Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, upholding lower court's finding of adverse possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling establishing private ownership through adverse possession. The State argued the appellate court erred in evaluating evidence and failed to provide sufficient reasoning regarding the claimants' good faith and legal acts. The court rejected these claims, stating that the lower court's assessment of evidence was within its discretion and that the reasoning regarding the claimants' long-term use of the land was complete and sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 387, 390 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's evaluation of the probative value of evidence constitutes a free assessment of facts and does not constitute a ground for appeal unless the law mandates a specific level of proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 773 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 773/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ι. Ξ. του Α., κατοίκου ..., 2.Α. Φ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ρουμελιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2013, 97/2015 μη οριστικές,1/2018 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 80/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-1-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων τη κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο, Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζοντος πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/10-7/1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαίωμα πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.
Περαιτέρω, εξαιτίας της προαναφερθείσας γενικής διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου" θεσπίσθηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημοσίων γαιών της Ηπειρωτικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους.
Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που το θεμελιώνουν, και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας ελλείψεως παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την § 93παρξη μίας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου.
Όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (03-02-1830), εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά παραχωρηθέντων, εν συνεχεία, βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες.
Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα, ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (ΑΠ 856/2007 Τ.Ν.Π.
ΔΣΑ). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, προκειμένου για αμφισβητούμενα μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ακίνητα, που βρίσκονται στην περιφέρεια της νήσου Εύβοιας, το τελευταίο μπορεί να προτείνει δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει των ανωτέρω πρωτοκόλλων και διεθνούς συμβάσεως, όχι όμως, και δυνάμει καταλήψεως αυτών ως πολεμικής λείας, με άσκηση δικαιώματος πολέμου και, εν συνεχεία, δημεύσεως (ΑΠ 1753/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1190/2015 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, σε εκτέλεση των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων συστήθηκε η επί των Οθωμανικών κτημάτων εξεταστική επιτροπή, που είχε ως αντικείμενο την εξέταση της εγκυρότητας των τίτλων των γενομένων μεταβιβάσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και των ιδιωτικών δασών. Τις αποφάσεις της επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής που επιτελεί έργο της διοικήσεως, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Εύβοια, με τις οποίες αναγνωρίζεται η εγκυρότητα της μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων από Οθωμανούς προς Έλληνες, σε δάσος υφιστάμενο το 1836, μπορούν οι αγοραστές ιδιώτες, προβάλλοντας κατά του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας επί της δασικής εκτάσεως, που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, να επικαλεσθούν, ως στοιχεία που αποδεικνύουν την καλή πίστη, κατά την τριακονταετή, με διάνοια κυρίου, κατοχή του ειρημένου δάσους 11 (ΑΠ 573/2015).
Ακόμα, επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β. Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος προϋποθέσεις ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ1 άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ.
χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν.10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.
και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10), διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/10-07-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.
Προσέτι, με το άρθρο 13§2 του 2648/20-5-1917 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το Κράτος με το ν. 1072/1917, ορίσθηκε ότι επί των εκτάσεων που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση, κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματα της χρήσεως, μέχρις ότου για τη διοίκηση των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος.
Ωσαύτως, σύμφωνα με τα άρθρα 12§1, 4 σε συνδυασμό με άρθρ. 13§7 του Β.Δ. της 174/31.7.1936 ("Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον της Νομοθεσίας περί Δήμων και Κοινοτήτων") προβλέπεται η περιουσιακή εξέλιξη των ανέκαθεν αφεθεισών σε κοινή χρήση βοσκήσιμων (χορτολιβαδικών) εκτάσεων και η περιέλευσή τους ως περιουσιακό κεκτημένο υπέρ των κατοίκων των οργανωμένων κοινοτήτων από της συστάσεως τους.
Περαιτέρω, δάσος θεωρείται πάσα εδαφική έκταση, η οποία καλύπτεται εν όλω ή μερικώς από άγρια ξυλώδη φυτά οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται προς παραγωγή ξυλείας ή (και) άλλων προϊόντων (άρθρ. 1 ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", 57 ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος", 3§1, 2 ν. 998/1979).
Συγκεκριμένα, κατά την ενδελεχή πρόβλεψη των διατάξεων του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω η σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οποιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3§1).
Περαιτέρω, ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παράγραφο λειτουργιών" (άρθρο 3§2). Μετά ταύτα, σαφώς προκύπτει ότι δάσος είναι οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους, ιδιαίτερα βιοκοινότητα (δασο-βιο-κοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Προσέτι, δασική έκταση υπάρχει (και) όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Η οργανική, επομένως, ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλαστήσεως (με την συνύπαρξη, της όλης δασογενούς χλωρίδος - πανίδος) είναι εννοιολογικό στοιχείο, κρισίμως καθοριστικό, του δάσους και της δασικής εκτάσεως και προσδίδει την ιδιαίτερη ταυτότητα του δασικού οικοσυστήματος.
Ωσαύτως, στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιαδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς ακάλυπτοι, χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες αυτών, ενώ δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση.
Επίσης, κατ' άρθρ. 3§7 του ν. 998/1979, ορίζεται, ότι: "Οι δημόσιες μη εποικιστικές εκτάσεις των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 6,..... που δεν παραδόθηκαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 στις γεωργικές υπηρεσίες, εξακολουθούν να τελούν υπό την διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας....". Εξάλλου, επί συμπληρωθείσας, ως άνω, μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924, "περί δασικού κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969, "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας, το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών πράξη νομής ή οιονεί νομής.
ΙΙ. Ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Επίσης, αναίρεση επιτρέπεται, κατά τον αρ. 8β του άνω άρθρου, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης "Πράγματα" κατά την έννοια αυτή είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν έχει σημασία αν οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων. Αρκεί, το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Εξάλλου, πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν αποδειχθούν αληθινοί, να έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αιτήσεως (κύριας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερόμενης στην πορεία της διαδικασίας στη διεξαγωγή αποδείξεως ή τα μέσα αυτής, το παραδεκτό άσκησης ενδίκου μέσου κ.ο.κ.
Επίσης, κατά τον αρ. 11γ του πιο πάνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 335 και 338 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως, βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Ακόμη, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 12 του παραπάνω άρθρου λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών, του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν, το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ. Δεν υπάρχει, επίσης, παράβαση της πιο πάνω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Εξετέρου, κατά τον αρ. 13 του άνω άρθρου αναίρεση επαρέπεται, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης (αφού, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της), το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.
Τέλος, κατά την έννοια του αρ. 19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρόταση της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβασή της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Οι παραπάνω, απ' τους αριθμούς 1 και 19 λόγοι αναίρεσης, είναι, δυνατό να φέρονται, ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων οπότε οι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι (561§1 ΚΠολΔ), διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη 80/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 209/2013 απόφαση πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και προσκομίζονται μετ' επικλήσεως σε επίσημο αντίγραφο, των όσων εξέθεσε η πραγματογνώμονας Ι.
Κ. αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 1/2018 απόφαση πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και προσκομίζονται μετ' επικλήσεως σε επίσημο αντίγραφο, των υπ'αριθ. .../10.05.2011, .../10.05.2011 και .../10.05.2011 ενόρκων βεβαιώσεων των Ε.
Δ. του Χ., Α. Κ. του Ν. και Ι. Γ. αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Στυρέων Δ. Τ. που λήφθηκαν με επιμέλεια των εφεσίβλητων - εναγόντων κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του εκκαλούντος - εναγόμενου (βλ. Την υπ' αριθ. ...05.05.2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Χ.), της υπ' αριθ. ...07.2014 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει του υπ' αριθ. .../05.02.2007 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π. Δ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Στύρων στον τόμο ... υπ' αύξοντα αριθμό ..., μεταβιβάσθηκε στους εφεσίβλητους - ενάγοντες λόγω πώλησης από την Γ. Α. Β. το γένος Κ. Λ., η συγκυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ακινήτου (αγρού) συνολικής επιφάνειας 71.410 τ.μ.
κατά τον παρακάτω αναφερόμενο τίτλο κτήσης και κατά νεώτερη καταμέτρηση 62.308,14 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής του χωριού ..., της περιφέρειας της άλλοτε Κοινότητας ..., ήδη ομώνυμου Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Στυρέων και προήλθε από τη φυσική συνένωση επτά εφαπτόμενων αγρών που εμφαίνονται:
Α) Στο από 06 Αυγούστου 1965 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Α., προσαρτώμενο στο υπ' αριθ. ...1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σ. Ι. Χ. Κ.: α) Με αριθμό σαράντα ένα (41) και με έκταση ένδεκα χιλιάδες τετρακόσια δέκα (11.410) τετραγωνικά μέτρα, β) με αριθμό σαράντα δύο (42) και με έκταση δέκα χιλιάδες (10.000) τετραγωνικά μέτρα, γ) με αριθμό σαράντα τρία (43) και με έκταση δέκα χιλιάδες (10.000) τετραγωνικά μέτρα, δ) με αριθμό σαράντα τέσσερα (44) και με έκταση δέκα χιλιάδες (10.000) τετραγωνικά μέτρα, ε) με αριθμό σαράντα πέντε (45) και με έκταση δέκα χιλιάδες (10.000) τετραγωνικά μέτρα, στ) με αριθμό σαράντα έξι (46) και με έκταση δέκα χιλιάδες (10.000) τετραγωνικά μέτρα και ζ) με αριθμό σαράντα επτά (47) και με έκταση δέκα χιλιάδες (10.000) τετραγωνικά μέτρα, όπως φαίνονται και αποτυπώνονται ως ενιαίος αγρός με τα στοιχεία ... - ... ... - ... - ... -... - Α...- ... - ... - ... - Α... - ...- …. - ... - ... ... ...
στο από Ιανουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Π. Σ., και συνορεύει, σύμφωνα με το διάγραμμα αυτό: Βορειοδυτικά σε τεθλασμένη γραμμή … έως και ..., ήτοι: ... 4,87 μέτρων, ... 14,30 μέτρων, ... 10,46 μέτρων, ... 15,75 μέτρων, ... 20,45 μέτρων, ... 20,45 μέτρων, ... 7,57 μέτρων, ... 5,56 μέτρων, ... 7,18 μέτρων, ... 7,55 μέτρων, … 9,95 μέτρων, ... 4,43 μέτρων, ... 13,60 μέτρων, ... 23,27 μέτρων, ... 15,79 μέτρων, ... 20,37 μέτρων, ... 21,64 μέτρων, ... 11,58 μέτρων, ... 3,41 μέτρων, ... 4,38 μέτρων, ... 2,87 μέτρων, ... 4,54 μέτρων, ... 4,54 μέτρων, ... 75,58 μέτρων, ... 24,75 μέτρων, ... 52,13 μέτρων, ... 41,78 μέτρων, ... 32,01 μέτρων, ... 18,46 μέτρων, ... 14,83 μέτρων, ... 11,12 μέτρων, ... 11,96 μέτρων, ... 13,78 μέτρων, ... 10,80 μέτρων, ... 8,50 μέτρων, ... 18,02 μέτρων, ... 12,75 μέτρων, ... 2,87 μέτρων, ... 9,14 μέτρων, ... 10,98 μέτρων, ... 9,52 μέτρων, ... 8,32 μέτρων, ... 9,74 μέτρων, ... 10,32 μέτρων, ... 6,33 μέτρων και ... 11,19 μέτρων, με θάλασσα, ανατολικά στην τεθλασμένη πλευρά ...
έως ..., ήτοι: ... - ... 6,34 μέτρων, ... - ... 5,90 μέτρων, ... - ... 7,58 μέτρων, ... ... 8,37 μέτρων, ... 13,07 μέτρων, ... 5,77 μέτρων, ... 8,76 μέτρων, ... 10,14 μέτρων, ... 9,10 μέτρων, ... 8,95 μέτρων ... 5,40 μέτρων, ... 11,47 μέτρων, ... 14,85 μέτρων και ... ... 10,94 μέτρων με θάλασσα, νοτιοανατολικά στην τεθλασμένη γραμμή ... ..., ήτοι ... ... 12,18 μέτρων, ... 9,51 μέτρων, ... 11,33 μέτρων και ... ... 11,33μέτρων με θάλασσα, νοτιοδυτικά στην τεθλασμένη πλευρά ...
έως ..., ήτοι: ... ... 17,98 μέτρων, ... 18,46 μέτρων, ... 6,91 μέτρων, ... 9,13 μέτρων, ... 11,43 μέτρων, ... 11,46 μέτρων, ... 7,56 μέτρων, ... 7,17 μέτρων, ... 6,87 μέτρων, ... 9,85 μέτρων, ... 5,61 μέτρων, ... 4,29 μέτρων, ... 7,71 μέτρων, ... 8,80 μέτρων, ... 6,36 μέτρων, ... 10,24 μέτρων, ... 13,67 μέτρων, ... 7,13 μέτρων, ... 7,81 μέτρων, ... 8,61 μέτρων, ... 7,21 μέτρων, ... 7,45 μέτρων, ... 7,45 μέτρων, ... 11,95 μέτρων, ... 7,67 μέτρων, ... 7,49 μέτρων, ... 11,25 μέτρων, ... 6,33 μέτρων, ... 4,16 μέτρων, … 6,19 μέτρων, ... 7,83 μέτρων... 11,87 μέτρων, ... 7,69 μέτρων, ... 5,20 μέτρων, ... 13,71 μέτρων, ... 10,41 μέτρων, ... 5,96 μέτρων, ... 4,35 μέτρων, ... 8,46 μέτρων, ... 5,94 μέτρων, ... 9,72 μέτρων, ... - ... 9,72 μέτρων, ... - ... 7,58 μέτρων, ... ... 9,12 μέτρων, ... 15,40 μέτρων, ... 9,65 μέτρων, ... 3,88 μέτρων, ... 6,65 μέτρων, ... 7,70 μέτρων, ... 4,89 μέτρων, ... 7,52 μέτρων, ... 5,87 μέτρων, ... 5,42 μέτρων, ... 5,97 μέτρων, ... 6,54 μέτρων, ... 6,15 μέτρων, ... 4,43 μέτρων, ... 7,88 μέτρων, ... 6,37 μέτρων, ... 7,58 μέτρων, ... 5,89 μέτρων, ... 7,74 μέτρων, ... 3,41 μέτρων, ... 4,81 μέτρων, ... 5,41 μέτρων, ... 8,80 μέτρων, ... 4,75 μέτρων, ... 4,55 μέτρων, ... 5,28 μέτρων, ... 6,15 μέτρων, ... 8,33 μέτρων, ... 7,95 μέτρων, ... 4,80 μέτρων, ... 7,05 μέτρων, ... 9 μέτρων, ... 10,69 μέτρων, ... 14,92 μέτρων, ... 20,91 μέτρων, ...... 19,13 μέτρων, Α... - ... 12,71 μέτρων, ... - ... 12,05 μέτρων, ... 11,62 μέτρων, ... 7,76 μέτρων, ... 7,15 μέτρων, ... 6,18 μέτρων, ... 8,79 μέτρων, ... 12,22 μέτρων, ... 10,34 μέτρων, ...
Α... 8,70 μέτρων, Α ... - ... 14,76 μέτρων, με θάλασσα, νοτίως στην ... - ... τεσσάρων και 0,72 (24,72), με θάλασσα και βορειοδυτικά στην πλευρά ... - ... μέτρων δύο και 0,27 (2,27), συν ... - Α 158 μέτρων δύο και 0,66 (2,66), συν ... μέτρων τεσσάρων και 0,59 (4,59) με θάλασσα και στην πλευρά συν ... ... μέτρων πέντε και 0,88 (5,88), συν ... μέτρων τριών και 0,75 (3,75), συν ...
μέτρων έξι και 0,49 (6,49), συν ... μέτρων τεσσάρων και 0,92 (4,92), συν ... μέτρων τριών και 0,82 (3,82), συν ... μέτρων ενός και 0,71 (1,71), συν ... μέτρων ενός και 0,66 (1,66), συν ... μέτρων πέντε (5), συν ... μέτρων 96 (2,96), συν Α 168 - Α 169 μέτρων επτά και 0,07 (7,07), συν ... μέτρων πέντε και 0,84 (5,84), συν ... μέτρων τεσσάρων και 0,26 (4,26), συν ... μέτρων έξι και 0,76 (6,76), συν ... ...
μέτρων πέντε και 0,97 (5,97) με ιδιοκτησία αγνώστου. Στην προαναφερομένη δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων - εναγόντων, Γ. Α. Β. το γένος Κ. Λ., ο ως άνω αγρός περιήλθε, σε μεγαλύτερη έκταση, λόγω αγοράς από τον ..., δυνάμει του υπ' αριθ. ...08.12.1965 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σ. Ι. Χ. Κ. που νομίμως μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Στυρέων στον τόμο …, υπ' αύξοντα αριθμό…..
Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο υπ' αριθ. ...08.12.1965 συμβόλαιο, ο πωληθείς ευρύτερος αγρός καταμετρήθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Μ. Α. και είχε έκταση 544.180 τετραγωνικών μέτρων, όπως εμφαίνεται στο από 6 Αυγούστου 1965 σχεδιάγραμμά του. Επιπλέον με την υπ' αριθ. 33953/1965 απόφαση του τότε Νομάρχη Εύβοιας που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του Ν. 3250/1924, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο μόνο του Ν. 2148/1952 και ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4061/2012, σύμφωνα με τον οποίο για πώληση ακινήτου άνω των 250 στρεμμάτων έπρεπε πρώτα να ληφθεί σχετική άδεια, χορηγήθηκε στον ...
η άδεια να πωλήσει τον ανωτέρω αγρό, εκτάσεως 500 περίπου στρεμμάτων, που συνόρευε με κληρονόμους Ι. Χ., Δ. Ε., θάλασσα και κληρονόμους Δ. Τ., υπό τον όρο καταβολής των δικαιωμάτων υπέρ του ειδικού ταμείου εποικισμού, τα οποία και καταβλήθηκαν, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. πρωτ. .../04.12.1965 βεβαίωση της Διεύθυνσης Γεωργίας Νομού Εύβοιας του Υπουργείου Γεωργίας.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ως άνω ευρύτερος αγρός περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων - εναγόντων, ..., από αγορά από τον Θ. Κ. του Δ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../02.09.1943 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Στύρων Χ. Κ. που νομίμως μεταγράφηκε στο βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Στυρέων στον τόμο …, υπ' αύξοντα αριθμό ….
Στο υπ' αριθ. .../02.09.1943 συμβόλαιο ο αγρός αναφέρεται ως εκτάσεως μεγαλύτερης των 250 "ξαγίων". Πρέπει δε να σημειωθεί ότι μονάδα μέτρησης των αγροτεμαχίων στα παλαιά συμβόλαια είναι το "ξάγι" που αφορά σε μονάδα μέτρησης όγκου και όχι επιφάνειας, και ειδικότερα σε δοχείο μέτρησης σιτηρών, καθόσον παλαιότερα η βαρύτητα δινόταν στη δυνατότητα παραγωγής της έκτασης, και όχι στην επιφάνεια αυτής, και κατ' αυτό τον τρόπο αποτιμούσαν την απόδοση της σποράς του κάθε αγροτεμαχίου.
Πρόκειται προφανώς για μη σταθερή μονάδα μέτρησης με ακαθόριστη αναγωγή, ενώ με βάση τις σημερινές αναγωγές 1 "ξάγι" υποδηλώνει επιφάνεια περίπου ίση προς 1-1,5 στρέμμα. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων - εναγόντων, Θ. Κ. του Δ. απέκτησε των ως άνω ευρύτερο αγρό ως ακολούθως:
Ο Γ. Ν. αγρότης και κτηνοτρόφος του χωριού ... νεμόταν στην ίδια περιοχή, όπου ευρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ένα άγριο και ήμερο αγρό εκτάσεως 400 περίπου "ξαγίων" ή όσης και αν ήταν, ο οποίος συνόρευε ανατολικώς με θάλασσα ιδιοκτησία Τ. Χ., βορείως με ιδιοκτησία Δ. Ν. και νοτίως με θάλασσα. Το ακίνητο αυτό μεταβίβασε στη θυγατέρα του, Α.
Ν., δυνάμει του υπ'αριθ. .../1861 συμβολαίου του εκτελούντος χρέη συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκη Καρύστου Α. Ν., που νομίμως μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Στυρέων στον τόμο …, υπ' αύξοντα αριθμό ….. Η τελευταία απεβίωσε το έτος 1885 και στην κληρονομιά της, στην οποία περιλαμβανόταν και ο ανωτέρω αγρός που της είχε μεταβιβάσει ο πατέρας της, υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι σε ποσοστό 1/4 αδιαιρέτου ο καθένας, τα τέσσερα τέκνα της, ήτοι (α) ο Κ.
Ν., () Δ. Ν., (γ) ο Θ. Ν. και (δ) ο Ι. Ν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Κ. Ν. από το έτος 1885, που κληρονόμησε την ανωτέρω μητέρα του κατά ποσοστό 1/4 αδιαιρέτου, νεμόταν τον αγρό αυτό κατά το ποσοστό του μέχρι το έτος 1899, ενώ δυνάμει του υπ' αριθ. ...1899 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Στύρων Ι. Κ. που νομίμως μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Στυρέων στον τόμο…, υπ' αύξοντα αριθμό …, τον μεταβίβασε στον Θ.
Κ.. Σημειωτέον ότι στο υπ' αριθ. ...1899 συμβόλαιο αναγράφεται ως ποσοστό μεταβίβασης το 1/3 εξ αδιαιρέτου, πλην όμως η αναγραφή αυτή οφείλεται σε προφανή παραδρομή, καθόσον η προμνησθείσα κληρονομουμένη Α. Ν. κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα ανωτέρω τέσσερα τέκνα της, ενώ το έτος 1899 που έλαβε χώρα η εν λόγω μεταβίβαση, ήταν εν ζωή όλα τα ως άνω τέκνα της.
Επίσης ο Δ. Ν., από το έτος 1885 που κληρονόμησε την ανωτέρω μητέρα του κατά ποσοστό 1/4 αδιαιρέτου, νεμόταν τον αγρό αυτό κατά το ποσοστό του μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την θυγατέρα του Α. συζ. Δ. Μ., κατά το ίδιο ποσοστό επί του ως άνω ευρυτέρου του αγρού. Δυνάμει του υπ' αριθ. .../1904 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ταμυνέων Δ.
Γ. που νομίμως μεταγράφηκε στο βιβλία μεταγραφών του Δήμου Στυρέων στον τόμο …, υπ' αύξοντα αριθμό …., η Α. συζ. Δ. Μ. μεταβίβασε από κοινού με τον σύζυγό της, λόγω πωλήσεως, ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου επί του ιδίου αγρού, στον Θ. Κ., ενώ δυνάμει του υπ' αριθ. .../1908 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ταμυνέων Δ. Γ. που νομίμως μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Στυρέων στον τόμο …, υπ' αύξοντα αριθμό …., σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../1910 πράξη εξοφλήσεως του ιδίου συμβολαιογράφου Ταμυνέων, μεταβίβασε από κοινού με τον σύζυγο της, λόγω πωλήσεως, το έτερο ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου, επί του ιδίου αγρού, στον Θ.
Κ.. Επιπλέον ο Ι. Ν., από το έτος 1885 που κληρονόμησε την ανωτέρω μητέρα του κατά ποσοστό 1/4 αδιαιρέτου, νεμόταν τον αγρό αυτό κατά το ποσοστό του μέχρι το έτος 1904, που απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον υιό του Ε. Ν., κατά το ίδιο ποσοστό επί του ως άνω ευρύτερου του επιδίκου αγρού. Δυνάμει του υπ' αριθ. ...1907 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ταμυνέων Γ.
Π. που νομίμως μεταγράφηκε στο βιβλία μεταγραφών του Δήμου Στυρέων στον τόμο…., υπ' αύξοντα αριθμό …., ο Ε. Ν. μεταβίβασε το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό στον Θ. Κ.. Σημειωτέον ότι στο υπ' αριθ. ...1907 συμβόλαιο αναφέρεται ως Ε. Δ. αντί Ε. Ν., πλην όμως η περιγραφή σ' αυτό του μεταβιβαζομένου ακινήτου καθώς και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του μεταβιβάζοντος ταυτίζονται με τα αναγραφόμενα στους τίτλους των λοιπών συγγενών του.
Τέλος, ο Θ. Ν. από το έτος 1885 που κληρονόμησε την ανωτέρω μητέρα του κατά ποσοστό 1/4 αδιαιρέτου, νεμόταν τον αγρό αυτό κατά το ποσοστό του μέχρι το έτος 1904, που απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους υιούς του Δ., Λ., Ι. και Γ. Ν., κατά το ίδιο ποσοστό, επί του ως άνω ευρύτερου του επιδίκου αγρού. Το έτος 1918 απεβίωσε ο Γ.
Ν. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα λοιπά αδέλφια του ως μόνους κληρονόμους αυτού, οι οποίοι, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1929 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Στύρων Ι. Π. που νομίμως μεταγράφηκε στο βιβλία μεταγραφών του Δήμου Στυρέων στον τόμο …, υπ' αύξοντα αριθμό …., μεταβίβασαν τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά (1/3 ο καθένας επί του 1/4) επί του ιδίου αγρού στον Θ.
Κ.. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 71.410 τ.μ. κατά το υπ' αριθ. ...08.12.1965 συμβόλαιο και 62.308,14 τ.μ. κατά νεώτερη καταμέτρηση, αποτελεί τμήμα του ανωτέρω ευρύτερου αγρού, ο οποίος είχε έκταση 544.180 τετραγωνικών μέτρων, σύμφωνα με το από 6 Αυγούστου 1965 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Μ.
Α. που είχε προσαρτηθεί στο υπ' αριθ. ...08.12.1965 συμβόλαιο, και επιπλέον περιλαμβάνεται στους προαναφερομένους τίτλους που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την υπ' αριθ. ...07.2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα Ι. Κ. αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού που ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 209/2013 απόφαση πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και από όσα η πραγματογνώμονας εξέθεσε κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, κατόπιν εφαρμογής επί του εδάφους των προαναφερόμενων τίτλων κτήσης των απώτερων δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων - εναγόντων, προκύπτει ότι η επίδικη εδαφική έκταση περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στη συνολική αρχική έκταση, αλλά και στους τίτλους κτήσης που επικαλούνται οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες.
Επιπλέον είναι σαφή τα όρια, αλλά και η επιφάνεια (544.180 τ.μ.) της ευρύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται η επίδικη, λόγω της υφιστάμενης παλαιόθεν ξερολιθιάς. Άλλωστε, και στην προσκομιζόμενη από το εκκαλούν - εναγόμενο από 03.09.2014 έκθεση αντίκρουσης πραγματογνωμοσύνης - σχολιασμό του δασολόγου Α. Μ., αναγράφεται ότι από τους τίτλους κτήσης που επικαλούνται οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες προκύπτει διαδοχή ως προς τα πρόσωπα των συμβαλλομένων και ταυτότητα της μεταβιβαζόμενης κάθε φορά έκτασης αφού τα περιγραφόμενα στους τίτλους όρια της ευρύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται η επίδικη, συμπίπτουν μεταξύ τους, ενώ επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει σύμπτωση μόνο ως προς το εμβαδόν της μείζονος έκτασης, το οποίο στον υπ' αριθ. .../1929 τίτλο ανέρχεται σε 300 στρέμματα ακαλλιέργητης βοσκήσιμης έκτασης και 1 ξάγι καλλιεργήσιμης έκτασης, στον υπ1 αριθ. ...1943 τίτλο ανέρχεται σε 4 περίπου ξάγια καλλιεργήσιμης έκτασης και στον υπ' αριθ. ...1965 τίτλο σε 544.180 τ.μ.
Εντούτοις, αυτή η αναντιστοιχία ως προς το εμβαδόν της μεταβιβαζόμενης κάθε φορά ευρύτερης έκτασης, δικαιολογείται λόγω της χρήσης του ξαγίου ως μονάδας μέτρησης, η οποία δεν αποτελεί ασφαλή και σταθερή μονάδα μέτρησης, κατά τα προαναφερθέντα, ενώ η αναγωγή της παραμένει ακαθόριστη. Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να επισημανθεί ότι στον αρχικό τίτλο υπ' αριθ. .../1861 γίνεται σαφής αναφορά στα 400 ξάγια ως εμβαδόν της μεταβιβαζόμενης έκτασης, ενώ η περιγραφή αυτής σχεδόν ταυτίζεται με την σημερινή μορφή του ευρύτερου ακινήτου, σύμφωνα και με όσα θα εκτεθούν κατωτέρω.
Επιπλέον δεν γεννώνται αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα της εκάστοτε μεταβιβαζομένης έκτασης, ανεξαρτήτως του αναγραφόμενου στον τίτλο εμβαδού αυτής, για τον λόγο ότι η έκταση αυτή ήταν οριοθετημένη με περιτοίχισμα και σαφώς προσδιορίζονταν οι όμοροι ιδιοκτήτες καθώς και το φυσικό της όριο, δηλαδή η θάλασσα.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι σχετικοί τρίτος και τέταρτος λόγος της έφεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε αναφορικά με τον διαχρονικό χαρακτήρα και την ειδικότερη μορφή της επίδικης εδαφικής έκτασης, ότι συνιστά αγροτική γη, επιδεκτική αγροτικής και κτηνοτροφικής χρήσης, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το εκκαλούν - εναγόμενο, αφού ο χαρακτήρας αυτής ήταν ανέκαθεν αγροτικός και όχι δασικός.
Συγκεκριμένα η επίδικη έκταση εμφανίζει διαχρονική εικόνα από το έτος 1945 μέχρι και σήμερα με πυκνότητα θαμνώδους (άγριας - ξυλώδους) βλαστήσεως που δεν υπερβαίνει σε κανένα σημείο της το όριο του 15%, με επισημασμένα άτομα ελιάς ως καλλιεργούμενο είδος και με το οριοθετικό τοιχίο υφιστάμενο παλαιόθεν.
Υπέρ του αγροτικού χαρακτήρα της έκτασης συγκλίνουν η ομαλή κλήση του εδάφους, το γαιώδες αυτού, η στενότητα της καλλιεργήσιμης γης (δημητριακών ή ζωοτροφών) και η έντονη παρουσία αγροτοκτηνοτρόφων στην περιοχή με ολοκληρωμένες κατασκευές εντός της ευρύτερης έκτασης. Η μορφή του εδάφους που περιβάλλει το επίδικο είναι βραχώδης και ημιβραχώδης, διότι με την πάροδο του χρόνου έχει υποστεί έκπλυση, λόγω των βροχοπτώσεων και της παρασυρτικής δυνάμεως του αέρος.
Εκτός της θάλασσας, το επίδικο δεν συνέχεται από δασική έκταση, δεδομένου ότι στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν πετρόκτιστες κατασκευές αγροικιών και σταυλικών εγκαταστάσεων, φρέατος και περιμετρικού τοιχίου, αλλά και καλλιέργειες ελαιόδενδρων και άλλων δένδρων που υποδηλώνουν ανθρώπινη, αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου σχετικά με τον αγροτικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ενισχύεται και από το πόρισμα της φωτοερμηνείας που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθ. ...07.2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με το οποίο η εικόνα του έτους 1945 για το επίδικο ακίνητο με πυκνότητα θαμνώδους (ξυλώδους) βλάστησης λιγότερο από 15%, με διάσπαρτα ελαιόδενδρα και με το οριοθετικό τοιχίο, με ομαλή κλίση και γαιώδες του εδάφους (με μεγαλύτερο εδαφικό κάλυμμα το έτος 1945), με στενότητα καλλιεργήσιμης γης (δημητριακών ή/και ζωοτροφών) και με έντονη παρουσία αγροκτηνοτρόφων με ολοκληρωμένες κατασκευές, συντείνει στην αγροτική χρήση του επιδίκου και επιβεβαιώνει την περιγραφή της μεταβιβαζόμενης έκτασης στους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης που επικαλούνται οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες, ήτοι αγρός άγριος και ήμερος, με περιτοιχισμένο τμήμα, με δένδρα, άγρια δένδρα και ελαιόδενδρα, με καλύβια και μαντριά.
Άλλωστε και στην προσκομιζόμενη από το εκκαλούν - εναγόμενο από 03.09.2014 έκθεση αντίκρουσης πραγματογνωμοσύνης - σχολιασμό του δασολόγου Α. Μ., αναφέρεται ότι από τις αεροφωτογραφίες έτους λήψεως 1945 προέκυψε αφενός ότι η επίδικη έκταση εμφανίζεται κατά ένα μέρος γυμνή βλάστησης λόγω της βραχώδους υφής του εδάφους και η υπόλοιπη με χαμηλή - φρυγανώδη βλάστηση, αφετέρου ότι υφίστανται καλύβια, μαντριά και ξερολιθιά εν είδει περίφραξης.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ως προς τον αγροτικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στους εφεσίβλητους - - ενάγοντες το έτος 2007, αυτοί το κατέχουν και το νέμονται, καλοπίστως, με την πεποίθηση ότι είναι συγκύριοι αυτού, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής και συγκεκριμένα σύνταξη του από Ιανουάριου 2007 τοπογραφικού διαγράμματος της πολιτικού μηχανικού Π.
Σ., περιποίηση των υφισταμένων επ' αυτού ελαιόδενδρων, μίσθωση σε τρίτους για βοσκή και συλλογή του ελαιοκάρπου, οριοθέτηση και συντήρηση της υπάρχουσας περιτοίχισης, επίβλεψη και επιθεώρηση. Επιπλέον στα χρόνια νομής των εφεσίβλητων - εναγόντων προμετρώνται, σύμφωνα με το άρθρο 1051 του ΑΚ, αυτά των δικαιοπαρόχων τους, απωτέρων και απωτάτων.
Ειδικότερα, από το έτος 1861 τουλάχιστον, στο οποίο ανάγεται ο πρώτος τίτλος κυριότητας της ευρύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915, οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των εφεσίβλητων - εναγόντων, κατά σειρά, Γ. Ν. (προ αμνημονεύτου έτους μέχρι το έτος 1861), Α.
Ν. (από το έτος 1861 έως το έτος 1885), Κ. Ν. (από το έτος 1885 έως το έτος 1899), Θ. Ν. (από το έτος 1885 έως το έτος 1904), Ι. Ν. (από το έτος 1885 έως το έτος 1900) και Δ. Ν. (από το έτος 1885 έως το έτος 1904), Α. και Δ. Μ. Ν. (από το έτος 1904 έως το έτος 1910), Δ., Θ., Λ., Ι. kui Γ. Ν. (από το έτος 1904 έως το έτος 1929), Ε. Δ. Ν. (από το έτος 1900 έως το έτος 1907) και Θ.
Κ. (από το έτος 1889 έως το έτος 1943) ασκούσαν, με καλή πίστη και διάνοια κυρίων, επί του επιδίκου παρόμοιες με τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, με αποτέλεσμα να έχει συμπληρωθεί τριακονταετία ασκήσεως τέτοιων πράξεων πριν την 11η Σεπτεμβρίου 1915 και να έχουν καταστεί κύριοι αυτής με χρησικτησία ακόμη και έναντι του εκκαλούντος - εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, εάν υποτεθεί ότι αυτό είχε αποκτήσει την κυριότητα της επίδικης έκτασης.
Ακολούθως, ο Θ. Κ. (από το έτος 1889 έως το έτος 1943), ο Χ. Κ. (από το έτος 1943 έως το έτος 1965), η Γ. Λ. (αττό το έτος 1965 έως το έτος 2007) και οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες (από το έτος 2007 έως σήμερα) κατέστησαν κύριοι των μεταβιβαζομένων σε αυτούς εκτάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται η επίδικη, ως μερικότερη έκταση, αποκτώντας από κυρίους με παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο - έκτακτη χρησικτησία, διότι, τουλάχιστον από το έτος 1861 και εφεξής, τόσον οι απώτεροι, αλλά και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι τους, με συνεχή και ανενόχλητη άσκηση νομής και κατοχής, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί από κανένα πρόσωπο ή το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ασκούσαν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, σύμφωνα με τον προορισμό του επίδικου ακινήτου, κατά τις διατάξεις του ΒΖΡ δικαίου μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ, την ανωτέρω δε νομή των αμέσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων τους προσμέτρησαν στην δική τους νομή οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες και έτσι κατέστησαν κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της έφεσης. Όσον αφορά στον ισχυρισμό του εκκαλούντος - εναγόμενου ότι η επίδικη έκταση του ανήκει κατά κυριότητα, διότι από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους καταλήφθηκε βάσει κυριαρχικού δικαιώματος, ως ανήκουσα προηγουμένως στο Τουρκικό Δημόσιο, άλλως ως δασική έκταση, άλλως ως χορτολιβαδική έκταση που δεν αναγνωρίσθηκε εγκαίρως και τεκμαίρεται δημόσια, άλλως ως αδέσποτη έκταση, πρέπει να επισημανθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός κατά το πρώτο σκέλος του τυγχάνει μη νόμιμος, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, τα ακίνητα της Εύβοιας, όπου βρίσκεται και το επίδικο, δεν ανήκαν στην κατηγορία των δημόσιων οθωμανικών γαιών και δεν εξουσιάζονταν πριν την επανάσταση από το Σουλτάνο, αλλά κατέχονταν από τούρκους ιδιώτες, και ως εκ τούτου δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του τουρκικού κράτους δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, αλλά εξακολούθησαν και μετά το χρονικό αυτό σημείο να ανήκουν στους Τούρκους ιδιώτες, ενώ με το από 3.2.1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου ορίστηκε ότι οι Τούρκοι της Εύβοιας θα αποζημιώνονταν για τα κτήματα που είχαν στην άμεση κυριότητά τους.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγόμενου ότι οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες δεν επικαλούνται, ούτε αποδεικνύουν ότι τήρησαν τη διοικητική διαδικασία για την αναγνώριση των τίτλων τους είναι αλυσιτελής, καθόσον, στις περιπτώσεις που είχε συμπληρωθεί χρησικτησία το έτος 1915, η ύπαρξη ταπίου ή η υποβολή στη διοικητική διαδικασία των τίτλων ιδιοκτησίας κατά το ΒΔ/1836 περί ιδιωτικών δασών, δεν αποτελούσε προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα, κατά το προϊσχύσαν ΒΖΡ δίκαιο.
Επιπλέον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγόμενου ότι η επίδικη έκταση ήταν αδέσποτη ή εγκαταλελειμμένη και ότι ως τέτοια καταλήφθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε ότι αποτελούσε δασική, άλλως χορτολιβαδική έκταση. Αντιθέτως, μάλιστα, αποδείχθηκε ότι ο χαρακτήρας της επίδικης έκτασης ήταν ανέκαθεν αγροτικός και όχι δασικός, ενώ και η ευρύτερη περιοχή, στην οποία περιλαμβάνεται η επίδικη έκταση, δεν είναι λιβάδι, αλλά αγρός και βοσκότοπος από αιώνες, όπως προαναφέρθηκε.
Δεν αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ασκούσε στην επίδικη έκταση πράξεις κατοχής διανοία κυρίου ώστε να αποκτήσει την κυριότητα αυτής με τα προσόντα της χρησικτησίας. Εντούτοις, το τελευταίο προέβη στην έκδοση της υπ' αριθ. Πρωτ. .../22.05.2009 πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Αλιβερίου, με την οποία η επίδικη έκταση χαρακτηρίσθηκε ως χορτολιβαδική, προκαλώντας αμφισβήτηση ως προς τη συγκυριότητα των εφεσίβλητων - εναγόντων επί του επίδικου ακινήτου, γεγονός που τους νομιμοποιεί ενεργητικώς στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής και θεμελιώνει το έννομο συμφέρον τους προς άρση αυτής της αμφισβήτησης και υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους επί του επιδίκου ακινήτου.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας που προέβαλε το εκκαλούν - εναγόμενο, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, τις οποίες το Δικαστήριο τούτο αντικαθιστά (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) με τις ορθές, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός έκτος λόγος της έφεσης.".
Μετά ταύτα, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1/2018 οριστικής απόφασης, (μετά την έκδοση των μη οριστικών αποφάσεων 209/13 που είχε διατάξει πραγμ/νη και 97/15 που είχε διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως για να προσκομισθεί ή έκθεση της διενεργηθείσας πραγμ/νης), του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 12.9.2010 αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων.
IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1α του 559 άρθρου ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ΒΡ δικαίου και δη: Ν8 κωδ. (7.39), 9 §1 1Β6 (50.14), 2§20 πανδ. (41.4), 6 πανδ. (44.3), 76§1 πανδ. (18.1), 7§3 πανδ. (23.3), ν. 20§12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), 1017 και 48 πανδ. (41.3), 3 πανδ. 41.100 και 109 πανδ. (50.16) ν. 11 πανδ. (44.3) ν. 3 κωδ. 7,30, ν. 11 κωδ. 7, 32§12, του άρθρου 3 Οθωμανικού νόμου της 7 Ρακαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών", τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3-2-1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", καθώς και τα μεταγενέστερα 4/16.6.1830 και 19-6/1.7.1830 της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους την από 28-3-1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, άρθρου 1 ν. 3/15-12-1833 (περί βοσκοτόπων) του Β.Δ. 17/29-11-1836 (περί ιδιωτικών δασών), των Β.Δ. 26/4/8-5-1838, από 26-6/8.7.1836 και 2/14-10-1836, του ν.
της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του Ν. ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν, βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22-4/15.6.1926 "περί διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης". Ειδικότερα, το αναιρεσείον αιτιάται ότι η επίδικη έκταση, η οποία έχει χαρακτηρισθεί ως χορτολιβαδική της §6β του άρθρου 3 του Ν. 998/79, ανήκε στην κατηγορία των δημόσιων - οθωμανικών γαιών ως εκ της μορφολογίας της και ουδέποτε εξουσιάστηκε από ορισμένο πρόσωπο.
Επομένως, κατά το αναιρεσείον, η επίδικη αυτή έκταση δεν είναι δυνατό να ανήκει στην κατηγορία των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), αλλά στην κατηγορία των δημόσιων γαιών (μιριγιέ), η κυριότητα των οποίων, ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, έτσι ώστε, η κυριότητά τους να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο, που μετά την επανάσταση του 1821 και την σύσταση του Ελληνικού Κράτους κύριο των ακινήτων αυτών κατέστη το νέο Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η επίδικη έκταση είναι χορτολιβαδική, ενώ, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου είναι (και ανέκαθεν ήταν) αγροτική γη. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέρος α', το αναιρεσείον διατείνεται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις πλημμέλειες, αφενός μεν του αρ. 1α (από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων) και αφετέρου του αρ. 19, διότι δεν διέλαβε την προσήκουσα (απαιτούμενη) αιτιολογία, προκειμένου να θεμελιώσει την παραδοχή του ότι δεν αποδείχθηκε κυριότητα του (αναιρεσείοντος) επί του επιδίκου ακινήτου, απορρίπτοντας τον εμπεριεχόμενο στην έφεση του (αναιρεσείοντος), ισχυρισμό ότι η κυριότητα αυτού τεκμαίρεται λόγω του χορτολιβαδικού χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, ζήτημα για το οποίο, εάν στην προσβαλλομένη είχε διαληφθεί η προσήκουσα αιτιολογία, θα είχε γίνει δεκτό ότι το επίδικο, καλυπτόμενο ανέκαθεν, από χορτολιβαδική βλάστηση, περιήλθε στο αναιρεσείον ως λιβάδι ή βοσκότοπος, βάσει του άρθρου 1 του άνω ΒΔ του 1833 για το διορισμό εγγείου φόρου σε σχέση με τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια, κατά το οποίο όλα τα λιβάδια, που για την επικαρπία τους δεν υπάρχει, έγγραφο "ταπί" από τουρκοκρατίας θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Προσέτι, (όπως ισχυρίζεται περαιτέρω το αναιρεσείον), το Εφετείο ήχθη στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να διαλάβει σαφή και ειδική αιτιολογία για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, εάν, δηλαδή, η εν λόγω έκταση εξακολούθησε και μετά την απελευθέρωση να ανήκει στους Οθωμανούς ιδιοκτήτες της, σε ποιον συγκεκριμένα Οθωμανό ιδιοκτήτη αυτή ανήκε, εάν αυτός διέθετε νόμιμο τίτλο, (κατά τη διαδικασία των άνω διατάξεων), ο οποίος και μόνο θα μπορούσε να προσπορίσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ιδιώτη και από ποια συγκεκριμένα στοιχεία προκύπτει το όποιο συμπέρασμα.
Ακόμη, με τον ίδιο λόγο, β' μέρος το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια του αρ. 13 του άνω άρθρου (κατ' εκτίμηση), διότι η πιο πάνω διάταξη του ΒΔ για τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια, καθιερώνει αυτοτελή αιτία κτήσης κυριότητας από το Δημόσιο επί των λιβαδιών τα οποία αυτό κατείχε κατά το χρόνο θέσης σε ισχύ, του άνω ΒΔ και δεν ανήκαν μέχρι τότε σε ιδιώτες, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κυριότητας του Οθωμανικού Κράτους πριν τον αγώνα της ανεξαρτησίας.
Συνεπώς, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, δεν βαρύνεται να αποδείξει το ίδιο την κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους στα λιβάδια, αλλά, με την παραπάνω διάταξη (του άρθρου 1 του ΒΔ του 1833), θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου, με την έννοια ότι μετατίθεται στον ιδιώτη που επικαλείται ίδια κυριότητα στο λιβάδι, το βάρος να αποδείξει ότι για την έκταση που διεκδικεί έχει εκδοθεί "ταπί" επί τουρκοκρατίας, ή ότι έχει καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.
δικαίου, εφόσον ο σχετικός χρόνος είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915. Ο λόγος, κατά αμφότερα τα μέρη (α', β') αυτού είναι αβάσιμος διότι ερείδεται, στην ίδια εσφαλμένη προϋπόθεση, όπως ανωτέρω αναπτύσσεται κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναίρεσης. Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 3§6β και 7 του ν. 998/79 με το να δεχθεί: 1) Ότι το Δημόσιο ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις, διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο, το οποίο ουδέποτε είχε εγγραφεί ως δημόσιο κτήμα, ενώ το Δημόσιο έχει διά νόμου τη νομή έστω και αν δεν ενήργησε συγκεκριμένες πράξεις νομής στο επίδικο λόγω της ιδιότητάς του ως δημόσιου χορτολίβαδου, δεδομένου ότι οι χορτολιβαδικές εκτάσεις διαχειρίζονται ως δασικές από τις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες, εφόσον αυτές δεν έχουν αναγνωριστεί ως ιδιωτικές και 2) ότι και αν ακόμη υποτεθεί πως το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους ή επειδή ήταν δάσος κατά το έτος 1836 κ.ο.κ., εν τούτοις επήλθε κατάλυση του τεκμηρίου κυριότητας αυτού με την καλόπιστη άσκηση πράξεων νομής επί 30 έτη μέχρι τις 11-9-1915 από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέτος ως προς την υπ' αρ. 1 αιτίαση, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε το χορτολιβαδικό χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, ενώ αντίθετα με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τον αγροτικό χαρακτήρα αυτού. Ο ίδιος λόγος ως προς την υπ' αριθμ. 2 αιτίαση είναι αλυσιτελής, διότι πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, ενώ δεν πλήττει επιτυχώς την κύρια αιτιολογία αυτής που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και συνίσταται στο ότι το επίδικο, έχει αγροτικό χαρακτήρα και περιήλθε στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, κατά τις ειδικότερες παραδοχές που προεκτέθηκαν.
Περαιτέρω, με τον ίδιο, κατά το τρίτο, (κατά το α' σκέλος), τέταρτο και έκτο, (κατά το β' σκέλος), μέρος, λόγο αναίρεσης αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 3-9-2014 έκθεση αντίκρουσης της τεχνικής έκθεσης πραγμ/νης του τεχνικού του συμβούλου Α. Μ., δασολόγου του Δασαρχείου Αλιβερίου, το .../14-2-2018 έγγραφο του ίδιου Δασαρχείου και την .../2006 πράξη χαρακτηρισμού της υπηρεσίας αυτής, ως και την από 29-10-2006 έκθεση αυτοψίας που την συνοδεύει, καθώς και την ....4.2007 βεβαίωση τελεσιδικίας της, που το αναιρεσείον επικαλέστηκε και προσκόμισε έχουν, δε, κατ'αυτό, ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης, για την απόδειξη των ισχυρισμών του περί του χορτολιβαδικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης και της έλλειψης καλής πίστης των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους ως προς την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επ' αυτής, λόγω του χορτολιβαδικού χαρακτήρα της.
Έτσι, κατά το αναιρεσείον, το Εφετείο υπέπεσε, στην πλημμέλεια του αρ. (κατ' εκτίμηση) 11γ του άνω άρθρου. Ο λόγος, κατά τούτο, είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της απόφασής του, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι για το σχηματισμό του προαναφερόμενου αποδεικτικού του, πορίσματος έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα.
Επίσης, με τον ίδιο, κατά το πέμπτο και έκτο, (κατά το πρώτο σκέλος), μέρος, λόγο αναίρεσης αποδίδεται κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο στήριξε, την κρίση του για το ανέκαθεν αγροτικό και όχι δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης κυρίως στην υπ' αριθμ. ….2014 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ι.
Κ., χωρίς να προσδώσει ανάλογη αποδεικτική βαρύτητα και στην από 3-9-14 έκθεση αντίκρουσης του τεχνικού του (αναιρεσείοντος) συμβούλου - δασολόγου Α. Μ., καθώς και ότι προσέδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία στα λεγόμενα της πιο πάνω πραγμ/να, ενώ υποβάθμισε την αξιοπιστία του υπαλλήλου του Δασαρχείου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, διότι ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος και όχι όταν εκτιμά κάποιο αποδεικτικό μέσο περισσότερο αξιόπιστο από ένα άλλο ή όταν εκτιμά αυτό ελεύθερα, (άρθρα 340, 387, 390 ΚΠολΔ), μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.
Τέλος, οι με τον ίδιο λόγο προβαλλόμενες από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλιπείς αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς την άσκηση εμφανών πράξεων νομής και την ύπαρξη καλής πίστης στα πρόσωπα των απώπατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1861 μέχρι τις 11-9-1915, αναφορικά με την κτήση κυριότητας, αυτών με έκτακτη χρησικτησία της επίδικης έκτασης (σε περίπτωση που υποτεθεί ότι το Δημόσιο είχε καταστεί κύριο αυτής) είναι αλυσιτελείς, διότι, όπως προαναφέρθηκε, πλήττουν την επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, ενώ δεν πλήττουν επιτυχώς την κύρια αιτιολογία αυτής, ως προς την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο της πιο πάνω έκτασης, η οποία φέρει αγροτικό χαρακτήρα.
Σε κάθε όμως περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές, κατά το μέρος που αποδίδουν την πλημμέλεια της ελλιπούς αιτιολογίας της απόφασης, ως προς τις πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων του είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της (απόφασης), το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, με έκτακτη χρησικτησία, αναφέροντας συγκεκριμένες εμφανείς πράξεις νομής των παραπάνω προσώπων όπως περιποίηση των υφιστάμενων ελαιοδένδρων, μίσθωση σε τρίτους για βοσκή και συλλογή του ελαιοκάρπου, οριοθέτηση και συντήρηση της υπάρχουσας περιστοίχισης, επίβλεψη και επιθεώρηση), ενώ δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών η περαιτέρω εξειδίκευση των επί μέρους πράξεων νομής και του χρόνου άσκησής τους στην επίδικη έκταση, αφού αυτή, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης ενιαίας έκτασης, ο δε φυσικός εξουσιασμός και το πνευματικό στοιχείο της νομής των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους επεκτεινόταν σε ολόκληρη την παραπάνω έκταση, εντός της οποίας εμπίπτει και η επίδικη (ΑΠ 556/2012).
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματος τους, (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 22 Ν. 3693/57, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-12019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 80/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.
Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ