Legislator Case Law & Legislation
825/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance claim, ruling public land ownership prevents acquisitive prescription. Public land ownership prevents acquisitive prescription under specific legal provisions.

Case Number 825/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that heirs acquired ownership of public land through acquisitive prescription. The State argued that the land remained public property and that the thirty-year prescription period had not been met, while the heirs claimed long-term possession established their title. The court rejected the appeal because the lower court correctly found the disputed land was never public property, making the State's substantive law arguments inapplicable and the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 21 of the Law of 26 May 1926; Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: Where disputed land is proven not to be public property, claims based on the prohibition of acquisitive prescription on public assets are inadmissible, and ownership acquired through prescription remains valid.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription public land ownership inheritance succession State liability inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 21 of the Law of 26 May 1926
Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OL AP 22/2000
KPolD 176
KPolD 183

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 825 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 825/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο-εισηγητή και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αναστάσιο Κολούτσο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ι. Δ. του Φ., 2. Γ. Δ. του Φ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος Ελένη Μπακή δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 14-11-2015 στη Σύρο σύμφωνα με την υπ’ αριθμ ...2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ... και ο 2ος απεβίωσε στις 10-12-2015 στη Σύρο, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ ...2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου .... Συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι κληρονόμοι αυτών α. Κ. Δ. του Ξ. χήρα Γ. Δ., κατοίκου ..., β. Θ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., γ. Ά. Δ. του Φ. Ι., χήρα Ι. Δ., κατοίκου ..., δ. Φ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ε. Ι. Δ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Μπακή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2001 αγωγή των αρχικών αναιρεσίβλητων-δικαιοπαρόχων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2005 μη οριστική, 44/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 152/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-3-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (Ολ ΑΠ 22/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από το προσκομιζόμενο α) από το αντίγραφο της ...1/2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος Σύρου-Ερμούπολης στις 10-12-2015, απεβίωσε στο ... ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ι. Δ. . Κατά τον χρόνο του θανάτου του πλησιέστερους εν ζωή συγγενείς και κληρονόμους του με βάση την από 9-10-2013 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα , είχε τη σύζυγό του Ά.

Δ. και τους υιούς του Φ. Δ. και Ι. Δ.. Οι τελευταίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία, δεν κατατέθηκε αγωγή και δεν εκκρεμεί δίκη , με την οποία να αμφισβητείται το κληρονομικό δικαίωμα των κληρονόμων του αρχικού αναιρεσίβλητου, ούτε δημοσιεύτηκε άλλη διαθήκη αυτού, όπως προκύπτει από τα σχετικά πιστοποιητικά που προσκομίζονται.

Οι δε ως άνω συγγενείς του, με την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν, δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους, στο ακροατήριο, κατά την, εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο αυτού και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου του δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται και β) από το αντίγραφο της ...1/2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος Σύρου-Ερμούπολης στις 14-11-2015 απεβίωσε στο ...

ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Γ. Δ.. Κατά τον χρόνο του θανάτου του πλησιέστερους εν ζωή συγγενείς και χωρίς διαθήκη κληρονόμους του είχε τη σύζυγό του Κ. Δ. και την κόρη του Θ. Δ., οι οποίες δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία, όπως προκύπτει από τα σχετικά πιστοποιητικά που προσκομίζονται, ενώ ήδη έχει παρέλθει και η κατ’ άρθρο 1847 εδάφ.

α ΑΚ τετράμηνη προθεσμία για αποποίησή της. Οι δε ως άνω συγγενείς του δεύτερου αναιρεσίβλητου , με την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν, δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους, στο ακροατήριο, κατά την, εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο αυτού και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου του δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 152/2015 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 44/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων αναγνωριστική συγκυριότητας μη δασικού ακινήτου, θεμελιούμενη σε παράγωγο [κληρονομική διαδοχή] αλλά και σε πρωτότυπο τρόπο. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου [ΚΠολΔικ 559 αριθμός 1), που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που ήταν εφαρμοστέος είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ’ όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (ΚΠολΔικ 577 παρ. 1, 2) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ΚΠολΔικ 559 αριθμός 19], πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατική ή ανεπαρκή αιτιολογία, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή αναγκαίο στοιχείο για την επάρκειά τους λείπει.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται και όταν στην απόφαση δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους, διότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 του ΚΠολΔικ. Στην προκείμενη περίπτωση με τους παρακάτω από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ επειδή το Εφετείο 1) «κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου , αλλά και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως των μαρτυρικών καταθέσεων.....

απέρριψε συλλήβδην ως ουσιαστικά αβασίμους όλους τους ισχυρισμούς που νομίμως πρόβαλε το Ελληνικό Δημόσιο...............σύμφωνα με τους οποίους επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητά του με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολη..........Σύμφωνα με τα ως άνω πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και στα νησιά των Κυκλάδων , μεταξύ των οποίων και η Σύρος, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση....κατέστη κύριο το Δημόσιο......κατά συνέπεια η επίδικη έκταση που λόγω της αείποτε δασικής της μορφής δεν ήταν δυνατόν να εξουσιαστεί ούτε και εξουσιάστηκε από οποιονδήποτε , περιήλθε ως οθωμανική γαία στο Ελληνικό Δημόσιο.....Επομένως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση , με την οποία κρίθηκαν τα αντίθετα, πρέπει να εξαφανιστεί από το Δικαστήριό σας , για εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων και εκτίμηση των αποδείξεων,» [ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ], 2) «..........Στο επίδικο ακίνητο ουδέποτε , πριν και κατά την ισχύ της ως άνω διάταξης ( άρθρ. 16 του ν.

της 21-6/10-7-1837) δεν υπήρξε οποιοδήποτε δικαίωμα ιδιώτη .....και επομένως ως αείποτε αδέσποτο περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Πλην όμως η εκκαλουμένη απόφαση......απέρριψε ως αόριστο και αναπόδεικτο τον ισχυρισμό μας περί της κυριότητάς μας επ’ αυτής............Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του , κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων και εκτίμηση των αποδείξεων, με όλως εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία και με κακή εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως αδέσποτο και πρέπει για το λόγο αυτό να εξαφανιστεί από το Δικαστήριό σας» [ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ], 3) «........εφόσον το επίδικο ακίνητο είχε ανέκαθεν χορτολιβαδική μορφή , με άγονο και βραχώδες έδαφος , ανεπίδεκτο οποιασδήποτε φύσης αγροτικής εκμετάλλευσης , για την επικαρπία του οποίου δεν παρουσιάσθηκε έγγραφο [ταπί] .....ανήκει στην κυριότητά μας....Κατά συνέπεια η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός μας περί της ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου με την αιτιολογία ότι η εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων προϋποθέτει κυριότητα του Οθωμανικού κράτους εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικές διατάξεις και κακώς εκτίμησε τις προσκομισθείσες με επίκληση αποδείξεις» [ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ], 4) «το επίδικο ακίνητο, ενόψει της αείποτε δασικής του μορφής περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως δημόσια δασική έκταση , σύμφωνα με τους νόμους περί δασών.......οι αντίδικοι προκειμένου να θεμελιώσουν το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους επ’ αυτής έπρεπε να αποδείξουν είτε ότι η εν λόγω έκταση αναγνωρίστηκε με κάποιο νόμιμο τρόπο ως ιδιωτική είτε ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος χρησικτησίας επ’ αυτής έως την 11.9.1915.............οι εναγόμενοι ουδόλως επικαλέστηκαν με το εισαγωγικό δικόγραφο της ενδίκου αγωγής τη συνδρομή των τρόπων αναγνώρισης της επίδικης έκτασης ως ιδιωτικού δάσους ......δεν κατέστησαν κύριοι αυτής με παράγωγο τρόπο...επομένως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε τα αντίθετα αφενός ερμήνευσε και κακώς εφάρμοσε τις επίμαχες ουσιαστικές διατάξεις......και αφετέρου με όλως ανεπαρκείς και πλημμελείς αιτιολογίες και παρά τις νομίμως προσκομισθείσες και επικληθείσες από το Δημόσιο αποδείξεις, έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο [1833] την μορφή της δασικής έκτασης [ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ κατά το πρώτο σκέλος του].

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της απόφασης ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου.

Κατά το άρθρ. 559 αριθμός 4 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔικ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σε αυτά.

Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές, που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές... απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και επομένως ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔικ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔικ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔικ.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, διότι, αν και για τον χαρακτηρισμό έκτασης ως δασικής δικαιοδοσία έχουν οι διοικητικές αρχές, οι σχετικές πράξεις των οποίων προσβάλλονται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάνθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δασική αλλά αγροτική.

Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον η επίδικη διαφορά (αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή ) υπαγόταν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων και παρεμπιπτόντως ερεύνησε, όπως είχε τη δυνατότητα, το δασικό ή μη χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου.

Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ` αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ (41.4), 6 Πανδ (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω σ` αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μια συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του εφ` όσον έχει γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του.

Οι διατάξεις αυτές του ΒΡΔ δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφ` όσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του Ν.

ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Ν.Δ/τος 22- 4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας από δε την 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλου κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση, του άρθρου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το να δεχθεί ότι «αποδεικνύεται ότι το επίδικο σε όλη του την έκταση νεμήθηκαν διαδοχικά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας άλλου και δυνάμει των προαναφερομένων τίτλων , οι δικαιοπάροχοι των αντιδίκων , από το έτος 1857 , καθώς και οι ίδιοι, αφότου περιήλθε το επίδικο σ’ αυτούς .

Ειδικότερα έβοσκαν μέσα σ’ αυτό τα ζώα τους.......Κατόπιν αυτών , εφόσον τόσο οι αντίδικοι όσο και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο , με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας απέκτησαν συγκυριότητα σ’ αυτό με έκτακτη χρησικτησία», παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις , εφόσον νόμιμος τρόπος κτήσης κυριότητας επί της επίδικης δασικής έκτασης είναι η συμπλήρωση τριακονταετούς νομής πριν τις 11-9-2015».

Ο λόγος αυτός , με τον οποίο πλήττεται η δεύτερη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης , που αφορά την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία , είναι αλυσιτελής, αφού η πρώτη κύρια αιτιολογία της ίδιας απόφασης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, είναι ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι με παράγωγο τρόπο και δη με κληρονομική διαδοχή.

Ανεξάρτητα δε από αυτό οι επικαλούμενες ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες , γιατί, με βάση όσα ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, δεν υπάρχει παραδοχή ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ δημόσιο κτήμα.

Οι έκτος, έβδομος και όγδοος από τους λόγους της αναίρεσης, με την επίκληση, κατ’ εκτίμηση αυτών, του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω μη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων [πορισμάτων των πραγματογνωμοσυνών, διαθηκών, συμβολαίων , εγγράφων] είναι απαράδεκτοι, καθ’ όσον πλήττουν την ορθότητα της αξιολόγησης αποδεικτικών μέσων. Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του [ΚΠολΔικ 176, 183] , πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μετά από αίτημα αυτών, τα οποία, όμως, θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-3-2016 αίτηση αναίρεσης της 152/2015 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαϊου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ