Supreme Court dismisses appeal on grounds of binding precedent and rejects excessive real estate agent commission reduction request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision regarding a real estate transaction. The appellant argued that the court's partial acceptance of a commission reduction was legally flawed and that the awarded reduction was disproportionately high compared to the agent's efforts. The court ruled that the First Instance Court correctly applied binding precedent and substantive law, finding the reduction appropriate and the appellant's arguments baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 580 para. 4 C.P.D.; Art. 561 para. 1 C.P.D.; Art. 559 no. 19 C.P.D.; Art. 579 para. 2 C.P.D.; Art. 340 A.C.: Decisions of the Supreme Court bind lower courts on legal issues; annulment requests against referring courts are inadmissible if binding precedent exists; excessive agent commissions must be reduced to appropriate levels based on actual efforts and circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 95 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 95/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Α. - Α. - Β. - Λ. - Τ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ζ. Χ. συζύγου Ε. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Δρυλλεράκη και Εμμανουήλ Δρυλλεράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 7/1/2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 643/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 180/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 181/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητες με την από 30/5/2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1039/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 181/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 312/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/11/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/12/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8/11/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι, "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο ,αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής. Κατά δε το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, συμμορφούμενο με την αναιρετική 1039/2008 απόφαση του Β1' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η απόφαση του Εφετείου ,κατά το μέρος που είχε απορρίψει την παραδεκτώς προβληθείσα με τις προτάσεις ένσταση των εναγομένων και τότε αναιρεσειουσών, για μείωση της ποινικής ρήτρας, με περιεχόμενο, "Επειδή προτείνουμε όλως επικουρικώς την ένσταση του άρθρου 707 Α.Κ., περί μειώσεως της αμοιβής του αντιδίκου στο προσήκον μέτρο των 6.000 ευρώ, αφού ληφθεί υπόψη ότι πέραν των επισκέψεων του αντιδίκου στις Μινωϊκές Γραμμές το Μάρτιο του 1999 και της γνωστοποιήσεως της προτάσεως πωλήσεως του ακινήτου της πρώτης εξ ημών, αυτός σε ουδεμία άλλη ενέργεια προέβη, ούτε σε οποιαδήποτε δαπάνη υποβλήθηκε, ενώ το οικονομικό όφελος της ένδικης συμβάσεως περιήλθε όχι σε ημάς αλλά στους μετόχους της πρώτης εξ ημών", ως μη νόμιμης (νομικής αοριστίας) δέχθηκε ότι η ένσταση αυτή προβάλλεται παραδεκτά και είναι νόμιμη.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι οι εναγόμενες παραιτήθηκαν σιωπηρώς της ενστάσεως μειώσεως της ποινικής ρήτρας ,αφού δεν είχαν προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό ούτε πρωτοδίκως ούτε κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι το ως άνω νομικό ζήτημα της παραδεκτής προβολής της ενστάσεως μειώσεως της ποινικής ρήτρας έχει λυθεί με την 1039/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά τρόπο δεσμευτικό όχι μόνο για το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο) αλλά και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανέρχεται η υπόθεση με νέα αίτηση αναιρέσεως κατά του δικαστηρίου της παραπομπής.
Επειδή, κατά το άρθρο 707 Α.Κ., αν η συμφωνημένη αμοιβή είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη στο μέτρο που αρμόζει. Με τον όρο δυσανάλογα μεγάλη νοείται η υπέρμετρη αμοιβή σε σχέση τόσο με τη μεσιτική παροχή και συγκεκριμένα τους κόπους, τις προσπάθειες (έστω και άγονες), τις δαπάνες, τη χρονική απασχόληση αλλά και τον τρόπο της απασχολήσεως, όσο και με το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση έννομο όφελος του εντολέα ή και το ηθικό όφελος αυτού, λαμβανομένων υπόψη και όλων των ειδικών περιστάσεων από του χρόνου συνάψεως της μεσιτείας μέχρι το χρόνο γενέσεως της αξιώσεως για αμοιβή και των τυχόν επιτοπίων συνηθειών, όπως είναι και η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών της περιοχής συνάψεως της μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές, καθώς και της οικονομικής καταστάσεως των μερών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως ,αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς το ζήτημα της ενστάσεως μειώσεως της μεσιτικής αμοιβής, τα εξής: Με τη μεσολάβηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και τις μεσιτικές του δραστηριότητες, που είχαν διαρκέσει από τη σύναψη της συμβάσεως μεσιτείας, στις 8/3/1999, μέχρι την ανάκλησή της από τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες της δοθείσας σ' αυτόν εντολής, που έγινε με σχετική εξώδικη δήλωση, η οποία επιδόθηκε την 22/10/1999, άρχισαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του εκπροσώπου της εταιρείας "ΜΙΝΩΪΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΕ" και κατέληξαν στην πώληση του ακινήτου της δεύτερης εναγομένης στην εταιρεία ΚΡΗΤΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΑΕ, που είναι θυγατρική της εν λόγω ναυτιλιακής εταιρείας.
Στα πλαίσια των συμβατικών υποχρεώσεών του ο ενάγων επισκέφθηκε το Μάρτιο του 1999 τα γραφεία της ως άνω υποψήφιας ναυτιλιακής εταιρείας και ανακοίνωσε την πρόταση των εναγομένων στους εκπροσώπους της, οι οποίοι δήλωσαν έλλειψη αντίστοιχου επενδυτικού ενδιαφέροντος, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Επίσης ο ενάγων έφερε σε επαφή τις εναγόμενες με τον Σ. Κ., αλλά οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις δεν ευοδώθηκαν, διότι ο τελευταίος προσέφερε μικρότερο τίμημα του επιδιωκόμενου από τις εναγόμενες. Ο ενάγων συνέχισε να επισκέπτεται τα γραφεία της εταιρείας ΜΙΝΩΪΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΕ μέχρι τον Οκτώβριο του 1999, ενόσω ήταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις των εναγομένων και με άλλους υποψήφιους αγοραστές, όπως με το ΚΤΕΛ Ανατολικής Κρήτης, που τελικώς είχαν ανεπιτυχή έκβαση.
Ο ενάγων σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ιδίως μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων των εναγομένων με το ΚΤΕΛ, κατέβαλε συνεχείς προσπάθειες να πείσει τους εκπροσώπους της παραπάνω εταιρείας ότι θα αποτελούσε συμφέρουσα γι' αυτήν επένδυση η απόκτηση του ακινήτου της πρώτης εναγομένης. Το επακόλουθο του συνόλου των ενεργειών του ενάγοντος ήταν να εκδηλωθεί ενδιαφέρον από τον εκπρόσωπο της εν λόγω ναυτιλιακής εταιρείας, ο οποίος επικοινώνησε μαζί του, προκειμένου να τον διαβεβαιώσει αν είχαν πράγματι λήξει οι διαπραγματεύσεις των εναγομένων με το ΚΤΕΛ για την αγορά του ακινήτου τους, που κατ' επανάληψη ο ίδιος επί επτάμηνο χρονικό διάστημα από το Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1999, είχε προτείνει σ' αυτήν να αγοράσει αντί τιμήματος 1.100.000.000 δρχ.
ή 3.228.174 ευρώ.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ανάπτυξης ιδιαίτερης δραστηριότητας του ενάγοντος για την επίτευξη της πώλησης, αφού οι ενέργειές του περιορίστηκαν στην υπόδειξη του πωλούμενου ακινήτου και στη διαμεσολάβηση, ώστε να έλθουν σε επαφή τα συμβαλλόμενα μέρη, ότι ο ενάγων ουδεμία ανάμειξη είχε στις συνεννοήσεις τους και στις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, ότι η πώληση του ακινήτου, λόγω της μεγάλης αξίας του παρουσίαζε σημαντικό βαθμό δυσκολίας, ο εντοπισμός όμως αγοραστών από τον ενάγοντα ήταν ευχερής, διότι αυτοί ανήκαν στον κύκλο των πελατών του και επιπλέον ήταν ήδη γνωστή σ' αυτόν η δυνατότητα και ο στόχος τους για επενδύσεις σε ακίνητα, ενώ η προσπάθεια του ενάγοντος κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα κατέτεινε κυρίως στην επίτευξη του επιδιωκόμενου ύψους του τιμήματος και ότι ο ενάγων δεν υποβλήθηκε σε μεγάλο κόπο για την αναζήτηση και άλλων αγοραστών του ακινήτου ,ούτε διέθεσε πολύ χρόνο για την υπόδειξη αυτού σε τρίτους και ούτε υποβλήθηκε σε δαπάνες για τη διεκπεραίωση της μεσιτικής εντολής.
Κατέληξε δε το Εφετείο ότι η συμφωνημένη με την επίδικη σύμβαση μεσιτική αμοιβή του ενάγοντος, που ανέρχεται στο ποσό των 48.423 ευρώ, ήτοι σε 1,5% επί του επιτευχθέντος τιμήματος των 3.228.174 ευρώ ,σε σχέση με τους κόπους, τις προσπάθειες, τη χρονική απασχόληση και όλες τις ενέργειές του σε συνδυασμό με τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις, μεταξύ των οποίων και η καλή οικονομική κατάσταση των συμβαλλομένων στην αγοραπωλησία μερών, κρίνεται υπέρμετρη κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, δηλαδή την 18/2/2002 και συνεπώς θεωρείται δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση τόσο προς τη μεσιτική παροχή όσο και ως προς το προδήλως αποκτώμενο οικονομικό όφελος των εναγομένων από τη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως, το δε συμφωνημένο ποσό της μεσιτικής αμοιβής, αφού ληφθούν υπόψη οι συγκεκριμένες συνθήκες, κυρίως το αντικείμενο της μεσιτείας, η έλλειψη ιδιάζουσας προσπάθειας πέρα από τη συνηθισμένη επαγγελματική ενασχόληση του ενάγοντος για την επίτευξη της πωλήσεως του ακινήτου των εναγομένων και η περιουσιακή κατάσταση της πρώτης εναγομένης,πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, το οποίο ανέρχεται σε 1 % επί του ως άνω τιμήματος, ήτοι στο ποσό των 32.282 ευρώ (1.100.000.000 Χ 1 %).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι με την μεσολάβηση του ενάγοντος και τις μεσιτικές του δραστηριότητες, άρχισαν το Μάρτιο του 1999 οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του εκπροσώπου της εταιρείας "ΜΙΝΩΪΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΕ", που κατέληξαν στην πώληση του ακινήτου της δεύτερης εναγομένης στην εταιρεία ΚΡΗΤΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΑΕ, η οποία είναι θυγατρική της ως άνω ναυτιλιακής εταιρείας, ότι στις 22/10/1999 έγινε ανάκληση της προς τον ενάγοντα μεσιτικής εντολής ότι δεν προκύπτουν στοιχεία ανάπτυξης ιδιαίτερης δραστηριότητας του ενάγοντος για την επίτευξη της σκοπούμενης πωλήσεως, αφού οι ενέργειές του περιορίστηκαν στην υπόδειξη του πωλούμενου ακινήτου και στη διαμεσολάβηση, ώστε να έλθουν σε επαφή τα συμβαλλόμενα μέρη, ότι δεν προκύπτει άλλη περαιτέρω απασχόληση του ενάγοντος, ο οποίος ουδεμία ανάμειξη είχε στις συνεννοήσεις τους και στις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, ότι ο ενάγων δεν υποβλήθηκε σε μεγάλο κόπο για την αναζήτηση και άλλων αγοραστών του ακινήτου, ούτε διέθεσε πολύ χρόνο για την υπόδειξη αυτού σε τρίτους, ούτε υποβλήθηκε σε δαπάνες για τη διεκπεραίωση της μεσιτικής εντολής και ότι η συμφωνημένη με την σύμβαση μεσιτείας μεσιτική αμοιβή των 48.423 (1,5% επί του επιτευχθέντος τιμήματος των 3.228.174 ευρώ) σε σχέση με τους κόπους, τις προσπάθειες, τη χρονική απασχόληση και όλες τις ενέργειές του σε συνδυασμό με τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις, μεταξύ των οποίων και η καλή οικονομική κατάσταση των συμβαλλομένων στην αγοραπωλησία μερών είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, το οποίο ανέρχεται σε 1% επί του ως άνω τιμήματος, ήτοι στο ποσό των 32.282 ευρώ, καλύπτουν πλήρως το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου (707 Α.Κ.), με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.,με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στο δικαστήριο της παραπομπής (άρθρο 581 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος (ή το δικαστήριο της παραπομπής), αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Στην περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, η τοκοδοσία για την επιστροφή του ποσού, κατά το οποίο αναιρέθηκε η εκτελεσθείσα απόφαση αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αναιρετικής αποφάσεως (Α.Π. 20/2011, Α.Π. 1095/2009, Α.Π. 1277/2008 , χρόνος κατά τον οποίο, κατ' άρθρο 340 Α.Κ., καθίσταται υπερήμερος ο οφειλέτης της ληξιπρόθεσμης παροχής.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την κατ' ουσίαν παραδοχή της ενστάσεως μειώσεως της μεσιτικής αμοιβής στο προσήκον μέτρο, δέχθηκε εν μέρει και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε και υποχρέωσε τον ενάγοντα να αποδώσει στις εναγόμενες το ποσό των 16.141 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 340 Α.Κ. που ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη περίπτωση, και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ,με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 345 και 346 Α.Κ., είναι αβάσιμος.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8/11/2010 αίτηση για αναίρεση της 312/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ