Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and orders costs against appellants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to reopen the case regarding the annulment of a lower court decision. The court found the fourth ground of appeal inadmissible because it was vague and failed to specify which evidence the trial court omitted. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579 and 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the grounds are vague and fail to identify specific omitted evidence, thereby preventing the retrial from addressing the alleged procedural violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 776 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 776/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 2)Χ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 3)Κ. Μ. του Ι., 4)Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., και 5)Χ. Β. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ασημίνας Παπαδοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρόνη Μαυροειδή, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 2/6/2006 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 385/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 426/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1211/2013, απόφαση του Αρείου Πάγου και η 407/2014 διορθωτική αυτής, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 78/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/3/2015 αίτησή τους και τους από 13/4/2016 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 6/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι του αναιρετηρίου και οι πρόσθετοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση η οποία αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κατά το άρθρο δε 581 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, έχει δε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ως άνω ν. 4335/2015, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μετά δε την αναίρεση της απόφασης στο σύνολο της και την παραπομπή κατ` άρθρο 580 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν και από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, με συνέπεια να αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή ή έφεση αναλόγως του αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση.
Πρόθεση του νομοθέτη με την παράγραφο 2 του άρθρου 581 ΚΠολΔ ήταν να τονίσει ότι εφόσον η διαδικασία μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται με την αναίρεση, ακυρώνονται και οι κατατεθείσες κατά την ακυρωθείσα διαδικασία προτάσεις, οπότε απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων για την μετά την παραπομπή διαδικασία και όχι να τροποποιήσει τη διαδικασία ενώπιον των πρωτοβαθμίων ή δευτεροβαθμίων δικαστηρίων.
Συνακόλουθα το δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον πρόκειται για υπόθεση που υπάγεται στις ειδικές διαδικασίες, δικάζει κατ' εφαρμογήν των αναλόγων διατάξεων, σε υπόθεση δε που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι προτάσεις των διαδίκων στο Εφετείο, όπου είναι υποχρεωτική η κατάθεσή τους, μπορούν νομίμως να κατατίθενται μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΑΠ 638/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της αναιρεσίβλητης και άλλων μη διαδίκων στην παρούσα στάση της δίκης, την από 15.2.2006 αγωγή τους, με την οποία, επικαλούμενοι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που τους συνέδεαν με αυτήν, ζητούσαν να τους καταβληθούν, τα αναφερόμενα στον καθένα τους ποσά, για δεδουλευμένους μισθούς, αμοιβές για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα άδειας κ.λπ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 385/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οποία την απέρριψε, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως. Κατά της απορριπτικής αυτής πρωτοβάθμιας απόφασης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου. Το Εφετείο, με την 426/2009 απόφασή του, δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν και ακολούθως την αγωγή.
Κατά της αποφάσεως του Εφετείου η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την 1211/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση, ενώπιον του ίδιου Εφετείου. Στο δικαστήριο αυτό της παραπομπής η υπόθεση εισήχθη με κλήση της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, όπως άλλωστε συνομολογείται από τους αναιρεσείοντες. Η κατάθεση των προτάσεων, από την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) στο δικαστήριο της παραπομπής ήταν εμπρόθεσμη και συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η παράσταση της αναιρεσίβλητης ενώπιόν του ήταν νομότυπη, δεν παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία και απέρριψε την έφεση, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (oλ.
ΑΠ 40/1996, ΑΠ 888/2015, 714/2015, 128/2014, 1719/2013). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρ. 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι στην περίπτωση αυτή τυπική, αλλά γίνεται κατ` ουσίαν, διότι αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης.
Επομένως και στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 553 παρ.1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (oλ. ΑΠ 16/1990, ΑΠ 1266/2015, 1209/2015, 2066/2014). Εξ άλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται ειδικότερα η έλλειψη νόμιμης βάσης, ποιες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και για ποιο λόγο είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα σε πληρότητα και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά καθώς και τα συγκεκριμένα "ουσιώδη" ζητήματα, ως προς τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουν ελλείψεις (ΑΠ 639/2015, 1581/2012, 1363/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα σε σχέση με τον λόγο αυτό εκτίθενται στο αναιρετήριο τα εξής: "Η υπ' αριθμόν 385/2006 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης δέχθηκε ότι οι εναγόμενες εταιρείες με την ιδιότητα του αναδόχου του έργου δυνάμει του από 11.10.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού ανέθεσαν υπεργολαβικώς την εκτέλεση των εργασιών, που αναφέρονται στην ανωτέρω σύμβαση σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές, που αναφέρονται σε αυτή στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΠΕ". Η τελευταία ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών αυτών με δικές της δαπάνες και προσωπικό, ήτοι όπως επί λέξει αναγράφεται στο συμφωνητικό. Προς εκτέλεση της ανωτέρω υποχρεώσεώς της η εταιρεία αυτή δια του νομίμου εκπροσώπου της, Γ. Μ., μίσθωσε δύο γραφεία στη Σπάρτη και συγκεκριμένα ένα επί της οδού ...
και ένα επί της οδού ... και προσέλαβε υπαλλήλους (βλ. τις προσκομιζόμενες από τις εναγόμενες από 14.7.2004 εξουσιοδοτήσεις και βεβαιώσεις του Γ. Μ., καθώς και την από 16.2.2006 παροχή εξηγήσεων του ιδίου). Μεταξύ αυτών προσέλαβε κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2003 και τους ενάγοντες με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Περαιτέρω, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι η εταιρεία αυτή (... ΕΠΕ) επέδειξε αδιαφορία ως προς την έγκαιρη συμπλήρωση των ανωτέρω ελλείψεων και δεν προωθούσε το εν λόγω έργο, καθόσον αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα δεν κατέβαλε τις προς τρίτους υποχρεώσεις της και κυρίως τις αμοιβές των προσληφθέντων από αυτήν υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων (βλ.
υπ' αρ. πρωτ. ΑΜ …/24.3.2004 έγγραφο της πρώτης εναγομένης προς τη "... ΕΠΕ")". Με βάση τις αναφερόμενες αυτές παραδοχές αποδίδεται στην πρωτόδικη απόφαση, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη με την απόρριψη από την τελευταία της κατ' αυτής εφέσεως ως ανυποστήρικτης, η πλημμέλεια ότι "δεν περιέχει σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν αναφέρεται για ποιο λόγο ο Γ.
Μ., ο οποίος θεωρείται μισθωτής των γραφείων για λογαριασμό της εταιρείας του, στην από 14.7.2004 εξουσιοδότησή του, που ελήφθη υπ' όψιν από το Δικαστήριο, δίνει εντολή να παραδοθούν τα κλειδιά του γραφείου επί της οδού ... στα γραφεία της ... ΑΤΕ στην Αθήνα, εφόσον η τελευταία ουδεμία σχέση είχε με τα γραφεία της Σπάρτης.
Επιπλέον, ενώ λαμβάνεται υπ' όψιν πρωτοδίκως το από 24.3.2004 έγγραφο της ... ΑΤΕ, δεν εξηγείται για ποιο λόγο η ως άνω εταιρεία αναφέρει ότι απασχολείται με όλο της το δυναμικό στο συγκεκριμένο έργο ήδη από τετράμηνο από την ημερομηνία συντάξεως του προαναφερομένου εγγράφου, ήτοι από το χρόνο πρόσληψής μας, εν όψει του ότι με τον ως άνω τρόπο η αναιρεσίβλητη ομολόγησε ότι μας προσέλαβε η ίδια στον κρίσιμο χρόνο, με σκοπό τη διενέργεια διορθώσεων στο έργο".
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι αναφέρεται αποσπασματική και επιλεκτική μόνο περικοπή των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας και όχι οι πλήρεις σχετικές αιτιολογίες, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Πρωτοδικείο, ως αποδειχθέντα, με την ενσωματωθείσα στην προσβαλλομένη, απόφασή του, στα οποία στήριξε την κρίση του για απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ως παθητικά ανομιμοποίητης.
Οι συναφείς περαιτέρω από τον αυτό αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδιδόμενες στην ίδια πρωτοβάθμια απόφαση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες με το κατά λέξη περιεχόμενο ότι "η πρωτόδικη απόφαση χωρίς επαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι εμείς (αναιρεσείοντες) είχαμε προσληφθεί από την ...
ΕΠΕ, ενώ από τις κατατεθείσες προτάσεις της αναιρεσιβλήτου στον πρώτο βαθμό και την ένορκη κατάθεση του υποδειχθέντος από την αντίδικο μάρτυρος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι εμείς στο επίδικο χρονικό διάστημα εργαστήκαμε και στην Αθήνα, στα γραφεία της ... ΑΤΕ. Δεν αιτιολογείται σε κανένα σημείο της πρωτόδικης αποφάσεως για ποιο λόγο, ενώ είχαμε προσληφθεί από την ...
ΕΠΕ απασχολούμασταν και σε διαφορετικές, με τη συγκεκριμένη σύμβαση εργασίες στα γραφεία της ... ΑΤΕ στην Αθήνα", είναι απαράδεκτες ως αναφερόμενες στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι περιεχόμενες στο υπό στοιχείο Β' του πρώτου πρόσθετου λόγου μέρος και στο δεύτερο σκέλος του τρίτου πρόσθετου λόγου αιτιάσεις, για ευθεία με τον πρώτο και εκ πλαγίου με το δεύτερο παραβίαση από την ενσωματωμένη στην προσβαλλομένη πρωτοβάθμια απόφαση, των διατάξεων των άρθρων 20 εδ.
α' και 27 παρ. 2 στοιχ. η' του π.δ. 346/1998 "περί προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών προς τις διατάξεις της Οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουλίου 1992", με το να δεχθεί, ότι η μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ... ΕΠΕ, που δέχθηκε ότι προσέλαβε τους αναιρεσείοντες, σύμβαση, ήταν έγκυρη σύμβαση υπεργολαβίας, χωρίς πλήρη αιτιολογία ως προς το κύρος της, με περαιτέρω συνέπεια την παραδοχή ότι η εν λόγω υπεργολάβος, προσέλαβε τους αναιρεσείοντες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι η αναιρεσίβλητη και την απόρριψη της κατά της τελευταίας ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως, είναι αβάσιμες, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού το κύρος της μεταξύ αναιρεσίβλητης και ...
ΕΠΕ συμβάσεως, δεν έχει επιρροή στην ύπαρξη και το κύρος της μεταξύ των αναιρεσειόντων και ... ΕΠΕ συμβάσεως εργασίας, στην οποία θεμελίωσε την κρίση του το δικαστήριο της ουσίας, περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης στην ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας συνοπτικά σε προηγούμενη σκέψη εκτέθηκε.
Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 γ' του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (oλ.ΑΠ 42/2002, AΠ 793/2015, 298/2015, 1363/2013), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1363/2013, 374/2012, 1852/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση του Πρωτοδικείου, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, γιατί το δικαστήριο αυτό δεν έλαβε υπόψη "τις προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες μετ' επικλήσεως αποδείξεις, από τις οποίες προκύπτει ότι η ...
ΑΤΕ στον κρίσιμο χρονικό διάστημα τους χρησιμοποιούσε και σε άλλα έργα της Αθήνας και της Πάτρας". Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται οι αποδείξεις που παρέλειψε το δικαστήριο της ουσίας να λάβει υπόψη του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στο δικαστήριο της παραπομπής κατ' άρθρο 581 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 95/2012, 2208/2009,138/1985) αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος (ή το δικαστήριο της παραπομπής), αν υποβληθεί νομότυπα σχετική αίτηση, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση (ή την απόφασή του το δικαστήριο της παραπομπής) την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Στην περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, η τοκοδοσία για την επιστροφή του ποσού, κατά το οποίο αναιρέθηκε η εκτελεσθείσα απόφαση, αρχίζει από την επομένη της γνωστοποίησης της αναιρετικής αποφάσεως, αφού πριν από την γνωστοποίηση αυτή ο αναιρεσίβλητος κατέχει νόμιμα τα εισπραχθέντα ποσά, με βάση την εφετειακή απόφαση, και η υπερημερία του ( άρθρο 340 ΑΚ) επέρχεται από τη γνώση της ανατροπής της (ολ.
AΠ 37/2005, ΑΠ 95/2012), αφότου και όφειλε να προβλέψει την αναζήτησή τους σύμφωνα με τα άρθρα ΑΚ 912 εδ. α' (AΠ 9/2001). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ` αποδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της ενώπιόν του, διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να επιστρέψουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό που είχε αυτή καταβάλει στον καθένα τους, δυνάμει της υπ' αριθ. 426/2009 προηγουμένης αποφάσεώς του, η οποία αναιρέθηκε με την 1211/2013 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με τον νόμιμο τόκο από της 1.10.2014, ημέρας συζητήσεως της αιτήσεως ενώπιόν του, ως δικαστηρίου της παραπομπής, όταν και έλαβαν γνώση οι ενάγοντες - εκκαλούντες της ανατροπής της αποφάσεως σε εκτέλεση της οποίας καταβλήθηκαν σ' αυτούς τα ποσά των οποίων ζητήθηκε με την αίτηση επαναφοράς η επιστροφή, κατά τη σχετική παραδοχή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και επομένως, ο σχετικός τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθoούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.3.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως …/3.4.2015, αίτηση καθώς και τους από 13 Απριλίου 2016 προσθέτους λόγους των Α. Λ. κ.λπ. κατά της "... ΑΤΕ", περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 78/2015 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ