Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to non-appearance of one defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the second defendant because they failed to appear or participate in the hearing as required by law. The appellant argued that the lower court ignored material facts and violated evidentiary rules, but the court found these claims unmeritorious. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-3, item a' of the Code of Civil Procedure; Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear or participate in the manner prescribed by law during the appeal hearing, the Supreme Court examines who accelerates the discussion; if the absent party accelerates it, the case is treated as if all parties were present, whereas if the opposing party accelerates it, the Court investigates whether the absent party was legally and timely summoned, and if not, the discussion is declared inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 778 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 778/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βγενόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Α. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-8-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, η από 2.4.2018 και με αριθμ. κατάθεσης 19/3.4.2018 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 102/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α' ΚΠολΔ). Με την άνω απόφαση απορρίφθηκε η από 28.3.2014 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 147/2014 εκκαλούμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε, επίσης, απορρίψει την από 23.8.2012 και με αριθμ. κατάθεσης 2951/2012 ένδικη αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται, ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται, αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο, κατά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο, κατά τη σειρά της, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (6-12-2019), ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ο οποίος δεν κλήθηκε ούτε άλλωστε επικαλείται κλήση του, με σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείουσα, να παραστεί κατ' αυτήν (συζήτηση), δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν και να εξετασθεί η αναίρεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους, ως προς τους οποίους είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το βάσιμο ή μη των προβαλλομένων λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ενώ κατά το εδ. β' της πιο πάνω διάταξης η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/2005).
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας, έτσι, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1997), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη, σε σχέση με τους αναιρετικούς λόγους, περιστατικά: "Στις 13.12.2010 και περί ώρα 19.10' μ.μ. η ενάγουσα - εκκαλούσα επέβαινε ως συνοδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής BMW, που οδηγούσε ο σύζυγός της, μη διάδικος Π. Κ., ο οποίος, κινούμενος επί της Ε.Ο. Τριπόλεως - Πατρών, με κατεύθυνση από ...α προς Πάτρα, πλησίαζε στη Χ.Θ. 11.200 Km της εν λόγω οδού. Το οδόστρωμα στο συγκεκριμένο σημείο είναι άσφαλτος, πλάτους 10,80 μ., διπλής κατεύθυνσης με μία ανά κατεύθυνση λωρίδα κυκλοφορίας και σχηματίζει αριστερή στροφή, με ομαλή κατωφέρεια, χωρίς να εμποδίζεται η ορατότητα από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια.
Επί της οδού αυτής υπάρχει ρυθμιστική της ταχύτητας πινακίδα Ρ-32 με ένδειξη για την ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα τα 60 χλμ/ώρα. Κστά τον παραπάνω χρόνο το οδόστρωμα της παραπάνω οδού ήταν υγρό, λόγω της μικρής έντασης βροχόπτωσης (ψιχάλας), που σημειώθηκε, ενώ επικρατούσε νύχτα και δεν υπήρχε φωτισμός.
Ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου πλησιάζοντας στο ανωτέρω σημείο της οδού αυτής είχε αναπτύξει ταχύτητα 80 χλμ./ώρα περίπου και κινούνταν επί της αριστερής στροφής που σχηματίζει η συγκεκριμένη οδός. Στο σημείο αυτό, το παραπάνω όχημα εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν το με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής AUDI, με οδηγό τον επίσης μη διάδικο Θ. Λ., που κινούνταν με κατεύθυνση προς Τρίπολη, και συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με το τελευταίο, το οποίο με τη σειρά του εξετράπη της πορείας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, όπου και το ακινητοποίησε ο οδηγός του. Εν συνεχεία, το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο περιστράφηκε στο αντίθετο ρεύμα και ακολούθως ακινητοποιήθηκε κάθετα στον άξονα του οδοστρώματος επί του ρεύματος πορείας προς Τρίπολη, καταλαμβάνοντας, κατά μήκος, τμήμα του οδοστρώματος, μήκους 2,70 μ. και το έρεισμα της οδού αυτής, πλάτους 1,10 μ. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο δεύτερος εναγόμενος - εφεσίβλητος, που ακολουθούσε το προπορευόμενο με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. όχημα και κινούνταν με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του επί της δεξιάς στροφής που σχηματίζει η εν λόγω οδός, με ανωφέρεια ως προς την πορεία του, συγκρούστηκε με το εμπρόσθιο τμήμα του, με την δεξιά πλευρά του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που κατέληξε στην πορεία του, στην ανωτέρω θέση και στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, όπως προαναφέρεται.
Αποτέλεσμα της προπεριγραφείσας σύγκρουσης ήταν ο τραυματισμός, εκτός των δύο οδηγών (Π. Κ. και Α. Σ. - δεύτερου εναγόμενου - εφεσίβλητου), και της τελευταίας (συνοδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου). Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ενισχύονται ιδιαίτερα από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της αρμόδιας Τροχαίας, καθώς και από τις προανακριτικές καταθέσεις που συντάχθηκαν, προέκυψε ότι αποκλειστικά υπεύθυνος για την επέλευση του ένδικου ατυχήματος και τα αποτελέσματά της υπήρξε ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα - εκκαλούσα ως συνοδηγός, ο οποίος από έλλειψη προσοχής που όφειλε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του εν λόγω οχήματός του λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της κυκλοφορίας (νύχτα, έλλειψη φωτισμού, ολισθηρό οδόστρωμα λόγω προηγηθείσας βροχόπτωσης), έτσι ώστε να ασκεί ανά πάσα στιγμή τους ενδεδειγμένους χειρισμούς.
Αντιθέτως, αυτός έβαινε με 80 χλμ/ώρα, πέραν του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας των 60 χλμ/ώρα, με αποτέλεσμα κατά την είσοδό του στην αριστερή στροφή που σχηματίζει η συγκεκριμένη οδός ως προς την πορεία του, όπου υπάρχει κοίλωμα, να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί, αρχικώς, με το κανονικώς κινούμενο με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, προσκρούοντας πλαγιομετωπικά στο τελευταίο, ενώ εν συνεχεία ακολούθησε ανεξέλεγκτη πορεία διανύοντας περιστρεφόμενο 58,20 μέτρα στο αντίθετο ρεύμα -στοιχείο που καταδεικνύει τη μεγάλη ταχύτητα που το όχημα αυτό είχε αναπτύξει- επί του οποίου έλαβε κάθετη θέση και όπου εν τέλει συγκρούστηκε στην δεξιά πλευρά του με το κανονικώς κινούμενο στο ρεύμα προς Τρίπολη με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του δεύτερου εναγόμενου - εφεσίβλητου. Οι προαναφερόμενες ενέργειες και παραλείψεις του οδηγού του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός η ενάγουσα - εκκαλούσα στοιχειοθετούν παραβάσεις των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 4 και 5, 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999 και συνιστούν υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας, καθώς στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή ο οδηγός αυτός επεδείκνυε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και μπορούσε βάσει των περιστάσεων και των ικανοτήτων του να καταβάλει, το επίδικο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί.
Οι συγκεκριμένες δε ενέργειες και παραλείψεις τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού χωρίς αυτές, το τελευταίο δεν θα επερχόταν. Στοιχεία που να θεμελιώνουν υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου-εφεσίβλητου ως προς την επέλευση του επίδικου ατυχήματος δεν αποδείχτηκαν, γιατί αυτός έβαινε κανονικά στο ρεύμα που προοριζόταν για την κυκλοφορία του δικού του οχήματος, με ταχύτητα που παρέμεινε μεν αδιευκρίνιστη, αλλά που σε κάθε περίπτωση δεν του αποστερούσε τον έλεγχο του οχήματός του.
Μπορεί δε η δεξιά, ανωφερής ως προς την πορεία του, στροφή, που σχηματίζει η συγκεκριμένη οδός και επί της οποίας αυτός κινούνταν κατά τον κρίσιμο χρόνο, να εμπόδιζε την ορατότητά του, πλην όμως, ο δεύτερος εναγόμενος - εφεσίβλητος δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει ακώλυτα την πορεία του.
Επιπλέον, από κανένα στοιχείο δεν επιβεβαιώθηκε με θετικό τρόπο ότι ο συγκεκριμένος διάδικος (δεύτερος εναγόμενος - εφεσίβλητος) είχε τη δυνατότητα να προβεί σε οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια, είτε πέδηση είτε άλλο αποτελεσματικό ελιγμό, καθώς η είσοδος του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, που ήταν απρόσμενη και αιφνίδια, σε συνδυασμό με την ολισθηρότητα του οδοστρώματος, του αποστέρησε κάθε δυνατότητα αντίδρασης, αφού ο δεύτερος εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν είχε πλέον στην διάθεσή του ούτε τον αναγκαίο χρόνο αλλά ούτε και την αναγκαία για το σκοπό αυτό απόσταση.
Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας-εκκαλούσας ότι ο δεύτερος εναγόμενος-εφεσίβλητος παραβίασε την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 2696/1999, διότι δεν ρύθμισε την ταχύτητά του αναλόγως με τις επικρατούσες συνθήκες, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του, εφόσον οι συνθήκες το επέβαλαν, αλλά ότι, αντιθέτως, είχε αναπτύξει δυσανάλογη για τις προπαρατεθείσες συνθήκες ταχύτητα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί ότι υπήρχε εμπόδιο στο ορατό (γι' αυτόν) τμήμα του ρεύματος πορείας του [και συγκεκριμένα το ακινητοποιημένο κάθετα στο οδόστρωμα όχημα που οδηγούσε ο προαναφερόμενος σύζυγός της αλλά και το έτερο όχημα, με το οποίο ο τελευταίος είχε προηγουμένως συγκρουστεί και το οποίο είχε επίσης εκτραπεί, καθ' ον χρόνο είχαν εξέλθει από τα οχήματά τους τόσο ο σύζυγός της, όσο και οι δύο επιβάτες του άλλου οχήματος], και να μην τροχοπεδήσει,• δεν ευσταθούν, διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώνονται.
Η εκδοχή αυτή δεν επαληθεύεται ούτε από τα ευρήματα της τροχαίας στο οδόστρωμα, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας - εκκαλούσας, ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά ούτε και από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Κ. (ο οποίος επέβαινε στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος - εφεσίβλητος), Θ. Λ. (οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου), Π. Κ. (οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου) και Π. Ν. (ο οποίος επέβαινε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Θ. Λ.). Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 338, 339 και 529 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκομιδή στην κατ' έφεση δίκη και νέων αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, οι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μεταξύ άλλων, νέα έγγραφα για άμεση ή έμμεση απόδειξη (βλ. σχετ. ΑΠ 570/2003 ΕλλΔνη 45.033 και ΑΠ 586/2002 ΕλλΔνη 44.430). Η προσαγωγή των αποδεικτικών αυτών μέσων δεν είναι ανάγκη να δικαιολογείται και δεν μπορεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να τα αποκρούσει, εάν είναι οψιγενή, δηλαδή καταρτίστηκαν μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό.
Αντίθετα, εάν αυτά υπήρχαν κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί -κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα- να τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, εάν διαπιστώσει ότι ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στον πρώτο βαθμό από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (βλ. σχετ. ΑΠ 48/1996 ΕλλΔνη 27.483 και Σ.
Σαμουήλ, Η Έφεση, Ε' έκδοση, παρ. 773 επ. και για όλα τα ανωτέρω βλ. ΕφΠειρ 679/2006 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενάγουσα - εκκαλούσα, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης (1) ανέθεσε σε σχεδιαστή τεχνικών έργων να μετρήσει την απόσταση από το σημείο από το οποίο είχε ορατότητα ο δεύτερος εναγόμενος - εφεσίβλητος, εξερχόμενος από την ανωφερή δεξιά στροφή, μέχρι το σημείο που σημειώθηκε το επίδικο τροχαίο και προσκομίζει την από 1.3.2015 σχετικώς εκπονηθείσα επιμέτρηση - απεικόνιση του σχεδιαστή τεχνικών έργων Δ.
Π., σύμφωνα με την οποία η οικεία απόσταση υπολογίζεται σε 51,30 μ., (2) προέβη στη λήψη των προσκομιζόμενων φωτογραφιών που απεικονίζουν το χώρο του τροχαίου μέσω Google Earth και (3) προσκομίζει το υπ' αριθμ. … Υπόδειγμα - Έντυπο της Τροχαίας με συμπλήρωση από αρμόδιο όργανο σύμφωνα με την Διαταγή ..., προκειμένου να καταδείξει ότι η ταχύτητα του δεύτερου εναγόμενου - εφεσίβλητου, κατά το συγκεκριμένο χρόνο, με το όριο που προβλέπεται στο σημείο εκείνο και τις συνθήκες που επικρατούσαν, υπερέβαινε τα 85 χλμ/ώρα.
Τα ανωτέρω έγγραφα, μπορούσαν μεν να προσκομιστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού πρόκειται για απεικονίσεις και μετρήσεις σταθερών σημείων, αλλά δεν αποδεικνύεται ότι αυτά παραλείφθηκαν από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, αφού η σύνταξή τους εναρμονίζεται με όσα η ενάγουσα - εκκαλούσα ισχυρίστηκε, χωρίς να προκύπτει άλλη σκοπιμότητα ή συμφέρον, προκειμένου αυτά να μην προσκομιστούν στον πρώτο βαθμό.
Πλην όμως, ούτε από τα αμέσως προηγούμενα έγγραφα επαληθεύονται οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εν λόγω διαδίκου (ενάγουσας - εκκαλούσας), όπως δεν επαληθεύεται ο ισχυρισμός αυτής περί του ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα σε ευθεία 200 μ., κοντά σε παρακείμενο της οδού εικονοστάσι, προς επίρρωση του οποίου είχε καταθέσει ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλειά της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Κι αυτό, γιατί τα έγγραφα αυτά έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα προπαρατεθέντα αποδεικτικά μέσα. Αντιθέτως, τα όσα κατά τα ανωτέρω προέκυψαν βάσει των τελευταίων, ενισχύονται: (1) από την έκταση του τραυματισμού (ελαφρού) του δεύτερου εναγόμενου - εφεσίβλητου καθώς βάσει του συναφώς συνταχθέντος πιστοποιητικού του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, προκύπτει ότι ο Α.
Σ. (δεύτερος εναγόμενος - εφεσίβλητος), που διακομίσθηκε με το ΕΚΑΒ στο ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα, υποβλήθηκε σε κλινικό, εργαστηριακό και απεικονιστικό έλεγχο, χωρίς να αναδειχθεί ιδιαίτερη τραυματική αιτιολογία από την κοιλιά, ενώ καθ' όλη την παραμονή του στα ΤΕΠ της ΚΙΧ παρέμεινε αιμοδυναμικά σταθερός και παραπέμφθηκε σε ορθοπεδικό και νευροχειρουργό για περαιτέρω εκτίμηση και αντιμετώπιση (βλ.
το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμ. πρωτ. ....1.2011 πιστοποιητικό του υπεύθυνου γιατρού του ανωτέρω αναφερόμενου νοσοκομείου). Το στοιχείο αυτό συνηγορεί ως προς το ότι αυτός κινούνταν με ταχύτητα ανάλογη των περιστάσεων, αφού σε διαφορετική περίπτωση η σύγκρουση του οχήματός του με το όχημα στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα - εκκαλούσα θα του είχε προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό, εάν δεν είχε αποβεί μοιραία. (2) Επιπλέον, τα ανωτέρω αποδειχθέντα ενισχύονται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις του Τμήματος Αποζημιώσεων Κλάδου Αυτοκινήτων της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, από τις οποίες προκύπτει ότι η τελευταία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο για την πρόκληση υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών έναντι τρίτων κατά την κυκλοφορία του, ενεργώντας και για λογαριασμό του ασφαλισμένου της, Π. Κ., με αφορμή το επίμαχο τροχαίο ατύχημα, αποζημίωσε εξωδικαστικώς τον μεν Α. Δ., ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... I.Χ.Ε. αυτοκινήτου, με το ποσό των 16.000 ευρώ, τον δε Α.
Σ. (δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο) με το ποσό των 1.000 ευρώ, από το οποίο 650 ευρώ καταβλήθηκαν για την εξόφληση των προκληθεισών υλικών ζημιών, στοιχείο που συνάδει με τους ισχυρισμούς των εναγόμενων - εφεσίβλητων, καθώς καταδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς την έκταση των αποτελεσμάτων καθεμίας από τις διαδοχικές ως άνω συγκρούσεις, που ακολούθησαν μετά την εκτροπή του πρώτου οχήματος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, ότι δηλαδή ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, απορρίπτοντας εν συνεχεία ως αβάσιμη την αγωγή, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς τα όσα αντιθέτως ισχυρίζεται η ενάγουσα με την έφεσή της κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και επαρκή αιτιολογία, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα-αναιρεσείουσα ως συνοδηγός διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του ΚΟΚ (άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 4 και 5, 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999), οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι ότι αυτός ως οδηγός αυτοκινήτου μη καταβάλλοντας την προσοχή και επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές και συμπεριφερόμενος κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις (άρθρ. 330 εδ.
β'), δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, όπως τη στιγμή εκείνη στο σημείο του ατυχήματος επιβαλλόταν από τις επικρατούσες συνθήκες, αφού ήταν νύχτα, πλησίαζε σε αριστερή στροφή και το οδόστρωμα στο σημείο εκείνο, αφ' ενός παρουσίαζε ένα κοίλωμα, που το καθιστούσε ιδιαίτερα επικίνδυνο στις μεγάλες ταχύτητες, αφετέρου ήταν ολισθηρό λόγω προηγηθείσας βροχόπτωσης, έτσι ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί αρχικώς, με το κανονικώς κινούμενο με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, προσκρούοντας πλαγιομετωπικά στο τελευταίο ενώ εξακολούθησε ανεξέλεγκτη πορεία διανύοντας περιστρεφόμενο 58,20 μέτρα στο αντίθετο ρεύμα (στοιχείο που καταδεικνύει τη μεγάλη ταχύτητα, που το όχημα αυτό είχε αναπτύξει), επί του οποίου έλαβε κάθετη θέση και όπου εν τέλει συγκρούστηκε στη δεξιά πλευρά του με το κανονικώς κινούμενο στο ρεύμα προς Τρίπολη με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ, αυτοκίνητο του δεύτερου εναγομένου. Επίσης, το Εφετείο, αιτιολογεί πλήρως και με σαφήνεια την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του δευτέρου εναγομένου, διαλαμβάνοντας επί λέξει: "στοιχεία που να θεμελιώνουν υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου ως προς την επέλευση του επιδίκου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν, γιατί αυτός έβαινε κανονικά στο ρεύμα που προοριζόταν για την κυκλοφορία του δικού του οχήματος, με ταχύτητα που παρέμεινε μεν αδιευκρίνιστη αλλά που σε κάθε περίπτωση δεν του αποστερούσε τον έλεγχο του οχήματός του.
Μπορεί δε η δεξιά, ανωφερής ως προς την πορεία του στροφή, που σχηματίζει η συγκεκριμένη οδός επί της οποίας αυτός κινούνταν κατά τον κρίσιμο χρόνο, να εμπόδιζε την ορατότητά του, πλην όμως ο δεύτερος εναγόμενος δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει ακώλυτα την πορεία του. Επιπλέον, από κανένα στοιχείο δεν επιβεβαιώθηκε με θετικό τρόπο, ότι ο ανωτέρω οδηγός (δεύτερος εναγόμενος) είχε τη δυνατότητα να προβεί σε οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια, είτε πέδηση, είτε άλλο αποφευκτικό ελιγμό, καθώς η είσοδος του με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκινήτου στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, που ήταν απρόσμενη και αιφνίδια, σε συνδυασμό με την ολισθηρότητα του οδοστρώματος, του αποστέρησε κάθε δυνατότητα αντίδρασης αφού, αυτός (δεύτερος εναγόμενος), δεν είχε πλέον στην διάθεσή του, ούτε τον αναγκαίο χρόνο αλλά ούτε και την αναγκαία για το σκοπό αυτό απόσταση".
Περαιτέρω το Εφετείο, για να καταλήξει στο πόρισμά του έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα, ακόμη και τα προσκομισθέντα το πρώτον ενώπιον του Εφετείου οψιγενή αποδεικτικά μέσα καθόσον, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα οψιγενή αυτά αποδεικτικά μέσα, μπορούσαν να προσκομισθούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού πρόκειται για απεικονίσεις και μετρήσεις σταθερών σημείων αλλά δεν αποδεικνύεται ότι αυτά παραλείφθηκαν να προσκομισθούν από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, αφού η σύνταξή τους εναρμονίζεται με όσα η ενάγουσα ισχυρίστηκε, χωρίς να προκύπτει άλλη σκοπιμότητα ή συμφέρον, προκειμένου αυτά να προσκομισθούν στον πρώτο βαθμό.
Ειδικότερα, τα οψιγενή αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα προσκόμισε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου είναι: εκπονηθείσα μελέτη - απεικόνιση του σχεδιαστή Τεχνικών Έργων Δ. Π., φωτογραφίες που απεικονίζουν το χώρο του τροχαίου ατυχήματος, υπόδειγμα - έντυπο της Τροχαίας με συμπλήρωση από το αρμόδιο όργανο με την ...
διαταγή, προκειμένου να καταδείξει ότι η ταχύτητα του δευτέρου εναγομένου, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, με το όριο που προβλέπεται στο σημείο του ατυχήματος και τις συνθήκες που επικρατούσαν υπερέβαινε τα 85 χιλ/ώρα. Όπως ήδη αναφέρθηκε το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω οψιγενή αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ήχθη με επαρκή, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία σε σαφές και χωρίς λογικά κενά πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί κατά τις απόψεις της, ορθό.
Οι αντίθετοι με τα ανωτέρω σχετικοί λόγοι της αναίρεσης, με την επίκληση από την αναιρεσείουσα των παρακάτω αιτιάσεων: 1) της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και δη της εσφαλμένης ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 2 και 7 του ΚΟΚ κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτή (διάταξη) και 2) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, (αναφορικά με την απόσταση, δυνατότητα, ορατότητας του δεύτερου εναγομένου και αντίληψής του, επί της πορείας του ακινητοποιηθέντος οχήματος), παραβιάζοντας επίσης (το Εφετείο) τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (όπως είναι το νομογράφημα, οι απεικονίσεις της περιοχής στο INTERNET και η επιμέτρηση - απεικόνιση του έχοντος επιστημονικές γνώσεις σχεδιαστή τεχνικών έργων), είναι απορριπτέοι.
Ειδικότερα, ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, λεκτέα τα κάτωθι: Ως προς την υπ' αριθμ. 1 αιτίαση (παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας), με την επίφαση της παράβασης αυτής από την αναιρεσείουσα, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ως προς την υπ' αρ. 2 αιτίαση, τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά προς στοιχειοθέτηση των πλημμελειών από τους αριθμούς 8 και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ανεξαρτήτως του ότι δεν συνιστούν "πράγματα" - ισχυρισμούς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσης, άλλα επιχειρήματα αυτής και τα οποία, σε κάθε περίπτωση, έλαβε υπόψη το Εφετείο και απάντησε επ' αυτών καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Συνεπώς, οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι, με τις ανωτέρω αιτιάσεις είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος εκ του αριθμού 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, οι δε λοιποί εκ του αριθ. 8 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, να απορριφθεί κατά τα λοιπά αυτή (αναίρεση) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως προς τον οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 60/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης από 2.4.2018 και με αυξ. αριθμ. κατάθεσης 19/2018 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 102/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει την άνω αναίρεση, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ