Legislator Case Law & Legislation
755/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on personality rights claim regarding inaccurate TV reports on monks' lives.

Case Number 755/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a TV company and journalist against a lower court judgment awarding monetary compensation to two monks. The court upheld the appellate court's finding that the television broadcast contained defamatory and insulting information about the monks' lives, constituting a violation of their personality rights. The court rejected the arguments that the monks lacked standing or that the lower court erred in its assessment of damages, ruling that the broadcast was not justified by a legitimate public interest.

Legislator headnote

AI generated

Art. 57, 59, 932 of the Civil Code; Art. 559 para. 1, 19 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses an appeal when the appellate court correctly finds that a television broadcast containing inaccurate and insulting information about an individual's life violates their personality rights, and the lower court's assessment of damages and the admissibility of the claim is not arbitrary.

Keywords

AI generated
personality rights violation television broadcast defamation monks standing to sue monetary compensation for moral damage public interest justification appellate court review Greek Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Art. 57, 59, 932 of the Civil Code
Art. 559 para. 1, 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 34 of the Civil Code
Art. 62 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 755 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Προσβολή προσωπικότητας με αναμετάδοση δια μέσου τηλεοπτικού σταθμού ανακριβών πληροφοριών για το βίο μοναχών (εναγόντων)δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης (57, 59, 932 ΑΚ, 3 παρ. 1β ν. 2328/1995). Επαρκής αιτιολογία του Εφετείου. Απορρίπτει ως αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από αρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔικ. Απορρίπτει ως απαράδεκτο λόγο αρ. 8 ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων που δεν είχε πρωτοδίκως, διότι τούτο συντελείται επιτρεπτώς κατ' άρθρ. 527 περ. 1 ΚΠολΔικ. (όμοια 751/2011.

Αριθμός 755/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε - Τηλεοπτικές Ραδιοφωνικές Δραστηριότητες" και με τον διακριτικό τίτλο "ALTER CHANNEL", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Σ. Χ., τηλεπαρουσιαστού - δημοσιογράφου, κατοίκου Βριλησσίων Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Τσικρικά και Γεώργιο Γεραρή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Αρχιμανδρίτου Ν., κατά κόσμον Ν. Κ. του Δ., εγκαταβιούντος νυν εις το ..., 2.Ιερού Π., κατά κόσμον Α. Ρ., του Γ., εγκαταβιούντος νυν εις το ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σαράντο Θεοδωρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Νοεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5897/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7101/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Ιανουαρίου 2008 αίτησή τους και των από 20 Νοεμβρίου 2008 προσθέτων αυτής λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-1-2008 αιτήσεως και των από 20-11-2008 προσθέτων λόγων της για αναίρεση της 7101/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αρ.11α του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν ληφθεί υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ.2 εδ.β'και γ'του ΚΠολΔ είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως, όπως και όταν προβλέπεται απόδειξη μόνον με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.ΑΠ 8/1987).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα προσκομιζόμενα για πρώτη φορά ενώπιον του αποδεικτικά μέσα, αν δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, χωρίς να διαλάβει ειδική αιτιολογία και η σχετική κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Κατά συνέπεια ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ.11 περίπτωση α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι ανεπιτρέπτως κατά νόμο έλαβε υπόψη του το μη προσκομισθέν πρωτοδίκως αποδεικτικό μέσο του οπτικογραφήματος-βιντεοκασέτας της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής ως προς τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, ότι έχει προσβληθεί η προσωπικότητα τους, είναι απαράδεκτος.

Εξάλλου ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.11α του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη το μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο της 14675/2005 ένορκης βεβαίωσης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, προσώπου που φέρεται να υπαγόρευε το σύνολο της απομαγνητοφώνησης της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής, κατ'αντιγραφή από το αγωγικό δικόγραφο, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, αφού ούτε η χρήση σημειώματος προς υποβοήθηση της μνήμης του καταθέτοντος, ούτε η παράλειψη μνείας τούτου στην ένορκη βεβαίωση, καθιστούσε μη επιτρεπτή τη χρήση της, ως αποδεικτικού μέσου.

Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002).

Εξάλλου από το άρθρο 367 παρ.1γ και 2β του ΠΚ, το οποίο για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, συνάγεται ότι κατά του προβαλλόμενου, από τον εναγόμενο για προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος λόγω δυσφήμησής του, κατ' ένσταση ισχυρισμού άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης , ότι οι εκδήλωσεις έγιναν για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, μπορεί να προβληθεί από τον ενάγοντα, κατ' αντένσταση, ο ισχυρισμός ότι από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις που τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που αποτελεί αντένσταση (ΑΠ 1573/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων προκύπτει, ότι περιέχεται σε καθ'υποφοράν ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, ότι υπήρχε σκοπός εξυβρίσεώς τους με όσα μεταδόθηκαν από τον τηλεοπτικό σταθμό της πρώτης-με πρωτοβουλία του δευτέρου-από τους αναιρεσείοντες και τον ισχυρισμό αυτό επανέλαβαν με τις έγγραφες προτάσεις τους στο Εφετείο.

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα ισχυρισμό αυτό (άρθρο 527 παρ.1 ΚΠολΔ) των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων ότι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με το θέμα του προσηλυτισμού, αναμετέδωσαν τηλεοπτικώς τους ισχυρισμούς πολιτών για τον ιδιωτικό βίο των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και ο αντίθετος τρίτος από το αρθρ.559 αρ.8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο 3 παρ.1β του ν.2328/1995 ορίζεται ότι "Οι κάθε είδους εκπομπές (περιλαμβανομένων και των διαφημίσεων) που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται", ενώ με το άρθρο 4 παρ.10 του ίδιου νόμου προβλέπεται η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου μόνου του ν.1178/1981 και για τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και για τους υπεύθυνους (νόμιμο εκπρόσωπο της αδειούχου εταιρίας, δημοσιογράφο, παρουσιαστή εκπομπής κ.λπ.) ορίζονται τα ελάχιστα ποσά χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης (100.000.000 και 30.000.000 δραχμές για τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλήνιας ή τοπικής εμβέλειας αντιστοίχως κ.λπ), θεμελιώνεται δε γνήσια αντικειμενική ευθύνη του εκπροσώπου της αδειούχου εταιρίας, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός από τα υπόλοιπα υπεύθυνα φυσικά πρόσωπα.

Ως προς τα οριζόμενα όμως με το νόμο ελάχιστα ποσά χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του δικαιούχου, το δικαστήριο οφείλει να ερευνά μήπως στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και ήδη ρητώς καθιερώθηκε στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε σταθερά και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ.1 εδ.α'και β'της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ.

ν.δ.53/1974) "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Τέλος το άρθρο 367 του ΠΚ που ανήκει στο κεφ.ΚΑ αυτού με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της τιμής", ορίζει στην 1η παράγραφο ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α)οι δυσμενείς κρίσεις...καθώς και γ)οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον..." και στη 2η παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β)όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης, τα οποία προστατεύουν το σύνταγμα και οι νόμοι, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των άνω μέσων ενημερώσεως για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώρηση γεγονότων, ως και σχολίων, σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο.

Έτσι είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων, στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο ειδικός χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ'αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984).

Στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατά τις 20-9-2004 και ώρα 18.00, δια μέσου του τηλεοπτικού σταθμού ALTER της πρώτης αναιρεσείουσας-εναγόμενης μεταδόθηκε από τον δεύτερο αναιρεσείοντα-εναγόμενο δημοσιογράφο η εκπομπή με τίτλο "TOP SECRET", με αντικείμενο τον προσηλυτισμό νεαρών γυναικών στη μοναστική ζωή από τους αναιρεσιβλήτους-ενάγοντες μοναχούς, και τον σύμφωνο(ή μη) με τις ορθόδοξες ιερατικές και μοναστικές αξίες τρόπο ζωής αυτών, χωρίς να γίνει μνεία των ονομάτων τους, αλλά των μοναστηρίων προέλευσης (...) και εγκαταβίωσης αυτών (...), όπως και της ιδιότητας του πρώτου από αυτούς ως ηγουμένου και του δευτέρου ως διακόνου.

Στη συνέχεια αφού αναφέρονται οι αποτελούσες και περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής αιτιάσεις των προσκεκλημένων της εκπομπής Α.Β., Μ.Κ., Ι.Δ. και Β.Γ., όπως και παρεμβαινόντων τηλεφωνικώς τηλεθεατών, που αφορούσαν δόλιες ενέργειες των εναγόντων για απόσπαση νεαρών κοριτσιών από τις οικογένειές τους, που διαμαρτύροντο, η μη ηθική καθαρότητα του βίου των εναγόντων (χωρίς να κατονομάζονται ρητώς πάντοτε) λόγω ομοφυλοφιλικών σχέσεών τους, ερωτικής αλληλογραφίας τους, εισόδου σε ακατάλληλες ώρες γυναικών στη μονή τους, όπου οι δύο τους μόνον διέμεναν και γενικά ο έκλυτος βίος τους, συνοψίζονται οι παραδοχές του Εφετείου στο ότι: "Οι προσκεκλημένοι και συμμετέχοντες στην ως άνω τηλεοπτική εκπομπή προέβαλαν ισχυρισμούς και επικαλέσθηκαν γεγονότα, τα οποία ήσαν αναληθή, ήτοι για τον πρώτο μεν ενάγοντα ότι: 1) είναι κακοποιό στοιχείο, 2)με ερωτικές επιστολές "ξεσήκωνε το μυαλό, μαγνήτιζε και αποσπούσε από τις οικογένειες τους νεαρές γυναίκες που τον ακολουθούσαν εγκαταλείποντας τα σπίτια τους", 3) είχε ιδιαιτερότητα στη σεξουαλική ζωή του δηλ.

ήταν ομοφυλόφιλος, και δη ότι είχαν συλληφθεί (και ο β' ενάγων) να επιδίδονται σε ομοφυλοφιλικές ερωτικές περιπτύξεις και για το λόγο αυτό είχαν εκδιωχθεί από την ..., 4) ότι διάγουν έκλυτον βίο μ' έντονη διασκέδαση, ξενύχτια κλπ. Πολλές δε γυναίκες παρευρίσκονται στο μοναστήρι της ... κατά τις ώρες που δεν επιτρέπεται η είσοδος και 5) ότι μαγαρίζει το ράσο ο ενάγων, για τον δεύτερο δε ενάγοντα ότι είχε ιδιαιτερότητα στη σεξουαλική του ζωή δηλ.

ήταν ομοφυλόφιλος και δη είχε συλληφθεί να επιδίδεται σ' ερωτικές περιπτύξεις και για το λόγο αυτό είχε εκδιωχθεί από τη ... και διάγει έκλυτο βίο. Τα ως άνω περιστατικά δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ήσαν ενάρετοι και διαβιούν σύμφωνα με τους κανόνες του μοναχικού βίου (βλ.

ιδίως την από 6.3.2002 κατάθεση του Μητροπολίτη ... ενώπιον της Πταισματοδίκου ... που αναφορικά με τον α' ενάγοντα κατέθεσε ότι είναι "ενάρετος, αφιλοχρήματος και συνεπής προς τις μοναχικές του υποχρεώσεις". Σημειώνεται ότι οι σχέσεις μεταξύ του Μητροπολίτου και του α' ενάγοντα είχαν διαταραχθεί συνεπεία της αντιδικίας που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των εναγόντων και της ερανικής επιτροπής.

Ούτε αποδείχθηκε ότι εκδιώχθηκαν από τη ..., όπως διαδίδεται, στην ως άνω εκπομπή, από άγνωστη μητέρα διότι δήθεν ήταν ομοφυλόφιλοι, αντίθετα από τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι απεχώρησαν από την ... μετά από την άδεια του Μητροπολίτη ...ς. Επίσης αποδείχθηκε ότι διήγαν ενάρετο βίο κατά την παραμονή τους στη Μονή του Οσίου Ι.

Κ. με σημαντικό ποιμαντικό έργο που ήταν αποδεκτό από τους κατοίκους των ... (βλ. σχετικά έγγραφα με τα οποία γονείς και μαθητές της ως άνω πόλεως ζητούσαν να τεθούν σε λειτουργία και πάλι τα κατηχητικά στα οποία δίδασκε ο πρώτος ενάγων). Αναφορικά δε με τις καταδικαστικές δικαστικές αποφάσεις που αναφέρεται στην ως άνω εκπομπή, ότι υπάρχουν σε βάρος του β' ενάγοντα, είναι γεγονός ότι στη διένεξη που δημιουργήθηκε μεταξύ των εναγόντων και της ερανικής επιτροπής της Ιεράς Μονής ...

δημιουργήθηκαν δίκες, από τις οποίες υπήρξαν καταδικαστικές αποφάσεις για τους ενάγοντες. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί και τα γεγονότα που διαδόθηκαν από τους προσκεκλημένους κατά τη διάρκεια της εκπομπής ΤΟΡ SΕCRΕΤ ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων. Ο δε β' εναγόμενος δεν γνώριζε μεν την αναλήθεια των γεγονότων που διεδόθησαν στην εκπομπή, όμως αντελήφθη την βαριά προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και τα επικαλούμενα γεγονότα και παρά ταύτα όχι μόνον δεν επεσήμανε το ατόπημα αυτό ή δεν ζητούσε εξηγήσεις αλλά περαιτέρω επιδοκίμαζε αυτά τα οποία έλεγαν και έτσι εμφανίσθηκε στους ακροατές ν' αποδέχεται τα λεγόμενα από τους συνομιλητές του με συνέπεια να προσβάλει από πρόθεση την προσωπικότητα και ειδικότερα την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, έχοντας και αυτός, βάσει του ως ανωτέρω τρόπου εκδήλωσης της προσβολής, σκοπό εξυβρίσεως, δηλ.

εκφράσεως καταφρονήσεως από αυτόν προς τους ενάγοντες. Από τις ως άνω πράξεις των εναγομένων οι οποίες είναι παράνομες και υπαίτιες συνάγεται σαφώς, ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος των εναγόντων αδικοπραξία και προσέβαλαν παράνομα την προσωπικότητα των ώστε να δικαιολογείται η αποκατάσταση της ζημίας των και η καταβολή προς αυτούς χρηματικού ποσού προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έπαθαν από τις προεκτιθέμενες προσβολές.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση, αν και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση στο άρθρο 363 ΠΚ αντί του 362 ΠΚ οι οποίες αντικαθίστανται από τις αιτιολογίες της παρούσας (αρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε και πρέπει ν' απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι έφεσης. Επίσης τα παραπάνω γεγονότα που διαδόθηκαν στην προεκτιθέμενη εκπομπή δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με το θέμα του προσηλυτισμού και την άσκηση ελέγχου στον τρόπο διαβίωσης των εναγόντων ως μοναχών και λειτουργών της εκκλησίας, καθότι κατέτειναν στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης των εναγόντων, με σκοπό εξύβρισης, όπως παραδεκτά ισχυρίσθηκαν οι ενάγοντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρουν τον ισχυρισμό αυτό ως εφεσίβλητοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με συνέπεια να έχουν λάβει χώρα έξω από τα όρια του, από τη δημοσιογραφία, δικαιολογημένου ενδιαφέροντος των εναγομένων για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση των ακροατών της εκπομπής.

Επομένως η ένσταση των εναγομένων περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της απλής δυσφήμησης που ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στο άρθρο 367§1 Π.Κ που υποβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου και επαναφέρεται παραδεκτά κατ άρθρο 240 ΚΠολΔ, με πρόσθετο λόγο έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι ο ένδικος τηλεοπτικός σταθμός της πρώτης εναγομένης είναι εφοδιασμένος με την υπ' αριθ. 19209/Ε/9.9.1993 ειδική άδεια των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, με βάση την οποία εκπέμπει μέχρι σήμερα ως σταθμός τοπικής εμβέλειας για το Νομό Αττικής - με ειδική άδεια τεχνικής δικτύωσης, προκειμένου ν' αποκτήσει εθνική εμβέλεια και δεν διαθέτει όμως τεχνική δικτύωση με αυτοδύναμα μέσα, αλλά αντιθέτως, χρησιμοποιεί για αναμετάδοση των προγραμμάτων του τις εγκαταστάσεις τοπικών σταθμών.

Έτσι και ενόψει του ότι ως ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός εθνικής εμβέλειας νοείται εκείνος που έχει λάβει άδεια της κατηγορίας αυτής, και μπορεί αυτοδυνάμως να καλύπτει με τηλεοπτικά σήματα ολόκληρη την επικράτεια, ο ένδικος σταθμός δεν εντάσσεται στους σταθμούς εθνικής εμβέλειας. Το γεγονός δε της κάλυψης με τηλεοπτικά σήματά του αρκετών περιοχών της Ελλάδας, δεν είναι δυνατό να χαρακτηρίσει το σταθμό ως εθνικής εμβέλειας, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ως άνω, η κάλυψη αυτή δεν γίνεται με δικά του μέσα, αλλά με την παρεμβολή σταθμών που ανήκουν σε τρίτους.

Με βάση επομένως τα παραπάνω αποδεικτικά δεδομένα σε σχέση με το βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων και της βλάβης που επήλθε στους ενάγοντες και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών το Δικαστήριο καθορίζει την οφειλόμενη στον πρώτο χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 40.000 € Ευρώ και στον β' ενάγοντα στο ποσό των 30.000 € Ευρώ.

Για τον προσδιορισμό αυτό του ποσού της οφειλομένης χρηματικής ικανοποίησης το Δικαστήριο αυτό λαμβάνει υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, διότι η επιδίκαση των ελαχίστων ορίων των προβλεπομένων από το νόμο, που προκειμένου για σταθμούς τοπικής εμβέλειας όπως στη προκειμένη περίπτωση, είναι σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στην νομική σκέψη, 30.000.000 δρχ. (88.041,09 € Ευρώ) παραβιάζει την ως άνω αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού ενόψει του είδους και του μεγέθους της προσβολής και των συνεπειών της".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατόπιν παραδοχής της εφέσεως των εναγόντων και απορρίψεως της αντίθετης εφέσεως των εναγομένων, αναγνώρισε την υποχρέωση των τελευταίων να καταβάλουν στους ενάγοντες προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους τα (μεγαλύτερα από την πρωτόδικη) ποσά των 40.000 και 30.000 για τον πρώτο και δεύτερο από αυτούς αντιστοίχως.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1β, 4 παρ.10 του ν.2328/1995, 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, 25 παρ.1, 14 παρ.1 του Συντάγματος, 10 παρ.1 εδ.α'και β της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και 367 παρ.1γ και 2β του Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, καθ'οσον αναφέρονται στο αποδεικτικό του πόρισμα:

α)Η από τον δεύτερο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), δια μέσου του μη πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), μετάδοση δι'ερωταποκρίσεων αναληθών ισχυρισμών προσκεκλημένων του και τηλεθεατών, όπως και προσβλητικών χαρακτηρισμών που αμφισβητούσαν την ηθική αξία των εναγόντων μοναχών, β)Η υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου δημοσιογράφου, ο οποίος δεν γνώριζε μεν την αναλήθεια των αναμεταδιδομένων δια του τηλεοπτικού σταθμού από τους καταγγέλλοντες προσβλητικών της τιμής των εναγόντων περιστατικών, αλλά με τη συγκαταβατική επιδοκιμασία τούτων έδειχνε να τα υιοθετεί.

γ)Η προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, διότι τα μειωτικά της τιμής τους περιστατικά και οι χαρακτηρισμοί που αποδόθηκαν σ'αυτούς, κατά την ως άνω τηλεοπτική εκπομπή, περιήλθαν σε γνώση σημαντικού αριθμού ανθρώπων (τηλεθεατών), ενόψει του ότι ναι μεν δεν αναφέρθηκαν τα ονόματα των εναγόντων, το γεγονός όμως ότι στις αναφερόμενες δύο μονές αυτοί μόναζαν (στην τελευταία μάλιστα χωρίς άλλα πρόσωπα) δεν καθιστούσε δυσχερή την αναγνώρισή τους από κάποιον που θα έδειχνε ενδιαφέρον να εξακριβώσει τα πρόσωπα που αφορούσαν οι τηλεοπτικές κατηγορίες.

δ)Η μη συνδρομή λόγου άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης του δεύτερου εναγομένου από το ότι επέτρεψε την τηλεοπτική μετάδοση των ως άνω μειωτικών της τιμής των εναγόντων περιστατικών, διότι δεν ήταν αυτά αντικειμενικώς αναγκαία για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης αυτού, ως ενεργούντος από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με το θέμα του προσηλυτισμού και την άσκηση ελέγχου στον τρόπο διαβίωσης των εναγόντων ως μοναχών και λειτουργών της εκκλησίας, ενώ επι πλέον κατέτειναν και σε προσβολή της τιμής των εναγόντων.

ε)Η μη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας με την αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής από τους εναγομένους προς τους ενάγοντες ως χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης τους ποσών 40.000 και 30.000 δραχμών για τον πρώτο και δεύτερο από τους τελευταίους αντιστοίχως, καθ'οσον ενόψει των προσώπων των εναγόντων, του είδους της προσβολής της προσωπικότητάς τους, του βαθμού υπαιτιότητας του δεύτερου εναγομένου και των περιστάσεων γενικώς, δεν προκύπτει υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου.

Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 δύο τελευταίοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Τέλος ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων ως μοναχών του Αγίου Όρους, είναι απαράδεκτος, καθ'οσον οι με τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους (ν.δ.10/16-9-1926) επιβαλλόμενοι στους μοναχούς περιορισμοί από υλικές απολαύσεις και τη διατήρηση περιουσίας, ως αποτρεπτικούς παράγοντες της επιδιωκόμενης πνευματικής ανάτασης και βελτίωσης των ψυχικών αρετών από τους μονάζοντες στο Άγιο Όρος, δεν επηρεάζει την ικανότητα δικαίου αυτών (άρθρο 34 ΑΚ) και τη συναφή με αυτή ικανότητα να είναι διάδικοι (άρθρο 62 ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια δεν υποκαθίστανται, κατά την άσκηση αγωγών χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης τους για παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς τους, από τα ΝΠΔΔ των Ιερών Μονών, όπου μονάζουν.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176 Κ.πολ.Δικ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-1-2008 αίτηση με τους 20-11-2008 πρόσθετους λόγους των ALTER CHANEL κλπ για αναίρεση της 7101/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ