Legislator Case Law & Legislation
759/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to absence of defendant and vague grounds for annulment.

Case Number 759/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision because the State failed to appear at the hearing and the appellant's grounds were insufficiently detailed. The appellant argued for the annulment based on procedural errors and lack of legal basis, but the court found the specific facts supporting these claims were not adequately articulated in the appeal petition. Consequently, the court ruled that the vague allegations failed to meet the statutory requirements for admitting annulment grounds under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11), 559(12) of the Code of Civil Procedure; Annulment grounds are inadmissible if they fail to specify the actual facts accepted by the lower court or the precise nature of the legal error, rendering the appeal vague and unassailable.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure annulment grounds vague allegations procedural absence State as defendant insufficient facts inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 12 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 759 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 759/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαχαραλάμπους.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/1995, 12/1998, 27/1999 προδικαστικές, 43/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2002 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-10-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 12-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και τη συζήτηση που επακολούθησε, δεν εμφανίστηκε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Από την έκθεση επιδόσεως υπ' αριθ. ..... του δικ. Επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεώς της και ορισμού δικασίμου καθώς και κλήση για παράστασή του κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσίβλητο, γι` αυτό, παρά την κατά τα ανωτέρω απουσία του, η συζήτησή της θα πρέπει να προχωρήσει.

II). Κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 12 του ιδίου κώδικα αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Εξ' άλλου από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ` αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Δεν θεμελιώνει όμως λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα αυτά (Α.Π 338/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον μεν πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, από τα άρθρα 10, 11 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ποία έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει αυτό την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, αλλά και επί πλέον δεν αναφέρει ποία έγγραφα ελήφθησαν για απόδειξη ή εκ ποίων εγγράφων εξήχθη ποίο δικαστικό τεκμήριο, με τον δε όγδοο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως από τους αριθ. 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ..Δ, για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν.

Υ'ΛΑ/1871, το με αριθμό .... παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτής περί του ότι η επίδικος έκταση αποτελούσε ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, τμήμα μείζονος μοναστηριακής εκτάσεως. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση από τους αριθ. 11 και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι στην προσβαλλομένη απόφαση ρητά βεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, για τη φύση και την ακριβή έκταση του διεκδικουμένου ακινήτου, επομένως και το με αριθμό ....

παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών. Δεν ήταν δε αναγκαίο, όπως προαναφέρθηκε, να μνημονεύσει το Εφετείο ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

ΙΙI). Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων από το δικαστήριο ιδρύει τον από την άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, νοούνται τ` αποδεικτικά, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφα. Τέτοιο όμως έγγραφο δεν είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα αφού αυτή συνιστά αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (Α.Π.1812/ 2006). Επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αίτησης, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ....... ως προς την ακριβή έκταση και ταυτότητα του επιδίκου.

ΙV). Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (Α.Π.382/2006, ΑΠ 1971/1990, Α.Π 867/1989). Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε, κατ' ορθή εκτίμηση, στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 πλημμέλεια, διότι απέρριψε "εντελώς ανεξήγητα και αναιτιολόγητα την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ως άνω πραγματογνώμονα", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν καθιερώνεται από το ως άνω άρθρο 387 του ΚΠολΔ δεσμευτική αποδεικτική δύναμη της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, υπό την επίκληση δε της αποδιδόμενης κατά τα ανωτέρω πλημμέλειας ο λόγος αυτός πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ` εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

V). Από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή δημιουργείται όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διάφορο αυτού που πραγματικά έχει αυτό και όταν στηρίζει την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό και όχι όταν συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο διάδικος από την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων γιατί τότε πρόκειται περί κυριαρχικής εκτιμήσεως αποδείξεων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 484/1997, 442/1993, A.Π 464/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αεροφωτογραφιών, που είχε μετ' επικλήσεως προσκομίσει η αναιρεσείουσα, σχετικά με τη φύση των επιδίκων εκτάσεων ως μη δασικών.

Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι αεροφωτογραφίες, που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξ' άλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, με το να διαλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα σχετικά με το περιεχόμενο των ως άνω αεροφωτογραφιών, διότι υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.19 πλήττεται απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., πράγματι η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και ιδίως του περιεχομένου εγγράφων.

VI). Οι σωρευτικώς ασκούμενες, από τους αριθ. 8, 11 και 20 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αιτιάσεις των πέμπτου και έκτου, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγων του αναιρετηρίου για μη λήψη υπόψη και παραμόρφωση από το Εφετείο ως προς το ίδιο μέρος τους των ιδίων εγγράφων, ήτοι των δύο εκθέσεων φωτοερμηνευτικής της .......

ΕΠΕ και του καθηγητού του Ε.Μ.Π ......, πρέπει, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις, όταν αναφέρονται, όπως επί του προκειμένου, στα ίδια έγγραφα και στο ίδιο περιεχόμενό τους, αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως (Α.Π. 1046/1999). VII). Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο, αλυσιτελή, ή απαραδέκτως προταθέντα, ως και η απόρριψη τέτοιου ισχυρισμού δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως για πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη (Α.Π.867/1989, 1323, Α.Π. 179/2007, Α.Π.1575/2006).

Κατά συνέπεια ο έβδομος λόγος της αιτήσεως περί του ότι το εμβαδόν του επιδίκου ακινήτου προδιορίζεται κατά τους τίτλους κτήσεως με βάση μετρήσεως το βασιλικό στρέμμα (1720 τ.μ ανά στρέμμα, κατά την αίτηση αναιρέσεως), και επομένως αυτό έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό της κατεχομένης από την αναιρεσείουσα εκτάσεως, είναι απορριπτέος διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθ' όσον, όπως τούτο προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο υπολογισμός της επιφανείας του επιδίκου, ως και οι πλευρικές του διαστάσεις, έχουν υπολογισθεί με την αγωγή σε τετραγωνικά μέτρα και όχι σε στρέμματα, δι' αναφοράς στο από....

τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ......, το οποίο ενσωματώθηκε στο δικόγραφο της αγωγής. VIII). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιό από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα ως προς μεν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.

Ως προς δε τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, Α.Π 32/1996 Ολ, Α.Π.1300/2007, Α.Π. 587/2007).

Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως, κατ` αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. (Α.Π.48/997). Κατά συνέπεια οι ένατος, δέκατος και ενδέκατος λόγοι της αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτονται με αυτούς στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσμασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, δεν εξειδικεύται το σφάλμα του Εφετείου, αλλά ούτε και αναφέρεται ποίες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως, επιπλέον δε παρατίθενται με επιλεκτικές αναφορές μόνο οι ουσιαστικές, κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας, παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του, ως προς την φύση της διεκδικουμένης εκτάσεως ως δασικής και όχι εκείνες οι παραδοχές με βάση τις οποίες απορρίφθηκε η διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκαν οι βάσεις αυτής περί κτήσεως της κυριότητας με παράγωγο τρόπο και πρωτοτύπως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.10.2004 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 68/2002 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ