Legislator Case Law & Legislation
767/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor benefit judgment due to lack of explicit attorney authorization.

Case Number 767/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the OTE's appeal against a lower court ruling awarding unpaid labor benefits to an employee. The court found the lower court correctly applied civil law principles regarding unjust enrichment and the employer's failure to pay statutory increases. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 96(3), 104 of the Code of Civil Procedure; Article 576(1), (2) of the Code of Civil Procedure: In civil proceedings before the Supreme Court, a party appearing without a lawyer holding explicit power of attorney is deemed legally absent and tried in absentia.

Keywords

AI generated
explicit attorney authorization legal absence unjust enrichment labor benefits appeal dismissal Code of Civil Procedure Supreme Court procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 94(1), 96(3), 104 of the Code of Civil Procedure
Articles 576(1), (2) of the Code of Civil Procedure
Articles 938, 904 of the Civil Code
Article 24(2)(g) and 5 of the New General Provisions of the OTE

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 767 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 767/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Ο.Τ.Ε" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει δύο σημεία της αιτήσεως αναίρεσης όπως φαίνονται στις από 31/10/2016 προτάσεις που κατέθεσε. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό - Ανδρόνικο Βλαστό, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1137/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 7071/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15/6/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 12/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94§1, 96§3 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ειδικότερα δε κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (και στις περιπτώσεις του άρθ.98) η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, και κατά συνέπεια, αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που απαιτείται κατά την συζήτηση της υπόθεσης (και δη χορηγηθείσα με τους ως άνω περιοριστικά αναφερόμενους τρόπους) και την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπάγγελτα το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών και δικάζεται ερήμην (ΟλΑΠ 8/2009, ΑΠ 113/2017, 722/2013).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576§§1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, εκπροσωπηθεί δηλ. από δικηγόρο που δεν είναι εφοδιασμένος με ρητή πληρεξουσιότητα παρασχεθείσα ως άνω, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα, ποιός επισπεύδει την συζήτηση και αν μεν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση (ΑΠ 113/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα υπάρχοντα στην δικογραφία στοιχεία, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με την σειρά της από το πινάκιο και την συζήτησή της κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο ο αναιρεσίβλητος παραστάθηκε μεν διά του δικηγόρου Στ.

Ανδρ. Βλαστού, δεν αποδεικνύεται, όμως, η παροχή σ' αυτόν σχετικής πληρεξουσιότητας (με συμβολαιογραφική πράξη) και επομένως ο ως άνω διάδικος θεωρείται δικονομικά απών και ερήμην δικαζόμενος. Πρέπει, όμως, η συζήτηση της υπόθεσης να χωρήσει και παρά την απουσία του, αφού, όπως αποδεικνύεται από την με αριθ. 1065/14-9-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Β.

Π., στον αναιρεσίβλητο είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου της 23-2-2016 και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο, για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευση του (άρθ.άρθ.575 και 226§4 ΚΠολΔ).

II. Ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της αναιρεσείουσας ΟΤΕ ΑΕ (ΓΚΠ/ΟΤΕ), όπως αυτός ίσχυε, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου έως την 10-6-1999 (τροποποιηθείς και αναμορφωθείς έκτοτε με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ), ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.7 εδ. στ' του α.ν.301/1968, δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ (ΦΕΚ Β' 568/1969) και κυρώθηκε με το άρθ.54§1 ν.δ.165/1973 και είχε ως εκ τούτου ισχύ νόμου (ΟλΑΠ 34/1998, ΑΠ 227/2016, 321/2010, 316/2010), ορίζει στο άρθ.2, όπως αυτό αντικαταστάθηκε και ίσχυε από 11-3-1972, ότι "§1.

Το προσωπικόν συνδέεται μετά του ΟΤΕ δια σχέσεως ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται δε εις μόνιμον, ειδικής μονιμότητος και έκτακτον. §2....§3. Ειδικής μονιμότητος είναι το προσωπικόν, το οποίον προσλαμβάνεται προς εκτέλεσιν εξειδικευμένου έργου...", διεπόμενο (προσωπικό ειδικής μονιμότητας), και δη ως προς τον καθορισμό των αποδοχών του, από το, επίσης έκτοτε προστεθέν, άρθ.24 "Νέον".

Με την ΚΥΑ 2217/17-2-1978 (ΦΕΚ Β' 135) (α) αντικαταστάθηκε έκτοτε η §1 και καταργήθηκε η §3 του άρθ.2 που προέβλεπαν την κατηγορία προσωπικού "ειδικής μονιμότητος" (β) το άρθ.24 "Νέον" αντικαταστάθηκε από το άρθ.24, με το οποίο δημιουργήθηκε ο "Κλάδος Προσωπικού Μισθολογικής Διαβαθμίσεως", που αφορά προσωπικό προσλαμβανόμενο για την εκτέλεση υπηρεσιακού έργου, για το οποίο δεν υπάρχει αντίστοιχη κατηγορία ή ειδικότητα στους λοιπούς κλάδους του μονίμου προσωπικού (§1) και (γ) προστέθηκε στο άρθ.66α του Κανονισμού αυτού παράγραφος 49, με την οποία παρασχέθηκε η δυνατότητα στο κατά την δημοσίευση της διάταξης αυτής υπηρετούν προσωπικό ειδικής μονιμότητας κλπ.

να ενταχθεί, με αίτηση του, στο προσωπικό του "Κλάδου Μισθολογικής Διαβαθμίσεως", ειδικά δε για τους εκ του προσωπικού ειδικής μονιμότητας προσληφθέντες, μεταξύ άλλων, για το έργο του αναλυτή-προγραμματιστή προβλέφθηκε το δικαίωμα είτε να ενταχθούν στο προσωπικό του Κλάδου Μισθολογικής Διαβάθμισης είτε να προσληφθούν στο Διοικητικό ή Εκμεταλλεύσεως ή Οικονομικό ή Τεχνικό προσωπικό (υπό τις εκεί περαιτέρω προϋποθέσεις), ενώ τέλος ορίσθηκε ότι οι εκ του προσωπικού ειδικής μονιμότητας μη επιθυμούντες την ένταξη ή πρόσληψή τους (κατά τα ως άνω οριζόμενα) εξακολουθούν να διέπονται, μέχρι την καθοιονδήποτε τρόπο έξοδό τους από την υπηρεσία, από τις κατά την δημοσίευση της παραγράφου αυτής ισχύουσες διατάξεις του Κανονισμού και τους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας, επομένως και από τις διατάξεις του άρθ.24 "Νέον" και δη ως προς τον καθορισμό των αποδοχών τους.

Ειδικότερα, κατά το ως άνω άρθ.24 "Νέον" "1. Η πρόσληψις προσωπικού ειδικής μονιμότητος αποφασίζεται εν όψει των υπηρεσιακών αναγκών υπό του Διοικητικού Συμβουλίου τη εισηγήσει της Διευθύνσεως Οργανώσεως και Εκπαιδεύσεως....2. Τα λοιπά γενικά προσόντα ως και τα ελάχιστα ειδικά προσόντα προσλήψεως του προσωπικού τούτου, ως και το ύψος των αποδοχών του καθορίζονται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου...4.

Εις το προσωπικον ειδικής μονιμότητος δύναται να προσληφθούν : α....β...γ.Αναλυταί και προγραμματισταί ηλεκτρονικών διερευνητών, πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών κεκτημένοι εμπειρίαν τουλάχιστον ενός έτους επί θεμάτων της ειδικότητος των, ως και προσωπικον υψηλής καταρτίσεως και πείρας επί θεμάτων ηλεκτρονικών διερευνητών...

δ... 5. Προσωπικον ειδικής μονιμότητος των υπό στοιχ. γ' και δ' περιπτώσεων της προηγουμένης παραγράφου δύναται να ασκεί καθήκοντα Διευθυντού ή Υποδιευθυντού, μη καταλαμβάνον αντίστοιχον οργανικήν θέσιν. Το ύψος των αποδοχών του εν λόγω προσωπικού καθορίζεται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, μη δυνάμενον εν πάση περιπτώσει να είναι κατώτερον των αποδοχών του αντιστοίχου βαθμού του Διοικητικού-Εκμεταλλεύσεως Κλάδου..".

Από τις διατάξεις αυτές και δη της παρ. 5 προκύπτει ότι : (α) Οι ανήκοντες στην κατηγορία προσωπικού "ειδικής μονιμότητας" ειδικότητας προγραμματιστών-αναλυτών ηλεκτρονικών διερευνητών υπάλληλοι της αναιρεσείουσας ΟΤΕ ΑΕ μπορούσαν ν' ασκούν καθήκοντα Διευθυντή (ή Υποδιευθυντή, μη καταλαμβάνοντας αντίστοιχη οργανική θέση) ευθύς από την ένταξή τους στην κατηγορία αυτήν, χωρίς περιορισμούς και προϋποθέσεις ετών προϋπηρεσίας και τίτλων σπουδών και χωρίς, κατά συνέπεια, να φέρουν αναγκαίως και τον αντίστοιχο βαθμό (β) Το ύψος των αποδοχών των υπαλλήλων αυτών (δηλ.

της κατηγορίας ειδικής μονιμότητας που άσκησαν διευθυντικά καθήκοντα) καθοριζόταν (κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος των διατάξεων αυτών) με απόφαση του ΔΣ της ΟΤΕ ΑΕ (μη προκύπτουσας διαφορετικής ρύθμισης από τις διατάξεις, ιδιαίτερα, των άρθ.8, 10, 19 και 20 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.2167/1993 καταστατικού της ΟΤΕ ΑΕ, όπως αυτό αναμορφώθηκε, των άρθ.8, 9 και 14 του εγκριθέντος στην συνέχεια με άρθρο πρώτο του ν.2257/1994 και εφεξής ισχύοντος καταστατικού της και των άρθ. 18 και 22 ν. 2190/1920 που εφαρμόζονται κατά ρητή πρόβλεψη των ως άνω νόμων), μη δυνάμενο σε κάθε περίπτωση να είναι κατώτερο των αποδοχών των αντιστοίχων βαθμών, μπορούσε, όμως, κατ' αντιδιαστολή, να ορισθεί με την οικεία απόφαση ανώτερο των αποδοχών αυτών.

Σημειώνεται, ότι η ως άνω διάταξη (της §5) περιέχει γενική και αφηρημένη ρύθμιση για την προστασία του συμφέροντος των υπαλλήλων "ειδικής μονιμότητας" της ΟΤΕ ΑΕ και καθιερώνει υποχρέωση αυτής, σε περίπτωση που αναθέτει σε υπάλληλο της ως άνω κατηγορίας καθήκοντα Διευθυντή ή Υποδιευθυντή, να προβαίνει παράλληλα με απόφαση του ΔΣ της και σε αναπροσαρμογή του μισθού του υπαλλήλου αυτού, από τον χρόνο άσκησης των εν λόγω καθηκόντων του, ώστε το ύψος των αποδοχών του να είναι τουλάχιστον ίσο προς τις αποδοχές των Διευθυντών ή Υποδιευθυντών του διοικητικού-οικονομικού κλάδου (ΑΠ 492/2006) (γ) Σε περίπτωση παράλειψης του ΔΣ της ΟΤΕ ΑΕ να καθορίσει τις αποδοχές των υπαλλήλων αυτών (ειδικής μονιμότητας ασκούντων καθήκοντα Διευθυντή ή Υποδιευθυντή), οι οφειλόμενες σ' αυτούς αποδοχές δεν μπορούν σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την άνω ρύθμιση, να είναι κατώτερες των αποδοχών των αντίστοιχων βαθμών του Κλάδου Διοικητικού-Εκμετάλλευσης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδοχές των αντιστοίχων βαθμών του Κλάδου Διοικητικού-Εκμετάλλευσης, στο ύψος των οποίων έπρεπε να καθορισθούν οι αποδοχές των ασκούντων καθήκοντα Διευθυντή (ή Υποδιευθυντή) και οι οποίες οφείλονται σε περίπτωση μη καθορισμού τους με τον προαναφερόμενο τρόπο, νοούνται οι πραγματικά καταβαλλόμενες, κατά τον αντίστοιχο κρίσιμο χρόνο, στους Διευθυντές (ή Υποδιευθυντές) του ως άνω Κλάδου, ανεξάρτητα από τα έτη υπηρεσίας και τους τίτλους σπουδών των υπαλλήλων ειδικής μονιμότητας που άσκησαν τέτοια καθήκοντα, ανεξάρτητα δηλ.

από τα οριζόμενα στις οικείες ΕΣΣΕ, αφού οι παραπάνω διατάξεις καθιερώνουν αντιστοιχία αποδοχών-βαθμού Διευθυντή (ή Υποδιευθυντή) και όχι αποδοχών-ετών υπηρεσίας ή/και τίτλων σπουδών, προϋποθέσεις και κριτήρια που δεν προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις και δη της παρ.5 του άρθ.24 "Νέον" του ΓΚΠ/ΟΤΕ, που παραπέμπει στις αποδοχές του αντιστοίχου βαθμού του Κλάδου Διοικητικού-Εκμετάλλευσης και όχι στις αποδοχές μονίμου υπαλλήλου με αντίστοιχα έτη υπηρεσίας και τίτλους σπουδών και χωρίς αναφορά στις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ.

Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει και από την διάταξη της §9 του ως άνω άρθ.24 "Νέον" του ΓΚΠ/ΟΤΕ, σύμφωνα με την οποία στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας εφαρμόζονται από τον Κανονισμό αυτόν οι διατάξεις των άρθ.11§§5-10, 13§§1,5,6,12-14,16 και 18, 14§§ 1-20 και 22-26, 15, 17, 19§§2-5, 20, 21§§1 και 2, 25-30 και 35-54, που πέραν των άλλων, ασχέτων με το κρίσιμο ζήτημα, θεμάτων (μεταθέσεις-αποσπάσεις-μετακινήσεις, τρόπος καταβολής των μηνιαίων αποδοχών, είδη αδειών και προϋποθέσεις χορήγησης τους, πειθαρχικά παραπτώματα και πειθαρχική διαδικασία κλπ.) αναφέρονται μεν σε διάφορες παροχές που προβλέπονται για το λοιπό προσωπικό (χρονοεπίδομα, οικογενειακό επίδομα, επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας, αποζημίωση για εργασία κατά τις Κυριακές κλπ., που επεκτείνονται, έτσι, και στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας), δεν αφορούν, όμως, την βάση και τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών των υπαλλήλων αυτών (αφού αυτές καθορίζονται, καταρχήν, με απόφαση του ΔΣ), ενισχύεται δε και από (α) το γεγονός ότι με τις ΕΣΣΕ από 10-5-1996 και 25-5-1997 μεταξύ της ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ/ΟΤΕ (αλλά και τις προηγούμενες από 25-5-1994 και 16-5-1995) ορίζεται ότι σ' αυτές υπάγεται το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό του ΟΤΕ, ενώ το (έκτακτο και) ειδικής μονιμότητας προσωπικό μόνο σε όσες ρυθμίσεις των ΕΣΣΕ αναφέρεται τούτο ρητά (που πάντως δεν αφορούν τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών των υπαλλήλων ειδικής μονιμότητας) ή ορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας του, από διάταξη του ΓΚΠ/ΟΤΕ από απόφαση του ΔΣ του ΟΤΕ ή από τυχόν εγκύκλιες υπηρεσιακές διαταγές και (β) τις σύμφωνα με το άρθ.7 του Κανονισμού αυτού προϋποθέσεις, από την άποψη των απαιτουμένων ετών υπηρεσίας και τίτλων σπουδών, για την προαγωγή στον βαθμό του Διευθυντή.

Εξάλλου, εάν το ΔΣ του ΟΤΕ παραλείψει να προβεί στην προαναφερομένη αναπροσαρμογή των αποδοχών του υπαλλήλου, στον οποίο ανέθεσε καθήκοντα Διευθυντή (ή Υποδιευθυντή), η σχετική παράλειψη συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθ.914 ΑΚ, και θεμελιώνει υπέρ του βλαπτομένου υπαλλήλου, με την συνδρομή και του στοιχείου της υπαιτιότητας, αξίωση αποζημίωσης ισόποσης με την διαφορά μεταξύ των αποδοχών που θα ελάμβανε, εάν το ΔΣ του ΟΤΕ δεν παρέλειπε την επιτασσομένη αύξηση, και των κατωτέρων που έλαβε, η αξίωση δε αυτή ως αδικοπρακτική υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθ.937 ΑΚ (ΑΠ 492/2006).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.904§1 εδ. α' και 938 ΑΚ προκύπτει, ότι, αν από την τέλεση της αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στην ρύθμιση των άρθ.904 επ.

ΑΚ., τέτοια δε ωφέλεια υπάρχει και όταν ο αδικήσας εξοικονόμησε από την αδικοπραξία δαπάνη, στην οποία θα προέβαινε, εάν δεν τελούσε την αδικοπραξία (καθόσον σκοπός της διάταξης ειδικότερα του άρθ.938 ΑΚ είναι να αποδώσει ο αδικήσας στον αδικηθέντα, μέχρι του ποσού της ζημίας που υπέστη από την αδικοπραξία, την αντίστοιχη ωφέλεια που απέκτησε απ' αυτήν, ώστε να μην παραμείνει σ' αυτόν ωφέλεια με ζημία του αδικηθέντος).

Έτσι, όταν τα αρμόδια όργανα νομικού προσώπου παρά το νόμο και τον διέποντα το νομικό πρόσωπο Κανονισμό, δεν εκδίδουν την προβλεπομένη και αναγκαία απόφαση, για να λάβει ο υπάλληλος τις βαθμολογικές προαγωγές και προσαυξήσεις που δικαιούται (όπως στην περίπτωση υπαλλήλου της ΟΤΕ ΑΕ κατηγορίας ειδικής μονιμότητας, ο οποίος άσκησε διευθυντικά καθήκοντα και για τον οποίο δεν εκδόθηκε η απαιτουμένη απόφαση του ΔΣ περί καθορισμού των αποδοχών του) και η αξίωση που απορρέει από την αδικοπραξία αυτή έχει παραγραφεί, τότε το νομικό πρόσωπο υποχρεούται από την διάταξη του άρθ.938 ΑΚ να αποδώσει στον υπάλληλο την ωφέλεια, την οποία απέκτησε από την παράνομη αυτήν πράξη των οργάνων του.

Ωφέλεια που πρέπει να αποδοθεί αποτελεί, στην περίπτωση αυτήν, το ποσό που θα κατέβαλε για μισθολογικές διαφορές στον υπάλληλο, αν δεν πραγματωνόταν η αδικοπραξία, τις οποίες και εξοικονόμησε με αντίστοιχη ζημία του υπαλλήλου. Από τα παραπάνω παρέπεται, ότι για να εφαρμοσθούν οι ως άνω διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (άρθ.937 ΑΚ) και να συντρέχουν και οι ως άνω προϋποθέσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η δε περί τούτου αξίωση είναι επικουρική, με την έννοια ότι προϋποθέτει αδικοπραξία και ανακύπτει αυτόματα και μπορεί να ασκηθεί, εφόσον και μόλις συμπληρωθεί η προβλεπομένη από το άρθ.937 ΑΚ πενταετία και παραγραφεί η απαίτηση από την αδικοπραξία (βλ.

σε συνδ. ΑΠ 1508/2008, 1071/2008, 574/2007 και 1439/2014). Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω στην περίπτωση υπαλλήλου της ΟΤΕ ΑΕ ανήκοντος στο προσωπικό "ειδικής μονιμότητας", ο οποίος άσκησε διευθυντικά καθήκοντα, η αποδοτέα σ' αυτόν ωφέλεια (με την προεκτεθείσα έννοια και με την συνδρομή των λοιπών ως άνω όρων) υπολογίζεται και εξευρίσκεται με τον προαναφερθέντα τρόπο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων (και προσθέτων λόγων από την αναιρεσείουσα), επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της τώρα αναιρεσείουσας ΟΤΕ ΑΕ με αντικείμενο οφειλόμενες διαφορές αποδοχών, με την προσβαλλομένη 7071/2014 απόφαση του και όπως προκύπτει απ' αυτήν δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη αναιρεσείουσα ΟΤΕ ΑΕ την 22-1-1970 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως προγραμματιστής Η/Υ και από 29-12-1972 εντάχθηκε στο "προσωπικό ειδικής μονιμότητας" στην ειδικότητα Αναλυτών-Προγραμματιστών, σύμφωνα με το άρθ.2§3 του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από 11-3-1972, όταν προστέθηκε στον ΓΚΠ/ΟΤΕ και το άρθ.24 "Νέον", που διέπει το προσωπικό ειδικής μονιμότητας, ότι την 17-2-1978 καταργήθηκε η διάταξη του άρθ.2§3 του ΓΚΠ/ΟΤΕ και το άρθ.24 "Νέον" αντικαταστάθηκε από το άρθ.24, με το οποίο δημιουργήθηκε ο Κλάδος Προσωπικού Μισθολογικής Διαβάθμισης, οπότε δόθηκε η δυνατότητα στο "προσωπικό ειδικής μονιμότητας", στο οποίο υπαγόταν και ο ενάγων, να ενταχθεί είτε σε αυτόν τον Κλάδο είτε σε άλλον Κλάδο, ο ενάγων, όμως, δεν έκανε χρήση του δικαιώματος αυτού, αλλά επέλεξε να παραμείνει στο "προσωπικό ειδικής μονιμότητας", το οποίο συνέχισε να διέπεται από τις προηγούμενες διατάξεις του άρθ.24 "Νέον" του ΓΚΠ/ΟΤΕ και από τους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το άρθ.66 α' παρ.49 γ' του ΓΚΠ/ΠΤΕ, λόγω δε της παραμονής στο "προσωπικό ειδικής μονιμότητας" οι αποδοχές του εξακολούθησαν να ρυθμίζονται από το παραπάνω άρθ.24 "Νέον", ότι με την 414/Δ. 1354/1994 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της εναγομένης ανατέθηκε στον ενάγοντα η άσκηση καθηκόντων Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης, παράλληλα με τα καθήκοντά του ως Προϊσταμένου στο Γραφείο Συντονισμού και Υποστήριξης, ότι από 1-1-1995 ο ενάγων άσκησε και καθήκοντα Διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης, ενώ από 25-7-1997 έως 9-1-2000 άσκησε καθήκοντα Διευθυντή Προγράμματος Σχεδίου Οργανωτικού και Διοικητικού Εκσυγχρονισμού, ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, ως άμεσος προϊστάμενος του ενάγοντος, με τις από μηνός Σεπτεμβρίου 1995 και Αυγούστου 1996 εισηγήσεις του εισηγήθηκε προς το ΔΣ του Οργανισμού την αναδρομική αναπροσαρμογή του βασικού μισθού του ενάγοντος από την 1-8-1994 στο ποσό των 180.000 δρχ., ότι το ΔΣ της εναγομένης παρέλειψε να προβεί στην αύξηση των αποδοχών αυτού, ακολούθως δε την 10-6-1999 υπεγράφη η ΕΣΣΕ μεταξύ της εναγομένης και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, η οποία ίσχυε ως προς όλους τους εργαζομένους και πλέον ο ενάγων εντάχθηκε μισθολογικά και βαθμολογικά στον Κλάδο Διοικητικού-Εκμετάλλευσης με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου του ΟΤΕ, κατ' εφαρμογή των άρθ.41 και 43 του νέου ΓΚΠ/ΟΤΕ στην μισθολογική κατηγορία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθόσον διέθετε απολυτήριο Λυκείου και πτυχίο προγραμματιστή Η/Υ της Ιδιωτικής Σχολής Εφαρμογών "Bull General Electric", το οποίο δεν αποτελεί αναγνωρισμένο τίτλο σπουδών, ότι ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης την από 24-12-2001 και με αριθ.έκθ.κατ. 17269/4469/2001 αγωγή, με την οποία ζήτησε (α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αναπροσαρμόσει τον βασικό μισθό του από 1-8-1994 (άλλως από 1-1-1996) στο ύψος των 180.000 δρχ., ώστε με την προσθήκη και των λοιπών παροχών και επιδομάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το μηνιαίο επίδομα ανωτάτων στελεχών ποσού 75.000 δρχ., που χορηγήθηκε στους διοικητικούς/οικονομικούς διευθυντές και υποδιευθυντές από 1-8-1997, να εξισωθούν οι αποδοχές του κατά το επίδικο διάστημα (Αύγουστος 1994-Μάιος 1999) με τις αντίστοιχες αποδοχές αυτών (β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη ΟΤΕ ΑΕ οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 54.207.137 δρχ.

ως μισθολογικές διαφορές του επιδίκου αυτού διαστήματος και από το ποσό αυτό να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 28.000.000 δρχ. και (γ) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και από το ποσό αυτό να υποχρεωθεί να του καταβάλει 2.000.000 δρχ.

κλπ., ότι επί της αγωγής αυτής έχει κριθεί πλέον αμετάκλητα με την 492/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ότι "...Η παράλειψη του ΔΣ του ΟΤΕ να αναπροσαρμόσει με απόφαση του τις αποδοχές του ενάγοντος στο ύψος τουλάχιστον των αποδοχών του Υποδιευθυντή του Διοικητικού Κλάδου, από τον χρόνο που ο ενάγων άσκησε αντίστοιχα καθήκοντα, αποτελεί παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, και θεμελιώνει αδικοπρακτική αξίωση του βλαπτόμενου ενάγοντος κατά της εναγομένης...για αποζημίωση ισόποση με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αυτός έλαβε και εκείνων που θα λάμβανε, αν το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης δεν παρέλειπε, ως αντιπροσωπευτικό όργανο αυτής, την επιτασσόμενη αύξηση, για την οποία συντρέχει υπαιτιότητα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία υπέπεσαν στην ζημιογόνο παράλειψη, συνειδητά και με επίγνωση ότι όφειλαν να λάβουν απόφαση αναπροσαρμογής των αποδοχών του ενάγοντος, όπως επιτάσσει η παραπάνω διάταξη, από τον χρόνο ανάθεσης σε αυτόν καθηκόντων Διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης.

Η εν λόγω αξίωση αποζημίωσης, ως αδικοπρακτική, υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ....", ότι το ύψος των βασικών αποδοχών του ενάγοντος, που ασκούσε χρέη Διευθυντού από το 1994 και εφεξής, δεν θα μπορούσε να υπολείπεται των αποδοχών του αντιστοίχου βαθμού του Κλάδου Διοικητικού/Εκμεταλλεύσεως, αλλά οι αποδοχές του θα έπρεπε να αναπροσαρμοσθούν στο ύψος τουλάχιστον των βασικών αποδοχών που ελάμβαναν την περίοδο εκείνη οι Διευθυντές του Κλάδου Διοικητικού/Εκμετάλλευσης της εναγομένης ανεξάρτητα από τα έτη υπηρεσίας του ή τους τίτλους σπουδών του (δηλ.

υπήρχε απόλυτη αντιστοιχία βασικών αποδοχών-βαθμού διευθυντή Διοικητικού και όχι βασικών αποδοχών-ετών υπηρεσίας ή τίτλου σπουδών), ότι κατά συνέπεια από την ως άνω παράνομη και υπαίτια παράλειψη του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης και δη των μελών του ΔΣ της η εναγομένη απέκτησε ωφέλεια, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλλε για μισθολογικές διαφορές στον ενάγοντα, αν δεν ελάμβανε χώρα η σε βάρος του αδικοπραξία και την οποία (ωφέλεια) εξοικονόμησε με αντίστοιχη ζημία του, δεδομένου άλλωστε ότι δεν κατέβαλε τις ως άνω μισθολογικές διαφορές, τις οποίες στερήθηκε ο ενάγων, σε άλλον υπάλληλο της, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω, και παρά την παραγραφή της εκ της αδικοπραξίας, λόγω της προεκτεθείσας παράνομης και υπαίτιας παράλειψης του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης, επίδικης αξίωσης η εναγομένη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, με ζημία του ενάγοντος και με ωφέλεια της ίδιας, από την αποφυγή ελάττωσης της περιουσίας της που προέκυψε από την μη καταβολή των μισθολογικών διαφορών και επομένως οφείλει στον ενάγοντα, κατά τις διατάξεις των άρθ.938 και 904 ΑΚ, την απόδοση της ωφέλειας αυτής, που ανέρχεται, κατά τα αναλυτικά εκεί εκτιθέμενα, για το επίδικο χρονικό διάστημα (1-8-1994 έως και Μάιος 1999), λαμβάνοντας ως βάση υπολογισμού το ως άνω ποσό των 180.000 δρχ.

ως βασικό μισθό (προστιθεμένων και των διαφόρων επιδομάτων και προσθέτων παροχών), στο συνολικό ποσό των 154.679,766, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεση του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου [με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι η ωφέλεια που περιήλθε στην εναγομένη συνίσταται στην διαφορά μεταξύ (α) των αποδοχών του Διευθυντή του Διοικητικού Κλάδου, με βάση τις από 10-5-1996 και 25-5-1997 ΕΣΣΕ μεταξύ της ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ/ΟΤΕ, που θα είχε τα ίδια με τον ενάγοντα έτη υπηρεσίας και θα προσέφερε την ίδια με αυτόν εργασία και τις οποίες με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε, εάν το ΔΣ αυτής δεν παρέλειπε την επιβαλλομένη αύξηση και (β) και των αποδοχών που έλαβε ο ενάγων κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, και επιδικάσθηκε το εκεί ποσό, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής], δίκασε την ένδικη αγωγή, δέχθηκε αυτήν και (α) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 12.0006 και (β) αναγνώρισε ότι αυτή είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το ποσό των 142.679,766.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθ.24§§2 εδ.γ και 5 "Νέον" ΓΚΠ/ΟΤΕ, 938, 904 ΑΚ), διέλαβε δε συναφώς στην προσβαλλομένη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός περί του εναντίου λόγος αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ και η κρινόμενη αίτηση (παραδεκτά διορθωθείσα με τις επ' αυτής προτάσεις της αναιρεσείουσας ως προς τυπικές παραδρομές) στο σύνολό της, μη επιδικασθούν, όμως, δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού, ως εκ της ερημοδικίας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2015 και με αριθ.611/2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΤΕ) ΑΕ" για αναίρεση της 7071/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ