Appeal dismissed because the alleged error regarding an out-of-court admission was not properly raised in the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court erred by failing to consider a specific out-of-court admission made by a third party. The court ruled this argument inadmissible because the admission was not formally proposed to the First Instance Court during the trial proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on a procedural error regarding an out-of-court admission is inadmissible if such admission was not legally proposed to the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 721 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 721/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.Ι. Α. Σ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 2.Θ.- Μ. συζ. Ρ. Κ. το γένος Τ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μαυροειδή Των αναιρεσίβλητων:1. Κ. Μ. του Σ., 2 Ι. Κ. του Π., συζ. Κ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Παπαγεωργίου
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2001 αγωγή των αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάσθηκε με την από 31-1-2003 ανακοίνωση δίκη των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2004 ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου, 132/2008 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε μετά από συνεκδίκαση των ανωτέρω αγωγής και ανακοίνωσης δίκης καθώς και της δια των προτάσεων ασκουμένης πρόσθετης παρέμβασης, 44/2010 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-11-2010 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ανθή Γκάμαρη, ανέγνωσε την από 5-2-2020 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΑ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΑΠ 148/2006).
Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 386/2017).
Ενόψει τούτων, οι τρεις πρώτοι, από το άρθρο 559 αριθ. 11 α ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, και επιπρόσθετα ο δεύτερος λόγος και από τους αριθ. 14 και 12 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και την ...-5-2007 ένορκη βεβαίωση, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν ενώπιον του οι αναιρεσίβλητοι-εκκαλούντες, ενώ δεν έπρεπε να τη λάβει, επειδή ήταν απαράδεκτη, για τις αιτίες που εκτίθενται σε καθένα των λόγων αυτών (εξαιτίας μη νόμιμης, εμπρόθεσμης και παραδεκτής κλήτευσης τους), όπως και ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη απόρριψη της από 20/5/2008 έφεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα-εφεσίβλητη λόγω μη νόμιμης επίδοσής της σ' αυτή, είναι απορριπτέοι προεχόντως, ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι αναιρεσείουσες είχαν επικαλεσθεί με τις προτάσεις τους στο Εφετείο για την απόκρουση της από 20-5-2008 (αριθ.
κατ. 31/19- 5-2008) έφεσης των αναιρεσιβλήτων-εκκαλούντων, η οποία έγινε δεκτή, τις επικαλούμενες με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης αιτίες απαραδέκτου της ένορκης βεβαίωσης, όπως και τις προβαλλόμενες με τον πέμπτο λόγο αιτίες μη νόμιμης επίδοσης της έφεσης (ΑΠ 581/2018). Σε κάθε δε περίπτωση οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι οι αναιρεσείουσες δεν προσκομίζουν τις παραπάνω προτάσεις τους, για να διαπιστωθεί, αν, πράγματι, είχαν προβάλλει στο Εφετείο τις ανωτέρω αιτίες αφενός μεν απαραδέκτου της παραπάνω ένορκης βεβαίωσης, αφετέρου δε μη νόμιμης επίδοσης της έφεσης στη δεύτερη αναιρεσείουσα (ΑΠ 1595/2006).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικών διατάξεων, πρέπει οι διατάξεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους, εν όλω ή εν μέρει, να περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της διάπλασης που διώκεται με αυτή, ενώ δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο σκεπτικό της, εκτός αν τούτο έχει προσόντα διατακτικού ή μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της (ΑΠ 255/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 44/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την απόφαση αυτή συνεκδικάσθηκαν η από 16-5-2008 και με αριθ. κατ. 32/19-5-2008 έφεση των μη διαδίκων στην προκείμενη δίκη Α. Τ. και Χ. Τ. (προσεπικληθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ασκησάντων (απαράδεκτα) με προτάσεις πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγομένων- προσεπικαλεσάντων-αναιρεσιβλήτων) ,και η ανωτέρω από 20-5-2008 και με αριθ.
κατ. 31/19-5-2008 έφεση των αναιρεσιβλήτων- εναγομένων, από τις οποίες το Εφετείο απέρριψε την πρώτη ως απαράδεκτη (για'έλλειψη νομιμοποίησης) και καταδίκασε τους εκκαλούντες της έφεσης αυτής Α. Τ. και Χ. Τ. στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων της ίδιας έφεσης, ενώ δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τη δεύτερη έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα 132/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών κατά των αναιρεσιβλήτων που είχε γίνει δεκτή με την παραπάνω πρωτοβάθμια απόφαση και καταδίκασε τις ενάγουσες, ήδη αναιρεσείουσες, στη δικαστική δαπάνη των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Ενόψει τούτων, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για αντιφατικότητα των ανωτέρω σχετικών με τις δικαστικές δαπάνες διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών, αφού καθεμία τους αναφέρεται στη μία από τις παραπάνω δύο εφέσεις.
Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται, κατά λέξη, στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή μη ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1167/2019).
Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει στον Άρειο Πάγο το έγγραφο, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του , για τη διαπίστωση της βασιμότητάς του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1167/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους έκτο, έβδομο και, κατά το ορθό, δέκατο (αντί του αναφερόμενου ως ένατος) από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή του αποδιδόμενου σφάλματος (και όχι από τον αριθ. 10 που αναφέρεται εσφαλμένα στο αναιρετήριο) λόγους αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου, αντίστοιχα:
α) της ... (και όχι της ... που αναφέρεται)/... διαθήκης του απωτέρου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών Α. Τ., που συνίσταται (η παραμόρφωση) στο ότι, ενώ η διαθήκη αυτή αναφέρεται σε ένα περιουσιακό στοιχείο του διαθέτη, δέχτηκε το Εφετείο ότι διαλαμβάνεται στην εν λόγω διαθήκη ότι αφορά όχι ένα μόνο περιουσιακό στοιχείο, αλλά περισσότερα, β) των δηλώσεων φόρου κληρονομιάς των αναιρεσειουσών από 10-5-1989 (αντί 1998) και της σχετικής με την .../1971 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που συνίσταται (η παραμόρφωση) στην παραδοχή του Εφετείου ότι οι ανωτέρω δηλώσεις αφορούν, όχι ένα, όπως αναφέρεται σ' αυτές, αλλά περισσότερα ακίνητα και γ)των από 14-9-1934, 26-4-1968 με αριθ. ...
και από 30-9-1983 με αριθ. ..., ιδιωτικού του πρώτου και συμβολαιογραφικών των λοιπών, συμφωνητικών αγρομίσθωσης, διότι δέχτηκε "ότι τάχα το μισθωτήριο αναφέρει ως νότιο όριο του (ακινήτου που αφορά) την ιδιοκτησία Μ. Σ. Μ., ενώ το επίδικο έχει ως νότιο όριο τις ιδιοκτησίες Π. και Λ.". Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, διότι δεν έκτίθενται για το ορισμένο αυτών ο ουσιώδης ισχυρισμός , για την απόδειξη ή ανταπόδειξη των οποίων χρησιμοποιήθηκαν τα πιο πάνω έγγραφα, καθώς και το επιζήμιο για τις αναιρεσείουσες συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο εξαιτίας της παραμόρφωσης είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως αβάσιμοι ως αναπόδεικτοι, καθόσον οι αναιρεσείουσες, παρά την αντίστοιχη υποχρέωσή τους, δεν έχουν προσκομίσει τα συγκεκριμένα έγγραφα, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενο τους και να διαπιστωθεί , εάν υπήρξε πράγματι η επικαλούμενη παραμόρφωσή τους.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, χωρίς, δηλαδή, να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ' αυτή (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε μ' αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχτηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, πλην άλλων, και ότι "οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι το ακίνητο αυτό (επίδικο) ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία του παππού τους Α.
Μ. Τ. που αποβίωσε στις 7 Φεβρουαρίου 1956 χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και το οποίο περιήλθε σ' αυτές κατά ποσοστό 6/32 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία μετά το θάνατο των κληρονόμων του
τις κληρονομιές των οποίων αποδέχθηκαν.... Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται, ότι το τελευταίο (επίδικο ακίνητο) περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του Α. Τ......Σημειωτέον ότι στο .../20-8-1984 συμβόλαιο γονικής παροχής...με το οποίο η Ε. Λ. μεταβίβασε το όμορο, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ακίνητο στον υιό της Π.
Λ. αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης της ο Σ. Α.. Τ. και όχι οι κληρονόμοι του Α. Τ.. Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του Α. Μ. Τ. και ως εκ τούτου δεν περιήλθε και στους προαναφερομένους κληρονόμους του κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά, η .../31-8-2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς...των εναγουσών δεν προσπόρισε σ' αυτές εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού (επιδίκου).
Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε τουλάχιστον κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια ότι οι ενάγουσες και οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν στο επίδικο ακίνητο τις αναφερόμενες στην αγωγή διακατοχικές πράξεις (εκμίσθωση, επίβλεψη, διάθεση προς πώληση κλπ....Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά οι ενάγουσες δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 6/32 εξ αδιαιρέτου η καθεμία ούτε με παράγωγο τρόπο ούτε με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία)".
Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε δεχθεί την αγωγή και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την παραπάνω αγωγή των αναιρεσειουσών για τη διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου που στήριζαν σε παράγωγο τρόπο (κληρονομικές διαδοχές) και πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία).
Ενόψει τούτων, ο όγδοος, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δέχτηκε χωρίς απόδειξη, ότι "το επίδικο δεν ανήκε κατά το θάνατο του στον Α. Μ. Τ., αλλά τάχα αυτός το είχε μεταβιβάσει στον ως άνω άκληρο υιό του Σ. Τ.", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στην ανύπαρκτη παραδοχή του Εφετείου, ότι ο Α.
Τ. είχε μεταβιβάσει το επίδικο στον υιό του Σ..
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Ενόψει τούτων, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αβάσιμοι, οι ένατος και, κατά το ορθό, δωδέκατος (αντί του αναφερόμενου ως ενδέκατος) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι την από 23-1-2003 υπεύθυνη δήλωση του Π.
Λ. και την 1206/53/03 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των Α. Τ. και Χ. Τ.-δικαιοπαρόχων τους, αντίστοιχα, με το αναφερόμενο περιεχόμενο, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τόσο αυτά που παρέχουν άμεση απόδειξη όσο και εκείνα που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι, όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 137/2012).
Ενόψει τούτων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος ο, κατά το ορθό, ενδέκατος (αντί του αναφερόμενου ως δέκατος), από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του την αναφερόμενη ομολογία του Κ. Λ., αρχικά τρίτου εναγομένου με την ίδια ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν οι τελευταίες πριν από την έναρξη της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία (ομολογία) περιλαμβάνεται στο από 30-9-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των αναιρεσειουσών και του ανωτέρω, ο οποίος "ομολόγησε και ενόψει της παραιτήσεώς τους" ότι τμήμα του επίδικου ακινήτου που είχε πωληθεί σε αυτόν από τους ίδιους δικαιοπαρόχους των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ανήκε κατά συγκυριότητα στις ήδη αναιρεσείουσες - ενάγουσες και τους κατέβαλε το αναφερόμενο ποσό, πρωτίστως, διότι δεν πρόκειται για ομολογία των αντιδίκων των αναιρεσειουσών στην προκείμενη δίκη, ήτοι των αναιρεσιβλήτων, αλλά του ανωτέρω άσχετου με τη δίκη αυτή προσώπου, ούτε καν ομοδίκου των αναιρεσιβλήτων στην πρωτοβάθμια δίκη, μετά την παραίτηση των αναιρεσειουσών από την αγωγή τους ως προς αυτόν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) ,κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2010 αίτηση των Ι. - Α. - Σ. Τ. κλπ. για αναίρεση της 44/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου).
Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ