Supreme Court dismisses appeal on costs calculation, ruling lawyer fees based on claim amount are correct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding litigation costs. The appellant argued that the lawyer's fee calculation was incorrect, but the court found the Second Instance Court correctly applied the Code of Lawyers' Fees. The court determined that the lawyer's fee must be calculated based on the total claim amount of 265,000 euros, making the lower court's assessment of 5,300 euros valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 933 and 103 of the Code of Civil Procedure; Article 103 of the Code of Lawyers' Fees; The lawyer's fee for an objection to enforcement proceedings must be calculated based on the monetary value of the claim being enforced, not the total value of the underlying debt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 905 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 905/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διαμαντόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Ψ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Παναγιώτα Κουρούδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.12.2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29309/2006 του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο, κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, 28112/2007 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2785/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 1 Μαρτίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικοί (αρ.173 και 200 ΑΚ) και ειδικοί, όταν ο νόμος αποδίδει ορισμένη έννοια σε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως, σε έλλειψη δηλώσεως βουλήσεως ως προς κάποιο σημείο ή σε περίπτωση αμφιβολίας. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 1728/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1076/2008, ΑΠ 1183/2007).
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα μόνον από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 588/2009, ΑΠ 554/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 934 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής, εκτέλεσης, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αν πρόκειται για ακίνητα.
Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Δηλαδή για το παραδεκτό των αντιρρήσεων, ήτοι της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., η ανακοπή αυτή πρέπει να ασκηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 934, μέσα στα τασσόμενα, από την τελευταία διάταξη, χρονικά όρια, οπότε και οι πρόσθετοι λόγοι της ανωτέρω ανακοπής δεν αρκεί να ασκούνται μόνον κατά τους γενικούς ορισμούς του άρθρου 585 παρ.2β' του ίδιου Κώδικα, το οποίο έχει και στην ανακοπή αυτή εφαρμογή, αλλά προσέτι και εντός των χρονικών περιορισμών του παραπάνω άρθρου 934 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., αφού με την πάροδο άπρακτων των τελευταίων, τυχόν ακυρότητα της αναγκαστικής εκτελέσεως, για οποιονδήποτε και οποτεδήποτε προβαλλόμενο λόγο, καλύπτεται, πράγμα που συνάδει στο πνεύμα της τελευταίας διάταξης, με την οποία σκοπείται η ταχεία άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας.
Οι κατά το άρθρο 934 παρ.1 ΚΠολΔ οριζόμενες προθεσμίες για το παραδεκτό της κατά το άρθρο 933 του ιδίου κώδικα ανακοπής και των προσθέτων αυτής λόγων, είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η πάροδός τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκτελεστός τίτλος, πλήν άλλων, είναι και το συμβολαιογραφικό έγγραφο, αρκεί η απαίτηση να είναι "βέβαιη" και "εκκαθαρισμένη". Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από το συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής.
Στην αντίθετη περίπτωση η με συμβολαιογραφικό έγγραφο διαπιστούμενη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτελέσεως. Αναγκαία, συνεπώς προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της εκτάσεως, του είδους και του περιεχομένου της αξιώσεως που ενσωματώνει.
Κατά δε την απολύτως κρατούσα άποψη αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 383 και 385 ΑΚ, προκύπτει ότι στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη ο δανειστής αποκτά, μεταξύ άλλων και δικαίωμα υπαναχώρησης από την σύμβαση, αν τάξει στον οφειλέτη εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης, συνοδευόμενη και από τη σαφή και κατηγορηματική δήλωση, ότι μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή και παρέλθει πράγματι άπρακτη η προθεσμία αυτή, εκτός εάν από την όλη στάση του υπερήμερου οφειλέτη προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι θα ήταν άσκοπος ο καθορισμός της προθεσμίας, διότι αυτός δεν πρόκειται να προβεί στην εκπλήρωση της παροχής, όπως όταν αυτός δηλώνει κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ότι δεν θα εκπληρώσει την παροχή.
Η υπαναχώρηση αυτή, κατά το άρθρο 390 ΑΚ, εφαρμοζόμενο και στη νόμιμη υπαναχώρηση (αρ.383 ΑΚ), σύμφωνα με το άρθρο 387 παρ.2 ΑΚ, ασκείται με δήλωση αυτού που έχει δικαίωμα υπαναχωρήσεως προς τον άλλον. Η διαπλαστική αυτή δήλωση είναι άτυπη και δεν απαιτείται να περιέχει τη λέξη "υπαναχώρηση". Με την άσκηση δε αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 389 ΑΚ, επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων προς παροχή, οι οποίες απορρέουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Αποτέλεσμα δηλαδή της υπαναχώρησης, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 389 ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί νόμιμης υπαναχώρησης, σε συνδυασμό με τα άρθρα 904 και 911 ΑΚ, είναι ότι η σύμβαση καταργείται ex tunc, αποσβένυνται η υποχρέωση προς παροχή και οι παροχές που δόθηκαν αναζητούνται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι ex causa finite και αποδίδεται η ληφθείσα παροχή αυτούσια ή η αξία της, καθώς και ο νόμιμος τόκος από την υπαναχώρηση, διότι έκτοτε έπρεπε να προβλεφθεί η αναζήτηση.
Εξάλλου, με την εκ μέρους του δικαιουμένου άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης λύεται αναδρομικά η σύμβαση, οπότε, εν αμφιβολία, καταργούνται και οι τυχόν πρόσθετες μεταξύ των μερών συμφωνίες, όπως είναι και η συνομολόγηση ποινικής ρήτρας (άρθρο 406 ΑΚ), εκτός εάν στην περίπτωση της ποινικής ρήτρας ειδικότερα είχε συνομολογηθεί αυτή με τη ρητή συμφωνία ότι η ποινή θα καταπίπτει και αν χωρήσει υπαναχώρηση, οπότε ο δανειστής δικαιούται παράλληλα με την υπαναχώρηση να αξιώσει και την ποινή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 389 παρ.1 ΑΚ, στη σύμβαση μπορεί κάποιος να επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα της υπαναχωρήσεως, το οποίο, εν προκειμένω, ασκείται από το δικαιούχο χωρίς να τάξει προηγουμένως στον άλλον εύλογη προθεσμία προς εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα, ότι μετά την πάροδο της αποκρούει την παροχή, γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άρθρο 383 ΑΚ δικαίωμα νόμιμης υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση και δεν αποτελεί προϋπόθεση της από τις παραπάνω διατάξεις ρυθμιζόμενης συμβατικής υπαναχωρήσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 404 ΑΚ ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή, κατά δε το άρθ. 405 παρ. 1 ιδίου Κώδικα η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει, αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία, οπότε υφίσταται εναντίον του αγώγιμη αξίωση του δανειστή και κατά τις διακρίσεις των άρθ. 406 και 407 ΑΚ.
Η γνήσια δε ως άνω ποινική ρήτρα, η αποτελούσα παρεπόμενη συμφωνία και μέσο πίεσης στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής, η οποία θεμελιώνει ενοχή, η οποία τελεί ως άνω υπό την ιδιόρρυθμη (αρνητική) αίρεση της μη εκπλήρωσης ή της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής που πηγάζει από την κύρια σύμβαση, μπορεί να συμφωνηθεί και κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, το οποίο, και με τις προϋποθέσεις του βεβαίου και του εκκαθαρισμένου της απαιτήσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 εδ.δ', 915, 916, 918 παρ.4 και 924 ΚΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει τίτλο εκτελεστό για την απαίτηση από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας.
Είναι τελείως διαφορετική η περίπτωση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους ή και οι δύο επιφύλαξαν στον εαυτό τους το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση έναντι καταβολής ποινής, δηλαδή συνομολόγησαν το λεγόμενο "επιτίμιο μεταμελείας". Αν συμβαίνει αυτό ο αντισυμβαλλόμενος πράγματι περιορίζεται στην είσπραξη του ποσού της ποινής, που μάλιστα πρέπει να του καταβληθεί συγχρόνως με τη δήλωση υπαναχώρησης, η οποία αλλιώς και εφόσον αποκρουσθεί για το λόγο αυτό χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, είναι ανίσχυρη (άρθρο 398 ΑΚ).
Για να έχει δε τέτοια αποτελέσματα η συνομολογούμενη ποινή πρέπει η συναφής επιφύλαξη του δικαιώματος υπαναχώρησης να είναι σαφής και αναμφίβολη. Το επιτίμιο μεταμέλειας διευκολύνει τη διάλυση της σύμβασης και συνεπώς εξασθενίζει τη συμβατική δέσμευση αφού παρέχει δικαίωμα στο συμβαλλόμενο να υπαναχωρήσει καταβάλλοντας κατά κάποιο τρόπο "λύτρα".
Τουναντίον η ποινική ρήτρα περιφρουρεί την εκπλήρωση της σύμβασης και ενισχύει την υποχρέωση του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή του και γι' αυτό δεν συμβιβάζεται καθόλου με την υπαναχώρηση. Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και κάθε μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη.
Και η μεν πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος, και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη διάταξη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνον θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Έτσι, όταν το δικαστήριο διαπιστώσει έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας αναφορικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των μερών, προσφεύγει στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες και προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη την καλή πίστη ως κριτήριο συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, ο οποίος σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος, τις συνθήκες υπό •τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης και προπαντός την αληθινή βούληση των δηλούντων.
Για την ανεύρεση δε των στοιχείων στα οποία θα στηριχθεί η ερμηνεία, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να στηριχθεί και σε στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε και από τα εκτιμώμενα από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ως προς το παραδεκτό της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής, έκρινε ότι τα δικόγραφα αυτά, αφορώντα τόσο στην εγκυρότητα του τίτλου και στην ίδια την επιταγή προς πληρωμή (3ος, 4ος και 5ος των λόγων ανακοπής και 3ος πρόσθετος λόγος) όσο και στην απαίτηση (λοιποί λόγοι της ανακοπής και των προσθέτων λόγων), για την οποία ο καθ' ου επισπεύδει την εκτέλεση, ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, αφού η μεν επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 20-12-2004, η δε ανακοπή επιδόθηκε στον καθ' ου την 23-12-2004, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο.
Αλλά και οι από 14-2-2005 πρόσθετοι λόγοι της ανακοπής, με τους οποίους προβάλλονται λόγοι που αφορούν στην απαίτηση του καθ' ου (πρώτος και δεύτερος) έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β' Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, αφού μέχρι και την άσκηση τους δε είχε συντελεσθεί ο επισπευδόμενος πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος, που κατασχέθηκε με την 1041/24-12-2004 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή Θεσ/νίκης Γ.Κ., όπως αυτό προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και επίσης δεν αμφισβητείται από τον εκκαλούντα - καθ' ου, ενώ ο τρίτος πρόσθετος λόγος, που αφορά στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και της επιταγής σχετικά με τα μερικότερα ποσά των 110.000 και των 20.000 ευρώ, δεν είναι νέος αλλά συμπληρώνει τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, που έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, όπως προαναφέρθηκε.
Σημειώνεται ότι δεν υφίστατο απαράδεκτο της άσκησης της ανακοπής από το γεγονός ότι αυτή καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι κατατέθηκαν στο αναρμόδιο καθ' ύλη Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και δεν τηρήθηκε η προδικασία περί συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς (αρθρ. 214 Α Κ.Πολ.Δ.), αφού οι συνέπειες της κατάθεσης της ανακοπής στο αναρμόδιο Δικαστήριο διατηρούνται κατά το τελευταίο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 46 Κ.Πολ.Δ.
Ούτε εξάλλου η κατάθεση της ανακοπής στο παραπάνω αναρμόδιο καθ' .ύλη Δικαστήριο θεμελιώνει καταχρηστική άσκηση δικονομικού δικαιώματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, αφού επί των αμιγώς διαδικαστικών πράξεων που ενεργούνται στον χώρο του δικονομικού δικαίου, όπως είναι η άσκηση ανακοπής έστω και σε αναρμόδιο δικαστήριο, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1003/2008, 1142/2006).
Στη συνέχεια έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε, με την ίδιες αιτιολογίες, ότι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα η ανακοπή και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και απέρριψε σιωπηρά την ως άνω ένσταση του καθ' ου η ανακοπή περί καταχρηστικής κατάθεσης της ανακοπής σε αναρμόδιο Δικαστήριο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, ώστε ο αντίθετος πρώτος λόγος της έφεσης και κατά τα τρία σκέλη του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως εις πράγματα αναγομένη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ'αριθμό ... προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσελιά - Παπαϊωάννου, ο εφεσίβλητος-ανακόπτων, που είναι πολιτικός μηχανικός και εργολάβος οικοδομών, υποσχέθηκε να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον εκκαλούντα - καθ' ου η ανακοπή μία μεζονέτα, από ένα συγκρότημα κατοικιών, το οποίο αυτός θα ανήγειρε εν μέρει με το σύστημα της αντιπαροχής ως εργολάβος και εν μέρει ως κύριος.
Το ανωτέρω προσύμφωνο πώλησης υπογράφηκε προ πάσης ανεγέρσεως και το ακίνητο, που είχε υποσχεθεί ο ανακόπτων να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον καθ' ου, ήταν μία οικία με προσόψεις επί των οδών ..., στον οικισμό του ν.751 στο .... Ως τίμημα είχε συμφωνηθεί το ποσό των 411.000 ευρώ, πλην όμως στο ανωτέρω προσύμφωνο αναγραφόταν ως τίμημα μόνο αυτό των 190.000 ευρώ.
Συγχρόνως δε υπογράφηκε μεταξύ των συμβαλλομένων και το από 21-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο περιλήφθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: 1)ότι το πραγματικό τίμημα ήταν 411.000 ευρώ, 2)ότι από αυτό ποσό 130.000 είχε ήδη καταβληθεί, 3) ότι το ποσό των 190.000 ευρώ θα αποτελούσε προϊόν δανείου που θα ελάμβανε ο καθ' ού από τράπεζα και θα καταβαλλόταν όπως οριζόταν στο προσύμφωνο και 4)ότι το υπόλοιπο ποσό, των 91.000 ευρώ, που δεν αναγραφόταν στο προσύμφωνο θα καταβαλλόταν αφού θα είχε ολοκληρωθεί η ανέγερση της κατοικίας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα σε αυτό.
Στο ανωτέρω προσύμφωνο (που εκτελείται εν προκειμένω από τον καθ' ου) είχαν επίσης συνομολογηθεί οι παρακάτω όροι: ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφόταν μετά την έκδοση της οικοδομικής αδείας, το αργότερο μέχρι την 30-11-2004 και σε πρώτη ζήτηση του εργολάβου ή του αγοραστή. Ότι σε περίπτωση που ο εργολάβος δεν προσερχόταν για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ο αγοραστής θα είχε το δικαίωμα σύνταξης του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, εφόσον αποδείκνυε την εξόφληση του αναφερομένου στο προσύμφωνο τιμήματος.
Επίσης με τον έβδομο όρο αυτού συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "Σε περίπτωση μεταμέλειας του εργολάβου και υπαναχώρησης του από την σύμβαση για οποιονδήποτε επίσης ουσιαστικό ή τυπικό λόγο και αιτία, είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει στον αγοραστή κάθε ποσό το οποίο θα είχε εισπράξει απ' αυτόν έναντι του οφειλομένου τιμήματος και πρόσθετο ποσό 135.000 ευρώ σαν ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη αποζημίωση, από σήμερα συμφωνημένη, καθισταμένου του παρόντος
τίτλου εκτελεστού και εκκαθαρισμένου...". Αντίστοιχος όρος για απώλεια των καταβληθέντων έναντι του τιμήματος υπέρ του εργολάβου σε περίπτωση μεταμέλειας του αγοραστή περιελήφθη επίσης σ' αυτό (έκτος όρος). Συμφωνήθηκε ακόμη ρητά ότι ως μεταμέλεια του αγοραστή, υπό αυτή την έννοια, θα θεωρούταν και η μη προσέλευσή του προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου εντός μηνός από την πρόσκληση, που θα του απηύθυνε ο εργολάβος - πωλητής. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στην ανακοπή, αποδεικνύονται
από τα προαναφερθέντα έγγραφα (προσύμφωνο και ιδιωτικό συμφωνητικό), αλλά και συνομολογούνται από τον καθ' ου και συνεπώς έχουν πλήρως αποδειχθεί (άρθρο 352 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο προαναφερθείς έβδομος όρος του προσυμφώνου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δεν είναι σαφής και χρήζει ερμηνείας, ερμηνευόμενου δε αυτού, όπως απαιτεί η καλή πίστη ενόψει και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αλλά με σκοπό την ανεύρεση της αληθινής θέλησης των συμβαλλομένων, η αληθινή έννοια αυτού είναι ότι με τον όρο αυτό οι συμβαλλόμενοι θέσπισαν δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης, μόνο, με τους ανωτέρω πρόσθετους όρους, οι οποίοι θα ενεργοποιούνταν σε περίπτωση ασκήσεως του δικαιώματος αυτού και δεν ρυθμιζόταν και η περίπτωση της νόμιμης υπαναχώρησης. Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του κυρίως τη χρησιμοποίηση της φράσεως "μεταμέλεια" κατά τη συνομολόγηση του όρου, η οποία δεν συμβιβάζεται σε καμία περίπτωση με τη νόμιμη υπαναχώρηση, που δεν μπορεί να ασκηθεί αυθαίρετα αλλά προϋποθέτει υπαίτια πλημμελή
εκπλήρωση ή υπερημερία του αντισυμβαλλομένου του υπαναχωρούντος, ήτοι παράβαση συμβατικού όρου, την δε συμβατική υπαναχώρηση και μόνο θέλησαν τα μέρη να ρυθμίσουν στο προσύμφωνο. Η προσθήκη εξάλλου στον ανωτέρω όρο της μνείας ότι οι πρόσθετοι όροι θα ενεργοποιούνταν ανεξάρτητα από το λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή την αιτία, που οδήγησε τον εργολάβο στην υπαναχώρηση, δεν μπορεί να εκληφθεί ως πρόθεση των μερών να συμπεριλάβουν και τη νόμιμη υπαναχώρηση, αλλά αναφέρονται σαφώς στα δικαιοπαραγωγικά αίτια που τυχόν θα οδηγούσαν τον εργολάβο στη διάλυση της σύμβασης, δεδομένου μάλιστα ότι δεν παρίσταται λογικό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, να αφορά η συμφωνία αυτή και τη νόμιμη υπαναχώρηση που, όπως προαναφέρθηκε στη σχετική αμέσως προηγουμένη νομική σκέψη, για την άσκησή της απαιτείται υπαιτιότητα του αντισυμβαλλομένου και ταυτόχρονα ο τελευταίος, μολονότι υπαίτιος για τη διάλυση της σύμβασης να μπορεί να καρπωθεί και το ποσό των 135.000 ευρώ, που ορίσθηκε ως ποινική ρήτρα για την περίπτωση της υπαναχώρησης.
Επομένως ο ανωτέρω όρος αναφερόταν και ρύθμιζε μόνο την περίπτωση της συμβατικής και όχι και την περίπτωση της νόμιμης υπαναχώρησης, γεγονός που δεν αμφισβητείται, μάλιστα ειδικά από τον καθ' ου, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο αντίδικος του υπαναχώρησε λόγω μεταμέλειας του. Περαιτέρω, όσον αφορά την παραπάνω συμφωνία, που περιλήφθηκε στον έβδομο όρο του προσυμφώνου, περί επιστροφής του ποσού που τυχόν θα είχε καταβληθεί στον εργολάβο μέχρι τότε, αναμφίβολα αυτός αφορά σε κάθε ποσό από το αναγραφόμενο στο προσύμφωνο τίμημα, εν προκειμένω των 190.000 ευρώ και όχι το τυχόν πραγματικό, που έχει συνομολογηθεί ή έχει καταβληθεί επιπλέον του αναγραφόμενου.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την συνομολόγηση της δεύτερης περαιτέρω συμφωνίας περί της καταβολής, σε περίπτωση υπαναχώρησης του εργολάβου και επιπλέον του ποσού των 135.000 ευρώ, το οποίο ανεξάρτητα από το αν θα χαρακτηρισθεί ως επιτίμιο μεταμελείας ή ως ποινική ρήτρα, όπως χαρακτηρίσθηκε και με τους δύο όρους από τους αντισυμβαλλομένους στο προσύμφωνο, στην πραγματικότητα συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων προκειμένου να εξασφαλίσει ο αγοραστής και ήδη καθ' ού, την επιστροφή των 130.000 ευρώ, πλέον των εξόδων του, που είχε μέχρι τότε προκαταβάλει στον ανακόπτοντα και τα οποία, εφόσον δεν αναγράφονταν στο προσύμφωνο, δεν θα μπορούσε να τα εισπράξει με την ανωτέρω πρώτη συμφωνία, παρά μόνο προσφεύγοντας στα Δικαστήρια και αξιώνοντας την επιστροφή τους με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα και δεν συνομολογήθηκε ο όρος αυτός ούτε για να περιφρουρήσει την εκτέλεση της οριστικής σύμβασης, ούτε για να διευκολύνει τη διάλυση της σύμβασης, όπως αυτό σαφώς αποδείχθηκε από τις καταθέσεις αμφότερων των μαρτύρων, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που περιλαμβάνονται ειδικότερα στα υπ' αριθμ. 29.309/2006 πρακτικά αυτού και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη και από το Δικαστήριο αυτό ως δικαστικά, τεκμήρια.
Ότι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την υπογραφή του προσυμφώνου διερράγησαν οι σχέσεις μεταξύ των συμβληθέντων, ανεφάνησαν αμέσως έριδες και εξέλιπε η μεταξύ τους εμπιστοσύνη και από το φθινόπωρο του έτους 2004 επικοινωνούν με εξώδικα. Έτσι, μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2004 και αφού πλέον υπήρχε η δυνατότητα κατάρτίσης της οριστικής σύμβασης (συμβολαίου), οι διάδικοι δεν προχώρησαν άμεσα σ1 αυτή, αλλά εξαιτίας των προβλημάτων, που ήδη είχαν αναφανεί στη σχέση τους, κλονίσθηκε η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ τους και λόγω της δυσπιστίας, πλέον του ενός προς τον άλλον, ξεκίνησαν, από την 19-11-2004 και για ένα μήνα περίπου, την ανταλλαγή πληθώρας εξώδικων δηλώσεων και προσκλήσεων, με τις οποίες ο καθένας απέδιδε στον άλλο ευθύνες για την ανώμαλη εξέλιξη της σχέσης τους και τη μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.
Ειδικότερα, αφού εκδόθηκε η άδεια οικοδομής και άρχισαν οι εκσκαφές επί του οικοπέδου, ο εργολάβος με την από 19-11-2004 εξώδικη δήλωση, που επέδωσε στον αγοραστή, τον κάλεσε στις 23-11-2004 να υπογράψουν τις δηλώσεις φόρου μεταβίβασης και στις 30-11-2004 να προβούν στην σύνταξη του οριστικού συμβολαίου. Οι διάδικοι εμφανίσθηκαν στις 23-11-2004 ενώπιον της ορισθείσας συμβολαιογράφου πλην, όμως, ο καθ' ου δεν υπέγραψε τις δηλώσεις φόρου μεταβίβασης γιατί έλειπαν διάφορα έγγραφα, τα οποία κατά την άποψη του ήταν απαραίτητα για την υπογραφή των δηλώσεων, ενώ κατά την άποψη του ανακόπτοντος δεν απαιτούνταν και θα υπήρχαν κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.
Στη συνέχεια, ο καθ' ου κοινοποίησε στον ανακόπτοντα την από 23-11-2004 εξώδικο, με την οποία τον καλούσε να προσκομίσει στις 30-11-2004 τα έγγραφα "τροποποίησης εργολαβικού, διανομής οικοπεδούχων, συμβόλαιο προσκύρωσης, κατόψεις και άδειες επικυρωμένες από την Πολεοδομία κλπ". Στις 25-11-2004, ο ανακόπτων κάλεσε τον καθ' ου στην συμβολαιογράφο ο οποίος δεν προσήλθε (βλ.8941/25.11.2004 πράξη της συμβολαιογράφου) και ο πωλητής προσκόμισε στη συμβολαιογράφο τα αναφερόμενα στην σχετική συμβολαιογραφική πράξη οκτώ έγγραφα.
Στην συνέχεια, στις 30-11-2004, η οποία είχε ορισθεί καταληκτική ημερομηνία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, εμφανίσθηκαν οι συμβαλλόμενοι στην συμβολαιογράφο πλην, όμως, ο καθ' ου δήλωσε ότι θα υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο μόλις προσκομισθεί το πιστοποιητικό μεταγραφής της διανομής των οικοπέδων (βλ. 8955/30.11.2004 πράξη της συμβολαιογράφου).
Ακολούθως ο καθ' ου με την από 8-12-2004 εξώδικο του προς τον ανακόπτοντα δηλώνει ότι για να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο πρέπει πρώτα να υπογραφεί και λεπτομερής συγγραφή υποχρεώσεων, για τη κατασκευή του προσυμφωνηθέντος ακινήτου, το περιεχόμενο της οποία αναφέρει στην εν λόγω δήλωση και τον καλεί στις 9-12-2004 στην συμβολαιογράφο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, παρότι η σχετική συγγραφή υποχρεώσεων είχε υπογραφεί κατά την σύνταξη του προσυμφώνου, όπως προαναφέρθηκε.
Την επόμενη ημέρα, ήτοι την 9-12-2004 επιδόθηκε στον καθ' ου η ανακοπή η από 8-12-2004 εξώδικη απάντηση του ανακόπτοντος στην ανωτέρω πρόσκληση, στην οποία διατεινόταν ότι δεν είχε αντίρρηση να συνταχθεί το οριστικό συμβόλαιο, εφόσον όμως διορθώνονταν οι δηλώσεις τους προς την αρμόδια εφορία ως προς το συνομολογηθέν τίμημα ώστε να αναγραφεί σ' αυτό όλο το υπολειπόμενο ποσό αυτού, που ανέρχονταν σε-281.000 ευρώ (190.000 ευρώ που αναφέρονταν στο προσύμφωνο και τα υπόλοιπα των 91.000 ευρώ που αναφέρονταν στο προαναφερόμενο αντέγγραφο ή 411.000 - 130.000), ενώ του έθεσε και προθεσμία οκτώ ημερών προκειμένου, εάν συμφωνούσε, να προσέλθει για τη διόρθωση των δηλώσεων στην εφορία, δηλώνοντας του ταυτόχρονα ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας θα υπαναχωρούσε από την σύμβαση.
Η εξώδικος αυτή επιδόθηκε στον καθ' ου στις 09.20 π.μ., ήτοι πριν από την ορισθείσα από τον καθ1 ου ώρα για την προσέλευση στην συμβολαιογράφο, στην οποία δεν απάντησε αυτός ούτε προφορικά, αλλά αντ' αυτού στις 12.00 μ.μ. εμφανίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου (με αναγραφόμενο τίμημα αυτό των 190.000), πλην, όμως, δεν εμφανίσθηκε ο αιτών και συντάχθηκε η αριθ. 8984/9.12.2004 πράξη της συμβολαιογράφου, στην οποία και περιλήφθηκε δήλωση του αγοραστή ότι προτίθεται να προβεί στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης με αυτοσύμβαση σε άλλη ημέρα, που ο ίδιος θα καθορίσει.
Μάλιστα στη συνέχεια με την από 13-12-2004 εξώδικη δήλωση του αγοραστή προς την παραπάνω συμβολαιογράφο ο τελευταίος, αφού αναφέρθηκε στην κατά τους ισχυρισμούς του ηθελημένη καθυστέρηση του εργολάβου για την υπογραφή της οριστικής σύμβασης, δήλωσε ότι προτίθεται να προβεί σε υπογραφή του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση την 15-12-2004 και ώρα 12.00 και καλούσε τη συμβολαιογράφο να "...είστε καθόλα έτοιμη καθόσον έχετε όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την υπογραφή του ...", με ρητή μάλιστα αναφορά ότι σε περίπτωση άρνησης της θα αξιώσει και από την ίδια την ικανοποίηση οποιασδήποτε ζημίας του.
Ακολούθως η ως άνω συμβολαιογράφος με την από 14-12-2004 εξώδικη δήλωση της, που επιδόθηκε αυθημερόν στους ήδη διαδίκους, και σε απάντηση της από 13-12-2004 ως άνω εξώδικης δήλωσης, δήλωσε ότι λόγω των διαφωνιών των συμβαλλομένων (τις οποίες και φυσικά γνώριζε, αφού οι περισσότερες από τις μεταξύ τους ανταλλαγείσες εξώδικες δηλώσεις κοινοποιούνταν και στην ίδια), έχει ήδη υποβάλει σχετική αίτηση προς το Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης (αρ.
πρωτ. 848/9-12-2004) ζητώντας την άδεια υπογραφής του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, ότι έχουν υπογραφεί και κατατεθεί οι δηλώσεις φόρου μεταβίβασης, οι οποίες συνετάγησαν με βάση το προσύμφωνο και ότι από τον έλεγχο των κατόψεων της υπ' αριθμ. 2098/20-10-2004 οικοδομικής άδειας, που της προσκομίσθηκαν, διαπίστωσε αλλαγή ως προς το εμβαδόν των δύο υπογείων χώρων και ζήτησε, προκειμένου να προβεί στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, α) τη διόρθωση του εργολαβικού συμβολαίου και νέο πίνακα εμβαδών και ποσοστών, β) τη διόρθωση του προσυμφώνου και γ) τη διόρθωση των φορολογικών δηλώσεων.
Σημειώνεται ότι η διαφορά των περιγραφομένων στο προσύμφωνο υπογείων χώρων με τις θεωρημένες κατόψεις της οικοδομικής άδειας προσδιορίζεται: 1)στο Α υπόγειο α)ο κλειστός χώρος πάρκινγκ στο μεν προσύμφωνο έχει εμβαδόν 32,85 τ.μ., στη δε κάτοψη 26,51 τ.μ., δηλαδή εμφανίζεται μικρότερο κατά 6,34 τ.μ., β) ο αποθηκευτικός χώρος στο μεν προσύμφωνο έχει εμβαδόν 23,43 τ.μ., στη δε κάτοψη 29,59 τ.
μ., δηλαδή εμφανίζεται μεγαλύτερος κατά 6,16 τ.μ., και 2) στο Β υπόγειο ο αποθηκευτικός χώρος στο μεν προσύμφωνο έχει εμβαδόν 32,85 τ.μ., στη δε κάτοψη 26,51 τ.μ., δηλαδή εμφανίζεται μικρότερος κατά 6,34 τ.μ. Ακολούθως την 15-12-2004 ο καθ' ου επέδωσε νέα εξώδικο πρόσκληση στον ανακόπτοντα στην οποία αφού επικαλούταν εξαπάτηση του από τον εργολάβο, ακολούθως του έτασσε προθεσμία δύο ημερών προκειμένου να προβεί στις αναφερόμενες αναλυτικά στην εξώδικο του τροποποιήσεις της οικοδομικής άδειας, ώστε να συμφωνούν τα ποσοστά που αναφέρονταν σ' αυτή με τα ποσοστά που είχε προσυμφωνήσει να αγοράσει.
Επίσης την ίδια ημέρα κατέθεσε στην συμβολαιογράφο γνήσιο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 00045484-2 επιταγής της Τράπεζας ΡRΟΒΑΝΚ Α.Ε. ποσού 110.000 ευρώ, εκδόσεως του ίδιου σε διαταγή του πωλητή - εργολάβου εκδόσεως την 21-6-2004 και δήλωσε ότι η εν λόγω επιταγή κατατίθεται στην συμβολαιογράφο "...ως μερική καταβολή για αγορά του ακινήτου, που αναφέρεται στο με αριθμό: 8450/2004 προσύμφωνο συμβόλαιο, προς απόδειξη της καταβολής του άνω ποσού από τον εμφανισθέντα στον Β.
Ψ. κατά δήλωση του", όπως αναφέρεται στη συνταχθείσα από τη συμβολαιογράφο σχετική 9006/15-12-2004 πράξη κατάθεσης εγγράφων. Η εν λόγω δε επιταγή είχε δοθεί στον ανακόπτοντα και είχε ήδη πληρωθεί από τον καθ' ου κατά την υπογραφή του προσυμφώνου και είχε καταλογισθεί στην προκαταβολή των 130.000 ευρώ, η οποία και δεν εμφανιζόταν στο προσύμφωνο.
Έτσι μετά τα παραπάνω ο ανακόπτων και προκειμένου να προστατέψει τα συμφέροντα του και για το λόγο ότι, όπως κατέθεσε η μάρτυρας αποδείξεως τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και εξεταζόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (υπ' αριθμ. 29309/2006 πρακτικά), υφίστατο κίνδυνος ο αγοραστής να προβεί σε μεταβίβαση της κατοικίας στον εαυτό του με αυτοσύμβαση, όπως είχε δικαίωμα από το προσύμφωνο και το ποσό των 110.000 ευρώ της επιταγής να υπολογισθεί στο αναγραφέν στο προσύμφωνο τίμημα των 190.000 ευρώ και επιπρόσθετα να μη εισπράξει και το υπόλοιπο εκτός συμβολαίου τίμημα των 91.000 ευρώ, για την πληρωμή του οποίου δεν είχε λάβει οποιαδήποτε εξασφάλιση, με την από 16-12-2004 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε στον τον καθ' ου την 17-12-2004 (βλ.
την 292Β'/17-12-2004 έκθεση επίδοσης του δικ. Επιμελητή Α. Σ.), αφού αναφέρεται στο περιεχόμενο της από 8-12-2004 προηγούμενης εξώδικης δήλωσης του και στην δηλωθείσα άρνηση με την από 15-12-2004 εξώδικη δήλωση του αγοραστή να προβεί στη διόρθωση των δηλώσεων ώστε να περιληφθεί το συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο τίμημα των 281.000 ευρώ και επιπρόσθετα ότι η μέχρι τότε συμπεριφορά του καθ' ου ήταν κακόπιστη και ότι η απόκλιση που παρουσιάζεται μεταξύ των κατόψεων της άδειας και τον πίνακα κατανομής ποσοστών είναι ελάχιστη, δήλωσε ότι υπαναχωρεί "...από αποκλειστική και μόνο υπαιτιότητα..." του καθ' ου από την μεταξύ τους συμφωνία και επιφυλάσσεται για περαιτέρω αποζημίωση.
Ότι ο εκκαλών με την έφεση του και με τον 6° λόγο αυτής ισχυρίζεται, ενσωματώνοντας σ' αυτόν το από 28-2-2005 έγγραφο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, με το οποίο το Δ.Σ. αυτού εκφράζει τη γνώμη ότι για τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου πρέπει να προηγηθεί διόρθωση και τροποποίηση του προσυμφώνου και των δηλώσεων προς την εφορία ώστε να προσαρμοσθούν στις κατόψεις της οικοδομικής άδειας (άποψη που είχε ήδη εκφράσει και στην από 13-12-2004 δήλωση της η συμβολαιογράφος), ότι και ο ίδιος ζήτησε τις ως άνω διορθώσεις από τον εργολάβο.
Όμως από τη προαναφερθείσα από 15/12/2004 εξώδικη δήλωση του ρητά προκύπτει ότι ζήτησε από τον εργολάβο την εντός δύο ημερών προσκόμιση "διορθωμένα και επικυρωμένα την υπ' αριθμό 46772/2004 οικοδομική άδεια, κατόψεις και πίνακα ποσοστών σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα και συνυπογραφέντα μεταξύ μας, μαζί με όλες τις τυχόν τροποποιήσεις που έχετε πραγματοποιήσει", όπως επί λέξει αναγράφεται, και ουδόλως αναφέρεται ότι προτίθεται να αποδεχθεί την υποδεικνυόμενη από τη συμβολαιογράφο λύση της διόρθωσης του προσυμφώνου και των δηλώσεων ώστε να συμφωνούν με την εκδοθείσα οικοδομική άδεια, ενόψει μάλιστα του ότι οι διαφοροποιήσεις στο εμβαδόν των υπογείων, όπως παραπάνω αναφέρθηκαν ήταν πολύ μικρής έκτασης, τέτοια δε προβλήματα συνήθως προκύπτουν όταν η έκδοση της οικοδομικής άδειας έπεται της κατάρτισης του προσυμφώνου πώλησης, όπως εν προκειμένω και ήταν ευχερές να επιλυθούν με τις προτεινόμενες διορθώσεις από τη συμβολαιογράφο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ως προς την κρίση, αν μικρές παρεκκλίσεις από την προσδιορισμένη με τη σύμβαση, κατά ποσό και ποιο, παροχή ή αντιπαροχή δεν συνιστούν κακή εκπλήρωση, εφαρμόζεται και η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.
Μάλιστα ο αγοραστής δεν ζήτησε μείωση του τιμήματος για τα τ.μ. κατά τα οποία μειώθηκε το εμβαδόν του Β' υπογείου (6,34), ούτε άσκησε οποιοδήποτε άλλο νόμιμο δικαίωμα του, αλλά επέμενε στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση με βάση το προσύμφωνο, που όμως ήταν πλέον αντικειμενικά αδύνατη, αφού υπήρχαν διαφοροποιήσεις που επιβλήθηκαν από την πολεοδομία κατά την έκδοση της οικοδομικής αδείας.
Ότι ακολούθως ο καθ' ου αντέδρασε επιδίδοντας στον ανακόπτοντα, την 20-12-2004, πρώτο εκτελεστό απόγραφο του υπ' αριθμ.... προσυμφώνου της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, με συνημμένες σ'αυτό τις δύο τελευταίες εξώδικες δηλώσεις του ανακόπτοντα καθώς και την από 13-12-2004 εξώδικη δήλωση της συμβολαιογράφου, προκειμένου να αποδείξει εγγράφως την συμβατική υπαναχώρηση του πωλητή από το προσύμφωνο, λόγω μεταμέλειας του και ταυτόχρονα επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επέτασσε να του καταβάλλει το ποσό των 135.000 ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 110.000 ευρώ που είχε ήδη καταβάλει δια της προαναφερθείσας επιταγής έναντι του τιμήματος του προσυμφωνηθέντος ακινήτου και το ποσό των 20.000 ευρώ που του είχε καταβάλει ως αρραβώνα καθώς και τα έξοδα και την αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου του για τη σύνταξη της επιταγής και συνολικά το ποσό των 267.077,18 ευρώ.
Στη συνέχεια ο ανακόπτων, μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης επιταγής και την άσκηση της ανακοπής κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό της προκαταβολής των 130.000 ευρώ, το οποίο και εισέπραξε ο καθ' ου, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αλλά και ο ίδιος συνομολογεί. Σύμφωνα όμως με όσα αναλυτικά προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι η υπαναχώρηση του ανακόπτοντος δεν ασκήθηκε λόγω μεταμέλειας του και κατ' ενάσκηση του συμβατικού δικαιώματος του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, αλλά αυτός άσκησε δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης, αφού πρώτα έταξε εύλογη προθεσμία στον καθ' ου να προσέλθει για τη διόρθωση των δηλώσεων και την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, οι συνέπειες της οποίας (υπαναχώρησης), όμως, κατά τα προαναφερθέντα, δεν ρυθμίζονταν από το ανωτέρω προσύμφωνο, αλλά μόνο από το νόμο.
Η υπαναχώρηση εξάλλου αυτή του ανακόπτοντος, με την οποία λύθηκε η συμβατική σχέση των διαδίκων αναδρομικά, από τότε που καταρτίσθηκε, είχε ως συνέπεια και την κατάργηση των πρόσθετων συμφωνιών, στις οποίες ο καθ1 ου στηρίζει τις επίδικες αξιώσεις του και ως εκ τούτου δεν υφίσταται πλέον νόμιμη αξίωση του καθ' ου ως προς αυτές.
Πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι ο ανακόπτων επέστρεψε στον καθ' ου η ανακοπή το ποσό του προκαταβληθέντος (εκτός προσυμφώνου συμβολαίου) τιμήματος των 130.000 ευρώ, δεν αποδεικνύει ότι ο ανακόπτων ομολογεί τη δική του υπαιτιότητα για τη μη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, όπως υπολαμβάνει ο εκκαλών-καθ' ου η ανακοπή στον τρίτο λόγο της έφεσης του, αλλά η επιστροφή του εν λόγω ποσού επιβαλλόταν από το ότι με την νόμιμη υπαναχώρηση του επήλθε λύση της κύριας σύμβασης, της προσυμφωνηθείσας δηλαδή πώλησης του ακινήτου, αποτέλεσμα της οποίας ήταν κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, η υποχρέωση απόδοσης της ληφθείσας παροχής κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή εν προκειμένω του προκαταβληθέντος τιμήματος.
Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι αντίθετη από την κατά τα παραπάνω κρίση περί άσκησης από τον εφεσίβλητο-ανακόπτοντα-εργολάβο νόμιμης υπαναχώρησης, δεν μπορεί να στηριχθεί στο γεγονός ότι ο τελευταίος, μετά από σχετική μηνυτήρια αναφορά του εκκαλούντος, παραπέμφθηκε με την υπ' αριθμ. 130/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης να δικασθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για απόπειρα απάτης για τη μείωση του εμβαδού κατόψεων, όπως η αποδιδόμενη πράξη περιγράφεται στο από 30-7-2007 κλητήριο θέσπισμα, που ο εκκαλών ενσωματώνει στον όγδοο λόγο της υπό κρίση έφεσης του.
Κατ'ακολουθίαν, και με βάση αυτά τα περιστατικά όμως και σύμφωνα με όσα στην αρχή της παρούσας σκέψης διαλαμβάνονται η προαναφερόμενη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, δηλαδή η από 20-12-2004 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντίγραφου εξ απογράφου του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευδοκίας Παρσελιά - Παπαϊωάννου, είναι άκυρη και συντρέχει νόμιμος λόγος ακύρωσης της από το Δικαστήριο (άρθρα 533 παρ. 1, 904 παρ. 1, 915, 918 παρ. 4, 921 Κ.Πολ.Δ.), καθ' όσον η βεβαιούμενη με τον ως άνω εκτελεστό τίτλο απαίτηση δεν υφίσταται, αφού μετά την νόμιμη υπαναχώρηση του εφεσίβλητου-ανακόπτοντος - πωλητή λύθηκε η συμβατική σχέση των διαδίκων αναδρομικά, από τότε που καταρτίσθηκε, καθώς και η πρόσθετη συμφωνία περί ποινικής ρήτρας και δεν πρόκειται για απαιτήσεις από τη ρυθμιζόμενη κατά τον προαναφερθέντα έβδομο όρο του εκτελούμενου προσυμφώνου συμβατική υπαναχώρηση, στην οποία στηρίζει ο καθ' ου η ανακοπή τις δια της ανακοπτόμενης επιταγής αξιώσεις του.
Μετά ταύτα, έκρινε ότι η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε ομοίως, αλλά με διαφορετική αιτιολογία, και δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής και εν μέρει τον πρώτο πρόσθετο αυτής λόγο, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυριζόταν ότι η υπαναχώρησή του από το προσύμφωνο, δυνάμει του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του και η ματαίωση κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου μεταξύ των διαδίκων, δεν οφείλεται στην άσκηση του συμβατικού δικαιώματός του να υπαναχωρήσει από την σύμβαση λόγω μεταμέλειας του, όπου στηρίζει ο καθ' ού τις αξιώσεις του αλλά στην υπαναχώρησή του από το προσύμφωνο κατ ενάσκηση νομίμου δικαιώματός του, λόγω υπαιτιότητας και δη υπερημερίας του αντισυμβαλλομένου του καθ' ού, ως παραδεκτό, νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο και ακύρωσε την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή έστω και με διαφορετικές και ελλιπείς εν μέρει αιτιολογίες, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της ως άνω, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών προβάλλει αιτιάσεις κατά της παραδοχής με την εκκαλούμενη απόφαση του ως άνω λόγου της ανακοπής και δεν αναφέρθηκαν ειδικότερα παραπάνω, ως αβάσιμοι.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ'αριθμό ... προσυμφώνου συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσελιά-Παπαϊωάννου, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και προσέφυγε στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αφού διαπίστωσε αμφιβολία ως προς την αληθή έννοια των δηλώσεων βουλήσεως που διατυπώθηκαν στον έβδομο όρο του ως άνω προσυμφώνου.
Με την ερμηνεία δε που έδωσε δεν παραβίασε τους κανόνες αυτούς. Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ.14, 20, 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 193 Κ.Πολ.Δ., δεν επιτρέπεται προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης. Σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, στα οποία περιλαμβάνεται κατ' άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
και η αμοιβή του δικηγόρου, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης. Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα και συνεπώς και για την έφεση. (ΑΠ 777/2007, ΑΠ 781/2006, ΑΠ 54/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 191 §§ 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., για την επιδίκαση των δικαστικών εξόδων πρέπει να υποβληθεί σχετικό αίτημα, ενώ, εάν δεν υποβληθεί κατάλογος εξόδων, το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάριση τους, αν έχει υποβληθεί αίτημα για την επιδίκαση τους.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 98 § 1, 100, 107 και 110 του Κώδικα περί Δικηγόρων (κυρ. ν.δ. 3026/1954) συνάγεται ότι, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, και για τη σύνταξη προτάσεων, προκειμένου μεν περί του δικηγόρου του ενάγοντος, το ποσοστό αυτό ορίζεται σε 1%, προκειμένου δε περί του -δικηγόρου του εναγομένου σε 2%.
Κατά δε το άρθρο 103 του ιδίου Κώδικα με την αγωγή εξομοιώνεται και η ανακοπή κατά πράξεων κάθε μορφής αναγκαστικής εκτελέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 933 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αντιρρήσεις του καθ' ου η εκτέλεση που αφορούν το έγκυρο του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως ή την απαίτηση ασκούνται μόνο με ανακοπή.
Η ανακοπή αυτή είναι μία ειδικότερη μορφή της ανακοπής του άρθρου 583 Κ.Πολ.Δ. και με αυτή ο ανακόπτων αμύνεται εναντίον της εκτελέσεως, που επισπεύδεται εις βάρος του, στη διαδικασία της οποίας θέση ενάγοντα επέχει ο δανειστής που επισπεύδει την εκτέλεση, ενώ ο καθ' ου η εκτέλεση επέχει θέση εναγομένου.
Αίτημα της ανακοπής αυτής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένων πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως και η προσβολή αυτής και όταν δεν αφορά την απαίτηση στηρίζεται σε ελαττώματα της διαδικασίας. Η αξία του αντικειμένου της εν λόγω ανακοπής, προκειμένου να υπολογισθούν οι αμοιβές των δικηγόρων, ταυτίζεται πάντοτε με το χρηματικό ποσό για το οποίο επισπεύδεται η εκτέλεση και όταν ακόμη η προσβαλλομένη με την ανακοπή αντίρρηση δεν αφορά την ιδία του απαίτηση αλλά το κύρος των πράξεων της εκτελέσεως.
Και τούτο διότι η απαίτηση αποτελεί το υπόβαθρο της εκτελέσεως, η οποία διενεργείται προς ικανοποίησή της (ΑΠ 1114/2005, ΑΠ 328/2003). Στην προκειμένη περίπτωση η εκτέλεση επισπεύσθηκε προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση του καθ' ού η ανακοπή, συνολικού ποσού 265.000 ευρώ, και ως εκ τούτου μόνο η αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου του ανακόπτοντος - καθ' ού η εκτέλεση, που επέχει κατά τα προναφερθέντα θέση εναγομένου, ανέρχεται σε 5.300 ευρώ (265.000 Χ 2%).
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του, προσδιόρισε συνολικά τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος στο ποσό των 6.000 ευρώ και υποχρέωσε τον καθ' ού στην καταβολή τους, με ρητή μάλιστα αναφορά ότι η αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου του ανακόπτοντος προσδιορίζεται βάσει της απαίτησης, ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων εφάρμοσε, αφού το υπόλοιπο ποσό των 700 ευρώ αφορά τα λοιπά έξοδα (παραστάσεις, επιδόσεις, αντίγραφα, χαρτόσημα κλπ).
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε τον οικείο (11ο) λόγο της εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών προέβαλε αιτίαση σχετικά με την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη και το ύψος αυτής (επιδικασθείσης στον ανακόπτοντα), ως αβάσιμο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις.
Συνεπώς ο τελευταίος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2010 αίτηση του Γ. Δ. Κ., περί αναιρέσεως της υπ'αριθμό 2.785/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ