Supreme Court dismisses appeal on personality rights claim regarding inaccurate TV broadcast of monks' lives.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two monks against a television company and a journalist for alleged personality rights violations. The lower court found that the broadcast, while omitting names, allowed identification of the monks and that the awarded damages were proportionate to the harm. The court upheld this decision, rejecting arguments that the trial court erred in fact-finding or improperly considered new arguments raised during the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 932b of Law 2328/1995; Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure: A television broadcast conveying inaccurate information about a person's life constitutes a violation of personality rights, but the Supreme Court will not overturn the lower court's assessment of damages if the facts were correctly established and the compensation was reasonable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 751 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Προσβολή προσωπικότητας με αναμετάδοση δια μέσου τηλεοπτικού σταθμού ανακριβών πληροφοριών για το βίο μοναχών (εναγόντων)δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης (57, 59, 932 ΑΚ, 3 παρ. 1β ν. 2328/1995). Επαρκής αιτιολογία του Εφετείου. Απορρίπτει ως αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από αρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔικ. Απορρίπτει ως απαράδεκτο λόγο αρ. 8 ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων που δεν είχε πρωτοδίκως, διότι τούτο συντελείται επιτρεπτώς κατ΄ άρθρ. 527 περ. 1 ΚΠολΔικ. (όμοια 755/2011).
Αριθμός 751/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. του Αρχιμανδρίτου Ν., κατά κόσμον Ν. Κ. του Δ., εγκαταβιούντος νυν εις το ..., 2. Του Ιερού Π., κατά κάσμον Α. Ρ., του Γ., εγκαταβιούντος νυν εις το ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σαράντο Θεοδωρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε - Τηλεοπτικές Ραδιοφωνικές Δραστηριότητες" και με τον διακριτικό τίτλο "ALTER CHANNEL", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. του Σ. Χ., τηλεπαρουσιαστού - δημοσιογράφου, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Τσικρικά και Γεώργιο Γεραρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Νοεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5897/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7101/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Απριλίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 3 παρ. 1β του ν. 2328/1995 ορίζεται ότι "Οι κάθε είδους εκπομπές (περιλαμβανομένων και των διαφημίσεων) που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 10 του ίδιου νόμου προβλέπεται η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 και για τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και για τους υπευθύνους (νόμιμο εκπρόσωπο της αδειούχου εταιρίας, δημοσιογράφο, παρουσιαστή εκπομπής κλπ) ορίζονται τα ελάχιστα ποσά χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης (100.000.000 και 30.000.000 δραχμές για τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλήνιας ή τοπικής εμβέλειας αντιστοίχως κ.λ.π.), θεμελιώνεται δε γνήσια αντικειμενική ευθύνη του εκπροσώπου της αδειούχου εταιρείας, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός από τα υπόλοιπα υπεύθυνα φυσικά πρόσωπα.
Ως προς τα οριζόμενα όμως με το νόμο ελάχιστα ποσά χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του δικαιούχου, το δικαστήριο οφείλει να ερευνά μήπως στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και ήδη ρητώς καθιερώθηκε στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε σταθερά και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ.
ν.δ. 53/1974) "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης, ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Τέλος το άρθρο 367 του ΠΚ, που ανήκει στο κεφ. ΚΑ αυτού με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της τιμής", ορίζει στην 1η παράγραφο ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α)οι δυσμενείς κρίσεις .....
καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον .....", στη 2η παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α)όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β)όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης, τα οποία προστατεύουν το σύνταγμα και οι νόμοι, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των άνω μέσων ενημερώσεως για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώρηση γεγονότων, ως και σχολίων, σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο.
Έτσι είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο ειδικός χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή του άλλου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του όρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. Α.Π. 661/1984).
Στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατά τις 20-9-2004 και ώρα 18.00', δια μέσου του τηλεοπτικού σταθμού ALTER της πρώτης αναιρεσίβλητης-εναγομένης μεταδόθηκε από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο δημοσιογράφο η εκπομπή με τίτλο "TOP SECRET", με αντικείμενο τον προσηλυτισμό νεαρών γυναικών στη μοναστική ζωή από τους αναιρεσείοντες ενάγοντες μοναχούς και τον σύμφωνο (ή μη) με τις ορθόδοξες ιερατικές και μοναστικές αξίες τρόπο ζωής αυτών, χωρίς να γίνει μνεία των ονομάτων τους, αλλά των μοναστηριών προέλευσής (...) και εγκαταβίωσης αυτών (...), όπως και την ιδιότητα του πρώτου από αυτούς ως ηγουμένου και του δευτέρου ως διακόνου.
Στη συνέχεια αφού αναφέρονται οι αποτελούσες και περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής αιτιάσεις των προσκεκλημένων της εκπομπής Α. Β., Μ. Κ., Ι. Δ. και Β. Γ., όπως και παρεμβαινόντων τηλεφωνικώς τηλεθεατών που αφορούσαν, δόλιες ενέργειες των εναγόντων για απόσπαση νεαρών κοριτσιών από τις οικογένειές τους, που διαμαρτύρονται, η μη ηθική καθαρότητα του βίου των εναγόντων (χωρίς να κατονομάζονται ρητώς πάντοτε) λόγω ομοφυλοφιλικών σχέσεών τους, ερωτικής αλληλογραφίας τους, εισόδου, σε ακατάλληλες ώρες, γυναικών στη μονή τους, όπου οι δυό τους μόνον διέμεναν και γενικά ο έκλυτος βίος τους, συνοψίζονται οι παραδοχές του Εφετείου στο ότι: "Οι προσκεκλημένοι και συμμετέχοντες στην ως άνω τηλεοπτική εκπομπή προέβαλαν ισχυρισμούς και επικαλέσθηκαν γεγονότα, τα οποία ήταν αναληθή, ήτοι για τον πρώτο μεν ενάγοντα ότι: 1) είναι κακοποιό στοιχείο, 2) με ερωτικές επιστολές "ξεσήκωνε το μυαλό, μαγνήτιζε και αποσπούσε από τις οικογενειές τους νεαρές γυναίκες που τον ακολουθούσαν εγκαταλείποντας τα σπίτια τους", 3) είχε ιδιαιτερότητα στη σεξουαλική ζωή του, δηλ.
ήταν ομοφυλόφιλος, και δη ότι είχαν συλληφθεί (και ο β' ενάγων) να επιδίδονται σε ομοφυλοφιλικές ερωτικές περιπτύξεις και για το λόγο αυτό είχαν εκδιωχθεί από την ..., 4) διάγουν έκλυτον βίο με έντονη διασκέδαση, ξενύχτια κλπ. Πολλές δε γυναίκες παρευρίσκονται στο μοναστήρι της ... κατά τις ώρες που δεν επιτρέπεται η είσοδος και 5) ότι μαγαρίζει το ράσο ο ενάγων, για τον δεύτερο δε ενάγοντα, ότι είχε ιδιαιτερότητα στη σεξουαλική του ζωή δηλ.
ήταν ομοφυλόφιλος και δη είχε συλληφθεί να επιδίδεται σ' ερωτικές περιπτύξεις και για το λόγο αυτό είχε εκδιωχθεί από τη ... και διάγει έκλυτο βίο. Τα ως άνω περιστατικά δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ήσαν ενάρετοι και διαβιούν σύμφωνα με τους κανόνες του μοναχικού βίου (βλ.
ιδίως την από 6.3.2002 κατάθεση του Μητροπολίτη ... ενώπιον της Πταισματοδίκου ... που αναφορικά με τον α' ενάγοντα κατέθεσε ότι είναι "ενάρετος, αφιλοχρήματος και συνεπής προς τις μοναχικές του υποχρεώσεις"). Σημειώνεται ότι οι σχέσεις μεταξύ του Μητροπολίτου και του α' ενάγοντα είχαν διαταραχθεί συνεπεία της αντιδικίας που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των εναγόντων και της ερανικής επιτροπής.
Ούτε αποδείχθηκε ότι εκδιώχθηκαν από τη ... όπως διαδίδεται, στην ως άνω εκπομπή, από άγνωστη μητέρα, διότι δήθεν ήταν ομοφυλόφιλοι, αντίθετα από τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι απεχώρησαν από την ... μετά από την άδεια του Μητροπολίτη ...ς. Επίσης αποδείχθηκε ότι διήγαν ενάρετο βίο κατά την παραμονή τους στη Μονή του Οσίου ...
με σημαντικό ποιμαντικό έργο που ήταν αποδεκτό από τους κατοίκους των ... (βλ. σχετικά έγγραφα με τα οποία γονείς και μαθητές της ως άνω πόλεως ζητούσαν να τεθούν σε λειτουργία και πάλι τα κατηχητικά στα οποία δίδασκε ο πρώτος ενάγων). Αναφορικά δε με τις καταδικαστικές δικαστικές αποφάσεις που αναφέρεται στην ως άνω εκπομπή, ότι υπάρχουν σε βάρος του β' ενάγοντα, είναι γεγονός ότι στη διένεξη που δημιουργήθηκε μεταξύ των εναγόντων και της ερανικής επιτροπής της Ιεράς Μονής ...
δημιουργήθηκαν δίκες από τις οποίες υπήρξαν καταδικαστικές αποφάσεις για τους ενάγοντες. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί και τα γεγονότα που διαδόθηκαν από τους προσκεκλημένους κατά τη διάρκεια της εκπομπής TOP SECRET ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων. Ο δε β' εναγόμενος δεν γνώριζε μεν την αναλήθεια των γεγονότων που διεδόθησαν στην εκπομπή, όμως αντελήφθη την βαριά προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και τα επικαλούμενα γεγονότα και παρά ταύτα όχι μόνον δεν επεσήμανε το ατόπημα αυτό ή δεν ζητούσε εξηγήσεις αλλά περαιτέρω επιδοκίμαζε αυτά τα οποία έλεγαν και έτσι εμφανίσθηκε στους ακροατές ν' αποδέχεται τα λεγόμενα από τους συνομιλητές του με συνέπεια να προσβάλει από πρόθεση την προσωπικότητα και ειδικότερα την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων έχοντας και αυτός, βάσει του ως ανωτέρω τρόπου εκδήλωσης της προσβολής, σκοπό εξυβρίσεως, δηλ.
εκφράσεως καταφρονήσεως από αυτόν προς τους ενάγοντες. Από όλες τις ως άνω πράξεις των εναγομένων, οι οποίες είναι παράνομες και υπαίτιες συνάγεται σαφώς, ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος των εναγόντων αδικοπραξία και προσέβαλαν παράνομα την προσωπικότητά των, ώστε να δικαιολογείται η αποκατάσταση της ζημίας των και η καταβολή προς αυτούς χρηματικού ποσού προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έπαθαν από τις προεκτιθέμενες προσβολές.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση, αν και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση στο άρθρο 363 ΠΚ αντί του 362 ΠΚ, οι οποίες αντικαθίστανται από τις αιτιολογίες της παρούσας (αρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε και πρέπει ν' απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι έφεσης. Επίσης τα παραπάνω γεγονότα που διαδόθηκαν στην προεκτιθέμενη εκπομπή δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με το θέμα του προσηλυτισμού και την άσκηση ελέγχου στο τρόπο διαβίωσης των εναγόντων ως μοναχών και λειτουργών της εκκλησίας, καθότι κατέτειναν στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης των εναγόντων με σκοπό εξύβρισης, όπως παραδεκτά ισχυρίσθηκαν οι ενάγοντες ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρουν τον ισχυρισμό αυτό ως εφεσίβλητοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με συνέπεια να έχουν λάβει χώρα έξω από τα όρια του, από τη δημοσιογραφία, δικαιολογημένου ενδιαφέροντος των εναγομένων για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση των ακροατών της εκπομπής.
Επομένως η ένσταση των εναγομένων περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της απλής δυσφήμησης που ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στο άρθρο 367§1 ΠΚ που υποβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του Πρωτοβάθμιου και επαναφέρεται παραδεκτά κατ άρθρο 240 ΚΠολΔ, με πρόσθετο λόγο έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι ο ένδικος τηλεοπτικός σταθμός της πρώτης εναγομένης είναι εφοδιασμένος με την μ' αριθ. 19209/Ε/9.9.1993 ειδική άδεια των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, με βάση την οποία εκπέμπει μέχρι σήμερα ως σταθμός τοπικής εμβέλειας για το Νομό Αττικής-με ειδική άδεια τεχνικής δικτύωσης, προκειμένου ν' αποκτήσει εθνική εμβέλεια και δεν διαθέτει όμως τεχνική δικτύωση με αυτοδύναμα μέσα, αλλά αντιθέτως, χρησιμοποιεί για αναμετάδοση των προγραμμάτων του τις εγκαταστάσεις τοπικών σταθμών.
Έτσι και ενόψει του ότι ως ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός εθνικής εμβέλειας νοείται εκείνος που έχει λάβει άδεια της κατηγορίας αυτής, και μπορεί ~ αυτοδυνάμως να καλύπτει με τηλεοπτικά σήματα ολόκληρη την επικράτεια, ο ένδικος σταθμός δεν εντάσσεται στους σταθμούς εθνικής εμβέλειας. Το γεγονός δε της κάλυψης με τηλεοπτικά σήματά του αρκετών περιοχών της Ελλάδας, δεν είναι δυνατό να χαρακτηρίσει το σταθμό ως εθνικής εμβέλειας, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ως άνω, η κάλυψη αυτή δεν γίνεται με δικά του μέσα, αλλά με παρεμβολή σταθμών που ανήκουν σε τρίτους.
Με βάση επομένως τα παραπάνω αποδεικτικά δεδομένα σε σχέση με το βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων και της βλάβης που επήλθε στους ενάγοντες και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών το Δικαστήριο καθορίζει την οφειλόμενη στον πρώτο χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 40.000 € Ευρώ και στον β1 ενάγοντα στο ποσό των 30.000 € Ευρώ.
Για τον προσδιορισμό αυτό του ποσού της οφειλομένης χρηματικής ικανοποίησης το Δικαστήριο αυτό λαμβάνει υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, διότι η επιδίκαση των ελαχίστων ορίων των προβλεπομένων από το νόμο, που προκειμένου για σταθμούς τοπικής εμβέλειας, όπως στη προκειμένη περίπτωση, είναι 30.000.000 δρχ.
παραβιάζει την ως άνω αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού ενόψει του είδους και του μεγέθους της προσβολής και των συνεπειών της". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφασή, κατόπιν παραδοχής της εφέσεως των εναγόντων και απορρίψεως της αντίθετης εφέσεως των εναγομένων, αναγνώρισε την υποχρέωση των τελευταίων να καταβάλουν στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους τα (μεγαλύτερα από την πρωτόδικη) ποσά των 40.000 και 30.000 για τον πρώτο και δεύτερο από αυτούς αντιστοίχως.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β, 4 παρ. 10 του ν. 2328/1995, 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, 25 παρ. 1, 14 παρ.1 του Συντάγματος, 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και 367 παρ. 1γ και 2β του Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον αναφέρονται στο αποδεικτικό του πόρισμα:
α) Η από τον δεύτερο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) δια μέσου του μη πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), μετάδοση δι' ερωταποκρίσεων αναληθών ισχυρισμών προσκεκλημένων του και τηλεθεατών, όπως και προσβλητικών χαρακτηρισμών που αμφισβητούσαν την ηθική αξία των εναγόντων μοναχών, β) Η υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου δημοσιογράφου, ο οποίος δεν γνώριζε μεν την αναλήθεια των αναμεταδιδομένων δια του τηλεοπτικού σταθμού από τους καταγγέλλοντες, προσβλητικών της τιμής των εναγόντων περιστατικών, αλλά με τη συγκαταβατική επιδοκιμασία τούτων έδειχνε να τα υιοθετεί, γ) Η προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, διότι τα μειωτικά τις τιμής τους περιστατικά και οι χαρακτηρισμοί που αποδόθηκαν σ'αυτούς, κατά την ως άνω τηλεοπτική εκπομπή περιήλθαν σε γνώση σημαντικού αριθμού ανθρώπων (τηλεθεατών), ενόψει του ότι ναι μεν δεν αναφέρθηκε το όνομα των εναγόντων, το γεγονός όμως ότι στις αναφερόμενες δυο μονές αυτοί μόναζαν (στην τελευταία μάλιστα χωρίς άλλα πρόσωπα) δεν καθιστούσε δυσχερή την αναγνώρισή τους από κάποιον που θα έδειχνε ενδιαφέρον να εξακριβώσει τα πρόσωπα που αφορούσαν οι τηλεοπτικές κατηγορίες, δ) Η μη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας με την αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής από τους εναγομένους προς τους ενάγοντες ως χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης τους ποσών 40.000 και 30.000 δραχμών για τον πρώτο και δεύτερο από τους τελευταίους αντιστοίχως, καθ' όσον ενόψει των προσώπων των εναγόντων, του είδους της προσβολής, της προσωπικότητάς τους, του βαθμού υπαιτιότητας του δεύτερου εναγομένου και των περιστάσεων γενικώς, δεν προκύπτει υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου.
Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 του ΚΠολΔικ δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αρ 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νομικής προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Κατά δε το άρθρο 527 περίπτωση 1 του Κ.Πολ.Δικ. ο εφεσίβλητος παραδεκτώς προτείνει προς υπεράσπισή του κατά της εφέσεως και ισχυρισμούς που δεν είχε προτείνει παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με τον τρίτο και τελευταίο από το άρθρο 559 αρ 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, για περιορισμένη (μη πανελλήνια) εμβέλεια του τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης από αυτούς και για τα περιστατικά προσδιορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ισχυρισμοί δεν είχαν προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και προτάθηκαν για πρώτη φορά με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων-εφεσιβλήτων στο Εφετείο.
Επομένως, εφόσον οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) είχαν δικονομική ευχέρεια να προτείνουν κατά της εφέσεως των αναιρεσειόντων και πραγματικούς ισχυρισμούς που παρέλειψαν να προτείνουν παραδεκτώς πρωτοδίκως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο αυτούς τους ισχυρισμούς και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ 8 του Κ.Πολ.Δικ.
τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίας των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2008 αίτηση των ΑΡχ. Ν. κλπ για αναίρεση της 7101/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ