Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for raising a new argument for the first time in second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Chamber of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant attempted to introduce a new claim regarding the fictitious nature of a sale contract for the first time during the second instance proceedings. The court ruled that this argument was inadmissible because it violated procedural rules requiring such claims to be raised in the first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527 and 559(14) of the Code of Civil Procedure; A new argument raised for the first time in the second instance is inadmissible and constitutes a ground for appeal only if the lower court declared it inadmissible contrary to law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 559 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 559/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ι. Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Α. Ρ., κατοίκου ... (...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Γιωγιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Α. Μ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τότσκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, β) Β. Ι. Τ., κατοίκου ... (...), γ) Σ. Π. Τ., δ) Α. Π. Τ., κατοίκων ... (...), ως διαδόχων του Π. Ι. Τ., ε) Ε. - Β. συζ. Δ. Ζ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ... (...), στ) Ι. Σ. Τ., κατοίκου ... (...), ως διαδόχων του Σ. Ι. Τ. και ζ) Θ. Γ. Ν., πρώην κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 14-1-2005 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης Α. Μ. Ρ., β) την από 24-10-2005 αγωγή της μη διαδίκου στην προκείμενη δίκη Κ. Ε. Τ. και γ) την από 15-6-2006 κύρια παρέμβαση του εβδόμου αναιρεσιβλήτου Θ. Γ. Ν. στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9318/2007 του παραπάνω Δικαστηρίου, 2127/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 1836/2014 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω 2127/2009 απόφαση, στη συνέχεια δε εκδόθηκε η 180/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-6-2017 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, ο αναιρεσείων και η πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 κ' 4 και 576 παρ. 1 κ' 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.
Εν προκειμένω, από τις εκθέσεις επίδοσης των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Γ. ...4Δ/31-10-2018, ...5Δ/31-10-2018, ...6Δ/31-10-2018 και ….6Δ/2-11-2018 και του Εφετείου Αθηνών Α. Ν. ...5/19-10-2018, προκύπτει, ότι οι πέντε τελευταίοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, καθόσον ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αίτησης, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, τους επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης Α. Ρ., που επισπεύδει τη συζήτησή της. Πλην, όμως, αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστησαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".
Διάδικοι είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι δικάσθηκαν μ' αυτή. Εξάλλου, το άρθρο 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται και με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 6 παρ. 3 του νόμου 2664/1998, περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει και στην αγωγή διόρθωσης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, η οποία, σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, πρέπει να απευθύνεται τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων, όσο και κατά των ειδικών διαδόχων αυτού, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατά το άρθρο 76 παρ. 1γ ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο, ότι έχουν ασκήσει αυτό και οι ομόδικοί του, αν και αδρανούν.
Συνεπώς, το ένδικο μέσο, που ασκεί ο αναγκαίος ομόδικος, δεν νομιμοποιείται, να το ασκήσει και κατά των ομοδίκων του, αφού θεωρείται, ότι έχει ασκηθεί και απ' αυτούς, εκτός αν, εξαιτίας της φύσης της δίκης, μπορεί να δημιουργηθεί αντιδικία και μεταξύ των ομοδίκων ή περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη επωφελή για τον ένα ομόδικο και βλαπτική για τον άλλο. Πλην, όμως, στην παραπάνω περίπτωση της πλασματικής άσκησης του ενδίκου μέσου, πρέπει οι αναγκαίοι ομόδικοι που δεν το άσκησαν, να καλούνται σ' όλες τις συζητήσεις του (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ). Διαφορετικά, η συζήτησή του κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 192/2012, 770/2009).
Εν προκειμένω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 180/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης και ερήμην των λοιπών αναιρεσιβλήτων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 9318/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, είχε γίνει δεκτή αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και των λοιπών αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωρισθεί συγκύριος του αναφερομένου ακινήτου, κατά ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου, ο δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης Θ.
Ν. και είχε διαταχθεί η ανάλογη διόρθωση, ως προς τον εγγεγραμμένο Ι. Τ., της οικείας πρώτης κτηματολογικής εγγραφής. Είχε προηγηθεί η 1836/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία είχε αναιρεθεί, μετά από αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, η 2127/2009 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανωτέρω έφεση του αναιρεσείοντος, είχε απορριφθεί η ανωτέρω αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και είχε παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε, εν τέλει, την προσβαλλομένη απόφασή του.
Η αίτηση, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), καθόσον, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επίδοσης που προαναφέρθηκαν, από τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι, ενόψει του ανωτέρω αντικειμένου της δίκης, είναι αναγκαίοι ομόδικοι του αναιρεσείοντος, οι πέντε τελευταίοι έχουν κληθεί για τη συζήτηση αυτή της υπό κρίση αίτησης, όπως, για τους λόγους, που εκτίθενται, ειδικότερα, στην επόμενη σκέψη, έχουν κληθεί και οι διάδοχοι του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Β.
Τ., Δ. χα Β. Τ., Ι. Β. Τ., Ν. Β. Τ. και Δ. Β. Τ., σύμφωνα με τις ...3Δ/31-10-2018, ...0Δ/31-10-2018, ...1Δ/31-10-2018 και ...2Δ/31-10-2018, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Γ..
3. Ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Β. Ι. Τ., η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για τους εξής λόγους: Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 558 εδ. α' ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, σε περίπτωση θανάτου κάποιου απ' αυτούς, κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του. Διαφορετικά, η αναίρεση, δηλαδή, που απευθύνεται κατά προσώπου που δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 κ' 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 483/2004).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 180/2017 απόφασης, προκύπτει, ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Β. Ι. Τ. δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, καθόσον αυτός είχε πεθάνει στις 30-6-2011, ήτοι πριν τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε στις 14-10-2016. Αντ' αυτού, διάδικοι στην παραπάνω δίκη υπήρξαν οι κληρονόμοι του Δ. χα Β. Τ., Ι. Β. Τ., Ν. Β. Τ. και Δ. Β. Τ.. Επομένως, αφού ο ανωτέρω Β. Ι. Τ. δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
4. Ως απαράδεκτη, επίσης, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και ως προς τους λοιπούς απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, για τους εξής λόγους: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 και 553 παρ. 1β ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είναι τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησής της, κατά το χρόνο, δηλαδή, κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή και δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε διότι ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, είτε διότι το ένδικο τούτο μέσο ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά, καθόσον έκτοτε καθίσταται η ερήμην απόφαση τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου, ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 658/2012).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη 180/2017 απόφαση εκδόθηκε ερήμην των παραπάνω απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, όπως και των διαδόχων του Β. Τ., καθώς επίσης και ότι η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στην τρίτη, τέταρτη και πέμπτη από τους αναιρεσιβλήτους στις 4-5-2017 με τις εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Γ. ...0Δ/4-5-2017, ...9Δ/4-5-2017 και ...7Δ/4-5-2017, αντίστοιχα, στον έβδομο αναιρεσίβλητο στις 17-5-2017 με την ...3Δ/17-5-2017 έκθεση επίδοσης του ίδιου παραπάνω δικαστικού επιμελητή και στον έκτο αναιρεσίβλητο στις 31-5-2017 με την …47Δ/31-5-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Κ. Κ.. Επίσης, από τις ...8Δ/4-5-2017, ...3Δ/4-5-2017, ...1Δ/4-5-2017 και ...2Δ/4-5-2017 εκθέσεις επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή Δ. Γ. προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε και στους παραπάνω κληρονόμους του Β. Τ. που προαναφέρθηκε, αφού αυτοί υπήρξαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, ήτοι στους Δ. χα Β. Τ., Ι. Β. Τ., Ν. Β. Τ. και Δ. Β. Τ., αντίστοιχα. Πλην, όμως, δεν προσκομίζεται βεβαίωση του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής από τους ανωτέρω.
Συνεπώς, αφού, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, δεν αποδεικνύεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς τους ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
5. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω δεύτερη σκέψη, η αίτηση δεν είναι απαράδεκτη, επειδή δεν στρέφεται και κατά των ανωτέρω διαδόχων του δεύτερου αναιρεσίβλητου Β. Τ., διότι, ναι μεν μεταξύ αυτών και του αναιρεσείοντος υπάρχει, ενόψει του παραπάνω αντικειμένου της δίκης, δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, πλην, όμως, εξαιτίας του αντικειμένου αυτού, ούτε αντιδικία μεταξύ των ανωτέρω ομοδίκων μπορεί να δημιουργηθεί, ούτε περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη επωφελή για τον ένα και βλαπτική για τον άλλο από τους εν λόγω ομοδίκους.
6. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν μ' αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αρ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, απ' το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε μ' αυτή, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε και ότι "με το ...58/1975 πωλητήριο συμβόλαιο του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Α.
σύζυγος Α. Ρ., μητέρα του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Μ. Ρ. και γιαγιά της ενάγουσας - πρώτης εφεσίβλητης Α. Ρ., απέκτησε με αγορά από τον Χ. Ι., κατά πλήρη κυριότητα, διαιρετό τμήμα του 327 κληροτεμαχίου, εμβαδού 195 τμ, το οποίο είχε εκποιηθεί από τους συγκληρονόμους του Ι. Τ., το οποίο είχε ως όρια γύρω επί πλευράς 15,875 μ το 326 κληροτεμάχιο, επί πλευράς 12,491 μ την ιδιοκτησία Χ.
Ι., επί πλευράς 15,875 μ ιδιωτική οδό και ήδη οδό ... και επί πλευράς 12,35 μ την ιδιοκτησία Χ. Ι.. Ακολούθως, με το ...89/1-8-1976 πωλητήριο συμβόλαιο του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Α. σύζυγος Α. Ρ. μεταβίβασε, κατά πλήρη κυριότητα, το προαναφερόμενο διαιρετό τμήμα των 195 τμ στον πρώτο αρχικά εναγόμενο Β.
Τ. και αυτός με το ...88/27-9-1976 πωλητήριο συμβόλαιο του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Σ. Α.. Η Α. Ρ.ά, το έτος 1976 με το ...90/1976 προσύμφωνο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου αγόρασε από τον πρώτο εναγόμενο Β. Τ., ένα άλλο αυτοτελές και διηρημένο τμήμα του 327 κληροτεμαχίου, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 250 τμ και μετά από νεώτερη εμβαδομέτρηση 251,07 τμ, που συνορεύει βόρεια επί πλευράς 20 μ με αγροτικό δρόμο και ήδη οδό ..., νότια επί πλευράς 20 μ με ιδιοκτησία Δ.
Β., ανατολικά επί πλευράς 12,47 μ με ιδιοκτησία Β. Τ. και δυτικά επί πλευράς 12,65 μ με ιδιοκτησία επίσης Β. Τ.. Σε εκτέλεση του ανωτέρω προσυμφώνου καταρτίσθηκε το …35/15-2-1978 οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα και έτσι η Α. Ρ. απέκτησε οριστικά την κυριότητα του διαιρετού τμήματος εμβαδού 251,07 τμ.
Στο διαιρετό αυτό τμήμα, που αποτελεί το επίδικο, ανήγειρε αυθαίρετη ισόγεια κατοικία, εμβαδού 50 τμ, στην οποία κατοικούσε μέχρι το θάνατό της, αφού τέλεσε δεύτερο γάμο με τον Δ. Κ.. Για την αυθαίρετη κατοικία, υπέβαλε στην Πολεοδομική Υπηρεσία …. την ...54/26-7-1983 δήλωση του Ν. 1337/1983. Στις 19-1-1986 απεβίωσε η προαναφερόμενη Α.
σύζυγος Δ. Κ., η οποία με την από 25-10-1984 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με τα 1165/7-11-1986 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την 1232/7-11-1986 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εγκατέστησε, μεταξύ άλλων, κληρονόμο τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα Μ. Ρ., γιό από τον πρώτο της γάμο με τον Α.
Ρ., στον οποίο άφησε το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο των 251,07 τμ, που αγόρασε από τον αρχικό εναγόμενο Β. Τ., με την αυθαίρετη κατοικία της που υπήρχε εντός αυτού, το οποίο είναι το επίδικο. Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, ο οποίος την εποχή εκείνη αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα με την επιχείρηση που διατηρούσε στη …, καθώς και οικογενειακά προβλήματα με τη λύση του γάμου του και την ασθένεια της κόρης του - ενάγουσας, τον Οκτώβριο του έτους 1986 έφυγε στη Γερμανία για μόνιμη εγκατάστασή του.
Προκειμένου να τακτοποιηθούν οι οικονομικές διαφορές που εκκρεμούσαν στην Ελλάδα, με το …60/1-10-1986 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ε. Ν. χορήγησε γενική πληρεξουσιότητα και εξουσία αντιπροσώπευσης στην εν διαστάσει σύζυγό του Κ. Φ. (μητέρα της ενάγουσας) για να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του. Η τελευταία με την …..42/24-4-1987 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Α.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. αποδέχθηκε, για λογαριασμό του Μ. Ρ., την επαχθείσα με διαθήκη σε αυτόν κληρονομιά της αποβιώσασας μητέρας του. Πλην όμως στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο δηλώθηκε ότι μεταξύ της κληρονομιαίας περιουσίας της ως άνω αποβιωσάσης περιλαμβάνεται και "ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 195 τμ, που αποτελεί τμήμα του 327 τεμαχίου Δ' κατηγορίας, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της Κοινότητας …..
Ν. ….., που συνορεύει γύρω επί πλευράς 15,875 μ με το 326 κληροτεμάχιο, επί πλευράς 12,491 μ με ιδιοκτησία Χ. Ι., επί πλευράς 15,875 μ με ιδιωτική οδό και επί πλευράς 12,35 μ με ιδιοκτησία Χ. Ι., που περιήλθε σε αυτήν με το ...58/9-7-1975 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ι. Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου …...
Το περιγραφόμενο όμως στη δήλωση αποδοχής αγροτεμάχιο, δεν ήταν αυτό που κατέλειπε η κληρονομουμένη με τη διαθήκη της, ούτε ήταν κυρία αυτού, διότι πριν από το θάνατο της (έτος 1976) είχε μεταβιβάσει την κυριότητα στον Β. Τ., όπως παραπάνω αναφέρεται.
Συνεπώς, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Μ. Ρ., με την αποδοχή της κληρονομιάς και τη μεταγραφή αυτής, δεν κατέστη κύριος του ακινήτου που κατέλειπε με τη διαθήκη η θανούσα μητέρα του, αφού αποδέχθηκε και μετέγραψε άλλο ακίνητο, τελείως διαφορετικό από το κληρονομιαίο, χωρίς να ταυτίζεται με αυτό κατά τα προσδιοριστικά του στοιχεία που εξατομικεύουν και διαφοροποιούν κάθε ακίνητο, δηλαδή το εμβαδόν, τα όρια, τους όμορους γείτονες, τις πλευρικές διαστάσεις και τον τίτλο κτήσης. Την ίδια ημέρα με τη σύνταξη της αποδοχής κληρονομιάς, η Κ. Φ., υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, προέβη στην κατάρτιση σύμβασης πώλησης του περιγραφομένου στην αποδοχή ακινήτου με τον Χ. Τ. και συντάχθηκε το ...4/24-4-1987 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων η πώληση και η μεταβίβαση κατά κυριότητα του ακινήτου που περιγραφόταν στο συμβόλαιο, δηλαδή του διαιρετού τμήματος των 195 τμ και όχι του επιδίκου κληρονομιαίου ακινήτου.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο αγοραστής Χ. Τ. δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, αφού συμφωνήθηκε η μεταβίβαση λόγω πώλησης διαφορετικού από το επίδικο ακινήτου. Επίσης, η πράξη της μεταγραφής είναι άκυρη ως προς το επίδικο, διότι περιγράφεται σε αυτήν διαφορετικό ακίνητο, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται η ταυτότητά του και να μην μπορεί να αποκτήσει κυριότητα ο αγοραστής που μετέγραψε τον μεταβιβαστικό τίτλο.
Στη συνέχεια, ο Χ. Τ. κατήρτισε σύμβαση πώλησης του ακινήτου με την Κ. Τ. και συντάχθηκε το ...03/17-5-1989 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Η αγοράστρια όμως δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, διότι ο μεταβιβάσας Χ. Τ., συμφώνησε την πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου που αγόρασε με το ...4/24-4-1987 συμβόλαιο, δηλαδή του αγροτεμαχίου των 195 τμ και όχι του επιδίκου, όπως παραπάνω αναφέρεται.
Οι προαναφερόμενοι αγοραστές δεν αποδείχθηκε ότι παρέλαβαν στη νομή τους το ακίνητο που αγόρασαν, ούτε προέβησαν σε έρευνα των τίτλων ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων τους, από την οποία (έρευνα) θα γινόταν αντιληπτό ότι το περιγραφόμενο στα συμβόλαια ακίνητο δεν ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία της απώτερης δικαιοπαρόχου των Α.ς Κ., αλλά είχε μεταβιβασθεί από αυτήν με το ...89/1-8-1976 πωλητήριο συμβόλαιο στον Β.
Τ., όπως παραπάνω αναφέρεται...Το έτος 1995, μετά την παρέλευση οκτώ ετών από τη σύνταξη της ...2/1987 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Α. Π., ο εκκαλών - εναγόμενος Μ. Ρ., δια της ως άνω πληρεξούσιας και αντιπροσώπου του Κ. Φ., προέβη σε μερική διόρθωση της πράξης αποδοχής με την ….53/2-5-1995 δήλωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Σ.
Ν. - Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Με την εν λόγω πράξη αποδέχθηκε το επίδικο ακίνητο που πράγματι κατέλειπε σε αυτόν η αποβιώσασα μητέρα του Α., δηλαδή ένα αυτοτελές και διηρημένο τμήμα του 327 κληροτεμαχίου, εμβαδού 251,07 τμ. Την ίδια ημέρα που έγινε η διόρθωση της αποδοχής, ο εκκαλών, δια της ως άνω πληρεξούσιας, μεταβίβασε κατά κυριότητα ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο περιορίσθηκε το κληρονομικό του δικαίωμα επί του κληρονομιαίου ακινήτου, στον εφεσίβλητο - εναγόμενο Θ.
Ν. και συντάχθηκε το ….54/2-5-1995 πωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …... Μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, ο εφεσίβλητος Θ. Ν. παρέλαβε στη νομή και κατοχή του το επίδικο ακίνητο και άσκησε κατά του συγκυρίου σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου Δ.
Κ. τη με αριθμό κατάθεσης 4736/1996 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 33652/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη τελεσίδικη με την 2484/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία υποχρέωσε τον εκεί εναγόμενο Δ. Κ. να καταβάλλει στον Θ. Ν. το ποσό των 892.500 δρχ. ως αποζημίωση χρήσης, διότι χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ο ίδιος (Δ.ς Κ.ς) το κοινό ακίνητο, ο οποίος κατά την εκδίκαση της αγωγής ομολόγησε ότι συγκύριος του επιδίκου ήταν ο αντίδικός του Θ.
Ν.. Ο τελευταίος με το …83/20-9-2004 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ζ. Ψ., το οποίο καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη ;Α. Ρ., θυγατέρα του εκκαλούντος Μ. Ρ.. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η ...2/1987 αρχική πράξη αποδοχής κληρονομιάς και η μεταγενέστερη ….53/1995 διορθωτική πράξη αφορούν το ίδιο ακίνητο, που είναι το επίδικο, του οποίου διορθώθηκε η περιγραφή και ότι απέκτησε αναδρομικά από το θάνατο της κληρονομουμένης μητέρας του την κυριότητα επ' αυτού, με έννομη συνέπεια να αποκτήσουν κυριότητα διαδοχικά οι αγοραστές Χ.
Τ. και Κ. Τ.. Για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του, υποστηρίζει ότι στη διαθήκη της κληρονομουμένης μητέρας του αναφέρονταν το μοναδικό αγροτεμάχιο που διέθετε αυτή κατά το χρόνο του θανάτου της στην περιοχή ... με την επ' αυτού αυθαίρετη οικία, ενώ στο περιγραφόμενο στην αποδοχή αγροτεμάχιο των 195 τμ δεν υπήρχε καμία οικία, καθώς και ότι υποβλήθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ δήλωση φόρου κληρονομιάς για το κληρονομιαίο ακίνητο, ότι στο ...4/24-4-1987 πωλητήριο συμβόλαιο με αγοραστή τον Χ.
Τ. αναφέρεται η αίτηση της κληρονομουμένης μητέρας του προς την πολεοδομία για τη νομιμοποίηση της αυθαίρετης κατοικίας που υπήρχε εντός του οικοπέδου και ότι η βούληση των συμβληθέντων στις αγοραπωλησίες μερών ήταν να μεταβιβασθεί το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο και όχι αυτό των 195 τμ, το οποίο δεν υπήρχε στην κληρονομιαία περιουσία.
Είναι γεγονός ότι στο κληρονομιαίο ακίνητο των 251,07 τμ υφίσταται ισόγεια κατοικία, η οποία μνημονεύεται στην αρχική πράξη αποδοχής και στα συμβόλαια των αγοραστών Χ. Τ. και Κ. Τ.. Το αγροτεμάχιο όμως που περιγράφεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις των αγοραστών, είναι τελείως διαφορετικό από το κληρονομιαίο ακίνητο αναφορικά με το εμβαδόν, τα όρια, πλευρικές διαστάσεις, όμορους γείτονες, τον τίτλο κτήσης της κληρονομουμένης, με αποτέλεσμα να μην μεταβάλλονται τα προσδιοριστικά του στοιχεία από τη μνεία της ύπαρξης εντός αυτού μίας ισόγειας κατοικίας και δεν ταυτοποιείται με το κληρονομιαίο.
Η επισύναψη στη δήλωση αποδοχής του πιστοποιητικού δηλώσεως φόρου κληρονομιάς, όπου μνημονεύεται ορθά το κληρονομιαίο ακίνητο των 251,07 τμ, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον στην αποδοχή περιγράφεται διαφορετικό ακίνητο με άλλα προσδιοριστικά στοιχεία, όπως παραπάνω αναφέρεται. Επίσης δεν ταυτοποιείται το μεταβιβασθέν ακίνητο με το κληρονομικό από το γεγονός ότι στο προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο με αγοραστή τον Χ.
Τ. μνημονεύεται η αίτηση της κληρονομουμένης Α. Ρ. προς την πολεοδομία για τη νομιμοποίηση της ισόγειας κατοικίας, ούτε με την ….53/1995 πράξη διόρθωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Σ. Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα, διορθώνονται τυπικά λάθη που έγιναν στην αρχική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία, ότι η προγενέστερη αποδοχή αφορούσε το κληρονομιαίο ακίνητο.
Αντιθέτως, με τη μεταγενέστερη ….53/1995 συμβολαιογραφική πράξη ο κληρονόμος Μ. Ρ. αποδέχεται για πρώτη φορά το επίδικο ακίνητο των 251,07 τμ, που πράγματι κατέλειπε η αποβιώσασα μητέρα του, ενώ δεν επιχειρήθηκε η διόρθωση των προγενέστερων μεταβιβαστικών συμβολαίων των αγοραστών Χ. Τ. και Κ. Τ., στα οποία εξακολουθεί να περιγράφεται ως πωληθέν το διαφορετικό ακίνητο των 195 τμ.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, με τους οποίους επιχειρεί να ταυτοποιήσει το περιγραφόμενο στις συμβολαιογραφικές πράξεις μεταβιβασθέν ακίνητο με το επίδικο κληρονομιαίο και ότι οι αγοραστές Χ. Τ. και Κ. Τ. απέκτησαν κυριότητα επ' αυτού πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι...Από τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι με τα ...4/1987 και ...03/1989 πωλητήρια συμβόλαια συμφωνήθηκε η πώληση και μεταβίβαση κατά κυριότητα, από την Κ.
Φ., που ενεργούσε ως πληρεξούσια και αντιπρόσωπος του εναγομένου - εκκαλούντος Μ. Ρ. στους αγοραστές Χ. Τ. και Κ. Τ. αντίστοιχα, του ακινήτου που περιγραφόταν στα ως άνω συμβόλαια, δηλαδή εκείνου των 195 τμ, με έννομη συνέπεια οι αγοραστές να μην αποκτήσουν την κυριότητα επί του επιδίκου κληρονομιαίου ακινήτου, εμβαδού 251,07 τμ, που ήταν διαφορετικό ακίνητο.
Το επίδικο ακίνητο, μετά τη σύνταξη και μεταγραφή της …53/2-5-1995 πράξης αποδοχής, περιήλθε κατά κυριότητα σε ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Θ. Ν. με το ….54/1995 πωλητήριο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, Θ. Ν., αληθής κύριος του ως άνω ιδανικού μεριδίου επί του επιδίκου ακινήτου, μεταβίβασε αυτό, όπως παραπάνω αναφέρεται, με το …..83/2004 συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, στην ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, που είναι ειδική διάδοχος αυτού και έχει έννομο συμφέρον στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής.
Ο Θ. Ν. παρέλειψε να υποβάλλει δήλωση ιδιοκτησίας για το εν λόγω ακίνητο κατά το στάδιο της κτηματογράφησης της περιοχής …., με συνέπεια να καταχωρηθεί αυτό στα κτηματολογικά βιβλία ως γεωτεμάχιο έκτασης 252 τμ με ΚΑΕΚ 1...115/0/0 και να αναγράφονται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχοι κυριότητας εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 12,5% ή 1/8 η Π.
Χ. και κατά ποσοστό 87,50% ή 7/8 ο αποβιώσας αρχικός κύριος Ι. Τ.. Οι ανωτέρω αρχικές εγγραφές, πλην αυτής που αφορά την Π. Χ., είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα συγκυριότητας του εναγομένου Θ. Ν. επί του επιδίκου, ο οποίος, κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή ..., δηλαδή στις 13-11-2003, ήταν συγκύριος αυτού κατά ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου.
Συνεπώς πρέπει να αναγνωριστεί ο εναγόμενος - εφεσίβλητος Θ. Ν. συγκύριος του επιδίκου ακινήτου σε ποσοστό 87,50% (=7/8) εξ αδιαιρέτου και να διορθωθούν οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο του Γραφείου Καλαμαριάς, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ 1...115/0/0 να διαγραφεί από συγκύριος ο Ι.ς Τ.
και να εγγραφεί ως δικαιούχος κυριότητας κατά το ως άνω ποσοστό ο εφεσίβλητος Θ. Ν., με τίτλο κτήσης το ….54/2-5-1995 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σ. Ν. - Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα...". Ήτοι, δέχτηκε το Εφετείο, ότι ο Χ. Τ. και, εν συνεχεία, η ειδική διάδοχός του Κ. Τ. δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου των 251,07 τμ, καθόσον ο αναιρεσείων μεταβίβασε, με την πληρεξούσιά του Κ.
Φ., στον πρώτο και αυτός στη δεύτερη, με τις αναφερόμενες μεταγραμμένες συμβολαιογραφικές πράξεις και με αιτία την πώληση, όχι το παραπάνω ακίνητο των 251,07 τμ, αλλά άλλο ακίνητο, έκτασης 195 τμ, διάφορο του επιδίκου κατά την έκταση, τα όρια και τη θέση. Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία είχε δεχτεί την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρίσει κύριο του επιδίκου, κατά το στάδιο κτηματογράφησής του, το Θ.
Ν., κατά ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου, στον οποίο ο αναιρεσείων το είχε μεταβιβάσει, με την ανωτέρω πληρεξουσία του, μετά τις προαναφερθείσες μεταβιβάσεις του ακινήτου των 195 τμ, με αιτία την πώληση και με την αναφερόμενη μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη, διατάσσοντας τη διόρθωση, ως ανακριβών, των οικείων κτηματολογικών εγγραφών και τη διαγραφή του αναγεγραμμένου Ι.
Τ. και την εγγραφή του ανωτέρω Θ. Ν., ο οποίος, στη συνέχεια, μεταβίβασε το επίδικο, κατά το ανωτέρω ποσοστό του, στην πρώτη αναιρεσίβλητη, με το αναφερόμενο μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφό και με αιτία την πώληση. Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, αφενός μεν της παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1196 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι με τη συμπλήρωση, βάσει του άρθρου αυτού, των κατωτέρω ελλείψεων των οικείων, προς τους ανωτέρω Χ.
Τ. και Κ. Τ., μεταγραμμένων μεταβιβαστικών πράξεων, οι εν λόγω πράξεις αφορούν το επίδικο ακίνητο και όχι εκείνο των 195 τμ, όπως εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο και αφετέρου της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο του ανωτέρω, για τη συμπλήρωση των παραπάνω μεταβιβαστικών πράξεων, ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, καίτοι ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Είναι δε απαράδεκτος ο λόγος αυτός, διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των κατωτέρω γεγονότων από το Εφετείο, ήτοι ότι το επίδικο ακίνητο και το άλλο ακίνητο των 195 τμ αποτελούν διαφορετικά ακίνητα, ότι οι πράξεις μεταβίβασης προς τους Χ. Τ. και Κ. Τ. δεν αφορούν το επίδικο, αλλά το ακίνητο των 195 τμ και ότι προς τους ανωτέρω δεν μεταβιβάστηκε το επίδικο, αλλά το ακίνητο των 195 τμ.
Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε σφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη παραδοχή του Εφετείου, ότι τα ανωτέρω στοιχεία διαφοροποίησης των δυο ακινήτων συνιστούν δεκτικές συμπληρώσεως ελλείψεις των μεταβιβαστικών πράξεών τους προς τους Χ. Τ. και Κ.
Τ., ενώ το Εφετείο δέχτηκε, ότι δεν πρόκειται για ελλείψεις των μεταβιβαστικών αυτών πράξεων, αλλά για δυο διαφορετικά ακίνητα και ότι η μεταβίβαση προς τους ανωτέρω δεν αφορά το επίδικο, αλλά το ακίνητο των 195 τμ.
7. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι τούτο περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Ενόψει τούτων, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος παραπάνω λόγος, κατά το μέρος που στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το περιεχόμενο της οποίας προεκτέθηκε, δεν ανέγνωσε εσφαλμένα, ήτοι δεν δέχτηκε ότι περιέχει περιστατικά διαφορετικά από τα πραγματικά, όπως με τον ερευνούμενο λόγο ψέγεται, η ….53/1995 συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία ο αναιρεσείων "διορθώνει" την ...2/1987 συμβολαιογραφική δήλωσή του, με την οποία είχε αποδεχτεί, ως κληρονομία της μητέρας του Α.
Ρ., το ανωτέρω ακίνητο των 195 τμ, μεταβάλλοντας την έκταση, τη θέση και τα όρια αυτού, ώστε να ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο των 251,07 τμ, που, πράγματι, του κατέλειπε η μητέρα του, αλλά, αφού ανέγνωσε ορθά το έγγραφο αυτό, δέχτηκε, αντίθετα με τον αναιρεσείοντα, ότι, ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου του, δεν συνιστά διόρθωση της αρχικής δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, που είχε ως αντικείμενο το ακίνητο των 195 τμ, αλλά νέα δήλωση αποδοχής κληρονομίας, με αντικείμενο το ακίνητο των 251,07 τμ και, συνεπώς το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια.
8. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίες εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές και εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων.
Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν, καίτοι ανέλεγκτα διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των παραπάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Δεν δημιουργείται δε αμφιβολία και δεν υπάρχει κενό στη δήλωση βουλήσεως, είτε στην περίπτωση που ο δηλών εκφράστηκε σαφώς και περιέλαβε στη δήλωσή του όλα όσα θέλησε, είτε στην περίπτωση που στη ρητή δήλωση της βουλήσεως του συμβαλλομένου διάταξη νόμου, που περιέχει κανόνα αναγκαστικού δικαίου, προσδίδει έννομες συνέπειες και για πράγματα που δεν περιελήφθησαν στη δήλωση (ΑΠ 1281/2013).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε την ύπαρξη κενών ή είχε αμφιβολία ως προς την έννοια μιας δικαιοπραξίας και ότι παρ' όλα αυτά, δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες, τούτο δε, για τη βασιμότητα του λόγου, πρέπει να προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 136/2013).
Ενόψει τούτων, ο ίδιος παραπάνω λόγος, για παράβαση από το Εφετείο των ανωτέρω διατάξεων, συνισταμένη στο ότι, αν ερμήνευε την παραπάνω ...2/1987 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και τις συμβάσεις μεταβίβασης προς τους Χ. Τ. και Κ. Τ. βάσει των ανωτέρω αρχών, θα δεχόταν ότι οι πράξεις αυτές αφορούν το επίδικο ακίνητο και όχι εκείνο των 195 τμ που αναφέρουν, είναι απορριπτέος αφενός μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται, ότι το Εφετείο διαπίστωσε κενό ή είχε αμφιβολία ως προς το ακίνητο που οι ανωτέρω πράξεις αφορούσαν, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχτηκε, ούτε και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ότι το ακίνητο που αφορούσαν οι παραπάνω πράξεις δεν ήταν εκείνο των 195 τμ και, συνεπώς, μη προβαίνοντας, ενόψει των παραδοχών του αυτών, σε ερμηνεία των παραπάνω δικαιοπραξιών, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
9. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ' αυτόν ή εφαρμόστηκε μολονότι τα παραπάνω περιστατικά δεν υπάγονταν στον εν λόγω κανόνα (ΑΠ 2/2016).
Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νομίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, κρίθηκε νόμιμη (ΑΠ 1478/2017). Ελέγχονται, επίσης και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν, κατά παράβαση κανόνα δικαίου, απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή κλπ. Ειδικότερα, αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Ενόψει τούτων, ο ίδιος παραπάνω λόγος, για παράβαση από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του του άρθρου 106 του νδ 118/1973, που απαγορεύει τη μεταγραφή κάθε πράξης, αν δεν συνοδεύεται από πιστοποιητικό εφόρου για την υποβολή της οικείας φορολογικής δήλωσης και η οποία παράβαση συνίσταται στο ότι στο φορολογικό πιστοποιητικό που συνόδευε την παραπάνω ...2/1987 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, αναφερόταν στο εκτάσεως 251,07 τμ ακίνητο και όχι σε εκείνο με έκταση 195 τμ, που αναφερόταν στη δήλωση αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το ανωτέρω νομοθετικό διάταγμα αποτελεί φορολογικό μόνο νόμο, η εφαρμογή του οποίου συνίσταται, όχι στη μεταβίβαση της κυριότητας, που είναι το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, αλλά στην τήρηση φορολογικής υποχρέωσης και, συνεπώς, το Εφετείο, αφού έκρινε, βάσει του ανωτέρω περιεχομένου του φορολογικού πιστοποιητικού που η παραπάνω διάταξη προβλέπει, ότι η επίμαχη δήλωση αποδοχής κληρονομίας αφορά στο έκτασης 195 τμ ακίνητο, όπως στη δήλωση αυτή αναφερόταν, και όχι σε εκείνο των 251,07 τμ, όπως αναφερόταν στο ανωτέρω πιστοποιητικό, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του παραπάνω άρθρου 106, καθόσον το πιστοποιητικό που αυτές προβλέπουν, δεν αποτελεί μεταβιβαστικό τίτλο.
10. Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016.
ΑΠ 509/2013). Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005, 32/1996, ΑΠ 1401/2010), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 112/2016, 951, 478/2013, 38/2012).
Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια των αντιφατικών, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτιολογιών. Η αντίφαση αυτή συνίσταται, κατά τον ερευνούμενο λόγο, στα περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο, για να στηρίξει το πόρισμά του, ότι ο προαναφερθείς Χ. Τ. δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ήτοι αφενός μεν διότι με την οικεία πράξη μεταβιβάστηκε σ' αυτόν, όχι το επίδικο, αλλά το διαφορετικό ακίνητο των 195 τμ και αφετέρου διότι η μεταγραφή της μεταβιβαστικής αυτής πράξης δεν αφορά το επίδικο, αλλά το ανωτέρω διάφορο ακίνητο των 195 τμ. Πλην, όμως, οι αιτιολογίες αυτές δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, αφού καθένα από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το Εφετείο για να στηρίξει την κρίση του, ότι ο Χ. Τ. δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, αρκεί μόνο του για να θεμελιώσει το πόρισμά του αυτό και, συνεπώς, έγκυρα στήριξε το εν λόγω πόρισμα και στα δυο παραπάνω περιστατικά και, ως εκ τούτου, με την κρίση του αυτή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, γι' αυτό ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
11. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Εξ άλλου, για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, πλην άλλων, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, να είναι ουσιώδης, να ασκεί, δηλαδή, επίδραση στο διατακτικό της απόφασής του (ΑΠ 53/2013).
Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, αν και ο αναιρεσείων τα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί, νομίμως, ήτοι:
α) το ...4/1987 πωλητήριο συμβόλαιο,
β) συμφωνητικό πώλησης οικοσκευής στον Χ. Τ.,
γ) την 2806/15-12-1998 αγωγή του ανωτέρω κατά του Δ. Κ.,
δ) το ...03/1989 πωλητήριο συμβόλαιο,
ε) την 21128/1992 αγωγή της Κ. Τ. κατά του Δ. Κ. και
στ) την 1249/1998 έφεση του ανωτέρω κατά της 33652/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ, αν είχε λάβει υπόψη του τα έγγραφα αυτά, δεν θα δεχόταν ότι "οι προαναφερόμενοι αγοραστές (Χ. Τ. και Κ. Τ.) δεν αποδείχτηκε ότι παρέλαβαν στη νομή τους το ακίνητο που αγόρασαν, ούτε προέβησαν σε έρευνα των τίτλων ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων τους από την οποία (έρευνα) θα γινόταν αντιληπτό ότι το περιγραφόμενο στα συμβόλαια ακίνητο δεν ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία της απώτερης δικαιοπαρόχου Α.
Κ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είναι ουσιώδης με την έννοια που προαναφέρθηκε, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, το ουσιώδες πόρισμα του Εφετείου συνίσταται, στο ότι οι ανωτέρω Χ. Τ. και Κ. Τ. δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, διότι δεν τους μεταβιβάστηκε το επίδικο, αλλά το διάφορο ακίνητο των 195 τμ και διότι οι μεταβιβαστικές πράξεις που μετεγράφησαν, αφορούσαν, όχι το επίδικο, αλλά το διάφορο ακίνητο των 195 τμ και αφετέρου διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.
12. Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με το λόγο αναίρεσης πλήττεται μία μόνο απ' αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1005/2014, .../2012).
Εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο έκρινε, ότι ο ανωτέρω Χ. Τ. δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, αφενός μεν, διότι του μεταβιβάστηκε με την οικεία πράξη, όχι το επίδικο, αλλά το διάφορο ακίνητο των 195 τμ και αφετέρου διότι η μεταβιβαστική αυτή πράξη που μεταγράφηκε στο όνομά του, δεν αφορούσε, το πρώτο αλλά το δεύτερο από τα πιο πάνω ακίνητα.
Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1196 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι η περιγραφή του ακινήτου στην παραπάνω μεταβιβαστική πράξη είναι λανθασμένη, ενώ το άρθρο τούτο δεν απαγορεύει τη μεταγραφή, λόγω λανθασμένης περιγραφής, είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αλυσιτελής, διότι δεν πλήττει την επάλληλη παραδοχή του Εφετείου για μη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου στον Χ.
Τ., η οποία στηρίζει αυτοτελώς το παραπάνω πόρισμα, για μη απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από τον τελευταίο, ήτοι δεν πλήττεται η παραδοχή, ότι στον Χ. Τ. μεταβιβάστηκε με την πράξη που προαναφέρθηκε, όχι το επίδικο, αλλά το διάφορο ακίνητο των 195 τμ. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, ήτοι ότι το επίδικο ακίνητο και το άλλο ακίνητο των 195 τμ αποτελούν διαφορετικά ακίνητα, ότι η πράξη μεταβίβασης προς τον Χ.
Τ. δεν αφορά το επίδικο, αλλά το ακίνητο των 195 τμ και ότι προς τον ανωτέρω δεν μεταβιβάστηκε το επίδικο, αλλά το ακίνητο των 195 τμ. Τέλος, ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε σφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη παραδοχή του Εφετείου, ότι η περιγραφή του ακινήτου στη μεταβιβαστική πράξη προς τον Χ.
Τ. ήταν λανθασμένη, ενώ το Εφετείο δέχτηκε, ότι δεν πρόκειται για λανθασμένη περιγραφή, αλλά ότι η μεταβιβαστική πράξη προς τον ανωτέρω δεν αφορά το επίδικο, αλλά το διαφορετικό ακίνητο των 195 τμ, το οποίο περιγράφεται ορθά στην επίμαχη μεταβιβαστική πράξη.
13. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, με την κληρονομική διαδοχή, η οποία αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, είτε χωρεί από το νόμο, είτε από διαθήκη, η κυριότητα, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα στα αντικείμενα της κληρονομίας, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι, στην περίπτωση των ακινήτων, ο κληρονόμος θα αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την αποδοχή αυτή ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Ήτοι, η ανωτέρω αποδοχή, οποτεδήποτε και αν γίνει, ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, έχει, δηλαδή, αναδρομική ενέργεια (ΑΠ 1201/2102).
Εν προκειμένω, με τον παραπάνω λόγο, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η πλημμέλεια της παράβασης των διατάξεων των άρθρων 1193 και 1199 ΑΚ, επειδή το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι με τη διόρθωση της παραπάνω ...2/1987 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας με τη μεταγενέστερη 4553/1995 δήλωση, ο αναιρεσείων απέκτησε από το χρόνο θανάτου της μητέρας του, όπως οι διατάξεις των παραπάνω άρθρων προβλέπουν, την κυριότητα του επιδίκου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην ανύπαρκτη παραδοχή του Εφετείου, ότι συνιστά η δεύτερη δήλωση διόρθωση της πρώτης, ενώ το Εφετείο δέχτηκε, ότι πρόκειται για νέα δήλωση αποδοχής κληρονομίας, με αντικείμενο το επίδικο και όχι για διόρθωση της πρώτης ...2/1987 δήλωσης, που είχε ως αντικείμενο το ακίνητο των 195 τμ.
14. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 ΑΚ προκύπτει, ότι δήλωση βουλήσεως, που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, είναι εικονική και, ως εκ τούτου, άκυρη, οπότε θεωρείται σαν να μην έγινε. Ήτοι, εικονική είναι η δήλωση βουλήσεως, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Εικονική, με την ανωτέρω έννοια, μπορεί να είναι η δήλωση βουλήσεως, όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, για την ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, της σύμβασης, προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος, αν δε ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βουλήσεως, η οποία, σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (ΑΠ 633/2006).
Στην περίπτωση, δηλαδή, εικονικότητας μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία κατά το χρόνο της κατάρτισής της όλων όσων έχουν συμβληθεί, ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε, είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι, στην πραγματικότητα, η βούληση αυτή δεν αποσκοπεί στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται, χωρίς να απαιτείται, να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία (ΑΠ 713/2006, 1247/2003).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της πώλησης, ουσιώδη στοιχεία της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 513 ΑΚ, είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία γι' αυτά, ενώ η έλλειψη και ενός τούτων καθιστά τη σύμβαση άκυρη. Ειδικότερα, το τίμημα, ήτοι η αντιπαροχή που οφείλεται από τον αγοραστή για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος, πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η συμφωνία για το τίμημα πρέπει να είναι ειλικρινής και σπουδαία, διότι, ναι μεν η μη καταβολή του δεν επηρεάζει το κύρος της σύμβασης, αφού η ενοχή για την καταβολή του μπορεί να αφεθεί ή να αποσβεσθεί με κάποιον άλλο τρόπο, πλην, όμως, μπορεί το στοιχεία τούτο, κατά την έρευνα για την συναλλακτική πρόθεση των συμβληθέντων, να αποτελέσει, κατά τις περιστάσεις, τεκμήριο για την εικονικότητα και έτσι, αν η συμφωνία που αφορά το τίμημα έγινε μόνο φαινομενικά, υπάρχει εικονικότητα κατά την έννοια του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της υποσχετικής σύμβασης της πώλησης, κατ' επέκταση δε και της εμπράγματης σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωληθέντος πράγματος, αν αφορά ακίνητο, αφού αυτή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, είναι αιτιώδης (ΑΠ 187/2013, 1994/2009).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 παρ. 1, 269 και 527 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, για να θεωρηθεί, ότι η ένσταση έχει προβληθεί εμπρόθεσμα και ότι είναι, επομένως, παραδεκτή, πρέπει να έχουν προταθεί έγκαιρα, ήτοι κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όλα τα αναγκαία κατά το νόμο περιστατικά, που επάγονται την έννομη συνέπεια που επιφέρει η συγκεκριμένη ένσταση.
Αν τα περιστατικά αυτά προταθούν αόριστα κατά την πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν με σαφήνεια και πληρότητα σε μεταγενέστερη συζήτηση ή στο εφετείο, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά, με συνέπεια να υπόκεινται στην παραπάνω απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται από το άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 527 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1735/2008, 902/2008).
Συνεπώς, για την παραδεκτή προβολή της ένστασης εικονικότητας σύμβασης πώλησης, θα πρέπει να προταθεί, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πλην άλλων και ότι η συμφωνία για το τίμημα ήταν φαινομενική. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του αρ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΑΠ 673/2013, 450/2013).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των προτάσεων και της προσθήκης - αντίκρουσης σ' αυτές του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα οικεία αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται, άλλωστε και στον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, όπως και από την επισκόπηση της έφεσης του αναιρεσείοντος, προκύπτει, ότι αυτός στήριξε την ένστασή του για εικονικότητα της παραπάνω, προς το Θ. Ν., πώλησης του επιδίκου στη μη καταβολή τιμήματος εκ μέρους αυτού, ενώ με την έφεσή του, προσβάλλοντας την απορριπτική του ανωτέρω ισχυρισμού του κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στήριξε την εν λόγω εικονικότητα στο ότι δεν συμφωνήθηκε τίμημα για την παραπάνω μεταβίβαση. Πρόκειται, συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, για νέο ισχυρισμό, που για πρώτη φορά προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, πλην απαραδέκτως, λόγω μη συνδρομής κάποιας από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτο, για την ανωτέρω αιτία, τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο επανέλαβε με τον οικείο λόγο έφεσής του, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, γι' αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 14 (και όχι και από τον αρ. 8, που αναφέρεται στο αναιρετήριο), του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚπολΔ), χωρίς σκέψη για δικαστική δαπάνη, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος από την αναιρεσίβλητη που νίκησε (άρθρα 176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), αφού αυτή παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κπολ, ενώ δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2017 αίτηση του Μ. Α. Ρ., για αναίρεση της 180/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ