Supreme Court remands labor dispute case for retrial due to lack of evidence on employer status and loaned work consent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remitted the case for retrial because the lower court failed to prove the specific legal elements required to establish the employer relationship and loaned work arrangement. The appellants argued that the defendants were merely intermediaries without authority, while the lower court accepted a tripartite relationship without addressing the necessity of the worker's consent for such a transfer. The Court ruled that without explicit evidence of the worker's agreement to provide services to the third party and proof of the third party's supervisory authority, the original judgment could not stand.
Legislator headnote
AI generatedArt. 648(1) Civil Code; Art. 361, 651 Civil Code: The employer is the natural or legal person entitled to claim work and obligated to pay wages; when roles are distributed among multiple persons, it must be determined if one holds the primary authority, and loaned work requires the worker's explicit or implied consent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 755/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." (Ε.Ε.Τ.Α.Α. Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Δανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ. Γ. του Η., 2) Φ. Γ. του Α., 3) Σ. Π. του Λ. και 4) Ε. Π. του Π., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστράτιου Δοξάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν η 19571/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1841/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ' ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ' ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν τον συμφωνημένο μισθό. Συνήθως εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα κατά την εκπλήρωση της σύμβασης εργασίας και που εποπτεύει την τήρηση των όρων υπό τους οποίους τελεί η προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου.
Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι ή ασκούνται από πλείονα του ενός πρόσωπα αποτελεί ζήτημα πραγματικό το εάν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή εάν εργοδότης είναι μόνον ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί. (ΑΠ 805/2011).
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων του ως άνω άρθρου με εκείνες των άρθρων 361 και 651 ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατόν με συμφωνία ή συναίνεση του εργαζόμενου οι υπηρεσίες του τελευταίου να παρέχονται για ορισμένο χρόνο σε άλλο εργοδότη (δανεισμός εργασίας). Η εν λόγω συναίνεση μπορεί να είναι και σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του εργαζόμενου, ο οποίος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του σε τρίτο.
Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν υπάρχει ειδικότερη συμφωνία μεταξύ αρχικού εργοδότη, εργαζόμενου και τρίτου, η οποία να ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, αντισυμβαλλόμενος παραμένει ο αρχικός εργοδότης. Η εργασιακή σχέση εξακολουθεί να υφίσταται με τον αρχικό εργοδότη, στην εξουσία του οποίου ανήκει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, αυτός δε βαρύνεται συγχρόνως με όλες τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας, δηλαδή την καταβολή του μισθού, των αποδοχών αδείας, επιδομάτων εορτών κλπ (ΑΠ 800/2014, ΑΠ 1010/2010).
Συνεπώς, δημιουργείται εν προκειμένω μία τριγωνική σχέση που εντάσσεται στις τριμερείς σχέσεις εργασίας, στο πλαίσιο των οποίων ένα τρίτο πρόσωπο δίχως να είναι συμβαλλόμενος στην σύμβαση εργασίας παρεμβάλλεται στη σχέση εργασίας και αποκτά ορισμένες εργοδοτικές εξουσίες και υποχρεώσεις. Περαιτέρω, για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση (παραχώρηση) του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα, εκτός και εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο δε εργοδότης που δανείζεται τον μισθωτό ασκεί κατά την διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης. (ΑΠ 1116/2011).
Το διευθυντικό δε δικαίωμα που ανήκει στον τρίτο δεν επιτρέπεται να προσκρούει στη σύμβαση εργασίας που έχει συναφθεί με τον αρχικό εργοδότη, ενώ οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή.
Τέλος, υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση, αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά την διάρκεια του δανεισμού δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία (ΑΠ 575/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Εν προκειμένω οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες με την ένδικη από 12-3-2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκθέτουν ότι με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα κατήρτισαν τέσσερις διαδοχικές συμβάσεις έργου κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-7-2004, δυνάμει των οποίων παρείχαν τις υπηρεσίες των ως διοικητικών υπαλλήλων στα γραφεία της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
Ότι οι συμβάσεις αυτές χαρακτηρίσθηκαν μεν ως συμβάσεις έργου, υπέκρυπταν όμως αληθώς συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, την 31-7-2004 δε η εναγομένη-αναιρεσείουσα κατήγγειλε τις ανωτέρω συμβάσεις προφορικά και δίχως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Ακολούθως, ότι δυνάμει αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, που εξεδόθησαν επί σχετικών αιτήσεών τους για την προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως σχετικά με την υπερημερία της εναγομένης-αναιρεσείουσας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους, παρείχαν την εργασία τους στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας μέχρι την 22-12-2006.
Με την ένδικη αγωγή τους ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσείουσα βάσει της μεταξύ της εργασιακής συμβάσεως, άλλης κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να καταβάλει σ' αυτές για δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας τα αναφερόμενα για την κάθε μία στην αγωγή ποσά, όπως το αίτημα της αγωγής περιορίσθηκε παραδεκτά για το χρονικό διάστημα από 5-10-2004 έως 21-4-2005 και 2-10-2006 έως 22-12-2006 για την πρώτη, από 5-10-2004 έως 22-12-2006 για τις δεύτερη και τρίτη και από 15-10-2004 έως 22-12-2006 για την τέταρτη εξ αυτών.
Επί της αγωγής αυτής και μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 971/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι οι ένδικες συμβάσεις μέχρι την 31-7-2004 ήταν συμβάσεις έργου, μη δυνάμενες κατά νόμο να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ότι μέχρι τον χρόνο που κρίθηκε με την απόφαση αυτή (31-7-2004) εργοδότης των ήταν η ήδη αναιρεσείουσα-εναγομένη, εξεδόθη η απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι από 5-10-2004 και μέχρι την 22-12-2006 η εναγόμενη-αναιρεσείουσα δεν ήταν εργοδότης των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εκ μέρους των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη-αναιρεσείουσα να καταβάλει στις ενάγουσες για τις προαναφερθείσες αιτίες τα αναφερόμενα σ' αυτήν για την κάθε μία χρηματικά ποσά.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Η εναγόμενη εταιρεία συστήθηκε δυνάμει της διάταξης του άρθρου 16 του ν. 1518/1985 και διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, καθώς και της νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιριών.
Ο βασικός σκοπός της είναι η επιστημονική και τεχνική υποστήριξη των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α.), στα ζητήματα που αφορούν την τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη και αυτοδιοίκηση της χώρας. Μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 2910/2001 για την "είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια, Κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση και άλλες διατάξεις", καταρτίσθηκε από το ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α.
πρόγραμμα με τίτλο "Πληροφοριακό Σύστημα Καταγραφής και Διαχείρισης Μεταναστών", με σκοπό την άμεση και αποτελεσματική διαχείριση των πληροφοριών που αφορούν στις διοικητικές διαδικασίες νομιμοποίησης των μεταναστών, ούτως ώστε και μέσω της ταχύτερης ενημέρωσης των συναρμόδιων υπηρεσιών να επιτυγχάνεται η ταχεία και ασφαλής τακτοποίηση των σχετικών ζητημάτων.
Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού την 01.11.2002 συνήφθη μεταξύ του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας και της εναγομένης προγραμματική σύμβαση με αντικείμενο, κατά το άρθρο 1 της σύμβασης αυτής, την εισαγωγή και τον έλεγχο στοιχείων των φακέλων των μεταναστών στο σχετικό πληροφοριακό σύστημα, καθώς και τη μεταφορά δεδομένων από ενδεχόμενες προγενέστερες εισαγωγές στοιχείων σε άλλα προγράμματα - βάσεις δεδομένων, καθώς και τη στελέχωση με εξωτερικούς συνεργάτες, οι οποίοι θα υποβοηθήσουν στο ως άνω έργο τις Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Περιφερειών και τη Διεύθυνση Αλλοδαπών του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α.
Με τη σύμβαση αυτή η εναγομένη ανέλαβε, στο πλαίσιο της τεχνικής υποστήριξης του προγράμματος, την οικονομική διαχείριση αυτού, την υλοποίηση των ενεργειών που αναφέρονται στο άρθρο 1 της σύμβασης και την υποχρέωση να συμμετέχει στην επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος. Η ισχύς της σύμβασης συμφωνήθηκε μέχρι την 31.12.2003, οπότε και τα συμβαλλόμενα μέρη έπρεπε να έχουν προβεί σε ολοκλήρωση των ενεργειών που αποτελούσαν το περιεχόμενό της.
Επειδή, όμως, ο σκοπός για τον οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση δεν κατέστη δυνατό να εκπληρωθεί μέσα στην ως άνω προθεσμία, λόγω του μεγάλου όγκου μεταναστών που υπήρχαν στη χώρα, την 06.02.2004 υπογράφηκε νέα σύμβαση μεταξύ των ιδίων ως άνω φορέων με αντικείμενο την ενίσχυση των Υπηρεσιών Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Περιφερειών και της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α., με στόχο την αποτελεσματικότερη παροχή υπηρεσιών για την επιτάχυνση των διαδικασιών έκδοσης Αδειών Διαμονής Ενιαίου Τύπου, με ισχύ μέχρι την 31.07.2004.
Σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε με τις παραπάνω προγραμματικές συμβάσεις, την 01.04.2003 η εναγομένη σύναψε συμβάσεις έργου με τις ενάγουσες, στις οποίες ανέθεσε το έργο της εισαγωγής στοιχείων στο Πληροφοριακό Σύστημα Τήρησης Δεδομένων των μεταναστών που διαβιούν στην Ελλάδα, τα οποία τηρούνται στις Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μεταναστών της κάθε Περιφέρειας, καθώς και τη διοικητική υποστήριξη των αρμόδιων υπηρεσιών για την έκδοση αδειών των μεταναστών κατά τις διατάξεις του ν. 2910/2001.
Το αντικείμενο της σύμβασης συμφωνήθηκε να ολοκληρωθεί μέχρι την 30.09.2003, η συνολική δε αμοιβή εκάστης των εναγουσών συμφωνήθηκε στο ποσό των 5.640 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Η αμοιβή συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλεται τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο του έργου, μετά από τη συμπλήρωση δελτίου προόδου από τον επιβλέποντα αυτού.
Για την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων οι ενάγουσες εγκαταστάθηκαν στα γραφεία της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, όπου απασχολούνταν με τον έλεγχο και την αρχειοθέτηση των φακέλων που έστελναν οι Δήμοι, την έκδοση οριστικών αδειών παραμονής και την πολιτογράφηση αλλοδαπών και παλιννοστούντων.
Το έργο που είχε αναληφθεί από τις ενάγουσες δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των αλλοδαπών, και για τον λόγο αυτό με νέες συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγομένης και των εναγουσών την 01.10.2003 ανετέθη σε αυτές το ίδιο έργο με αμοιβή 2.820 ευρώ για εκάστη και χρόνο ισχύς της σύμβασης μέχρι την 31.12.2003.
Ωστόσο, ούτε και στον ανωτέρω χρόνο ολοκληρώθηκε το παραπάνω έργο και εν όψει της υπογραφής την 06.02.2004 της νέας προγραμματικής σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και των λοιπών φορέων, υπογράφηκαν νέες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων με ισχύ από 12.01.2004 μέχρι 30.06.2004 αρχικά και από 01.07.2004 μέχρι και 31.07.2004 στη συνέχεια με το ίδιο αντικείμενο, αντί αμοιβής 6.840 ευρώ για την πρώτη σύμβαση και 940 ευρώ για τη δεύτερη.
Μετά τη λήξη της τελευταίας αυτής σύμβασης, οπότε ολοκληρώθηκε το έργο που ανέλαβαν να εκτελέσουν οι ενάγουσες και για το οποίο είχαν υπογραφεί οι σχετικές προγραμματικές συμβάσεις μεταξύ του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α., της ΚΕΔΚΕ και της εναγομένης, οι ενάγουσες κατέθεσαν κατά της εναγομένης τις από 30.09.2004 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 32361/2004 και από 11.10.2004 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 22934/2004 αιτήσεις τους για προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης που δημιουργήθηκε μετά την άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, ισχυριζόμενες ότι οι συμβάσεις αυτές χαρακτηρίστηκαν από την εναγομένη καταχρηστικά και κατ' επίφαση ως συμβάσεις έργου, διότι στην πραγματικότητα υπέκρυπταν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι μετά την άκυρη καταγγελία των συμβάσεων αυτών, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους, ζητούσαν δε να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες τους υπό την απειλή χρηματικής ποινής.
Επί των εν λόγω αιτήσεων εκδόθηκαν αντίστοιχα αρχικώς οι με αριθμούς 32361/2004 και 33934/2004 προσωρινές διαταγές και ακολούθως οι με αριθμούς 11587/2005 και 12074/2005 αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με τις οποίες η εναγομένη υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά και υπό την απειλή χρηματικής ποινής τις υπηρεσίες των εναγουσών, και δη από 05.10.2004 για τις τρεις πρώτες και από 15.10.2004 για την τέταρτη εξ αυτών μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4436/2004 κύριας αγωγής τους.
Οι δε ενάγουσες παραιτήθηκαν από την εν λόγω κύρια αγωγή τους με το δικόγραφο της από 11.03.2005 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10143/2005 παρόμοιας αγωγής τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στο μέλλον υπό το καθεστώς αυτό.
Η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με τη με αριθμό 43044/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η οποία εξαφανίστηκε, κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους των εναγουσών, με τη με αριθμό 971/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας τελεσιδίκως, ότι, ακόμα και αν οι ενάγουσες απασχολούνταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, δεν θα ήταν δυνατή η μετατροπή των συμβάσεών τους από συμβάσεις έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1β του ν. 2112/1920, σε συνδ.
με τα άρθρ. 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, δεδομένου ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη, η οποία περιλαμβάνεται στα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 2190/94, όπως ισχύει μετά το ν. 2527/97, για πρώτη φορά μετά την ισχύ του τροποποιημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, που ρητά απαγορεύει τη μετατροπή τέτοιων συμβάσεων σε αόριστου χρόνου, ενώ δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο π.δ. 164/2004.
Από την έκδοση της ανωτέρω υπ' αριθμ. 971/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων απέβαλαν αυτοδικαίως και αναδρομικώς την ισχύ τους, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, γιαυτό και ο σχετικός λόγος της έφεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Ωστόσο, παραμένει το ζήτημα της πραγματικής απασχόλησης των εναγουσών κατά το χρονικό διάστημα από την 05.10.2004 έως την 21.04.2005 και από 2-10-2006 μέχρι 22-12-2006 για την πρώτη ενάγουσα, από την 05.10.2004 έως την 22.12.2006 για τη δεύτερη και την τρίτη των εναγουσών και από την 15.10.2004 έως την 22.12.2006 για την τέταρτη εξ αυτών, η οποία έλαβε χώρα χωρίς την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης έργου ή εργασίας μεταξύ των διαδίκων.
Ως προς τον χαρακτήρα της απασχόλησής τους, αν δηλ. πρόκειται για σύμβαση έργου ή εργασίας, η ανωτέρω υπ' αριθμ. 971/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης παράγει δεδικασμένο, ως προς το ζήτημα της μετατροπής των συμβάσεων των εναγουσών από συμβάσεις έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όχι, όμως, και, ως προς τον χαρακτήρα των συμβάσεων, ως συμβάσεων έργου ή εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου χρόνου), επί του οποίου η ανωτέρω απόφαση δεν έκρινε.
Επί του ζητήματος αυτού αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα μετά τη λήξη των συμβάσεών τους, απασχολούνταν στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας με την έκδοση αδειών παραμονής και την πολιτογράφηση αλλοδαπών και παλιννοστούντων, όπως παραπάνω αναφέρεται. Ειδικότερα, το αντικείμενο εργασίας τους ήταν η πρωτοκόλληση εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, καθώς και η ταξινόμηση και αρχειοθέτηση των εγγράφων και των φακέλων, που τηρούνται στην υπηρεσία αλλοδαπών, για την έκδοση της άδειας παραμονής των τελευταίων, και η εισαγωγή των σχετικών στοιχείων στο σύστημα τήρησης δεδομένων στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.
Οι ενάγουσες αμείβονταν με σταθερό μηνιαίο μισθό 940 ευρώ, εργάζονταν με ημερήσιο ωράριο από ώρα 08:00 έως 16:00 και επι πενθήμερο την εβδομάδα, υπογράφοντας στο σχετικό παρουσιολόγιο, τελούσαν υπό τις οδηγίες και την εποπτεία του προϊσταμένου τους, ο δε χρόνος, τόπος και τρόπος παροχής της εργασίας τους καθορίζονταν κατά τρόπο δεσμευτικό από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία ασκούσε το σχετικό διευθυντικό δικαίωμα δια τον αρμοδίων οργάνων της.
Με βάση τα παραπάνω, η εργασία την οποία παρείχαν οι ενάγουσες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για τα προαναφερθέντα ως άνω χρονικά διαστήματα, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η εργοδότις τους απέβλεψε στην υπό των εναγουσών παρεχόμενη εργασία καθαυτή και όχι σε συγκεκριμένο έργο, οι δε ενάγουσες τελούσαν υπό τον πειθαρχικό έλεγχο και εποπτεία των προϊσταμένων τους, λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες δεσμευτικές για την εκτέλεση της εργασίας που τους είχε ανατεθεί, τηρούσαν καθημερινά σταθερό ωράριο εργασίας και παρείχαν την εργασία τους στον ορισθέντα από την Περιφέρεια τόπο που ήταν τα ως άνω γραφεία της Περιφέρειας.
Οι συμβάσεις αυτές εργασίας τους, όμως, για τα επίδικα χρονικά διαστήματα, είναι άκυρες, καθόσον δεν τηρήθηκαν, για την απαιτούμενη έγκυρη κατάρτισή τους, η διαδικασία των άρθρων 1 επ., 14 του ν. 2190/1994, ούτε ο έγγραφος τύπος, που προβλέπεται από το άρθρο 84 του Ν.Δ. 321/1969 ...........
Συνεπώς, η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήταν αυτή της απλής σχέσεως εργασίας. Ο απασχολούμενος μισθωτός με τέτοια σχέση εργασίας έχει αξίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, μεταξύ άλλων, για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, δικαιούμενος την απόδοση της ωφέλειας, που αποκόμισε ο εργοδότης, η οποία συνίσταται σε ό,τι αυτός θα κατέβαλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπα με τις ικανότητες και τα προσόντα του εργαζομένου, εκτός των παροχών που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου, ενώ, ακόμα, δικαιούται ευθέως εκ του νόμου, μεταξύ άλλων, τα επιδόματα εορτών, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας ........... Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι η παροχή της εργασίας των εναγουσών στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας έγινε κατόπιν δανεισμού τους από την αρχική εργοδότριά τους - εναγομένη προς την Περιφέρεια, η οποία και ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα επι των εναγουσών, όπως ήδη προαναφέρθηκε.
Συνεπώς, η εναγομένη ευθύνεται για την καταβολή, τόσο των δεδουλευμένων αποδοχών, δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ. ΑΚ), όσο και για τα επιδόματα εορτών και αδείας, για τις υπηρεσίες που οι ενάγουσες παρείχαν, ως αρχικός εργοδότης τους και ωφελούμενος απο την παροχή της εργασίας τους, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη ............".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων-εναγουσών και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση δίκασε την αγωγή και δέχθηκε εν μέρει αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα του εάν η εναγομένη-αναιρεσείουσα ήταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι από τον Οκτώβριο του έτους 2004 και μέχρι την 22-12-2006 ο εργοδότης των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων και εάν συνεδέοντο με αυτήν με απλή σχέση εργασίας, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ως αποδειχθέν ότι "η παροχή της εργασίας των εναγουσών στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας έγινε κατόπιν δανεισμού τους από την αρχική εργοδότριά τους-εναγομένη προς την Περιφέρεια, η οποία και ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα επί των εναγουσών..." δεν αναφέρει εάν αποδείχθηκε η όχι εν προκειμένω η ύπαρξη τριμερούς σχέσεως μεταξύ αρχικού εργοδότη, εργαζόμενου και τρίτου (Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας), βάσει της οποίας ήταν δυνατόν να γίνει ο δανεισμός της εργασίας των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων.
Επίσης, δεν παρατίθεται καμμία αιτιολογία για το πώς ήταν δυνατόν δίχως την ύπαρξη τριγωνικής (τριμερούς) σχέσεως να ασκεί ο τρίτος εν προκειμένω η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, το διευθυντικό δικαίωμα κατά την άσκηση των καθηκόντων των εναγουσών. Περαιτέρω, ουδέν αναφέρεται για το εάν στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε συμφωνία μεταξύ της εναγομένης και των εναγουσών ή συναίνεση των τελευταίων ρητή ή σιωπηρή για την παροχή των υπηρεσιών τους στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, στοιχείο απαραίτητο για τον δανεισμό του μισθωτού σε τρίτο, εκτός εάν αυτό επιτρέπεται από την σύμβαση εργασίας, στοιχείο για το οποίο επίσης η προσβαλλόμενη δεν διέλαβε καμία παραδοχή.
Τέλος ουδεμία αιτιολογία παρατίθεται για την μεταβολή, του τρόπου αμοιβής των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κατά το οποίο σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης "οι ενάγουσες αμείβονταν με σταθερό μηνιαίο μισθό 940 ευρώ ....", ενώ μέχρι την 31-7-2004, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδοχές της, η αμοιβή εκάστης των εναγουσών είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί συνολικά και ανήρχετο στο ποσό των 5640 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
για την πρώτη σύμβαση, 2.820 ευρώ για κάθε μία για την δεύτερη σύμβαση, 6.840 ευρώ για κάθε μία για την τρίτη σύμβαση και 940 ευρώ για κάθε μία εξ αυτών για την τελευταία σύμβαση ήτοι από 1-7-2014 έως 31-7-2014. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας των, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (αρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1841/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία δαπάνη ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ