Supreme Court allows appeal against municipal court awarding public holiday bonuses to civil servants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the Municipality of Xanthi against a lower court decision awarding public holiday bonuses to civil servants. The municipality argued that the legal basis for these bonuses was repealed by a subsequent law effective from January 1, 2013. The court found the lower court erred in applying the repealed statute and correctly recognized the invalidity of the bonuses under the new legal framework.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4), 576(2), 575, 226(4)(c)-(d) of the Code of Civil Procedure; Article 16 of Law 4024/2011; Article 559 of Law 4093/2012: The Supreme Court may proceed with the hearing of an appeal in the absence of the appellee if the appellant has served the appeal document and summoned the appellee, and the court must annul a judgment based on a repealed statutory provision if the lower court applied it erroneously.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 755/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 38/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΞΑΝΘΗΣ", που εδρεύει στην Ξάνθη και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Έλενας Χατζηλιάδου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Ν. του Σ., 2.Α. Σ. του Ν.,3.Α. Π. του Β., 4.Β. Α. του Ι., 5.Β. Σ. του Ι., 6.Γ. Β. του Μ.,7.Γ. Η. του Τ., 8.Γ. Π. του Α., 9.Γ. Α. του Θ., 10.Γ. Α. του Η., 11.Δ. Π. του Α., 12.Δ. Γ. του Σ., 13.Ζ. Α. του Α., 14.Θ. Π. του Ν., 15.Θ. Χ. του Μ., 16.Ι. Χ. του Ε., 17.Κ. Γ. του Ι., 18.Κ. Δ. του Χ.,19.Κ. Π. του Α., 20.Κ. Θ. του Π., 21.Κ. Δ. του Φ., 22.Κ. Π. του Γ., 23.Κ. Ε. του Σ., 24.Κ. Α. του Γ., 25.Κ. Χ. του Α., 26.Κ. Χ. του Γ., 27.Κ. Δ. του Σ., 28.Μ. Α. του Δ., 29.Μ. Π. του Μ., 30.Μ. Ι. του Ι., 31.Μ. Κ. του Φ., 32.Μ. Ι. του Α., 33.Μ. Φ. του Α., 34.Μ. Α. του Β., 35.Μ. Κ. του Ι., 36.Ξ. Γ. του Α., 37.Ξ. Μ. του Ι., 38.Ο. Α. του Σ., 39.Π. Δ. του Γ., 40.Π. Γ. του Ν., 41.Π. Π. του Ε., 42.Π. Κ. του Χ.,43.Π. Κ. του Γ., 44.Ρ. Λ.-Μ. του Θ., 45.Σ. Α. του Β., 46. Σ. Π. του Π., 47.Τ. Ι. του Μ., 48.Τ. Μ. του Π., 49.Τ. Ε. του Α., 50.Χ. Μ. του Δ., 51.Χ. Α. του Ι., 52.Ψ. Α. του Δ., 53.Χ. Π. του Α., 54.Ζ. Β. του Π., 55.Γ. Ι. του Χ., 56.Π. Π. του Κ., 57.Κ. Γ. του Κ., όλων κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν η 291/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 79/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-4-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Αν, δε, η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσιβλήτου, για τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολήν δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (ΑΠ 59/2022, 1582/2021). Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 31/2024, 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).
Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του συγκεκριμένου διαδίκου, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 20.4.2023 (με αρ. εκθ. κατ. 18/20.4.2023) αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι (αναιρεσίβλητοι) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς η δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ. ....2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Ε. Γ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 6.2.2024, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Αρετή Γενναδίου, ως πληρεξούσια δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων, η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 79/2021 απόφασης του, δικάσαντος ως εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των τότε, ήτοι στη δευτεροβάθμια δίκη, εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή της.
Συνακόλουθα, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολήν αυτής δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
2. Με την υπό κρίση από 20.4.2023 (με αρ. εκθ. κατ. 18/20.4.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 79/7.9.2021 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και εν μέρει, και δη μόνο ως προς το κεφάλαιο περί των τόκων, κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "Δήμος Ξάνθης" κατά της με αριθ. 291/2017, εκδοθείσας επίσης αντιμωλία των διαδίκων, απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Ξάνθης στις 20.4.2023 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 7.9.2021, δηλαδή κατατέθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 21.12.2016 (με αριθ.
εκθ. κατ. 359/22.12.2016) αγωγή τους προς το Ειρηνοδικείο Ξάνθης, απευθυνόμενη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "Δήμος Ξάνθης", ιστορούσαν τα εξής: Ότι είναι δημοτικοί υπάλληλοι συνδεόμενοι με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. (Δήμο) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αμειβόμενοι σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου.
Ότι μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4093/2012 και του ν. 4046/2021 το εναγόμενο δεν τους καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ότι, ωστόσο, οι οικείες διατάξεις είναι αντισυνταγματικές και αντίθετες στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και επομένως ανίσχυρες και ανεφάρμοστες. Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο (Δήμος) να καταβάλει σε καθέναν από τους πρώτη (1η) έως και πεντηκοστό έκτο (56ο) από αυτούς το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, στον δε πεντηκοστό έβδομο (57ο) το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (2.750) ευρώ, τα οποία ποσά αντιστοιχούν στα δώρα εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα των ετών 2014, 2015 και 2016, καθώς και στο επίδομα αδείας για τα ίδια έτη (2014, 2015 και 2016), νομιμοτόκως.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 291/2017 απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες (1η έως 57ο) το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και για το επίδομα αδείας των ετών 2015 και 2016 (για τις αντίστοιχες αξιώσεις του 2014 δέχθηκε ότι είχε επέλθει η διετής παραγραφή του ν. 4270/2014), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 18.12.2017 (με αρ. εκθ. κατ. 49/18.12.2017) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία το Δικαστήριο αυτό, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της περί καταβολής τόκων, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν των εναγόντων το παραπάνω ποσό, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, με υπολογιζόμενο τόκο σε 6% ετησίως. 4.
Από το συνδυασμό των άρθρων 4 παρ.1 και 5, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ.1 και 106 παρ.1 του Συντάγματος συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, 1280/2020, ΟλΣτΕ 431/2018).
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή. Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην όμως, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 E. κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 P. κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΟλΑΠ 2/2023, ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, 899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019).
Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παρ. 1 και 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κίνητρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ.
α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 3372/2015).
Ειδικότερα ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 ορίσθηκαν τα εξής : "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2.
Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5. Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους". Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο.
Στο πλαίσιο αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχως της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".
Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο και τους ως άνω φορείς του Δημοσίου υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.
Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους τους οποίους αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Εν προκειμένω, με την προαναφερθείσα διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης. Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022).
Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών-μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ. Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ. αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, C. E. V., σκ. 67 και C-64/16, A. S. dos J. P., σκ. 49 και 52).
Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α'38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης Αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική Αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ. έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011").
Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ. Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022).
Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος της 7.5.2013, σκ. 39 και 48, ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022).
Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022).
Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 1307/2019). Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαρ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των Ο.Τ.Α. και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 798/2021).
Περαιτέρω, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5, 22 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 798/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, 4/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού δέχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι δημοτικοί υπάλληλοι, συνδεόμενοι με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. (Δήμο Ξάνθης) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και δη καθένας από αυτούς [πρώτη (1η) έως και πεντηκοστό έβδομο (57ο)] από τα έτη 2002 έως και 2014, κατά περίπτωση, αποφάνθηκε περαιτέρω ως προς τα δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και τα επιδόματα αδείας ως εξής: "....Η μισθολογική τους κατάσταση διέπονταν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από τις διατάξεις του Ν. 4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου, οι πάσης φύσεως δεν μηνιαίες αποδοχές τους υπολείπονταν του ποσού των 3.000 ευρώ.
Ωστόσο, κατ' εφαρμογή της διάταξης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, οι ενάγοντες δεν έλαβαν τα δώρα των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2014, 2015 και 2016 καθώς και τα επιδόματα αδείας για τα ίδια έτη, καθ' ο μέρος τα δικαιούνταν. Με την προμνησθείσα διάταξη, ο νομοθέτης αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την εκ νέου μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, μέσω της πλήρους κατάργησης, αυτή τη φορά, των επιδομάτων εορτών και αδείας.
Με τα δεδομένα, όμως, που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4093/2012 η συγκεκριμένη κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, επήλθε με τον νόμο αυτό, με την επίδραση που αυτή άσκησε στην περαιτέρω μείωση των μισθοδοτούμενων από τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, συνυπολογιζόμενη με τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επεβλήθησαν διαδοχικώς επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους καθώς και τις αναφερόμενες στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας λοιπές μειώσεις του εισοδήματός τους με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσης, υπερβαίνει λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της φύσης της (πλήρης κατάργηση και όχι απλώς περαιτέρω μείωση), το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη.
Σημειώνεται, ότι στον ιδιωτικό τομέα ουδόλως εθίγησαν τα επίδικα επιδόματα, τα οποία, μάλιστα, συνδέονται από τη φύση τους με τις αυξημένες ανάγκες που ανακύπτουν κατά τις εορταστικές περιόδους και κατά την περίοδο των θερινών διακοπών.
Περαιτέρω, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με τον Ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με τον Ν. 4093/2012 Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016, ούτε, τέλος, από την αιτιολογική έκθεση του τελευταίου αυτού νόμου προκύπτει ότι ο νομοθέτης, προκειμένου να προχωρήσει στη λήψη του επίμαχου μέτρου, προέβη σε εμπεριστατωμένη μελέτη, ώστε να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα, ότι η λήψη του συγκεκριμένου μέτρου, το οποίο από τη φύση του επιβαρύνει για πολλοστή φορά την ίδια ομάδα θιγομένων, ήταν συμβατή με τις συνταγματικές δεσμεύσεις, που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από προαναφερόμενες αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, ......... όφειλε, καταρχάς, ο νομοθέτης να κρίνει για την προσφορότητα του επίδικου μέτρου, ενόψει και της διαπιστωμένης πραγματικότητας ότι αντίστοιχα μέτρα που είχαν ληφθεί στο παρελθόν και αφορούσαν τις μειώσεις των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα, και περαιτέρω, να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητα του μέτρου αυτού εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς.
Σκοποί που συνίστανται στην επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, στην εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της Χώρας. Τέλος, εφόσον επέλεγε να προβεί στην κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, επιλογή καταρχήν ανέλεγκτη, όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις της κατάργησης των επιδομάτων στο βιοτικό επίπεδο των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α., με την περαιτέρω συρρίκνωση που επιφέρουν στο εισόδημά τους, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (προηγούμενες μειώσεις των αποδοχών, αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής τους. ....
οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, οι οποίοι συνίστανται στην επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, αν και δικαιολογούν καταρχήν τη λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μείωσης του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του ευρύτερου Δημοσίου τομέα, για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές.
Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίο επεβλήθησαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσον έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των νόμων 3833/2010 και 3845/2012 που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι κατά παράβαση της κατ' άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών.
Περαιτέρω, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών.
Εξάλλου, η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του ευρύτερου Δημοσίου τομέα, η οποί, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ' επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων.
Ενόψει των παραπάνω, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, η οποία με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας συρρικνώνει περαιτέρω το εισόδημα των μισθοδοτούμενων από τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, επιβαρύνοντας για ακόμη μία φορά την ίδια ομάδα πολιτών, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, ενώ οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του εναγόμενου - εκκαλούντος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ........Λόγω δε του ανίσχυρου της ως άνω, κριθείσας ως αντισυνταγματικής, διάταξης, οι ενάγοντες δικαιούνται, καταρχήν, να λάβουν τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, κατ' άμεση εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011 που ίσχυε πριν τη θέσπισή τους, δεδομένου, άλλωστε, ότι οι πάσης φύσεως μηνιαίας αποδοχές τους δεν υπερβαίνουν το ποσό των 3.000 ευρώ, κατ' αναλογία του χρόνου εργασίας εκάστου και στο μέτρο που οι εν λόγω αξιώσεις τους δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αντικείμενο (η εξέτασης παραγραφής των επιμέρους αξιώσεων των εναγομένων) το οποίο δεν έχει μεταβιβαστεί προς εξέταση στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, ελλείψει σχετικού λόγου εφέσεως .....".
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και συγκεκριμένα με το να κρίνει ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα επιδόματα εορτών και αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. (όπως είναι το εναγόμενο ν.π..δ.δ.) και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αντίκειται στις διατάξεις των διατάξεων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, ως υπάλληλοι του εναγομένου Δήμου Ξάνθης δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας τα οποία είχε επιδικάσει υπέρ αυτών το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο - δηλαδή των ετών 2105 και 2016 -, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού με την ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.
και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τα οποία τους είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και, επομένως, και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011. Κατόπιν τούτου ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559, αληθώς όμως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης εκδόθηκε επί της έφεσης κατά της υπ' αριθ. 297/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης) πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.
Λόγω, δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου αναίρεσης, που αφορά, άλλωστε, στο περί τοκοδοσίας κεφάλαιό της προσβαλλόμενης απόφασης.
5.Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει, δε, περαιτέρω, του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 18.12.2017 (με αρ. εκθ. κατ. 49/18.12.2017) έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 291/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες (1η έως 57ο) το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και για το επίδομα αδείας των ετών 2015 και 2016, και ν' απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), της προκείμενης αναιρετικής δίκης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3462/2006 "Κύρωση Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1048/2024, 1467/2022, 77/2022), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 79/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, δικάσαντος ως Εφετείου.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 18.12.2017 (με αρ. εκθ. κατ. 49/18.12.2017) έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Ξάνθης".
Δέχεται αυτήν κατ' ουσίαν.
Εξαφανίζει τη με αριθ. 291/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξάνθης.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 21.12.2016 (με αριθ. εκθ. κατ. 359/22.12.2016) αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της προκείμενης αναιρετικής δίκης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ