Legislator Case Law & Legislation
756/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim due to lack of proven continuous possession for twenty years.

Case Number 756/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that adverse possession had transferred ownership based on twenty years of water usage, but the court found no evidence of continuous possession or intent to own. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 19, 559 of the Code of Civil Procedure; Article 1045 of the Civil Code: Adverse possession requires continuous possession for twenty years with clear intent to own, which was not proven in this case.

Keywords

AI generated
adverse possession twenty year period property ownership civil procedure appeal continuous possession legal costs intent to own

Cited Legislation

AI generated
Article 1033 of the Civil Code
Articles 974, 1045, and 1051 of the Civil Code
Articles 239, 513, 1033, and 1191 of the Civil Code
Articles 1 and 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 756 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 756/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Φανής Παναγοπούλου.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Ρηγόπουλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 621/2006 του ιδίου Δικαστηρίου, 265/2014 του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-2-2015 αίτησή του.

Ο αναιρεσείων με την από 8-10-2015 κλήση του επανέφερε, μετά από ματαίωση λόγω εκλογών την υπόθεση προς συζήτηση στη νέα δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα, εάν συντρέχει προς τούτο λόγος, να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις μεταξύ άλλων είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η περιτοίχιση, η φύλαξη, η καλλιέργεια, η χρήση των εντός αυτού εγκαταστάσεων, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα κ.ά, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ, 1033 και 1191 ΑΚ προκύπτει, ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή, μόνο η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της συμβάσεως, πλην όμως, έναντι του αληθινού κυρίου, δεν είναι ισχυρή η εν λόγω μεταβίβαση, αφού γι’ αυτήν απαιτείται να είναι κύριος αυτός που μεταβιβάζει.

Συνεπώς, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο. Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 20/2011).

Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεξαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την ένδικη, αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου, αγωγή του αναιρεσείοντος "Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 154,81 τ.μ, το οποίο βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού της Κοινότητας ..., και στην ειδική θέση "...", όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ...

στο από Ιουνίου του έτους 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Μ., και συνορεύει βόρεια επί πλευράς Α-Δ μήκους 13 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Ν. (εναγομένου - εκκαλούντα), νότια επί πλευρά μήκους 11,10 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. συζ. Α. Ν., (συζύγου εναγομένου - εκκαλούντα), ανατολικά επί πλευράς Δ-Γ, μήκους 11,50 μέτρων με ιδιοκτησία Β.

Μ. (πατέρα του ενάγοντα - εφεσίβλητου) και δυτικά επί πλευράς Α-Β, μήκους 14,50 μέτρων με κοινοτική οδό. Το ανωτέρω ακίνητο αποτελεί τμήμα, του ακινήτου του εναγομένου - εκκαλούντα εμβαδού 344,06 τ.μ, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ...-..., το οποίο συνορεύει σήμερα βόρεια, με ιδιοκτησία Π. Δ., ανατολικά με ιδιοκτησία Β.

Μ. (πατέρα του ενάγοντα-εφεσίβλητου), νότια με ιδιοκτησία Ε. συζ. Α. Ν. (συζύγου εναγομένου - εκκαλούντα), πρώην Θ. Μ. και δυτικά με Κοινοτική οδό. Εντός του ως άνω οικοπέδου και σε απόσταση ενός (1) περίπου μέτρου από την νότια πλευρά του, υπήρχε ένα πηγάδι από το τέλος του 19ου αιώνα που ονομάζονταν το "...", έχοντας πάρει την ονομασία του από την αρχική ιδιοκτήτρια του Α.

Ζ.-Τ.. Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στην Σ. συζ. Α. Δ.Ζ. (γιαγιά του εναγομένου - εκκαλούντα), δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1914 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Ναυπλίου Ιωάννη Ν.Τσολακόπουλου, νομίμως μεταγραφέντος, με αγορά από την εξαδέλφη της Α. θυγατέρα Η. Ζ.-Τ.. Στην τελευταία, είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με αγορά δυνάμει του υπ’ αριθμ .../1905 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ‘ Αργους Γεωργίου Κορδοπάτη και κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου εκ πατρικής κληρονομιάς.

Στο προαναφερθέν υπ’ αριθμ. .../1914 συμβόλαιο, αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται ένα γιούρτιον εντός του χωρίου ..., ημίσεως στρέμματος περίπου, συνορευόμενο γύρω, με ιδιοκτησία Θ. Μ., Π. Ζ. και με φρέαρ. Στη συνέχεια η Σ. συζ. Α.Ζ. με το υπ’ αριθ..../22-2-1930 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του άλλοτε Συμβολαιογράφου Αργούς Σωκράτους Γ.

Κιτζίρη, νομίμως μεταγραφέντος, μεταβίβασε λόγω προίκας το ως άνω οικόπεδο κατά επικαρπία στον Ι. Γ. Ν. και κατά ψιλή κυριότητα στην θυγατέρα της Σ., ήτοι στους γονείς του εναγομένου - εκκαλούντα. Το έτος δε 1967 η Σ. συζ. Ι. Ν., μετά τον θάνατο του ως άνω συζύγου της, μεταβίβασε αυτό άτυπα στον υιό της εναγόμενο - εκκαλούντα, ο οποίος έκτοτε το κατέχει και το νέμεται με διάνοια κυρίου, όπως και οι δικαιοπάροχοι του, και ειδικότερα καλλιεργούσε το βόρειο μέρος αυτού με κηπευτικά και στο νότιο μέρος πλησίον του φρέατος-πηγαδιού τοποθετούσε μεγάλες ποσότητες από δεμάτια κλαδιών, κ.λ.π.

Το φρέαρ-πηγάδι, που προαναφέρθηκε και το οποίο υπήρχε στη νότια πλευρά του επιδίκου, χρησιμοποιείτο από το έτος 1914, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες της ύδρευσης τους, τόσο οι οικογένειες των δικαιοπαρόχων του εναγομένου - εκκαλούντα, όσο και άλλες δέκα περίπου γειτνιάζουσες και ομοχώριες οικογένειες των, Σ.

Ι.Ν., Π., Α. Σ., Δ. Τ., Θ. Τ., Ν. Σ., Α. Κ., Α. Σ. και Μ. Τ.. Οι ανωτέρω οικογένειες αντλούσαν νερό από το πηγάδι, το οποίο λειτουργούσε με τριχιά και κουβά και όχι με χειροκίνητο μαγγάνι, ενώ σε μικρή απόσταση απ’ αυτό είχαν τοποθετήσει δύο-τρεις γούρνες για το πότισμα των ζώων, μέχρι και το έτος 1940. Το έτος 1941 η ως άνω μητέρα του εναγομένου - εκκαλούντα έκλεισε με τσιμεντένια πλάκα το στόμιο του πηγαδιού, επειδή πλέον δεν είχε νερό και προς αποφυγή ατυχημάτων, ενώ οι λοιπές προαναφερθείσες οικογένειες που μέχρι τότε έπαιρναν νερό από το ως άνω πηγάδι με την ανοχή των ιδιοκτητών του, άνοιξαν στις ιδιοκτησίες τους δικά τους πηγάδια και έτσι δεν είχαν την οποιαδήποτε επαφή με το επίδικο εδαφικό τμήμα του οικοπέδου του εναγομένου - εκκαλούντα.

Ο ενάγων - εφεσίβλητος βέβαια με το υπ’ αριθμ ...3-10-1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου Χρήστου Χλέπα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου, στον τόμο ..., απέκτησε με αγορά από τους 1) Α. Σ. του Ν., 2) Π. σύζυγο Κ. Σ., 3)Δ. Τ. του Ε., 4) Α. Κ. του Β. και 5) Μ.

χήρα Δ. Τ., τα 5/11 εξ αδιαιρέτου του ως άνω επιδίκου ακινήτου, (ήτοι 1/11 από καθένα των ως άνω πωλητών), οι οποίοι στο ως άνω συμβόλαιο δήλωσαν ότι έχουν αποκτήσει το ως άνω ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες αυτό για τον εαυτό τους για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών. Η ανωτέρω μεταβιβαστική όμως δικαιοπραξία (πώληση) δεν προσπόρισε στον ενάγοντα - εφεσίβλητο συγκυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, για το λόγο ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοι του δεν είχαν καταστεί κύριοι του μεταβιβασθέντος από καθένα εξ αυτών, ποσοστού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού τόσον αυτοί, όσο και οι δικαιοπάροχοι τους δεν αποδείχτηκε ότι είχαν ασκήσει οποιαδήποτε πράξη νομής, ενώ το οποιοδήποτε δικαίωμα, αντλήσεως ύδατος από το υπάρχον εντός του επιδίκου πηγαδιού και της χρήσεως του περιβάλλοντος αυτό (πηγάδι) χώρου, αποσβέστηκε δια της αχρησίας, για το λόγο ότι, όπως προαναφέρθηκε, από το έτος 1940 το πηγάδι σταμάτησε να λειτουργεί, ενώ οι έως τότε δικαιοπάροχοι των ως άνω πωλητών, που αντλούσαν νερό, έκτοτε δεν είχαν ποια κανένα λόγο να χρησιμοποιούν το επίδικο ακίνητο.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται κυρίως από τις καταθέσεις των ως άνω πωλητών Π. Σ., Δ. Τ. οι οποίοι, ενώ στο προαναφερθέν συμβόλαιο έχουν δηλώσει ότι ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, και ότι έχουν καταστεί συγκύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, στις 3-4-1997 και 28-5-1997, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες ενώπιον της Πταισματοδίκου Άργους, μετά την από 10-6-1996 μήνυση, την οποία είχε υποβάλλει ο εναγόμενος - εκκαλών ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Άργους κατά των ως άνω πωλητών, καθώς και κατά των Β.

Μ., Π. Δ. και Γ. Μ., καταθέτουν τα ακόλουθα: α) η εξ αυτών Π. Σ.: "...Εγώ πήγα στο ... το 1959 που παντρεύτηκα τον Κ. Σ.... εγώ προσωπικά με τον άντρα μου δεν είχα πάρει νερό ούτε χρησιμοποιούσα αυτό το μέρος..." 2) Ο Δ. Τ.: "...Από το 1945 που θυμάμαι εγώ το πηγάδι δεν το χρησιμοποιούσαμε. Εγώ ήμουν στην Ελβετία και στην Γερμανία από το 1962 μέχρι το 1980 και εγώ προσωπικά δεν το χρησιμοποιούσα...".

Επίσης ο μάρτυρας Α. Σ. στην κατάθεση του, η οποία περιέχεται στη προαναφερθείσα ...2005 ένορκη βεβαίωση καταθέτει, ότι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1994, κατόπιν εντολής του εναγομένου -εκκαλούντα πραγματοποίησε εργασίες στο επίδικο, ότι γκρέμισε το στόμιο του πηγαδιού που ήταν σκεπασμένο με τσιμεντένια πλάκα και το μπάζωσε, ότι για τις ανωτέρω εργασίες τον πλήρωσε ο εναγόμενος -εκκαλών, και δεν εμφανίστηκε κάποιος άλλος για να διαμαρτυρηθεί, παρότι οι εργασίες διήρκεσαν αρκετές ημέρες και έγιναν αντιληπτές από τους γείτονες.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντα - εφεσίβλητου, ότι το επίδικο αποτελούσε τον περιβάλλοντα χώρο του πηγαδιού, ότι είχε παραχωρηθεί από κάποιον κάτοικο της περιοχής μαζί με το πηγάδι στις προαναφερθείσες έντεκα οικογένειες προκειμένου να αντλούν νερό, αλλά και για να χρησιμοποιούν τον περιβάλλοντα χώρο για το πότισμα των οικόσιτων ζώων τους, το πλύσιμο των ρούχων, ότι μετά το κλείσιμο του πηγαδιού περιήλθε στην συγκυριότητα των ως άνω οικογενειών καθώς και στους κληρονόμους τους, και ότι δεν περιέχεται στους προαναφερθέντες τίτλους, με τους οποίους ο τελευταίος απέκτησε την κυριότητα του ομόρου προς την βόρεια πλευρά με το επίδικο ακινήτου του, δεν αποδείχτηκε βάσιμος.

Ειδικότερα το εμβαδόν του ακινήτου του εναγομένου - εκκαλούντα, ανέρχεται σήμερα μαζί με το επίδικο τμήμα σε 344,06 τ.μ. Από αυτό, τμήμα εμβαδού 59,68 τ.μ., έχει παραχωρηθεί από τον εναγόμενο - εκκαλούντα προς τους Β. Μ. και Π. Δ. ως δίοδο μήκους 17 μέτρων και πλάτους 3,5 μ. βόρεια του ακινήτου του, σε εκτέλεση του υπ’ αριθμ 667/22-8-1994 πρακτικού συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Άργους, το οποίο τελικά οι τελευταίοι δεν αποδέχτηκαν.

Έτσι, αν αφαιρεθεί το επίδικο, το εμβαδόν του ακινήτου του εναγομένου - εκκαλούντα ανέρχεται σήμερα σε 189,25 τ.μ. Με τα προαναφερθέντα όμως υπ’ αριθμ. .../1905, .../1914 και .../1930 συμβόλαια το ακίνητο το οποίο μεταβιβάζεται στους δικαιοπαρόχους του εναγομένου - εκκαλούντα, ανέρχεται σε μισό περίπου στρέμμα. Περαιτέρω με το υπ’ αριθμ. ...1981 συμβόλαιο, με το οποίο ο Π.

Μ. μεταβιβάζει λόγω προίκας στον εναγόμενο -εκκαλούντα ένα ακίνητο 5.500 τ.μ, το οποίο βρίσκεται νότια του επιδίκου και το οποίο σήμερα ανήκει στην κυριότητα της συζύγου του εναγομένου - εκκαλούντα, στο ως άνω συμβόλαιο, ως βόρειο όριο του ως άνω ακινήτου αναγράφεται ο περίβολος του πηγαδιού ιδιοκτησίας Τ., γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι το επίδικο τμήμα δεν περιλαμβάνεται στο περιγραφόμενο στον ως άνω τίτλο ακίνητο.

Επίσης με τα προαναφερθέντα .../1914 και .../1930 συμβόλαια, μεταβιβάζεται στις δικαιοπαρόχους του ενάγοντα Σ. Ζ. και Σ. Ν. ένα γιούρτιον, εκτάσεως περίπου μισού στρέμματος, συνορευόμενον γύρωθεν με ιδιοκτησίες Θ. Μ., Π. Ζ. και με φρέαρ και όχι ο περιβάλλων χώρος του φρέατος. Ο περιβάλλων χώρος του φρέατος-πηγαδιού όμως, όπως προκύπτει και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α.

Τ. και Ν. Π., οι οποίες περιέχονται στα υπ’ αριθμ. 180/1996 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Άργους, και οι οποίες εξετάστηκαν κατά τη συζήτηση της από 31-7-1995 αγωγής, την οποία είχαν ασκήσει οι Β. Μ. και Π. Δ. κατά του εναγομένου - εκκαλούντα του Γ. Ν. Σ. Ν. και της Ε. Ν., με την οποία (αγωγή) ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/11 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν κατά το αυτό ποσοστό, ανέρχονταν κατά μεν την κατάθεση της μάρτυρος των ως άνω εναγόντων Α.

Τ. στα 20 τ.μ., ενώ κατά την κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων Ν. Π. σε 10 τ.μ. Επιπροσθέτως δε πρέπει να επισημανθεί ότι κανένας από τους εξετασθέντες μάρτυρες από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, δεν προσδιόρισαν πόσο ήταν το εμβαδόν του περιβάλλοντα το ως άνω πηγάδι χώρου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εναγομένου-αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχθέν ότι ο ενάγων-αναιρεσείων δεν απέκτησε τη συγκυριότητα του επιδίκου κατά το καταχθέν σε δίκη ποσοστό των 5/11 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, καθόσον αυτός με το επικαλούμενο μεταβιβαστικό, νόμιμα μεταγραφέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν απέκτησε την ένδικη συγκυριότητα, γιατί οι μεταβιβάσαντες σ’ αυτόν δεν είχαν καταστεί συγκύριοι του ενδίκου ακινήτου, κατά το επικληθέν από τον καθένα από αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον τόσο οι ίδιοι όσο και οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοί τους, δεν είχαν ασκήσει σ’ αυτό οποιαδήποτε πράξη νομής, ενώ η χρήση του πηγαδιού που βρισκόταν στο νότιο μέρος του επιδίκου και ήδη από το 1940 έχει περιπέσει σε αχρησία, γινόταν από τους επικαλουμένους ως απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα από το 1915 μέχρι το 1940 με την ανοχή των ιδιοκτητών του όλου ακινήτου (των 11/11) και απώτερων δικαιοπαρόχων του εναγομένου ήτοι με διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας άντλησης νερού (ΑΚ 1120), και όχι με διάνοια κυρίου και η οποία χρήση σε κάθε περίπτωση δεν καλύπτει τον απαιτούμενο κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ δίκαιο χρόνο χρησικτησίας που ήταν τριάντα χρόνια.

Ενόψει τούτων δεν παραβιάστηκε η προδιαληφθείσα και επικαλουμένη περί έκτακτης χρησικτησίας διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, καθώς και η αυτεπαγγέλτως προστιθέμενη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα (άρθρ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ), αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ως προς τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα, ώστε αυτοί να έχουν αποκτήσει συγκυριότητα, για να μπορούν να την μεταβιβάσουν στον τελευταίο.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω ζήτημα, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω μνημονευθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ενόψει τούτων, ο από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες υφίσταται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 1045 ΑΚ, καθόσον η χρήση του εντός του επιδίκου πηγαδιού και του περιβάλλοντος χώρου από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα, για την κάλυψη των αναγκών υδρεύσεως των ίδιων και των ζώων τους για διάστημα υπερβαίνον την εικοσαετία και δη από το 1914 μέχρι το 1940, τους προσπόρισε την κυριότητα του ακινήτου, ανεξάρτητα από το ότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι κατά τον επικαλούμενο χρόνο εφαρμόζεται η 20ετία του 1045 ΑΚ και όχι η 30ετία του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, είναι απαράδεκτες γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο κατά τα προεκτεθέντα δέχθηκε ότι υφίστατο δικαίωμα αντλήσεως ύδατος διανοία δικαιούχου και όχι διανοία κυρίου, το οποίο από το 1940 περιέπεσε σε αχρησία και αποσβέστηκε και ότι έκτοτε καμμία πράξη νομής ή κατοχής επί του επιδίκου, από τους εν λόγω δικαιοπαρόχους, δεν αποδείχθηκε.

Εξάλλου η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, δεν συμπεριλαμβάνεται σε εκείνες που, περιοριστικά κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ, μπορεί αυτεπάγγελτα να προταθούν από τον Εισηγητή και το οικείο αίτημα του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκε με τις προτάσεις του ήταν αλυσιτελές, ενώ η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. 182/1999 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου για συναφή υπόθεση, που αποφαίνεται διαφορετικά, δεν δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου, αφού δεν δημιουργεί δεδικασμένο για την ένδικη υπόθεση, αλλά και αν συνέβαινε τούτο και οι αποφάσεις αντέφασκαν θα ίσχυε κατ’ αρχάς το δεδικασμένο από τη νεώτερη απόφαση, με βάση την ημερομηνία έκδοσης, εφόσον αυτή δεν θα υπέκειτο πλέον σε έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν η προγενέστερη παρουσίαζε περισσότερα εχέγγυα ορθότητας όπως πχ αν είχε εκδοθεί από ανώτατο δικαστήριο, οπότε θα έπρεπε να υπερισχύσει, πράγμα το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν συμβαίνει, για την επικαλούμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (αρθρ. 321, 322, 324 και 544 παρ. 1 και 8 ΚΠολΔικ - ΑΠ 560/2016).

Εφόσον όμως απορρίπτεται η αναίρεση πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ, ενώ αυτός (αναιρεσείων) λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-2-2015 αίτηση του Γ. Μ. του Β. κατά του Α. Ν. του Ι., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 265/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ