Legislator Case Law & Legislation
766/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider technical report, ruling it inadmissible as evidence.

Case Number 766/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a technical report submitted in 2014. The appellant argued the lower court failed to consider this report, but the court found the report was merely evidence rather than a 'fact' requiring direct examination. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the third-party insurance fund.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(11γ) of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence submitted, but an appeal based on failure to consider a document classified as evidence rather than a fact is inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure technical report admissibility failure to consider evidence appeal dismissal third party costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 766 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 766/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Φράγκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-12-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περίανδρο Τσίτσικα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Σ., 2) Γ. Ν. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1958/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2205/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς ...19-2-2019 και ...19-2-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στα Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Λ. προκύπτει ότι μετά από γραπτή παραγγελία του Περίανδρου Τσίτσικα, Δικηγόρου Αθηνών, ως δικαστικού πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, αντίγραφο της από 20.7.2018 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2205/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή, από 23-11-2018 πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-12-2019) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους σαν να ήταν και αυτοί παρόντες άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).

Η κρινόμενη από 20.7.2018 (αρ. κατ. 7417/631/8.8.2018) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμ. 2205/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές τo πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμό 2205/2016 προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, Β. Σ. και Α. Μ., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, που εκτιμώνται καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τις λοιπές αποδείξεις, ανάλογα με το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, τις υπ' αριθμ. ...-3-2013 και .../5-3-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των Ειρηνοδικών Λευκάδος και Αθηνών, αντίστοιχα, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, ύστερα από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων, στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τον ενάγοντα μετά τον τραυματισμό του και τον ακρωτηριασμό του αριστερού κάτω άκρου του στο ύψος του κάτω τεταρτημορίου κνήμης-περόνης, των οποίων (φωτογραφιών) δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, που οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και εκείνα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρα 336 παρ. 4, 591 παρ. 1 και 681Α ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 16-8-2008 και περί ώρα 00.10' περίπου ο πρώτος εναγόμενος, Π. Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας CITROEN, τύπου ΧΑΝΤΙΑ, 1580 cc, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, Γ. Ν., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... Εταιρία Ασφαλίσεων Ζημιών ΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά για παράβαση του νόμου και ως εκ τούτου υπεισήλθε αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεΏν της το τρίτο εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", ως ειδικός διάδοχος αυτής, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση από Καρυά προς Λευκάδα, καταλαμβάνοντας το μέσον περίπου του ρεύματος πορείας του.

Στο εν λόγω αυτοκίνητο επέβαινε και η σύζυγος του πρώτου εναγομένου Α. Μ., καθήμενη στη θέση του συνοδηγού. Την ίδια ημερομηνία και ώρα ο ενάγων, Ε. Λ., οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, μάρκας SUZUKI, XF 650, 644 cc, χωρίς να κατέχει τη απαιτούμενη από το νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης της συγκεκριμένης μοτ/τας (κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης δικ.

μοτ/τας μέχρι 125 cc), εκινείτο επί της αυτής, ως άνω, επαρχιακής οδού, με αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του προαναφερόμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου, ήτοι από Λευκάδα προς Καρυά, ακολουθώντας το άκρο αριστερό του ρεύματος πορείας του, λόγω κατολισθήσεως λίθων στο δεξιό μέρος αυτού. Η επαρχιακή αυτή οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στο ύψος του 12ου χιλιομέτρου, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 5 μ., ήτοι 2,50 μ.

για κάθε ρεύμα κυκλοφορίας με έρεισμα πλάτους 0,50 μ. εκατέρωθεν και διαχωρίζεται κατά μήκος με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Στο σημείο αυτό η οδός παρουσιάζει οριζόντια ομαλή δεξιά στροφή στην πορεία των οχημάτων προς Καρυά και αριστερή στροφή στην πορεία των κινουμένων οχημάτων προς Λευκάδα, η ορατότητα δεν περιορίζεται και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 90 χιλ/ώρα.

Κατά τον ως άνω χρόνο επικρατούσαν συνθήκες καλοκαιρίας, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά. ήταν νύκτα με ανύπαρκτο φωτισμό στο συγκεκριμένο σημείο και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών ανύπαρκτη. Όταν τα δύο ως άνω οχήματα πλησίασαν στο 12° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού, ο ενάγων, οδηγός της ...

δίκυκλης μοτ/τας, ο οποίος δεν είχε την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης του συγκεκριμένου τύπου μοτ/τας και βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθόσον ανιχνεύτηκε στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,38 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-8-2008 έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων), εκινείτο δε με αυξημένη ταχύτητα, το ακριβές ύψος της οποίας δεν εξακριβώθηκε, ανερχόταν όμως στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλ/ώρα, δεν μείωσε αυτή στο μέτρο εκείνο που θα του εξασφάλιζε την ακίνδυνη συνέχιση της πορείας του, όπως ήταν υποχρεωμένος λόγω της δεξιάς στροφής που είχε έμπροσθέν του και της νυκτερινής ώρας με ανύπαρκτο φωτισμό στο συγκεκριμένο σημείο.

Αντίθετα συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στην έμπροσθέν του δεξιά στροφή με την ίδια αυξημένη ταχύτητα, που εκινείτο, με αποτέλεσμα κατά την έξοδό του από την εν λόγω στροφή να απωλέσει παντελώς τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, η οποία εξετράπη της πορείας της προς τα αριστερά, διήλθε από τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, εισήλθε στο οδόστρωμα το προοριζόμενο για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του πορεία, όπου κατ' εκείνη τη στιγμή εκινείτο το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε τα 60 χιλ/ώρα και βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση και επέπεσε με σφοδρότητα με την αριστερή πλευρά της στο εμπρόσθιο τμήμα της αριστερής πλευράς του ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου (στο ύψος του εμπρόσθιου αριστερού τροχού, εμπρόσθιου αριστερού φτερού, εμπρόσθιου αριστερού καθρέπτη και εμπρόσθιας αριστερής πόρτας), αποκλείοντας έτσι από τον οδηγό του τελευταίου οχήματος τη δυνατότητα να προβεί σε οποιαδήποτε αποφευκτική της σύγκρουσης ενέργεια.

Αμέσως μετά τη σύγκρουση, η οποία έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας της οδού προς Λευκάδα και σε απόσταση 1 μ. από τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, το μεν ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε εντός του ρεύματος πορείας του. με διαγώνια κλίση, προς τα δεξιά, η δε δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο ενάγων, εκτράπηκε της πορείας της προς τα δεξιά, ανατράπηκε και σύρθηκε με τη δεξιά πλευρά της επί του οδοστρώματος, σε απόσταση 25 μ., αφήνοντας επ' αυτού εμφανείς χαραγές ιδίου μήκους και κατέληξε στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας της οδού προς Καρυές, όπου ακινητοποιήθηκε, ενώ κηλίδα αίματος βρέθηκε δίπλα ακριβώς από το σημείο ακινητοποίησής της, προερχόμενη από τον οδηγό της.

Συνεπεία της ένδικης αυτής σύγκρουσης τραυματίστηκε σοβαρά ο ενάγων, υποστάς μη βιώσιμο ακρωτηριασμό στο ύψος της αριστερής ποδοκνημικής, για το οποίο έγινε ακρωτηριασμός - διαμόρφωση κολοβώματος (κάτω τεταρτημόριο κνήμης-περόνης), βαθύ θλαστικό τραύμα αριστερής παλάμης, χωρίς συμμετοχή τενόντων, αρτηριών ή νεύρων, όπου έγινε συρραφή και πρόσθιο εξάρθρημα ώμου, το οποίο ανατάχθηκε, ενώ υπέστησαν υλικές ζημίες και τα δύο εμπλακέντα στη σύγκρουση οχήματα.

Οι παραπάνω συνθήκες της σύγκρουσης και κυρίως η αιφνίδια και με αυξημένη ταχύτητα είσοδος της ... δίκυκλης μοτ/τας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκύπτει με σαφήνεια από την από 16-8-2008 προανακριτική κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος, Α. Μ., η οποία κατέθεσε ότι "...είδα μια μοτοσυκλέτα, η οποία κινούνταν αντίθετα προς εμάς με πολύ μεγάλη ταχύτητα, να έχει βγει από το δικό της ρεύμα κυκλοφορίας και να έχει μπει στο δικό μας ρεύμα, σε δευτερόλεπτα συγκρουσθήκαμε με ην αριστερή πλευρά του δικού μας αυτοκινήτου, η μοτ/τα σύρθηκε στο έδαφος και σταμάτησε λίγο πιο κάτω", καθώς και από την ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ένορκης κατάθεσής της.

Οι καταθέσεις της αυτές επιβεβαιώνονται α) από την 11-10-2008 προανακριτική κατάθεση του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος κατέθεσε "...μεταξύ των χωριών ..., πάνω στον επαρχιακό δρόμο βγαίνοντας από δεξιά στροφή και έχοντας τη μηχανή μου πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, είδα να έρχεται από Καρυά, αντίθετα κινούμενο από εμένα ένα Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο. Μείωσα ταχύτητα και το μόνο που θυμάμαι είναι η επαφή του ποδιού μου με το αυτοκίνητο. Στη συνέχεια ανετράπη η μοτοσυκλέτα μου και σύρθηκε στο οδόστρωμα. Συνέπεια αυτού ήταν να τραυματισθώ εγώ σοβαρά στο αριστερό μου πόδι, το οποίο ακρωτηρίασαν στο ύψος του αστραγάλου. Για τον τραυματισμό μου δεν ευθύνεται άλλο άτομο και δεν επιθυμώ την ποινική δίωξη κανενός...", β) από την από 13-10-2008 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Ε.

Γ., ο οποίος ως επιβάτης στη δίκυκλη μοτ/τα, όπως ο ίδιος δήλωσε, κατέθεσε ότι "λίγο μετά το χωριό ... βγαίνοντας από μία ομαλή δεξιά στροφή του επαρχιακού δρόμου κινούμενοι πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, είδα ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα ερχόμενο από Καρυά. Χωρίς να καταλάβω το πώς η μηχανή στην οποία επέβαινα συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο και ανατράπηκε και σύρθηκα για λίγα μέτρα στο οδόστρωμα...".

Χωρίς και οι δύο να κάνουν λόγο για μεγάλη ταχύτητα του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και είσοδό του στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας και γ) από τα αντικειμενικά ευρήματα του ατυχήματος, όπως αυτά αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας και απεικονίζονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Α.Τ.

Καρυάς, τα οποία επελήφθησαν του ατυχήματος 0.5' μετά την επέλευση αυτού, όπου το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων τοποθετείται εξ ολοκλήρου εντός του ρεύματος πορείας του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και σε απόσταση ενός (1) μέτρου από τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, ως επίσης απεικονίζονται, μετά τη σύγκρουση, η ακινητοποίηση του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου εντός του ρεύματος πορείας του και η ανεξέλεγκτη εκτροπή και σύρση της δίκυκλης μοτ/τας προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της μέχρι του σημείου της ακινητοποίησής της στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος της αρχικής πορείας της προς Καρυά. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα και εισερχόμενος στην αριστερή σε σχέση με την πορεία του στροφή υπερέβη τη διπλή διαχωριστική γραμμή και εισήλθε κατά το ήμισυ του αυτοκινήτου του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι προς Καρυά, όπου εκινείτο αυτός, αναγκάζοντάς τον να τροχοπεδήσει και ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφύγει μετωπική σύγκρουση, την οποία και απέφυγε, πλην όμως το αυτοκίνητο με την αριστερή άκρη του εμπρόσθιου προφυλακτήρα κτύπησε τον αριστερό μαρσπιέ της δίκυκλης μοτ/τας του, με συνέπεια να τον τραυματίσει σοβαρά στο αριστερό πόδι του, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, εκτός του ότι αναιρείται από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν ενισχύεται με πειστικότητα από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις.

Και ναι μεν τον ισχυρισμό αυτό βεβαιώνουν ο μάρτυρας απόδειξης Β. Σ., στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ο μάρτυρας Ε. Γ. στην ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λευκάδας, πλην όμως οι καταθέσεις αυτές, δεδομένου ότι ο πρώτος μάρτυρας δεν ήταν παρών στο ατύχημα, και ο δεύτερος τα περιστατικά που κατέθεσε δεν τα ανέφερε στην προαναφερόμενη προανακριτική του κατάθεση, δεν κρίνονται περισσότερο αξιόπιστες από την αντίθετη κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος.

Επίσης, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση για τις συνθήκες του ατυχήματος η από 11-8-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου Β. Κ., που προσκομίζει με επίκληση ο εκκαλών - ενάγων. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του είναι ο ενάγων, οδηγός της προαναφερόμενης ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει, καταβάλλοντας την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού κάτω από ανάλογες περιστάσεις, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας που εκινείτο, όπως όφειλε και μπορούσε, παρά την πιθανή πτώση λίθων, αλλά στο αριστερό μέρος του οδοστρώματος, πλησίον της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής και ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη για τη συγκεκριμένη μοτ/τα άδεια οδήγησης αυτής, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία της δίκυκλης μοτ/τας του, ώστε να είναι σε θέση να εκτελέσει ανά πάσα στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε είχε μειώσει την αυξημένη ταχύτητα αυτής ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν στην οδό (δεξιά στροφή και νυκτερινή ώρα με ανύπαρκτο φωτισμό), με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της δίκυκλης μοτ/τας του, η οποία παρεξέκλινε της πορείας της προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και έτσι έγινε πρόξενος της ως άνω σύγκρουσης της μοτ/τας του με το ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε ο τραυματισμός του, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 στοιχ. α' και 12 παρ. 1, 12 παρ. 2 σε συνδ. με 94, 16 παρ. 1 και 4, 19 παρ. 1, 3, 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, παραβάσεις οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα. Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, Π.

Μ., οδηγού του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός εκινείτο με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, στο μέσον περίπου του ρεύματος πορείας του, η αιφνίδια δε είσοδος της προαναφερόμενης δίκυκλης μοτ/τας στο ρεύμα πορείας του, κατά τη στιγμή που τον χώριζε ελάχιστη απόσταση απ' αυτή, του στέρησε τη δυνατότητα έγκαιρης και αποτελεσματικής αντίδρασης προς αποφυγή της σύγκρουσης, μη αποδειχθέντος όπως προαναφέρθηκε, του ισχυρισμού του ενάγοντος ότι ο εν λόγω οδηγός έβαινε με υπερβολική ταχύτητα και ότι αυτός εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο η δίκυκλη μοτ/τα του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του ενάγοντα η ένδικη από 25-10-2011 αγωγή του τελευταίου ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών τον ενάγοντα Ε.

Λ. και απέρριψε την ως άνω αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, με τις ίδιες ή άλλες αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα - εκκαλούντα με τους σχετικούς και αλληλοσυμπληρούμενους λόγους έφεσης του, που αφορούν το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, ελέγχονται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο το οποίο, κρίνοντας ομοίως, απέρριψε την ένδικη με αριθμό κατάθεσης 209708/7909/2011 αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κατά των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων ως εναγομένων αλλά και της τρίτης αρχικά εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...

εταιρία ζημιών Α.Ε", στη δικονομική θέση της οποίας είχε ήδη υπεισέλθει λόγω ανακλήσεως της αδείας της το τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ Επικουρικό Κεφάλαιο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., αλλά ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1,16 παρ. 1 και 4, 19 παρ. 1 και 3, 42 παρ. 1 και 94 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα η προσβαλλομένη διέλαβε πλήρη αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του ήδη αναιρεσείοντος οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην ως άνω τρίτη, αρχική εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Συγκεκριμένα διευκρινίζεται ότι ο αναιρεσείων - παθών δεν επέδειξε, κατ' αντικειμενική κρίση, τη σύνεση και προσοχή του μέσου επιμελούς οδηγού (άρθρ. 12 παρ. 1 ΚΟΚ), αλλά, οδηγούσε α) ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε τριπλάσια σχεδόν ποσότητα (1,38γραμ/ανά λίτρο αίματος), του επιτρεπόμενου ορίου (0,50γραμ/ανά λίτρο αίματος), η οποία επηρέασε την οδηγική του συμπεριφορά και, β) έχοντας επιτρεπτή μεν κατ' ανώτατο όριο στο σημείο εκείνο του δρόμου ταχύτητα των 90χλμ/την ώρα, η οποία ωστόσο, ενόψει των επικρατουσών στο σημείο εκείνο συνθηκών (ανεπαρκής φωτισμός λόγω σκότους, στενότητα οδού, κατολισθήσεις στο ρεύμα πορείας του), δεν του επέτρεπε να ελέγχει το όχημά του και να κινείται με ασφάλεια για τον ίδιο και τους λοιπούς οδηγούς στην διπλής κατεύθυνσης επαρχιακή οδό ..., στην οποία έβαινε χωρίς να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του, με αποτέλεσμα, όταν έφθασε σε δεξιά, ως προς την πορεία του, καμπή του δρόμου, να εκτραπεί από την πορεία της η μοτοσικλέτα που οδηγούσε, η οποία, υπερβαίνοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, όπου συγκρούστηκε με το, αντιθέτως εκείνη στιγμή κινούμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος.

Επιπροσθέτως αναφέρει, ότι η άδεια ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσικλέτας μικρού (μέχρι 125 cc) κυβισμού που ο αναιρεσείων κατείχε, ως εκ του συνδυασμού των ως άνω εκτεθέντων παραδοχών συνάγεται, δεν προσέδιδε σ' αυτόν τη γνώση και εμπειρία που απαιτείται για την οδήγηση της δίκυκλης, υψηλού κυβισμού 644 cc μοτοσικλέτας, την οποία οδηγούσε χωρίς να διαθέτει την εκ του νόμου προς τούτο κατάλληλη άδεια οδήγησης.

Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως διέλαβε επιπλέον, το μεν ότι το με αρ. κυκλ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο κινείτο στο μέσον του ρεύματος πορείας του με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα των 60 χλμ.

την ώρα, το δε ότι η αιφνίδια είσοδος της δίκυκλης μοτοσικλέτας στο ρεύμα πορείας του ΙΧΕ, κατά τη στιγμή που μεταξύ των δυο οχημάτων μεσολαβούσε ελάχιστη απόσταση, απέκλεισε κάθε περιθώριο έγκαιρης αλλά και αποτελεσματικής αντίδρασης στον οδηγό του τελευταίου για την αποφυγή της σύγκρουσης. Περαιτέρω, εις ενίσχυση της κρίσης του Εφετείου, ότι η σύγκρουση συνέβη στο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο εκινείτο το ΙΧΕ αυτοκίνητο, διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη ειδική μνεία της έκθεσης αυτοψίας και των σ' αυτή αναφερομένων, αντικειμενικών ευρημάτων του ατυχήματος, που απεικονίζονται στο συνημμένο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, η ακρίβεια της αποτύπωσης του οποίου ως προς το σημείο συγκρούσεως επιβεβαιώνεται, κατά τις παραδοχές της και από άλλα αποδεικτικά μέσα και δη από προανακριτικές καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων και του ίδιου του αναιρεσείοντα, σχετικές περικοπές των οποίων αναφέρονται στις αιτιολογίες της.

Οι προβληθείσες Α) με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης για την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στηρίχθηκε στην υπέρμετρα αξιολογηθείσα ως αξιόπιστη από το Εφετείο προανακριτική κατάθεση της συζύγου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, η οποία και μόνον ελήφθη υπόψη από την Τροχαία για τον προσδιορισμό του απεικονιζομένου στο οικείο σχεδιάγραμμα σημείου συγκρούσεως, χωρίς να αντικρούεται επαρκώς η εκδοχή του αναιρεσείοντος οδηγού για τις συνθήκες που συνέβη το ατύχημα, όπως και Β) οι αναφερόμενες στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν παραθέτει στοιχεία για τον υπολογισμό την ταχύτητας του ΙΧΕ αυτοκινήτου κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, αλλά και για την επίδραση που είχε στην οδηγική συμπεριφορά του τελευταίου η κατανάλωση αλκοόλ και η έλλειψη της απαιτούμενης από το νόμο κατηγορίας άδειας οδήγησης του δικύκλου, κυβισμού 644 cc, οχήματός του, δεν συνιστούν ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με τη στοιχειοθέτηση της αποκλειστικής υπαιτιότητάς του τελευταίου, αλλά αιτιάσεις οι οποίες, υπό το πρόσχημα της αποδιδόμενης στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Εξάλλου και η αιτίαση ότι, η κατά παραδοχή της προσβαλλομένης και του ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε μεταξύ άλλων και το ότι η μοτοσικλέτα εκινείτο κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 1 του ΚΟΚ στο άκρο αριστερό του ρεύματος πορείας της, έρχεται σε αντίφαση με την, σε άλλο σημείο, παραδοχή της, ότι οι κατολισθήσεις εμπόδιζαν αυτή να κινείται στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, δεν συνιστά ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα (ΑΠ 356/2017), εφόσον και υπό την εκδοχή αυτή ότι η, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής κίνηση του ως άνω δίκυκλου οχήματος ήταν ως εκ των επικρατουσών συνθηκών αναπόφευκτη, δεν οδηγεί σε διαφορετικό πόρισμα.

Επομένως, τόσο ο ως άνω τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όσο και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου του οποίου οι αιτιάσεις προσιδιάζουν ομοίως στην ίδια πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω επικαλουμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ και του ΚΟΚ είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας, δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και συγκρούσθηκε με το ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, χωρίς απόδειξη, στηριζόμενο μόνο στην ένορκη κατάθεση της συνεπιβαίνουσας σ' αυτό συζύγου του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τη συνεκτίμηση των ρητώς στην απόφαση αυτή αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1305/2013). Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο λόγο πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου και ειδικότερα των συνθηκών του ατυχήματος, ο οποίος είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1428/2000), δεδομένου μάλιστα ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι από τα αντικειμενικά ευρήματα του ατυχήματος, η σύγκρουση τοποθετείται εξ ολοκλήρου εντός του ρεύματος πορείας του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου και σε απόσταση ενός (1) μέτρου από τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Τέλος ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 71/2009, ΑΠ 2104/2007).

Με το πρώτο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 11.8.2014 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου Β. Κ. σχετικά με τη διερεύνηση του τροχαίου ατυχήματος, η οποία ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης και συγκεκριμένα για την υπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών, καθώς σύμφωνα με την ανάλυση των αναφερομένων στην αυτοψία και στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και γενικά των στοιχείων της προανάκρισης που τέθηκαν υπόψη του ως άνω συμβούλου και τις βάσει αυτών γενόμενες, με επιστημονικές μεθόδους μετρήσεις και διαπιστώσεις, συνάγεται ότι η σύγκρουση των οχημάτων συνέβη στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας και συνεπώς το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δήθεν η μοτοσικλέτα εισήλθε στο ρεύμα πορείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Από τις ως άνω όμως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως, κατ' ακριβή αντιγραφή εκτέθηκαν προηγουμένως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και την με επίκληση προσκομισθείσα από τον αναιρεσείοντα από 11.8.2014 τεχνική έκθεση του ως άνω διορισθέντος απ' αυτόν τεχνικού συμβούλου, της οποίας και γίνεται ρητή μνεία στην δεύτερη σελίδα του πέμπτου φύλλου αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης), με την επιπλέον επισήμανση, ότι, "όσα αναφέρονται σ' αυτήν δεν οδηγούν το δικαστήριο σε διαφορετική κρίση".

Επομένως, και ενόψει του ότι το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει στην, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αν παραλείψει να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που κατατείνουν σε άμεση, ή, αναλόγως και σε έμμεση απόδειξη, όχι όμως αν παραλείψει να συναγάγει από τα αποδεικτικά αυτά μέσα τα τεκμήρια που τυχόν μπορούν να συναχθούν (ΑΠ 765/2014), όπως ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το τμήμα του αυτό αναφορικά με την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, την οποία ο αναιρεσείων παραλλήλως αποδίδει στην προσβαλλομένη είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί καθώς η ως άνω από 11.8.2014 τεχνική έκθεση το περιεχόμενο της οποίας το Εφετείο, κατά τις ως άνω αιτιάσεις του, δεν έλαβε υπόψη, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αλλά έγγραφο, δηλαδή αποδεικτικό μέσο.

Μετά από αυτά και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ), ο δε αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου τρίτου αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και, συνεπώς, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 20.7.2018 και με αριθμό καταθ. 7417/631/8.8.2018 αίτηση για την αναίρεση της με αριθμ. 2205/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παριστάμενου τρίτου των αναιρεσιβλήτων ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ