ακύρωσης της δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ, αλλά αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας δικαιοπραξίας αντίθετης στα χρηστά ήθη κατ' άρθρα 178 και 179 ΑΚ, η οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα επίσης στην ως άνω νομική σκέψη, κατ' αρχάς δεν υπόκειται σε παραγραφή.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η προβλεπόμενη στην ανωτέρω διάταξη διετής αποσβεστική προθεσμία ισχύει επί των αγωγών ακύρωσης δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής και όχι επί της ένδικης αγωγής περί αναγνώρισης ακυρότητας του επίδικου συμβολαίου κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, η οποία δεν υπόκειται σε παραγραφή, ούτε, άλλωστε, γίνεται από την αναιρεσείουσα επίκληση περί παραγραφής της αξίωσης από την έννομη σχέση, της οποίας ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το παραπάνω σκέλος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 156 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το δικαίωμα της πωλήτριας προς ακύρωση της επίδικης σύμβασης πώλησης, στη θέση της οποίας μετά το θάνατό της υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος, έχει αποσβεστεί, διότι με το επίμαχο συμβόλαιο (που μεταγράφηκε… ), η πωλήτρια, Μ.

Θ. παραιτήθηκε από το δικαίωμα ακύρωσής της κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι πρωτίστως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο νόμιμος τρόπος προβολής του παραπάνω ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα δεν εκτίθεται ότι τον ισχυρισμό αυτό η αναιρεσείουσα τον πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ότι τον επανέφερε παραδεκτά, ως εκκαλούσα, με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ούτε επικαλείται ότι υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για την παραδεκτή προβολή του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ή ότι πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1272/2021.

ΑΠ 721/2020, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 353/2020). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η εκ της παραβάσεως των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ ακυρότητα είναι απόλυτη, μπορεί να προταθεί όχι μόνο από τους συμβαλλομένους, αλλά και από οποιονδήποτε τρίτο που έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, έννομο συμφέρον να αποκαλύψει την ανυπαρξία της δικαιοπραξίας, επισύρει δε αναγκαίως και την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της, η οποία (ακυρότητα) επέρχεται αυτοδικαίως, ενώ είναι επιτρεπτή μόνο n άσκηση αναγνωριστικής αγωγής (άρθρο 70 ΚΠολΔ) για αναγνώριση της ακυρότητας (ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 323/2009, ΑΠ 218/2010 ΝΟΜΟΣ).

Επιπλέον η εν λόγω ακυρότητα αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό ακριβώς η παραίτηση απ' αυτήν είναι ανίσχυρη, η δε ακυρότητα της δικαιοπραξίας δεν θεραπεύεται εάν μεταγενεστέρως εκλείψει ο λόγος ακυρότητας με αναγνώριση από τα συμβληθέντα μέρη ή δια συμβιβασμού (ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 291/2018).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 192 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-5-2021 αίτηση (Αριθ. Εκθ. Καταθ. 34/2021, Αριθ. Δικ. 1083/2021) για αναίρεση της με αριθμό 23/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ