Supreme Court dismisses appeal claiming administrative court exceeded jurisdiction in private property ownership case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Lamia Court of Appeal decision that recognized private property ownership. The State argued the lower court exceeded jurisdiction by reviewing administrative rulings on land classification, but the Court held the case was purely private. The Court ruled that incidental examination of administrative issues does not constitute a jurisdictional overstep in private law disputes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 3, 559(4) of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal did not exceed jurisdiction by examining administrative decisions incidentally in a private property ownership suit, as the core dispute fell within civil court competence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 764 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 764/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο Π. ..., οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κουτσουλέλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2015, 7/2018 μη οριστικές, 35/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-12-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση, διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ''... άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, την από 06/05/2008 αναγνωριστική της κυριότητας του με ΚΑΕΚ .../0/0 ακινήτου αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία της επίδικης εδαφικής εκτάσεως, 107 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ...
και να διορθωθεί η εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή, σύμφωνα με την οποία το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο φέρεται κύριο τούτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 108/2010 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας την από 21/09/2011 έφεση, εκδόθηκε δε επ'αυτής η 27/2015 μη οριστική απόφαση που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και η 7/2018 μη οριστική απόφαση που διέταξε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, μετά τη διενέργεια της οποίας εκδόθηκε η 35/2019 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή και διέταξε τη διόρθωση της εσφαλμένης αρχικής (πρώτης) κτηματολογικής εγγραφής.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο -εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ). Α1. Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες:
α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα και αφετέρου τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (ΑΠ769/2020, ΑΠ695/2018, ΑΠ1443/2015).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου (29-11-1836).
Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους, που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω η σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρέτηση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β. Δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδίων άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδίων", κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11.9.1915 (ΑΠ1816/2017, Α.Π.52/2014).
Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝ.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις των ν.8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν.6 πανδ., ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1), ν.7 παρ.3 πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΑΠ946/2017), ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ.
διατάξεις των ν. 18, 24 παρ.1 πανδ. (43.3), παρ.9 Εισ, (2. 9), ν.2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10) (ΑΠ279/2019, ΑΠ69/2018, ΑΠ1198/2014, ΑΠ1196/2012). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν.7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), Βασ. 9.
παρ.1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (Ολ.
ΑΠ. 75/1987, ΑΠ 78/2015), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ1443/2015, ΑΠ 1249/2013). Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π. 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 226/2015, ΑΠ 1249/2013), ούτε ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του" (ΑΠ 769/2020, ΑΠ 975/2008).
Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν καμμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εφόσον δε η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο (ΑΠ 1816/2017, ΑΠ 185/2017).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 974,976, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο (ΑΠ 304/2020, ΑΠ502/2013, ΑΠ475/2010). Παράλληλα, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976-979 του Α.Κ., συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια κυρίου, απαιτουμένης, έτσι, για τη θεμελίωση αυτής, της συνδρομής δύο στοιχείων, ήτοι της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου, το οποίο τελευταίο στοιχείο συντρέχει, όταν κάποιος κατέχει το πράγμα ως κύριος.
Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμα..., η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη και η επιμέλεια του καθαρισμού του. (ΑΠ 1443/2015 ,ΑΠ 1291/2011). 2.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 130/2016). 3
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 780/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ΑΕ, το σωρευόμενο αίτημα διόρθωσης εσφαλμένης αρχικής (πρώτης) κτηματολογικής εγγραφής και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 107 στρεμμάτων περίπου ή όσου και αν είναι, βρίσκεται στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας Δήμου ...
και όπως αποτυπώνεται στο από Ιούλιος 2007 διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Τ. με τα περιμετρικά στοιχεία ..., συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησία Π. Κ., δυτικά με αγροτικό δρόμο, νοτιοανατολικά και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία της ενάγουσας, ανατολικά με αγροτικό δρόμο που οδηγεί στο χωριό … και νότια με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησία της ενάγουσας.
Η περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στο πλαίσιο των εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2664/1998. Κατά την προηγούμενη δε διαδικασία κτηματογράφησης, το επίδικο ακίνητο εγγράφηκε ως ενιαίο (με ένα ΚΑΕΚ) στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης, και δη με ΚΑΕΚ .../0/0 έκτασης 100.418 τ.μ..
Ως δικαιούχος δε, κατά πλήρη κυριότητα, του άνω ακινήτου, καταχωρήθηκε, κατά τις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Ήδη η ενάγουσα εταιρία ισχυρίσθηκε ότι το άνω επίδικο ακίνητο, εσφαλμένα καταχωρήθηκε στην ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον η ίδια είναι αποκλειστικά κυρία αυτού, το οποίο έχει αγροτικό χαρακτήρα, δια παραγώγου τρόπου (αγορά), αλλά και δια της ασκήσεως πράξεων νομής με διάνοια κυρίας και καλή πίστη συνεχώς, προσμετρώντας και τη νομή των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της τουλάχιστον από το έτος 1870 και μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στην άνω περιοχή, όπου το επίδικο, από το έτος 1900, στην ειδικότερη θέση "...", είχαν βεβαιωθεί κοιτάσματα σιδήρου. Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων αυτών ανατέθηκε, όπως δεν αμφισβητείται, από το έτος 1905 στην ενάγουσα εταιρία. Το μεταλλείο αυτό καταλαμβάνει έκταση, σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση του έτους 1910 (όταν οριοθετήθηκε), 7.467 στρεμμάτων.
Το μετάλλευμα που εξορυσσόταν, μεταφέρονταν με εναέριο σιδηρόδρομο μεταφοράς μήκους 8,5 χιλιομέτρων περίπου, που στηριζόταν σε πέτρινες κολώνες, στην περιοχή του ... της τότε κοινότητας ... Ν. Φθιώτιδας στη θέση "...". Μόλις έφτανε στη θέση αυτή η μεταφερόμενη ποσότητα μεταλλεύματος απετίθετο στην εκεί υπάρχουσα πλατεία φορτώσεως, ενώ στη συνέχεια, αφού συγκεντρώνονταν ικανοποιητική ποσότητα μεταλλεύματος, φορτώνονταν σε πλοία με τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών εργατών, που εργαζόταν περιστασιακά στην ενάγουσα εταιρία.
Η φόρτωση γινόταν από την αποβάθρα φορτώσεως, που είχε κατασκευαστεί από την ενάγουσα εταιρία. Η επίδικη εδαφική έκταση δεν είναι ο χώρος του μεταλλείου, βάσει της παραπάνω οριοθέτησης', αλλά χώρος μεταλλευτικών εγκαταστάσεων, έκταση η οποία ήταν από την έναρξη λειτουργίας του μεταλλείου, αναγκαία για τη λειτουργία αυτού.
Οι μεταλλευτικές εγκαταστάσεις επί του επιδίκου είναι οι εξής: 1) χώρος εναπόθεσης - φόρτωσης υλικού, εμβαδού Ε=72,68 τ.μ., 2) κτίριο διοίκησης-λογιστήριο εμβαδού Ε=154,80 τ.μ., 3) κτίριο φυλάκων εμβαδού Ε=51,64 τ.μ., 4) κτίριο διαμονής μηχανικών εμβαδού Ε= 101,38 τ.μ., 5) κτίριο διαμονής μηχανικών εμβαδού Ε=22,958 τ.μ., 6) κτίριο τραπεζαρίας ανώτερων υπαλλήλων εμβαδού Ε=103,28τ.μ.,7) κτίριο μηχανουργείου-μηχανοστάσιο εμβαδού Ε=116,63 τ.μ., 8) κτίριο διαμονής εργατών εμβαδού Ε=153,02 τ.μ., 9) κτίριο διαμονής εργατών εμβαδού Ε=138,11 τ.μ.,10) κτίριο διαμονής εργατών εμβαδού Ε=117,60 τ.μ., 11) κτίριο διαμονής εργατών εμβαδού Ε=173,12 τ.μ., 12) κτίριο καντίνας εμβαδού 165,55 τ.μ., 13) κτίριο διαμονής εργατών εμβαδού Ε=88,06 τ.μ., 14) κτίριο διαμονής εργατών εμβαδού Ε=118,77 τ.μ., 15) κτίριο διαμονής εργατών εμβαδού Ε=222,00 τ.μ., 16) κτίριο εμβαδού Ε=294,05 τ.μ. (βλ.
την υπ' αριθ. 3/2019 έκθεση συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης). Το επίδικο ακίνητο, περιήλθε στην ενάγουσα: Α) κατ' έκταση δώδεκα (12) στρεμμάτων περίπου με το υπ' αριθ. .../1910 πωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Αταλάντης Γεωργίου Θεοφίλου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών (τ.15,αρ.166) του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης, όπως οριοθετείται στο άνω συμβόλαιο, με αγορά από τους Ι.
Μ., Ε. Ι. Μ. και Α. Ι. Μ., Β) κατ' έκταση δέκα (10) στρεμμάτων περίπου με το υπ' αριθ. .../1927 πωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Αταλάντης Αποστόλου Ντέβα, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών (τ. 20, αρ. 1228) του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης με αγορά από τον Σ. Ν., στον οποίο περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθ. .../1924 πωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου συμ/φου (Αποστόλου Ντέβα), νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης με αγορά από τον Π.
Ι. Β., Γ) από το έτος 1904 άλλως 1916 χρησιμοποιούσε η ενάγουσα την υπόλοιπη επίδικη έκταση 85 στρεμμάτων περίπου, για τις ανάγκες του μεταλλείου της τη νομή της οποίας παρέδωσε, με άτυπη μεταβίβαση, η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου .... Αποδείχθηκε δε, ότι η ενάγουσα στα άνω ειδικότερα προσδιοριζόμενα τμήματα του επίδικου, χρησιμοποιώντας αυτά, κατά τα άνω, και εν γένει ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, από τους χρόνους που προαναφέρθηκε για το καθένα και μέχρι το έτος 2003 (τουλάχιστον), δηλαδή μέχρι την έναρξη κτηματογραφήσεως της περιοχής, ασκούσε φανερές πράξεις εξουσιάσεως και διαχείρισής τους με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι αποκλειστική κυρία και δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας άλλου μέχρι την 23η-2-1946 (υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ.) και έκτοτε ανεξάρτητα από την ύπαρξη καλής πίστεως (η οποία άλλωστε εξακολουθούσε να υπάρχει), χωρίς το δικαίωμα κυριότητάς της να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Ειδικότερα, το έτος 1901, με την από 26-10-1901 απόφαση του τότε Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 232/1901) παραχωρήθηκε το δικαίωμα μεταλλεύσεως σιδήρου (μεταλλειοκτησίας) στην άνω θέση Π. Π., Α. Β., Χ. Δ. και Ν. Χ.. Στην ενάγουσα, το δικαίωμα μεταλλειοκτησίας, παραχωρήθηκε αργότερα (από το έτος 1930, με συνεχείς νόμιμα καταρτιζόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις;
μεταβίβασης από τους τότε δικαιούχους), πλην όμως αυτή από το έτος 1905, έχοντας νόμιμα μισθώσει το χώρο του μεταλλείου, είχε την εκμετάλλευση αυτού. Συστηματικά την εκμετάλλευση του μεταλλείου συνέχισε μέχρι την έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (1939). Μετά τον πόλεμο υπήρξε σημαντικός περιορισμός των δραστηριοτήτων της μέχρι το έτος 1956.
Το έτος αυτό εκμίσθωσε το μεταλλείο σε αλλοδαπή εταιρία, για χρονικό διάστημα τριών ετών, με δικαίωμα παρατάσεως της μίσθωσης. Στη συνέχεια εκμίσθωσε το μεταλλείο στο Δ. Π. για το χρονικό διάστημα από το έτος 1965 μέχρι το έτος 1967, με δικαίωμα παρατάσεως της μίσθωσης, ενώ αργότερα, το έτος 1985, εκμίσθωσε αυτό στην εταιρία "....", αρχικά για το διάστημα 1985 - 1988 και ακολούθως, μετά από παρατάσσεις έως την 20η-12-1997.
Καθ' όλο το παραπάνω διάστημα (από το έτος 1905 ή ειδικότερα από τους άνω χρόνους για κάθε τμήμα του επίδικου), χρησιμοποιούσε το επίδικο ακίνητο για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας του μεταλλείου. Για το σκοπό αυτό, η ενάγουσα, κατά τα πρώτα έτη της εκμεταλλεύσεως του μεταλλείου προέβη, μέσα στο επίδικο ακίνητο, στην ανέγερση των ως άνω κτιρίων, δεξαμενών και λοιπών εγκαταστάσεων μεταλλείων.
Επί πλέον η ενάγουσα επιτηρούσε συνεχώς το επίδικο ακίνητο, επέβλεπε και ενδιαφερόταν για την ύπαρξη και σωστή συντήρηση των εν γένει εγκαταστάσεών της με το διορισμό φυλάκων και συντηρητών και προστάτευε το δικαίωμά της από κάθε προσβολή και επέμβαση τρίτων. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, για όλο το άνω χρονικό διάστημα, δεν προέβαλε δικαιώματα (και δη νομής ή κυριότητας) επί του επίδικου, καθόσον αντίθετα:
α) με την υπ' αριθ. 25675/5335/1997 "φάση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 797/1997) χαρακτηρίστηκαν ως διατηρητέα κτίσματα και εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο επίδικο ακίνητο και, κατ' αυτή την απόφαση, φέρονται ως ιδιοκτησία της ενάγουσας και β) στο υπ' αριθ. 11092/454/1977 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στο οποίο γίνεται αναφορά στα κατασχεθέντα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας (και η εκπλειστηρίαση 5360 μετοχών της ενάγουσας που ανήκαν κατά κυριότητα στην τότε οφειλέτρια Τράπεζα ...), αναφέρεται και η αξία της εν γένει περιουσίας της ενάγουσας, μεταξύ της οποίας, εκτός άλλων (της αξίας της μεταλλειοκτησίας κ.λ.π.) και η αξία των ακινήτων (κτημάτων, όπως αναγράφεται) στη θέση "..." δηλαδή (και) του επιδίκου.
Εξάλλου, οι αναφερόμενοι παραπάνω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας (άμεσοι ή απώτεροι), οι οποίοι, όπως εκτέθηκε, μεταβίβασαν τα προσδιοριζόμενα ειδικότερα, ως άνω, τμήματα στην ενάγουσα, είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο (για τα άνω δύο πρώτα τμήματα εμβαδού 12 και 10 στρεμμάτων) είτε, άτυπα, με παράδοση της νομής (για την υπόλοιπη εδαφική έκταση των 85 στρεμμάτων), ασκούσαν συνεχώς, τουλάχιστον από το έτος 1870, εμφανείς διακατοχικές πράξεις (επίβλεψης, καλλιέργειας, κ.λ.π.), προσιδιάζουσες στον αγροτικό χαρακτήρα του επίδικου, με ειλικρινή πεποίθηση (καλή πίστη) ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι και δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας άλλου μέχρι (και συνεχώς) τις 11-9-1915.
Συγκεκριμένα τις άνω πράξεις ασκούσαν συνεχώς από το έτος 1870 (τουλάχιστον): α) Ι. Μ., Ε. Ι. Μ. και Α. Ι. Μ. στο άνω μερικότερο τμήμα, εμβαδού 12 στρεμμάτων, περίπου, μέχρι και το έτος 1910 (οπότε και η μεταβίβαση στην ενάγουσα). Στη συνέχεια και μέχρι τις 11-9-1915 ασκούσε η ενάγουσα τις άνω, όπως προσδιορίστηκαν, διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη και διάνοια κυρίου (χρησιμοποιώντας το τμήμα αυτό, μαζί με τα υπόλοιπα, για την ικανοποίηση των αναγκών του μεταλλείου), β) ο Σ.
Ν. (από το έτος 1924) και πριν από αυτόν ο Π. Β. (από το έτος 1870) στο άνω μερικότερο τμήμα εμβαδού 10 στεμμάτων, περίπου, μέχρι το άνω έτος 1927 (οπότε και η μεταβίβαση στην ενάγουσα). Στη συνέχεια ασκούσε η ενάγουσα τις άνω, όπως προσδιορίσθηκαν, διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη και διάνοια κυρίας (χρησιμοποιώντας, όπως αναφέρθηκε, και το τμήμα
αυτό για την εξυπηρέτηση των άνω αναγκών του μεταλλείου), γ) η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου ... στο άνω μερικότερο τμήμα, εμβαδού 85 στρεμμάτων, περίπου, μέχρι το έτος 1904 άλλως 1916 (οπότε και η άτυπη μεταβίβαση στην ενάγουσα). Στη συνέχεια ασκούσε η ενάγουσα τις άνω, όπως προσδιορίσθηκαν, διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη και διάνοια κυρίας (χρησιμοποιώντας, όπως αναφέρθηκε, και το τμήμα αυτό για την εξυπηρέτηση των άνω αναγκών του μεταλλείου).
Σημειώνεται ότι η έκταση των 85 στρεμμάτων αποτελεί μέρος μεγαλύτερου ακινήτου, εμβαδού 10.000 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου ..., όπως το ακίνητο αυτό αναφέρεται στα έγγραφα που προσκομίζονται από την ενάγουσα-εκκαλούσα, ήτοι το από 1931 δελτίο καταγραφής κτήματος του τοπικού συμβολαίου ΟΔΕΠ Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδας, το υπ' αριθμ. 314/1933 Φ.Ε.Κ., την υπ' αριθμ. 1156/1909 απόφαση του Δικαστηρίου Πρωτοδικών Λαμίας, εκ των οποίων προκύπτει ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στην I.
Μονή, τουλάχιστον από το έτος 1870. Επιπλέον, το τμήμα αυτό των 85 στρεμμάτων ταυτίζεται, καθ'ολοκληρία το ακίνητο που με την υπ' αρ. 6/1932 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Λαμίας εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση, ως έχουσα εγκαταστάσεις και κτίρια των μεταλλείων της ενάγουσας. Επομένως, οι άνω δικαιοπάροχοι (άμεσοι ή απώτεροι, κατά τις παραπάνω διακρίσεις) της ενάγουσας και στη συνέχεια η ίδια η ενάγουσα ασκούσαν τις πιο πάνω πράξεις νομής επί όλου του επιδίκου με διάνοια κυρίων και καλή πίστη από το έτος 1870 (τουλάχιστον) και μέχρι τις 11-9-1915 συνεχώς.
Περαιτέρω, το επίδικο ή έστω ένα μέρος του, δεν αποτελεί (ή αποτελούσε) δάσος ή δασική έκταση ή δημόσιο κτήμα, ούτε είχε το χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου ή είχε εγκαταλειφθεί ή ήταν αδέσποτο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται (κατ' ένσταση) το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Το επίδικο, καθ' όλη την παραπάνω περίοδο, είχε αγροτικό χαρακτήρα, ενώ μετά το έτος 1905 το μεγαλύτερο μέρος του, εξυπηρετώντας τις εν γένει ανάγκες της λειτουργίας του άνω μεταλλείου, αποτελούσε, τόπο των κτιρίων και εν γένει εγκαταστάσεών του.
Από τη φωτοερμηνεία των Α/Φ των ετών 1945, 1960, 1969, 1986 και 1996 αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση στο σύνολό της έχει αγροτική μορφή, η οποία - είτε καλλιεργείται είτε αποτελεί χώρο κτιριακών και λοιπών εγκαταστάσεων της ενάγουσας, ενώ στα όρια της έκτασης και στο εσωτερικό της υπάρχουν δασικές λωρίδες αραιοδομημένες κατ'αρχήν, πυκνότερες με το πέρασμα των ετών, μη αποδεικνυομένου του δασικού ή χορτολιβαδικού χαρακτήρα της (επίδικης έκτασης).
Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, αυτό εχρησιμοποιούνταν ως αγρός, αρχικά, ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της ενάγουσας, μετέπειτα. Με βάση τα παραπάνω και δη με την εκ μέρους της ενάγουσας και των άνω δικαιοπαρόχων της συνεχή, από το έτος 1870 (τουλάχιστον) και χωρίς διακοπή πράξεων νομής μέχρι και την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης (2004) και την άσκηση της αγωγής (2008) με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ.), η ενάγουσα έγινε κυρία αυτού κατά πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία.
Αυτή δε, εξάλλου, κατέστη κυρία της εκτάσεως των 12 και 10 στρεμμάτων και με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του αναφερομένου παραπάνω υπ' αριθμ. .../2010 και .../1927 πωλητηρίων συμβολαίων, που νόμιμα μεταγράφηκαν, καθόσον οι δικαιοπάροχοι των πωλητών, ήταν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία. Σε κάθε περίπτωση και αν το επίδικο ακίνητο είχε από το έτος 1870 το χαρακτήρα του δάσους ή της δασικής έκτασης ή και χορτολειβαδικής ή και του δημοσίου κτήματος, η ενάγουσα και πριν απ' αυτή οι άνω δικαιοπάροχοι της ασκούσαν, κατά τα ανωτέρω, φυσική εξουσία σε όλο το επίδικο με διάνοια κυρίων και με καλή πίστη επί συνεχή, με συνυπολογισμό και των χρόνων νομής όλων των άνω δικαιοπαρόχων, 30ετία μέχρι τις 11-9-1915 (1870 - 1915), δηλαδή για χρονική περίοδο που ήταν, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία των δημοσίων κτημάτων ή και δασών.
Το εναγόμενο, από το έτος 1870 και εφεξής, ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και ο ισχυρισμός του, όπως προτάθηκε παραδεκτώς πρωτόδικα και επαναφέρει προς απόκρουση της εφέσεως, ότι είναι κύριο του επιδίκου για τους άνω επάλληλους λόγους, ο οποίος (ισχυρισμός) αποτελεί ένσταση ίδιας κυριότητας (βλ και ΑΠ 400/2011, ΑΠ 102/2010, ΑΠ 162/2006 ΝΟΜΟΣ), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Μετά απ' αυτά η ενάγουσα, ως μόνη κυρία του όλου επιδίκου ακινήτου, έπρεπε, κατά την άνω κτηματογράφηση, να αναγραφεί ως κυρία (δικαιούχος δικαιώματος κυριότητας) αυτού με ΚΑΕΚ .../0/0 (έκτασης 100.418 τ.μ.) Ανακριβώς, επομένως, αναγράφηκε ως κύριος αυτού το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο>>. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 107 στρεμμάτων, που ανέκαθεν είχε αγροτικό χαρακτήρα, βρίσκεται στη θέση <<...- ...>>, της κτηματικής περιφέρειας του δήμου ..., ..., έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ .../0/0 στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης, με φερόμενο δικαιούχο, κατά πλήρη κυριότητα, στις αρχικές (πρώτες) κτηματολογικές εγγραφές το αναιρεσείον - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Ότι τούτο περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία ''... κατά την έκταση: α)των 12 στρεμμάτων από τους Ι., Ε. και Α. Μ., δυνάμει του αριθμ. .../1910, νομίμως μεταγραφέντος, αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αταλάντης Γεωργίου Θεόφιλου και β) των 10 στρεμμάτων από τον Σ.
Ν., δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, υπ'αριθμ. .../1927 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αταλάντης Αποστόλου Ντέβα, στον οποίο είχε περιέλθει, με το νομίμως μεταγραφέν, με αριθμό .../1924 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου από τον Πέτρο Βόλη. Ότι τις άνω εδαφικές εκτάσεις των 12 και 10 στρεμμάτων νέμονταν συνεχώς οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, τουλάχιστον, από το έτος 1870,με διάνοια κυρίου και καλή πίστη έως τη μεταβίβασή τους στην ενάγουσα ασκώντας, άπαντες, εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στην αγροτική μορφή τους, μεταξύ των οποίων, επίβλεψη, καλλιέργεια και ότι την υπόλοιπη εδαφική έκταση των 85 στρεμμάτων νεμόταν η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου ..., τουλάχιστον, από το έτος 1870 με διάνοια κυρίου και ειλικρινή πεποίθηση(καλή πίστη),ασκώντας εμφανείς, προσιδιάζουσες στον αγροτικό χαρακτήρα της, διακατοχικές πράξεις νομής, μεταξύ των οποίων, επίβλεψη, καλλιέργεια.
Ότι η απαιτούμενη καλόπιστη 30ετής νομή είχε συμπληρωθεί στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας πολύ πριν τις 11/9/1915, που είχε ως έννομη συνέπεια την περιέλευση της κυριότητας του επιδίκου σ'αυτούς, κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις, με έκτακτη χρησικτησία (τριακονταετή καλόπιστη νομή) συμπληρωθείσα πριν από τις 12/09/1915, έννομη συνέπεια που δεν αποκλείει ο τυχόν χαρακτήρας του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος (περιελθόντος στο Δημόσιο με βάση την προαναφερθείσα Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα σχετικά Πρωτόκολλα του Λονδίνου), αφού η κυριότητα του Δημοσίου είχε, σε κάθε περίπτωση, απολεσθεί πριν από τις 12/09/1915.
Ότι, η ενάγουσα εξακολούθησε να νέμεται τις πιο πάνω εδαφικές εκτάσεις των 12 και 10 στρεμμάτων, αφότου τις αγόρασε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ και μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23/2/1946), και έκτοτε, ανεξάρτητα από την ύπαρξη καλής πίστης, μέχρι την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης (2003) και την άσκηση της ένδικης αγωγής(2008), έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι αποκλειστική κυρία αυτών και ότι δεν παραβιάζει δικαιώματα άλλων, χωρίς το δικαίωμά της να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και την έκταση των 85 στρεμμάτων, αφότου, κατά νόμιμο τρόπο, δηλαδή μετά την εισαγωγή του ΑΚ (23/2/1946) εγκαταστάθηκε στη νομή της ανεξάρτητα από την ύπαρξη καλής πίστης, μέχρι την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης (2003) και την άσκηση της ένδικης αγωγής(2008), έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι αποκλειστική κυρία αυτής και ότι δεν παραβιάζει δικαιώματα άλλων, χωρίς το δικαίωμά της να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Ότι, τα 85 στρέμματα αποτελούν τμήμα της μείζονος εδαφικής έκτασης των 10.000στρεμμάτων της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου ... - Φθιώτιδας, σύμφωνα με το δελτίο καταγραφής κτήματος του τοπικού συμβουλίου του ΟΔΕΠ Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδας, το ΦΕΚ 314/1933 και την αριθμ. 1156/1909 απόφαση του Δικαστηρίου Πρωτοδικών Λαμίας.
Ότι, με την αριθμ. 6/1932 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Λαμίας το εδαφικό τμήμα των 85 στρεμμάτων εξαιρέθηκε της απαλλοτρίωσης, ως έχον εγκαταστάσεις και κτίρια των μεταλλείων της ενάγουσας. Ότι τη μείζονα επίδικη εδαφική έκταση η ενάγουσα χρησιμοποιούσε ως χώρο μεταλλευτικών και κτιριακών εγκαταστάσεων (εναπόθεσης και φόρτωσης υλικού, κτίρια διοικήσεως- λογιστηρίου, φυλάκων, κτίρια διαμονής μηχανικών, εργατών, καντίνας, τραπεζαρίας, μηχανουργείο-μηχανοστάσιο), οι οποίες ήσαν αναγκαίες για τη λειτουργία του μεταλλείου εξόρυξης κοιτασμάτων σιδήρου, την εκμετάλλευση του οποίου είχε αυτή αναλάβει από το έτος 1905, σε όμορη με το επίδικο εδαφική έκταση 7467 στρεμμάτων(φύλλο 7ο).
Ότι με την 25675/5335/1997 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων τα εντός της επίδικης εδαφικής έκτασης άνω κτίσματα και εγκαταστάσεις, τα οποία, κατά την απόφαση αυτή, είναι ιδιοκτησίας της ενάγουσας, χαρακτηρίσθηκαν ως διατηρητέα, ενώ με το 11092/454/1977 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το οποίο αφορά στα κατασχεθέντα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας, αναφέρεται ότι στην περιουσία της περιλαμβάνεται η αξία της μεταλλειοκτησίας και η αξία των ακινήτων της, μεταξύ άλλων, και του επιδίκου.
Ότι η ενάγουσα έγινε κυρία των εδαφικών εκτάσεων των 12 και 10 στρεμμάτων με τον περιγραφόμενο στην απόφαση ως άνω παράγωγο τρόπο, αιτία πωλήσεως από τους αληθείς κυρίους δικαιοπαρόχους της και σε ολόκληρη την επίδικη έκταση των 105 στρεμμάτων και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Ότι το επίδικο δεν αποτέλεσε δάσος ή δασική έκταση, ούτε ήταν λιβάδι, βοσκότοπος ή αδέσποτο, ώστε να μπορούν να θεμελιωθούν τα τεκμήρια κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αλλά ήταν αγροτική έκταση, το δε Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, τόσο κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ όσο και του ΑΚ, αλλά αντίθετα πάντοτε το θεωρούσε ως ιδιωτική έκταση, το χαρακτήρα της οποίας άρχισε να αμφισβητεί μόλις το έτος 2003, όταν, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, αναγράφηκε ως κύριο του επιδίκου.
Ότι η, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης, καταχώρηση του επιδίκου, ως ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τον ΚΑΕΚ.../0/0 που αναφέρθηκε παραπάνω, είναι εσφαλμένη, αφού αποδείχθηκε ότι η κυριότητα αυτού έχει περιέλθει στην αναιρεσίβλητη με τον προαναφερόμενο παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε αυτήν κυρία του επίδικου αγροτεμα.../γεωτεμα..., και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς αρχικής (πρώτης) εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης, αφού εξαφάνισε ην πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.
Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), των άρθρων 1,2,3 του β.δ.
της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", του άρθρου 1 του β.δ. /15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", των άρθρων 1, 2, 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραζαμάν 1274 (1856) "περί γαιών", του άρθρου 1 του Β.
Δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" και των περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του μείζονος επίδικου ακινήτου των 107 στρεμμάτων από την ενάγουσα -αναιρεσίβλητη τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία),κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ και του ΑΚ για τα επίδικα εδαφικά τμήματα των 12 και 10 στρεμμάτων, και τις διατάξεις του ΑΚ για το εδαφικό τμήμα των 85 στρεμμάτων και της μη απόδειξης ότι το επίδικο περιήλθε ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως δάσος, λιβάδι, βοσκότοπος, αδέσποτο ή με χρησικτησία, καθόσον καθόλη την περίοδο από το 1870 και εφεξής είχε αγροτικό και όχι δασικό χαρακτήρα, επί του οποίου η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοί της άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, κατά τις πιο πάνω, κατ'έκταση, διακρίσεις, καθώς και ότι η εγγραφή στο κτηματολογικό γραφείο Αταλάντης, με την οποία το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανακριβής.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, στην οποία το Εφετείο στήριξε το διατακτικό του, να διαλάβει η προσβαλλομένη αναφορά στον τρόπο που οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας απέκτησαν τη νομή του επιδίκου, τουλάχιστον από το έτος 1870 και αν τούτο είχε καταληφθεί από ιδιώτες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, καθόσον τέτοιες προϋποθέσεις δεν απαιτούνται από τις ως άνω διατάξεις που αφορούν στα δημόσια κτήματα.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα δε είναι αβάσιμες, οι διαλαμβανόμενες στο δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του ΒΡΔ, καθόσον δεν διέλαβε σαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την κτήση κυριότητας, με χρησικτησία, κατά το ΒΡΔ, διότι δεν εξειδικεύεται κατ'είδος η καλλιέργεια που γινόταν στο επίδικο από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και β) διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς ποιά είναι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προέκυψε το στοιχείο της καλής πίστης στο πρόσωπο της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, καθώς και ως προς ποια είναι η φύση του επιδίκου.
Τούτο δε διότι το Εφετείο δέχθηκε με σαφήνεια ότι το επίδικο, νεμήθηκαν, επιβλέποντας και καλλιεργώντας τούτο οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ως καλλιεργήσιμη αγροτική έκταση, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ, χωρίς να απαιτείται και ο προσδιορισμός του είδους της καλλιέργειας, καθώς και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των πράξεων νομής (ΑΠ 1089/2019), μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας και ότι στη συνέχεια η ενάγουσα νεμήθηκε τούτο, με τις πιο πάνω, κατ'έκταση, διακρίσεις, τόσο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ, όσο και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΑΚ, είτε η ίδια είτε δια των εκάστοτε μισθωτών της, μεταξύ των οποίων η εταιρεία ..., ως χώρο μεταλλευτικών και κτιριακών εγκαταστάσεων, οι οποίες ήσαν αναγκαίες για τη λειτουργία του παρακείμενου μεταλλείου, καθώς, επίσης και διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης, σαφώς προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στην αποδεικτική κρίση για τη συνδρομή της καλής πίστης στο πρόσωπο της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της.
Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν δέχθηκε ότι το μεταλλείο βρίσκεται εντός της επίδικης εδαφικής έκτασης, αλλά σε όμορη έκταση 7467 στρεμμάτων, και, συνεπώς, η ειδικότερα διαλαμβανόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση, περί ευθείας παραβίασης των διατάξεων του ν.
ΧΣ'/1861 <<περί μεταλλείων>>, καθώς και των διατάξεων περί χρησικτησίας του ΒΡΔ και του ΑΚ, συνισταμένη στο ότι η εξόρυξη μεταλλεύματος δεν αποτελεί πράξη νομής, καθόσον γίνεται με δικαίωμα μεταλλειοκτησίας και όχι με διάνοια κυρίου στο έδαφος, είναι αβάσιμη, διότι, κατά τα προαναφερόμενα, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Β. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 78/2015).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της ασκήσεως πράξεων νομής στο επίδικο από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης από το 1870 χωρίς απόδειξη.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, της αριθμ.4/2015 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και της 3/2019 συμπληρωματικής αυτής του δικαστικού πραγματογνώμονα Π.
Σ., τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος, αφού οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτόν αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ.
πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.). Γ. Κατά το άρθρ. 559 αριθμός 4 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔικ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σε αυτά.
Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές, που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές... απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και επομένως ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔικ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔικ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔικ (ΟλΑΠ 1/2018,ΟλΑΠ 2/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που περιέχει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, διότι έκρινε ότι η επίδικη εδαφική έκταση έχει αγροτικό χαρακτήρα, αμφισβητώντας έτσι την ορθότητα της αριθμ.
Υ.Γ..../26-07-1977 απόφασης του Νομάρχη Φθιώτιδας και της αριθμ. .../25-09-1988 απόφασης του Διευθυντή Δασών Ν. Φθιώτιδας, οι οποίες κήρυξαν ως αναδασωτέα ευρύτερη έκταση τμήμα της οποίας είναι η επίδικη. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον δίκασε επί ιδιωτικής διαφοράς (αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή), η οποία υπαγόταν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και παρεμπιπτόντως το Εφετείο ερεύνησε, όπως είχε τη δυνατότητα, το δασικό ή μη χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, ζήτημα για το οποίο μπορούσε να αποφανθεί διαφορετικά, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με τις άνω διοικητικές αποφάσεις (ΑΠ 825/2017, ΑΠ 1443/2015).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, πού διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ.ΚΠολΔ.
και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ.134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), πού εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 1174/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 35/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ